Καλοκαίρι 2008  ( 21)  www.stachtes.com        

i) αγριμολόγος...(ο): Το λαδωτήρι: Λόγος, Πράξη και Μνήμη ii) Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Amélie Nothomb: Ni d’Adam ni d’Eve iii) Κριτική Δημήτρης Αθηνάκης: Σύγχρονες Ελληνίδες Συγγραφείς iv) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Θεωρίες Συνομωσίας vi) Δοκίμιο. Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Ορθογραφία και ορθωγραφεία vii) Οδός Ευρυπίδου του Σωτήρη Παστάκα: Γιάννης Λειβαδάς, ο Σωρός των Ποιητών viii) Δοκίμιο. Κώστας Κουτσουρέλης: Άρνολντ Σαίνμπεργκ, Το Αδιέξοδο του Μοντερνισμού ix) Γιώργος Δελιόπουλος x) Ιωάννης Ψάρρας xi) Όλγα Βασιλείου xii) Κώστας Πυρόβαλης-Γέργος xiii) Kώστας Νησιώτης xiv) Τσιουράκης Ιωάννης xv) Δώρα Κασκάλη xvi) Αθανάσιος Κρήνης xvii) Αρετή Γκιωνάκη xix) Δημήτρης Αθηνάκης xx) Αλέξης Σταμάτης xxi) Χρήστος Φασούλας xxii) Βασίλης Αλεξάκης xxiii) Τους συντελεστές και συνεργάτες του e-περιοδικού μας θα τους βρείτε εδώ και εδώ, η παρουσίασή τους είναι αλφαβητική.

Τα Δελτία Τύπου καθώς και οι Ανακοινώσεις σας, θα δημοσιεύονται πλέον σε ξεχωριστό Δικτυακό Τόπο που δημιουργήθηκε ειδικά για αυτό το λόγο, ελπίζουμε να σας αρέσει: Οι Στάχτες Art. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα ιστολόγιο (blog) για περισσότερη ευελιξία, άμεση ενημέρωση και ανταπόκριση στα Δελτία Τύπου και στις ανακοινώσεις που μας στέλνετε. Στέλνετε τις ανακοινώσεις σας και τα κείμενα συνεργασίας σας στο Email: stachtes|at|gmail|dot|com...Σας Ευχαριστώ. Στράτος.Φ.

 

αρχή σελίδας

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)

Το λαδωτήρι: Λόγος, Πράξη και Μνήμη

Βλέπω λαδωτήρια να κινούνται, τα βλέπω να αιωρούνται άναρχα μόνα τους. Συνωστισμός από λαδωτήρια στα φανάρια των κεντρικών λεωφόρων, στα ιδιωτικά και δημόσια γραφεία. Δρόμοι και διάδρομοι γεμάτοι λαδωτήρια. Το παράξενο στην υπόθεση δεν είναι η διαρκής παρουσία του χρήσιμου αυτού εργαλείου των μηχανικών πάσης φύσεως, αλλά η απουσία των ιδιοκτητών, η απουσία της ανθρώπινης παρουσίας. Ποιοι τέλος πάντως κρατούν αυτά τα λαδωτήρια; Δεν είναι απλή υπόθεση να βλέπεις άψυχα αντικείμενα να περπατούν στους δρόμους, να διασχίζουν λεωφόρους και· το εξωφρενικό: να περιμένουν υπομονετικά στην ουρά των δημοσίων ταμείων, της εφορίας, των τραπεζών, παντού· προκειμένου να εξυπηρετηθούν. Παράξενα πράγματα. Οι καιροί φαίνεται άλλαξαν. Η επιστήμη κατόρθωσε το ακατόρθωτο, τοποθέτησε ένα ζωντανό λαδωτήρι να κάνει τις δουλειές που κάποτε έκαναν οι άνθρωποι. Στην αρχή σκέφτηκα ότι πρόκειται για πρόβλημα των οφθαλμών μου παρόλο που ο προσωπικός μου οφθαλμίατρος προσφάτως μάλιστα, με διαβεβαίωσε –εκτός μιας ασήμαντης πρεσβυωπίας- για την άριστη κατάσταση των ματιών μου· γιατί, ευλόγως γεννάται το ερώτημα: Που βρίσκονται οι κάτοχοι των λαδωτηρίων. Θα μπορούσα βεβαίως να ρωτήσω κάποιες από τις ελάχιστες ανθρώπινες παρουσίες που αραιά πια· συναντώ στους δρόμους, όσες φορές το επιχείρησα συνάντησα μόνο πρόσωπα γεμάτα απορία, βουβά, αμίλητα. Σκέφτομαι ότι κάποτε, ο άνθρωπος θα πρέπει να υπηρετήσει το πολιτισμό της απορίας, όπως και της ενοχής, να αναγνωρίσει ότι χωρίς τη παρουσία του, έστω και κατακερματισμένη, δεν μπορεί καταγραφεί Πράξη, Λόγος και Μνήμη, χωρίς αυτόν δεν καταγράφεται το ισχνό έστω, δικαίωμα της ντροπής, και ότι δεν πρέπει να επιτρέψει στον όποιο, τέλος πάντων, ανθρωπισμό του να μετατραπεί σε ανθρωποφαγία. Πόσο ακόμα θα ευσταθούν εκφράσεις όπως «πλανηθήκαμε» «μας την έφεραν» «δεν ξέραμε», αφού το σιχαμερό πάρε-δώσε μέσω λαδώματος εξαπλώθηκε σαν την πανούκλα, όταν το λαδωτήρι είναι το απαραίτητο αξεσουάρ της κάθε λογής μικρής, μεγάλης ή ανώτατης εξουσίας και των «θεσμών». Το τροφοδοτούμε εμείς, προσφέροντας το πολύτιμο γράσο που χρειάζονται για να «δουλέψουν» οι μηχανισμοί, τους το προσφέρουμε χωρίς φειδώ, χωρίς ίχνος ντροπής κι ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μου είναι αδύνατο να συνεχίσω άλλο αυτό το κείμενο, από το παράθυρο εισχωρούν εκκωφαντικά κορναρίσματα από συνωστισμένα λαδωτήρια που ενθουσιωδώς τρέχουν να προσυπογράψουν μία Τελευταία Πράξη. Βλέπετε, δεν ανακοινώθηκε επισήμως, ούτε μισή λέξη διαφοροποίησης από κανέναν. Οι ανεπίσημοι αντιρρησίες συνείδησης δεν μετρούν, αυτοί δεν αναφέρονται σε κανένα βιβλίο Ιστορίας.

Copyright©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, Ιούλιος 2008 | stratosfountoulis.wordpress.com |

 

αρχή σελίδας

Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Ορθογραφία και ορθωγραφεία

Eπειτα από αρκετό καιρό, δημοσιεύουμε ένα νέο ανορθόγραφο κείμενο, συμπτωματικά με την πρόσφατη κυκλοφορία του ορθογραφικού λεξικού του "εθνικού" μας γλωσσολόγου...

‘Ορθοπαιδικός ή Ορθοπεδικός; Μήνυμα ή μύνημα; Εταιρεία ή εταιρία; Ταξείδι ή ταξίδι; Τρένο ή τραίνο;’ Αυτά είναι μόνο μερικά από τα διλήμματα που απασχολούν τους περισσότερους χρήστες της Ελληνικής, κατεξοχήν κατά τη διάρκεια της σχολικής τους εκπαίδευσης, όπου ενδεχόμενο λάθος κοστίζει κυριολεκτικά σε βαθμούς, αλλά και αργότερα, όπου ενδεχόμενο λάθος θεωρείται ένδειξη χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Η ορθογραφία αποτελεί ένα αγαπημένο θέμα των δασκάλων (και, αντίστοιχα, ένα αγκάθι για την πλειονότητα των μαθητών), ενώ παράλληλα αποτελεί και αγαπημένο θέμα συζητήσεων και αναζητήσεων για πολλούς που ασχολούνται με γλωσσικά ζητήματα από διάφορες σκοπιές, είτε ως μέρος της εργασίας τους είτε απλά ως χόμπυ. Τελευταία μάλιστα φαίνεται να μεγαλώνει το ενδιαφέρον για την ορθογραφία, με την έκδοση ‘ορθογραφικού’ λεξικού (!). Ξεκινώντας από την βασική σχέση γλώσσας και γραφής, θα διερευνήσουμε τη σημασία της ορθογραφίας από γλωσσική και κοινωνική άποψη, για να δικαιολογήσουμε και το όνομά μας («ανορθογραφίες»).

Α. Γλώσσα και γραφή
Σε αντίθεση με την (προφορική) γλωσσική ικανότητα, που φυσιολογικά αναπτύσσεται σε κάθε άνθρωπο, η γραφή αποτελεί επίκτητη ικανότητα, η οποία χρειάζεται μάθηση και άσκηση για να επιτευχθεί. Για τον λόγο αυτό, η γλώσσα είναι καταρχήν η προφορική γλώσσα, κοινή σε όλους τους ανθρώπους που ανήκουν σε μια γλωσσική κοινότητα. Η γραφή, από την άλλη, αποτελεί ένα αυθαίρετο σύστημα καταγραφής των ήχων από τους οποίους αποτελείται η γλώσσα (αυτό αποτελεί και ένα από τα βασικά γλωσσολογικά επιχειρήματα για την προτεραιότητα του προφορικού έναντι του γραπτού λόγου από την άποψη της γλωσσολογικής έρευνας, αν και δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ σ’αυτό το θέμα).
Η γραφή, επομένως, αποτελεί ένα τρόπο καταγραφής της κατεξοχήν γλώσσας, της προφορικής. Αυτή η καταγραφή μπορεί να πάρει πολλές διαφορετικές μορφές, φυσικά και για την ίδια γλώσσα: η Γραμμική Β, ένα σύστημα όπου κάθε σύμβολο είχε την αξία μίας συλλαβής (αφήνοντας κατά μέρος διάφορες εξαιρέσεις που δεν έχουν ακόμα αποκρυπτογραφηθεί), θεωρείται ότι καταγράφει μία μορφή ελληνικής γλώσσας ή διαλέκτου. Το ίδιο συμβαίνει και με την αλφαβητική γραφή της Ελληνικής που είναι σε όλους μας οικεία, όπου κάθε σύμβολο έχει την αξία ενός φθόγγου της γλώσσας (πιο σωστά, ενός φωνήματος, ενός φθόγγου με διαφοροποιητική αξία, κατά την δομιστική παράδοση της γλωσσολογίας). Είναι χαρακτηριστικό ότι, στην προσαρμογή του φοινικικού αλφαβήτου που επιχείρησαν οι αρχαίοι Έλληνες, πρώτον, πρόσθεσαν τα φωνήεντα, ενώ το σημιτικό σύστημα δεν δήλωνε τα φωνήεντα της γλώσσας (όπως ακόμα και σήμερα δεν τα δηλώνει η Αραβική και η Εβραϊκή), ενώ υπήρχε και ποικιλία στο ελληνικό αλφάβητο ανάλογα με την περιοχή (π.χ. ως προς την ίδια την ύπαρξη και το σχήμα κάποιων γραμμάτων κλπ.). Είναι, λοιπόν, προφανές, ότι δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο ο τρόπος που γράφουμε είναι αυτός που είναι σήμερα, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι διαφορετικός, όπως το αποδεικνύουν και οι περιπτώσεις των γλωσσών που χρησιμοποιούν άλλα συστήματα, μη αλφαβητικά (π.χ. Κινεζική). Με αυτή την έννοια, η γραφή είναι αυθαίρετη.
Β. Πώς δημιουργείται η έννοια της ορθογραφίας
Σε ένα αλφαβητικό σύστημα, όπως αυτό της ελληνικής, η καλύτερη δυνατή αντιπροσώπευση θα απαιτούσε, προφανώς, η γραφή να ανταποκρίνεται στην ομιλία με σχέση 1:1, δηλαδή κάθε γράμμα να συμβολίζει και έναν διαφορετικό φθόγγο και το αντίστροφο, κάθε φθόγγος να συμβολίζεται με διαφορετικό γράμμα. Αυτή η λεγόμενη «φωνητική» γραφή θα βρισκόταν πάρα πολύ κοντά στην γλώσσα, αποτελώντας πιστή καταγραφή της ομιλίας.
Δύο είναι οι κύριοι παράγοντες που δεν ευνοούν αυτού του τύπου την γραφή. Ο πρώτος είναι η γλωσσική αλλαγή: ως γνωστόν, όλες οι γλώσσες αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου (ή καλύτερα, οι ομιλητές διαμορφώνουν συνέχεια τη γλώσσα τους, με αποτέλεσμα αυτή να διαφοροποιείται). Κατά συνέπεια, η προφορά ορισμένων φθόγγων / λέξεων / φράσεων διαφοροποιείται, άλλοτε με ταχείς και άλλοτε με πιο αργούς ρυθμούς. Από την άλλη πλευρά, η γραφή, και καλύτερα αυτοί που κατέχουν αυτή την ικανότητα, έχουν την τάση να αντιστέκονται σε αλλαγές, μια και χρειάζεται άσκηση και μάθηση για την απόκτησή της, και έτσι δεν προσφέρεται για συνεχείς τροποποιήσεις.
Πέρα από τους δύο αυτούς παράγοντες, η έννοια της ορθογραφίας δημιουργείται παράλληλα με την προτυποποίηση ενός τρόπου γραφής μίας γλώσσας, δηλαδή με την καθιέρωση μιας γραπτής μορφής ως προτύπου. Αυτό συμβαίνει με την υιοθέτηση της έννοιας της γραπτής «παράδοσης», η οποία θεωρείται ισχυρότερη και σπουδαιότερη από την εκάστοτε ομιλία. Έτσι, η γραφή ουσιαστικά παύει να έχει ως στόχο την καταγραφή της τρέχουσας μορφής γλώσσας, αλλά στοχεύει στην διατήρηση μίας μορφής που θεωρείται σπουδαία, ισχυρή, καλύτερη για διάφορους κοινωνικούς λόγους. Δεν υπάρχει πια ο στόχος της 1:1 σχέσης, μια και αυτό θεωρείται δευτερεύον σε σχέση με την «σωστή» γραφή, η οποία αντλεί την ορθότητά της από το κοινωνικό γόητρο της γλώσσας την οποία διασώζει. Αυτό φυσικά προϋποθέτει συνειδητές αντιλήψεις για τη γλώσσα και τη γλωσσική και γραπτή παράδοση, που μόνο σε ένα πλαίσιο κάποιας συστηματοποίησης (όχι βέβαια διεύρυνσης) της εκπαίδευσης μπορεί να προκύψει. Καθώς λοιπόν η γλώσσα αλλάζει, χωρίς όμως να την ακολουθεί και ο τρόπος καταγραφής, οδηγούμαστε στην λεγόμενη «ιστορική» ορθογραφία, δηλαδή σε ένα τρόπο γραφής που δεν ανταποκρίνεται στην παρούσα κατάσταση, αλλά διασώζει τον τρόπο γραφής προγενέστερων μορφών της γλώσσας. Και φυσικά, η ιστορική ορθογραφία συνδέεται άμεσα με υποτιμητικές αντιλήψεις για την τρέχουσα μορφή της γλώσσας, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα υπήρχε κάποιος ουσιώδης λόγος διατήρησης της παλιάς γραφής, πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες (ενιαίο έθνος και γλώσσα, επομένως και απαράλλακτος τρόπος γραφής, που έρχεται με τη σειρά του σε ένα κυκλικό σχήμα να αποδείξει αυτή την ενότητα, ενώ για χάρη αυτής διατηρείται). Όλα αυτά γίνονται εύκολα κατανοητά μέσα από το παράδειγμα της Ελληνικής, που είναι οικείο σε όλους μας.
Γ. Η περίπτωση της Ελληνικής
Τα πρώτα ελληνικά αλφάβητα δημιουργήθηκαν με στόχο να αποτυπώσουν ακριβώς τους φθόγγους της αρχαίας ελληνικής (όσο πιο πιστά είναι δυνατόν), επομένως θα έλεγε κανείς ότι εντάσσονταν σε μία προσπάθεια φωνητικής γραφής της γλώσσας. Όπως είναι πολύ γνωστό, τα πρώτα συστήματα αλφαβητικής γραφής της ελληνικής περιείχαν μόνο κεφαλαία γράμματα και καθόλου τονικά σημάδια. Στην πορεία, τα αλφάβητα αυτά διαφοροποιήθηκαν σε κάποιο βαθμό, χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε πόσο ανταποκρίνονταν στην ομιλία της εποχής τους από ένα σημείο και μετά.
Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ζήτημα «ορθογραφίας» ουσιαστικά δημιουργείται στην ελληνιστική εποχή, με την παράλληλη ανάδειξη των πρώτων φιλολογικών κέντρων και την επικράτηση του λεγόμενου «Αττικισμού» στα μορφωμένα στρώματα. Ενώ δηλαδή διάφορες γλωσσικές (φωνολογικές δηλαδή) μεταβολές είχαν οδηγήσει σε προφορά διαφορετική πολλές λέξεις της ελληνικής, η ανάδειξη της Αττικής σε πρότυπο (παιδευτικό, όχι μόνο γλωσσικό) από τους διάφορους «φιλολόγους» και λογίους της εποχής οδήγησε στη διατήρηση της ίδιας γραφής των λέξεων, δημιουργώντας έτσι ένα χάσμα ανάμεσα στη προφορά και την γραφή των λέξεων. Αυτό μας είναι γνωστό χάρη στην ανακάλυψη των παπύρων (και των διαφόρων επιγραφών, βέβαια), που μαρτυρούν πάρα πολύ διαφορετικές γραφές πολλών λέξεων, φανερώνοντας έτσι τη διαφορετική τους προφορά σε σχέση με την Αττική του 5ου αιώνα π.Χ. Επιπλέον, οι ίδιοι φιλολογικοί κύκλοι επινόησαν και τα τονικά σημάδια, τα οποία δηλώνουν ουσιαστικά την προφορά των λέξεων στην Αττική, μια και στην ελληνιστική εποχή αυτή είχε διαφοροποιηθεί.
Η έννοια του ορθογραφικού λάθους είναι, επομένως, δημιούργημα της ελληνιστικής εποχής. Οι πάπυροι περιέχουν αμέτρητα παραδείγματα ορθογραφικών λαθών, αφού μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν ήταν πολύ εξοικειωμένο με την Αττική διάλεκτο του 5ου αι., και έτσι έγραφε με βάση την τρέχουσα προφορά των λέξεων. Κατ’αυτή την έννοια, και όλα τα λεγόμενα «ορθογραφικά» λάθη απλά αποτυπώνουν την εξέλιξη της προφοράς των λέξεων.
Στην ελληνιστική εποχή έχει τις ρίζες της και ο παραλογισμός των κατοπινών αιώνων: οι λέξεις γράφονταν σύμφωνα με τα πρότυπα της Αρχαίας του 5ου αιώνα, με την προσθήκη όμως των τονικών σημαδιών που αρχικά προστέθηκαν για να δείξουν την προφορά εκείνων των λέξεων! Φυσικά, όπως αναφέρθηκε, αυτή η εξέλιξη και η επικράτηση της λεγόμενης «διγλωσσίας», μιας λόγιας και μίας δημώδους παράδοσης στην Ελληνική, σχετίζεται άμεσα με την ανάδειξη ήδη από την ελληνιστική εποχή της αρχαίας Ελλάδας ως αξεπέραστο πρότυπο προς μίμηση σε όλα τα επίπεδα, επομένως και στη γλώσσα. Με άλλα λόγια, η εμφάνιση της «ορθογραφίας» και της εμμονής σε γραπτές μορφές του παρελθόντος δεν είναι αυτονόητη εξέλιξη σε κάθε γλώσσα, αλλά είναι απόρροια ιδεολογικών επιλογών.
Αυτό φαίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρα στην επόμενη, Μεσαιωνική περίοδο της ελληνικής. Τότε εμφανίζονται και τα πρώτα εκτεταμένα κείμενα στη λεγόμενη δημώδη, τα οποία μας σώζονται σε διάφορα χειρόγραφα. Η «ορθογραφία» αυτών των χειρογράφων έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις και αναζητήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είναι συστηματική, όπως την εννοούμε σήμερα, αλλά ενέχει τεράστια ποικιλία: ένα ρήμα όπως το «ήθελα» μπορούσε να γράφεται «ύθελα, ίθελα, ίθαιλα, είθελα, ήθελα κ.ά». Ο μόνος κανόνας που φαίνεται να ισχύει είναι: μπορείς να γράψεις τις λέξεις με όποια γράμματα θέλεις, αρκεί να συμβολίζουν τον κατάλληλο φθόγγο. Δηλαδή, όλα τα «ι» είναι ίδια, και μπορούν να εναλλάσσονται σε όλα τα γλωσσικά περιβάλλοντα. Αυτό προφανώς απέχει πάρα πολύ από την σημερινή έννοια της ορθογραφίας, που δεν ανέχεται ουσιαστικά καθόλου ποικιλία.
Αυτό που είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ίδιοι γραφείς που στην αντιγραφή των δημωδών κειμένων ήταν τόσο «ελεύθεροι» με την ορθογραφία των λέξεων, ήταν ταυτόχρονα και πολύ τυπικοί στην αντιγραφή των λογίων κειμένων. Αυτό καταμαρτυρά ακόμα πιο εμφατικά ότι η ορθογραφία σχετίζεται άμεσα με την αντίληψη για την γλώσσα: εφόσον τα δημώδη κείμενα ήταν προϊόντα της προφορικής, σύγχρονης παράδοσης, δεν υπήρχε λόγος η γραπτή τους μορφή να είναι συγκεκριμένη, μια και δεν υπήρχε και καθόλου τυποποιημένη μορφή της δημώδους αυτής γλώσσας. Από την άλλη, τα αρχαία κείμενα έπρεπε να αναπαράγονται ακριβώς όπως είναι, καθώς και η μορφή ήταν αναπόσπαστο μέρος του μεγαλείου τους.
Είναι ενδιαφέρον ότι ακριβώς το ίδιο φαινόμενο της ορθογραφικής ποικιλίας παρατηρείται και στις άλλες ευρωπαϊκές μεσαιωνικές γραμματείες, κάτι που φανερώνει την κοινή στάση ομιλητών διαφορετικών γλωσσών απέναντι στην μη τυποποίηση μιας γλωσσικής ποικιλίας, της δημώδους, και την άνεσή τους να χρησιμοποιούν τεράστια ποικιλία στη γραφή, χωρίς αυτό να έχει καμία συνέπεια στην επικοινωνία, τουλάχιστον απ’όσο μπορούμε να κρίνουμε σήμερα.
Φυσικά, ακόμα και οι «λόγιοι» είχαν συχνά δυσκολίες να τηρήσουν τους κανόνες της «ορθογραφίας», όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί από την ελληνιστική εποχή, μια και νέες λέξεις είχαν εισαχθεί στο λεξιλόγιο της ελληνικής, κυρίως δάνεια από τις δυτικές (ιταλική, γαλλική) και σλαβικές γλώσσες. Η «σωστή γραφή» αυτών των λέξεων ήταν αναγκαστικά τελείως αυθαίρετη, μια και δεν υπήρχε σημείο σύγκρισης με την αρχαία Ελληνική.
Στην πιο σύγχρονη περίοδο, η ορθογραφική απλοποίηση αποτέλεσε πάγιο αίτημα του δημοτικισμού, με διάφορες προτεινόμενες μορφές. Φυσικά το όλο θέμα αποτέλεσε μέρος μόνο του ευρύτερου γλωσσικού ζητήματος και της διγλωσσίας ανάμεσα σε καθαρεύουσα και δημοτική, με τις γνωστές κοινωνικές προεκτάσεις. Δεν θα μπούμε τώρα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι πολύ ευρύ και χρειάζεται ειδική διαπραγμάτευση. Ωστόσο, αξίζουν κάποιες επισημάνσεις σχετικά με την ορθογραφία της Νέας Ελληνικής όπως την εφαρμόζουμε σήμερα.
Το σημερινό σύστημα είναι, βέβαια, αποτέλεσμα όλων όσων προηγήθηκαν και αναφέρθηκαν πάρα πολύ σύντομα παραπάνω. Η επιμονή στην λεγόμενη ιστορική ορθογραφία δείχνει, φυσικά, την εμμονή στην διατήρηση της ιδέας της ενιαίας ελληνικής ως γλώσσας και γραφής με τρισχιλιετή ιστορία (φυσικά μόνο τρισχιλιετή, γιατί αν πάμε πιο πίσω, η ελληνική γραφή είναι η γραμμική Β, και αυτή δεν μπορεί να προσφερθεί για επιχειρήματα υπέρ της ιστορικής ορθογραφίας, μια και δεν είναι αλφαβητική, ευτυχώς!), κάτι που άλλωστε φαίνεται και στο ευρύτερο γλωσσαμυντορικό κλίμα που δυστυχώς επικρατεί σε μεγάλο βαθμό στη νεοελληνική κοινωνία. Επιχειρήματα υπέρ της ιστορικής ορθογραφίας συνήθως αναφέρονται α) η ίδια η ιστορία της και η σύνδεσή της με την ενότητα του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως σήμερα (το τελευταίο συνήθως υπονοείται, αλλά είναι σίγουρα το κλειδί για το συγκεκριμένο επιχείρημα), β) το ότι φανερώνει τις ρίζες των λέξεων, γ) είναι αισθητικά πολύ πιο ωραία από υποτιθέμενες απλοποιημένες μορφές, δ) κανείς άλλος στην Ευρώπη δεν το έχει κάνει, γιατί εμείς; και ε) ενδεχόμενη απλοποίηση θα αποκόψει τους νέους από την παλιότερη γλωσσική παράδοση και γραμματεία.
Ωστόσο, όλα τα παραπάνω είναι ανεπαρκή: Η λεγόμενη ιστορική διασώζει γραφές κυρίως από την αττική του 5ου αι. π.Χ. Θα έλεγε κανείς ότι εξίσου ιστορικές είναι και ελληνιστικές και μεσαιωνικές γραφές, που αποσιωπώνται, σκόπιμα βέβαια. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς ετυμολογία, ιστορική ορθογραφία των λέξεων, επομένως η ιστορικότητα δεν μπορεί να αποτελεί το τεκμήριο για την ορθογραφία. Αυτό είναι προφανές από την φοβερή σύγχυση που προκαλούν οι διαφορετικές γραφές των λέξεων στα λεξικά της Νέας Ελληνικής, όπως έχει κατ’επανάληψη επισημανθεί (βλ. λ.χ. τα άρθρα του Γιάννη Χάρη για την ορθογραφία). Μα η ιστορική ορθογραφία μόνο αντιφάσεις μπορεί να έχει, καθώς, όπως και η γλώσσα, διασώζει γραφές από διαφορετικές φάσεις, που δεν μπορούν να νοηθούν ως ένα ενιαίο σύστημα (όπως άλλωστε και η γλώσσα συνολικότερα). Επιπλέον, το ότι η ιστορική ορθογραφία φανερώνει την ετυμολογία των λέξεων, ακόμα και αν το δεχτούμε, ισχύει μόνο για τους φιλολόγους που μπορούν να διακρίνουν τις ρίζες και ετυμολογίες, και επιπλέον, δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον πέρα από τους φιλολογικούς κύκλους. Για την αισθητική, δεν θα επιχειρήσουμε κάποιο σχόλιο, αλλά μόνο ένα ερώτημα: αν η ποικιλία των «ι» είναι ωραία αισθητικά, γιατί να μην εφαρμόσουμε το μεσαιωνικό σύστημα και να την επεκτείνουμε σε όλες τις λέξεις, ανεξάρτητα ρίζας; Σίγουρα η ανάγνωση θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, έχουν επιχειρηθεί κατά καιρούς διάφορες απλοποιήσεις, και κυρίως έχουν σιωπηλά γίνει από τους ίδιους τους χρήστες: π.χ. neighbor αντί για neighbour. Ενδεικτικά αναφέρουμε πρόσφατη απόφαση της Σουηδικής ακαδημίας, κατά την οποία η λέξη ‘skall’ καλό είναι να γράφεται πια μόνο ‘ska’, όπως συνήθως γράφεται και προφέρεται. Γενικευμένη απλοποίηση βέβαια δεν έχει γίνει στο πρόσφατο παρελθόν, μια και το ζήτημα της ορθογραφίας συνδέεται, όπως τονίσαμε, με την αντίληψη περί εθνικής γλώσσας που αντλεί την ιστορία της από το παρελθόν του έθνους. Από την άλλη, ο Κεμάλ επέβαλε το λατινικό αλφάβητο σε μία χώρα που έγραφε με Αραβικούς χαρακτήρες, κάτι που έγινε τελείως αποδεκτό, μια και ήταν άλλα τα κοινωνικά ζητούμενα για την Τουρκία εκείνη την εποχή. Τέλος, η αρχαιολατρεία και η εμμονή στην σωστή ορθογραφία είναι πιο πιθανό να απομακρύνει τους νέους από την παλαιότερη γραμματεία, παρά μια ορθογραφική απλοποίηση.
Ας μην ξεχνάμε επίσης, ότι η ορθογραφία αποτελεί ένα από τα καλύτερα εργαλεία, σε συνδυασμό φυσικά με τη γλώσσα ευρύτερα, για τον διαχωρισμό (από το σχολείο και εξής) σε μορφωμένους και μη, σε επιμελείς και μη. Και, κάτι εξίσου σημαντικό, μία ενδεχόμενη απλοποίηση της ορθογραφίας, στην κατεύθυνση της προσέγγισης στη φωνητική γραφή (και όχι φυσικά στην κατεύθυνση της εύρεσης της σωστής ιστορικής γραφής, που μόνο σε αδιέξοδα μπορεί να καταλήξει), θα διευκόλυνε σημαντικά την εκμάθηση της ελληνικής, όχι μόνο για τους έλληνες αλλά και για όλους τους υπόλοιπους που θα ήθελαν να μάθουν ελληνικά. Το τελευταίο ζήτημα φαίνεται να αποσιωπάται από τους περισσότερους γλωσσαμύντορες, μια και το κέρδος από την ορθογραφική απλοποίηση σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ προφανές και δεν μπορεί να αντικρουστεί, επομένως αποσιωπάται ή, εναλλακτικά, υποβαθμίζεται η σημασία της εκμάθησης της ελληνικής!
Ακόμα και πολλοί που αντιτίθενται στο γλωσσαμυντορικό εθνικισμό διστάζουν να προτείνουν απλοποίηση της ορθογραφίας, κυρίως λόγω του (συναισθηματικού) δεσίματος όλων των χρηστών της ελληνικής με τον συγκεκριμένο τρόπο γραφής. Ωστόσο, το συναισθηματικό δέσιμο δεν μπορεί να προτάσσεται εις βάρος των υπόλοιπων κοινωνιο-πολιτικών προτερημάτων της απλοποίησης. Καλύτερη η νοσταλγία, παρά ο εγκλωβισμός σε αυτό το μείγμα αυθαιρεσίας που είναι η σημερινή ορθογραφία.
Δ. Συμπεράσματα
Η ορθογραφία είναι το αποτέλεσμα τυποποίησης της γραφής σε συνδυασμό με αντιλήψεις που θεωρούν παλαιότερες μορφές (και γραφές) μιας γλώσσας ως ανώτερες, ως πρότυπα, και ως μέρη ενός ενιαίου συνόλου, μίας ενιαίας γλώσσας. Είναι ένα αυθαίρετο σύστημα κατ’ανάγκη, όπως άλλωστε και η γραπτή απόδοση μίας γλώσσας συνολικά. Οι πρώτες απόπειρες αλφαβητικών γραφών της ελληνικής υπηρετούσαν μια φωνητική γραφή, σήμερα όμως, αν και επικρατεί τόσος θαυμασμός για τους αρχαίους ημών προγόνους, δεν υιοθετείται αυτή η αντίληψή τους. Αντίθετα, η ορθογραφία θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια στη μόρφωση των πολιτών, και ένα κριτήριο κατηγοριοποίησής τους (ορθογράφοι και ανορθόγραφοι). Εμείς είμαστε το δεύτερο, και οι ανορθογραφίες μας δεν αφορούν την γραφή, αλλά τις αντειλείψης που κρίβωντε πίσο απώ την αιμμονή σε γλοσσικές ιδαιωλογίαις – μίθους.

Copyright©Θ. Μαρκόπουλος
«Ανορθογραφίες» http://anorthografies.blogspot.com/2008/03/blog-post.html

Copyright©http://anorthografies.blogspot.com

αρχή σελίδας

Σωτήρης Παστάκας: Δημήτρης Μουζάκης, η Διακριτική γοητεία των Κριτικών

Aν παρουσιαζόταν ένας αθλητής με το ύφος επιταχύνσεως του Michael Johnson ή τη χορευτική σάρωση του Muhammad Ali, ουδείς θα ενδιαφερόταν για τη σύμπτωση των τρόπων, όσο, τουλάχιστον, θα ενδιαφερόταν για τη θέση του στην κατάταξη. Αν τα χρυσά μετάλλια και οι παγκόσμιες επιδόσεις επιτυγχάνονταν, ο διάδοχος θα διεκδικούσε επάξια τη θέση του στο πάνθεον των σπουδαίων αθλητών, κι ας θύμιζε άλλες, περασμένες δόξες. Όμως στα ποιητικά δε συγχωρούνται οι ομοιότητες.
Βρισκόμαστε στα 2144. Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας (το Κέντρο, η Έλξη κ.λ.π.) φιλοξενούν απαξάπαντα το ποίημα και την είδηση: βρέθηκε νέο χειρόγραφο ποίημα της Κικής Δημουλά. Γόνος φιλικής οικογένειας της μεγάλης ποιήτριας ανακάλυψε σε μια λησμονημένη οικογενειακή κασέλα μια κιτρινισμένη από την πολυκαιρία σελίδα, και προς έκπληξή της διαπίστωσε ότι περιέχει (από το ίδιο το χέρι της ποιήτριας) ένα άγνωστο ως τώρα ποίημα.

Εδώ. Πάνω στο τζάμι του χνώτου σου
περιφέρω με στ’ αρχικά της ανάμνησης
πώς κοίταξα αγχωμένη στον καθρέφτη
αν ήμουν χτενισμένη όταν με πρόσεξες
ή αν δαγκώνεται η μάνα μου ντροπή.
Εδώ. Κι αν είναι προϋπόθεση
να κοιμηθώ μια μονιμότητα του ύπνου
για να ξυπνήσεις
βαλ’ το καλά στην απουσία σου:
εμένα θάνατος
δε με ξαναπαντρεύει.
Εδώ. Ρούπι δεν το κουνάω
απ’ το παράθυρο.
Δεν αστειεύομαι. Θα ’ρθείς.

Oι κριτικοί της εποχής λιβανίζουν με τη ζέση των εγκωμιαστικών τους σχολίων το γραφτό. Και τότε, η ανακαλύψασα Κική Ηδμουλά, αποκαλύπτει τη σκηνοθεσία της: το γραφτό είναι δικό της. Προμηθεύτηκε χαρτί του εικοστού πρώτου αιώνα (αναμφισβήτητο το μύρο του ορυκτέλαιου εντός της κυτταρίνης) και έστρωσε πλαστό ονοματοσέντονο, ίνα αποδείξει πως κακώς ηγνοήθη προκλητικώς επί έτη και έτη από την επίσημη κριτική, καθότι και η ίδια (ως η πλάνη και η βρώση των κριτικών απέδειξε) τυγχάνει ποιήτρια ολκής. Μόλις οι κριτικοί μαθαίνουν την αλήθεια, απαξιώνουν την Ηδμουλά βαναύσως, καίνε τα περιοδικά στο Σύνταγμα και αστεΐζονται σε βάρος της μετά ευφάνταστων μιγμάτων δηλητηρίων.
Η παραπάνω ιστοριούλα, οφείλω να ομολογήσω, δεν είναι δική μου (μόνο το ποίημα είναι δικό μου, το οποίο συναρμολόγησα αφενός για τις ανάγκες του άρθρου, αφετέρου για πλάκα). Ευρίσκεται ελαφρώς παραλλαγμένη στο δοκίμιο Ποίηση και Παραποίηση του Ευάγγελου Παπανούτσου: Η Κική Ηδμουλά είναι ο John Shmarb, το χειρόγραφο δεν περιέχει ποίημα αλλά μια άγνωστη συμφωνία του Brahms- κατά τα λοιπά, ψιλοταΐδια. Ας δούμε, τώρα, πώς αποτιμάται η κατάσταση από τον Παπανούτσο: Το λάθος του [του Shmarb], βαρύ και ανεπανόρθωτο, είναι ότι αντί να αφήσει ελεύθερη την προσωπικότητά του (το αίσθημα, τη φαντασία, το νου του) να εκφραστεί μουσικά με το δικό της τρόπο, και με τη δική της καλλιτεχνική ευθύνη, ο ίδιος την υποδούλωσε στο πνεύμα και στην τεχνική, στην προσωπικότητα ενός άλλου. Και έτσι ακρωτηρίασε το τάλαντό του που, αν το εκτιμούσε και το σεβότανε πραγματικά, αυτό θα τον οδηγούσε όχι στην παραποίηση, αλλά στην αυθεντική, στη γνήσια δημιουργία.
Επί του ζητήματος αυτού, διακατέχομαι εκ νέου από μια σκέψη και μιαν έξαψη, να διατυπώσω ορισμένες αγνοημένες, κατά την άποψή μου, συνιστώσες.
Πόσο εύκολο είναι να μιμηθεί κανείς τα εκφραστικά μέσα των αναγνωρισμένων δημιουργών, παράγοντας έργο που οι επαΐοντες-κριτικοί αδυνατούν να αντιληφθούν ότι δεν είναι το τέκνο της ποίησης (και άρα των αναγνωρισμένων δημιουργών) αλλά το τέκνο της παραποίησης (των τυχάρπαστων Shmarbs και Ηδμουλάδων);
Αν στο άνω ερώτημα η απάντηση κείται εγγύτερα στο εύκολο, τότε μήπως η αξία της ποιητικής της Δημουλά, π.χ., δεν έγκειται στο νόημα του ποιήματος (τα γνωστά: η αγωνία του θανάτου, το σχιζοειδές του έρωτος, το σηψαιμικόν του διλήμματος, η ανία της επαναλήψεως, το σφυροκόπημα της απουσίας), αλλά στην ευρεσιτεχνία μιας μανιέρας (επιτυχής αναμόχλευση της σωματοποίησης εννοιών, της αναρχικής χρήσης των μερών του λόγου και της «μικτής» γλώσσας, καθώς λεν οι φιλόλογοι, δηλαδή της χρήσης εκφράσεων της «χυδαιότερης» γλωσσικά καθημερινότητας) που διασφαλίζει τη συγκίνηση του αναγνώστη;
Πώς είναι δυνατόν η αποτίμηση ενός έργου από μέρους του κριτικού (ή και του οιουδήποτε for that matter) να σχετίζεται στο ελάχιστο με τη γνώση του ονόματος του δημιουργού; Είναι δυνατόν ένα έργο να είναι μεγαλειώδες αν και μόνο αν αποδίδεται σε συγκεκριμένο δημιουργό; Είναι δυνατόν η προκαλούμενη ψυχική ανάταση από το ποίημα ή τη μελωδική γραμμή να διαφοροποιείται εκ της γνώσεως του ονόματος του δημιουργού;
Αν η αξία του μεγαλόσχημου ονόματος κείται πολύ πέρα μιας ήσσονος σημασίας μανιέρας (αν δεχθούμε ότι το προβάδισμα της γνήσιας Ποιήσεως δίδει η κατάθεση ψυχής και όχι τα, απαραίτητα μεν, αλλά δευτερευούσης σημασίας ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα, τα οποία καθίστανται, ενδεχομένως, ευκόλως αντικείμενα μιμήσεως), τότε δε θα αναμέναμε και την εύκολη αναγνώριση, από μέρους του επαΐοντος, του προϊόντος της Ποιήσεως από το προϊόν της παραποίησης;
Γνωρίζει κανείς το ακριβές γεωγραφικό μήκος και πλάτος της περιοχής όπου συναντώνται (αλλά δεν επιπροβάλλονται) τα στρατόπεδα της φθηνής απομίμησης και της υγιούς επιρροής;
Ποία η αμαρτία όποιου τέρπεται αδιαφορώντας για την ακολουθηθείσα συνταγή;
Εγώ το παραδέχομαι. Διαβάζω Αλλού αλλού να κοιτάζω και κατάματα να σε βρω και σκέφτομαι «Ελύτης». Όμως δεν είναι δικό του. Είναι της Ιουλίτας Ηλιοπούλου. Και δε μου καίγεται καρφί. Την υπόκλιση, βέβαια, τη φυλάγω για τον ίδιο. Γιατί; Όχι γιατί η λατρεία της φύσης και η ελληνοπρέπεια (ούτε καν η μεταφυσική του φωτός) συνιστούν «νέα νοήματα»-αλλά γιατί τη ρημάδα τη μανιέρα, όπως και να το κάνουμε, είναι τραγικά δυσκολότερο να την επινοήσεις από το να την ακολουθήσεις.


Copyright© Δημήτρης Μουζάκης και Poiein.gr

αρχή σελίδας

Κώστας Κουτσουρέλης: Άρνολντ Σαίνμπεργκ, Το Αδιέξοδο του Μοντερνισμού

"ΘΑ ΤΟ ΕΧΕΤΕ ΑΣΦΑΛΩΣ καταλάβει ότι δεν είμαι φιλόδοξος και ότι δεν περιμένω από το κοινό να κατανοήσει την μουσική μου με την πρώτη κιόλας ακρόαση. Θα ήμουν ευχαριστημένος αν με την δέκατη πέμπτη ακρόαση έπαυε απλώς να την απεχθάνεται". Γραμμένη στα 1937 σε ιδιωτική επιστολή, η φράση αυτή του 'Αρνολντ Σαίνμπεργκ δεν ομολογεί παρά το αυτόδηλο: το τεράστιο χάσμα που χωρίζει τις προτιμήσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των ακροατών της σοβαρής μουσικής από το τεχνοτροπικό ιδίωμα που εκείνος εγκαινίασε. Ήδη στα 1924, ο ιδιοφυέστερος μαθητής του Σαίνμπεργκ, Άλμπαν Μπεργκ, είχε δοκιμάσει να διερμηνεύσει το φαινόμενο. Στο κλασικό δοκίμιό του "Γιατί η μουσική του Σαίνμπεργκ είναι τόσο δυσνόητη;" εντόπιζε το πρόσκομμα σε ένα στοιχείο ενδιάθετο στο έργο του δασκάλου του, ήτοι στην δομική ασυμμετρία των φράσεων και των περιόδων που το διέπουν. Η αυτοπεριγραφή του ίδιου του Σαίνμπεργκ είναι και εδώ διαφωτιστική: "Τα θέματά μου ποικίλλουν διαρκώς, δεν καταφεύγω σχεδόν ποτέ σε απαράλλακτες επαναλήψεις, κάνω αιφνίδια άλματα στα πλέον απομακρυσμένα εξελικτικά στάδια της σύνθεσης και προσδοκώ από τον πεπαιδευμένο ακροατή να είναι σε θέση να βρει από μόνος του τις ενδιάμεσες μεταβάσεις." 
Μισό και πλεόν αιώνα μετά, οι ελπίδες που ο Βιεννέζος συνθέτης έτρεφε για την ανταπόκριση του κοινού γνωρίζουμε ότι αποδείχθηκαν φρούδες. Και τούτο παρά το γεγονός ότι ο εκφραστικός δρόμος που εκείνος υπέδειξε έγινε εν τω μεταξύ πολυσύχναστος και κοινός. – Από τον Ξενάκη ώς τον Καίητζ κι από τον Στοκχάουζεν ώς τον Μπουλέζ, οι γνωστότεροι εκπρόσωποι της λόγιας μουσικής των τελευταίων πέντε ή έξι δεκαετιών μπορούν να θεωρηθούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δικοί του επίγονοι. Παρ' όλ' αυτά, οι "πεπαιδευμένοι ακροατές" θα παραμείνουν πιστοί στον προνεωτερικό κανόνα. Απλώς, με τον καιρό, εκείνη η πρώτη τους απέχθεια για την μοντέρνα μουσική θα μετατραπεί σε ανοχή, για να εκφυλιστεί στις μέρες μας σε παγερή αδιαφορία.

Βέβαια, όπως ήδη οι πρωτεργάτες του μουσικού μοντερνισμού, έτσι και οι κατοπινοί συνεχιστές του προβληματίστηκαν περιστασιακά γι' αυτήν την παρατεταμένη αδιαφορία. Σε αντίθεση όμως με την ειλικρίνεια των δασκάλων τους, οι δικές τους εξηγήσεις συχνά αποδείχτηκαν ρηχές. Όταν δεν σήκωσαν με προσποιητή αφέλεια τούς ώμους τους, αρκούμενοι σε εύκολες αυτοπαραμυθίες του τύπου ότι η σπουδαία τέχνη προορίζεται τάχατες για τις ελάχιστες μειονότητες, προτίμησαν να επιρρίψουν την ευθύνη σε όλους τους άλλους πλην του εαυτού τους. Έτσι μέμφθηκαν την παρεχόμενη μουσική παιδεία και την απουσία συστηματικής καλλιέργειας, την εμπορευματοποίηση της τέχνης και τον τρέχοντα αισθητικό λαϊκισμό. Προβλήματα βεβαίως υπαρκτά, που από μόνα τους όμως δεν εξηγούν τίποτα. Στο κάτω της γραφής, οι σημερινοί συνθέτες δεν φιλονικούν μεταξύ τους για την εύνοια των οπαδών της Μαντόνας ή της 'Αννας Βίσση. Τους πολυπληθέστατους θιασώτες της μουσικής ενός Μπαχ ή ενός Μότσαρτ διεκδικούν. Και είναι αυτούς ακριβώς που αδυνατούν να κερδίσουν.

Είναι αλήθεια ασφαλώς ότι όλο αυτό το διάστημα ποτέ δεν έλειψαν και οι αντίρροπες τάσεις, οι δημιουργοί δηλαδή που συνειδητοποίησαν εγκαίρως τον θλιβερό εγκλεισμό της σύγχρονης μουσικής στα ερμητικά τείχη της μοντερνιστικής συντεχνίας και ζήτησαν με το έργο τους να τον άρουν. Από τον Ιγκόρ Στραβίνσκυ και την στροφή του προς τον νεορρομαντισμό ώς το "Μανιφέστο της Πράγας" του Χαννς 'Αισλερ και το εκεί προβαλλόμενο αίτημα για μια μουσική ικανή να συγκεράσει την υψηλή ποιότητα με την μέγιστη δυνατή λαϊκότητα· και από τον "μετασυμφωνισμό" του Μίκη Θεοδωράκη ώς την αισθητική του ελάχιστου στο έργο του Φίλιπ Γκλας ή του 'Αρβο Παιρτ, αρκετοί ήταν οι συνθέτες που κατόρθωσαν πράγματι να ανακτήσουν για λογαριασμό της απαιτητικής μουσικής το ενδιαφέρον ενός πολυπληθούς ακροατορίου. Ωστόσο, αυτοί υπήρξαν συνήθως η εξαίρεση. Για την πλειονότητα των ομοτέχνων τους, η ιδεολογική σαγήνη των συνθημάτων του ακραίου μοντερνισμού παραμένει μέχρι σήμερα απαραμοίωτη.

"Μια πραγματική και διαρκής επιτυχία προϋποθέτει την ικανότητα να προσεγγίσουμε τόσο το ακαλλιέργητο όσο και το λεπταίσθητο τμήμα του κοινού. Αυτό το τελευταίο δημιουργεί το πρεστίζ, δίχως το οποίο θα ήμασταν χαμένοι, όπως ακριβώς και αν στερηθούμε την αγάπη των πολλών", έγραφε στα 1909 ο Ούγκο φον Χόφμαννσταλ, ο ανάμεσα στ' άλλα και λιμπρετίστας του Ρίχαρντ Στράους. Τα εύγε των Σοφιστών αλλά και την εύνοια του Δήμου διεκδικούσε την ίδια εποχή ο Κ. Π. Καβάφης. Η μεγάλη τέχνη από τη φύση της δεν μπορεί παρά να είναι και "τέχνη διασκεδαστική", απευθυνόμενη δηλαδή και στο ευρύ ακροατήριο, δίδασκε ο Γρ. Ξενόπουλος. Η σύγκριση των εμμονών του υπερώριμου πλέον μοντερνισμού με τα αυτονόητα μιας άλλης περιόδου, μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την διαδρομή που οι εκπρόσωποί του (στην μουσική, άλλα όχι μόνο…) διένυσαν τα τελευταία εκατό χρόνια. Προ πάντων όμως μας δίνει τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε γιατί αυτή τους η διαδρομή ήταν αναπότρεπτο να καταλήξει εκεί που κατέληξε. – Στο πλήρες αδιέξοδο.


Πρώτη δημοσίευση:
εφ. Η ΑΥΓΗ, Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2007 από http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1168772407&archive=&start_from=&ucat=6&
Copyright©Κώστας Κουτσουρέλης / Δικτυακός Τόπος: www.koutsourelis.gr

 

αρχή σελίδας

Κριτική Βιβλίου από την Μαρία Πετρίτση: Amélie Nothomb: Ni d’Adam ni d’Eve (εκδόσεις Albin Michel, 2008)

ΗΒελγίδα συγγραφέας Αμελί Νοτόμ γεννήθηκε και έζησε στο Τόκυο μέχρι τα 17 της χρόνια κι έκτοτε ζει και εργάζεται στο Βέλγιο. Από το 2001 μέχρι σήμερα έχει γράψει 16 μυθιστορήματα, τα οποία μπήκαν αμέσως στα ευπώλητα των περισσοτέρων βιβλιοπωλείων του κόσμου. Μέχρι τώρα τα βιβλία της έχουν τιμηθεί με τα λογοτεχνικά βραβεία René-Fallet και Alain-Fournier, Πρώτο βραβείο μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας, Prix de la Vocation, Prix Chardonne, Prix de Flore κ.λπ. Τα έργα της μεταφράζονται κάθε χρόνο σε περισσότερες από 23 γλώσσες παγκοσμίως. Το σενάριο της ταινίας «Φόβος και Τρόμος» βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο της «Stupeur et tremblements».

Το καινούριο μυθιστόρημα της Αμελί Νοτόμ φέρει τον τίτλο «Ni d’Adam ni d’Eve» και, όπως όλα τα προηγούμενα έργα της, κυκλοφόρησε το 2008 από τις εκδόσεις Albin Michel. Προς τέρψιν των φανατικών αναγνωστών της, η συγγραφέας επιστρέφει φέτος στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, και συγκεκριμένα στο Τόκυο, για να περιγράψει μια -αυτοβιογραφική- ερωτική ιστορία ανάμεσα στην Βελγίδα Αμελί και τον Ιάπωνα Ρινρί, που έχει αναθέσει στην γαλλόφωνη καθηγήτρια να του μάθει τη γλώσσα του Μολιέρου.

Καθώς η συγγραφέας αρχίζει να μιλάει για τον έρωτα που γεννιέται ανάμεσα στους νεαρούς ήρωες παρατηρούμε πως υιοθετεί μια κυνική και ταυτόχρονα απολύτως ρομαντική στάση μέσα από την οποία κατορθώνουμε να παρακολουθούμε την ιστορία τους από πολλαπλές οπτικές γωνίες. Η περιγραφή των συναισθημάτων, όπως στα περισσότερα αυτοβιογραφικά βιβλία της, αποτελεί μια ευκαιρία για να βυθιστούμε όχι μόνο στην προσωπική ιστορία που περιγράφεται αλλά και για να ανακαλύψουμε κάποιες κρυφές πτυχές της χώρας στην οποία συμβαίνει. Η Ιαπωνία διαποτίζει με τις μυρωδιές, τα τοπία, τα χρώματα, τα ήθη και τα έθιμά της κάθε λεπτό της περιπέτειας της Αμελί και του Ρινρί, μεταφέροντας τον αναγνώστη σε ένα παραμυθένιο τοπίο όπου κυριαρχούν οι ανθισμένες κερασιές, το κρυστάλλινο χιόνι, τα ευωδιαστά εξωτικά εδέσματα, το μεγαλείο του ιερού βουνού Φούτζι και η ευχάριστη ενδοσκοπική ζαλάδα του τοπικού σακέ.

Τα συναισθήματα αποτελούν εξάλλου για την Νοτόμ ένα ιδανικό άλλοθι για ποικίλες καυστικές γλωσσικές και γλωσσολογικές παρατηρήσεις τις οποίες ενσωματώνει στο λογοτέχνημά της με δυναμισμό και τόλμη. Καθώς ο νεαρός Ιάπωνας μαθαίνει να μιλάει γαλλικά, η καθηγήτρια κι ερωμένη του δεν παραλείπει να διανθίζει τα μαθήματα με αποσπάσματα κλασσικών αριστουργημάτων της γαλλικής λογοτεχνίας, με παραπομπές σε γνωστές ρήσεις Ευρωπαίων καλλιτεχνών και φιλοσόφων και με αρκετά κυνικές συγκρίσεις ανάμεσα στον πλούτο και στην πολιτισμική παράδοση των δύο γλωσσών.

Τη στιγμή που η ηρωίδα του βιβλίου πραγματοποιεί στόχους που ανέκαθεν αποτελούσαν όνειρα ζωής για κείνην διεισδύοντας όλο και περισσότερο στα μυστικά της καθημερινής ζωής του τόπου, ταυτόχρονα περιγράφει χαρακτήρες, ήθη κι έθιμα της χώρας, σκέψεις και κρυφούς μύθους που στήνουν ένα ιδανικό ταξιδιωτικό οδοιπορικό το οποίο μαγεύει και συνεπαίρνει όχι μόνο τον αναγνώστη λογοτεχνίας αλλά και τον ταξιδιώτη που ανακαλύπτει την εξωτική Ιαπωνία για πρώτη φορά.

Καμία ερωτική σκηνή δεν περιγράφεται σε αυτό το βιβλίο που, εντούτοις, δεν διηγείται παρά μια δυνατή ερωτική ιστορία. Εδώ εντοπίζεται μια καινοτομία της Νοτόμ, η οποία κατορθώνει με αποκλειστικό εργαλείο τις λέξεις, και με παντελή απουσία συγκεκριμένης εικόνας ή παραβολής στιγμιοτύπων, να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα καθηλωτική και ιδιαιτέρως φορτισμένη ερωτικά. Μαθήτρια και πιστή αναγνώστρια της Φρανσουάζ Σαγκάν, η Αμελί Νοτόμ γεμίζει τις σελίδες της με χορταστικές πληροφορίες και περιγραφές του εσώτερου κόσμου των δυο ηρώων και δεν αρνείται να προϊδεάσει από πολύ νωρίς τον αναγνώστη για την προδιαγεγραμμένη πορεία αυτού του ρομάτζου.

Το ειδύλλιο ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση παρουσιάζεται από την αρχή έως το τέλος με το γνωστό λιτό και άμεσο τρόπο της Νοτόμ, η οποία εμπλουτίζει τη μελωδία του με έναν αυστηρά ακαδημαϊκό και ταυτόχρονα απολύτως ζωντανό τόνο. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα, ο αναγνώστης έχει την εντύπωση πως ξεφύλλισε όχι μόνο ένα λογοτεχνικό βιβλίο το οποίο διαβάζεται απνευστί, αλλά κι ένα φωτογραφικό άλμπουμ με μοναδικά στιγμιότυπα από μια μαγική ιστορία που διαδραματίστηκε σε μια ονειρική χώρα και συνοδεύτηκε από νότες που ήρθαν από μακριά για να τον αιχμαλωτίσουν σε μια ονειροπόληση που φθίνει αργά αργά, σαν εξωτικό άρωμα.

Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες / maria_petritsi@yahoo.com

αρχή σελίδας

Κριτική από τον Δημήτρη Αθηνάκη : Σύγχρονες Ελληνίδες Συγγραφείς


Εκ των προτέρων αναφέρω μόνο ότι το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απλώς ένα πλαίσιο εισαγωγικών σκέψεων, χωρίς εμβαθύνσεις και αναλύσεις.
Η ιδέα γι’ αυτή τη δημοσίευση γεννήθηκε όταν, συνειδητοποιώντας τη σύγχρονη παραγωγή στο χώρο του βιβλίου εκ μέρους των γυναικών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι μετά τα ονειρεμένα βιβλία της Μέλπως Αξιώτη υπάρχει ένα χάος απύθμενο -χαίρε βάθος αμέτρητον- στο χώρο της δυναμικής γραφής βιβλίων από γυναίκες, με εξαίρεση την παρουσία, για παράδειγμα, της Μάρως Δούκα, της Ζυράννας Ζατέλη και της Ρέας Γαλανάκη.
Το κενό, ωστόσο, έρχεται να καλύψει μια γενιά γυναικών που προκαλεί, προτείνει, παρεμβαίνει και αλλάζει εκ θεμελίων. Είναι αυτή η "κάστα" ελληνίδων συγγραφέων που γράφει, διαβάζει, κονιορτοποιεί και ξαναχτίζει την παραγωγή εξαιρετικών έργων από γυναίκες προς όλους. Άρα, καταργείται το φύλο προέλευσης του/της συγγραφέα, όχι γιατί δεν έχει σημασία, αλλά γιατί δεν επιβάλλεται στο σύμπαν της αφήγησής του.
Βέβαια, η έμφυλη λογοτεχνία, για να το πούμε έτσι, δεν είναι εξ αρχής αρνητική. Όταν χρησιμοποιείται, ωστόσο, κατά τον τρόπο που βλέπουμε κάθε τόσο στην ελληνική λογοτεχνία, τότε ίσως θα πρέπει να κοιτάξουμε και λίγο το κοινωνιολογικό υπόβαθρο ή πλαίσιο όλων αυτών των φαινομένων. Όσο για τη λεγόμενη "γυναικεία λογοτεχνία", μάλλον μιλούμε περί αφηγηματικής τεχνικής, παρά περί τέχνης καθαυτήν.
Θα αποπειραθώ να κατηγοριοποιήσω τις ελληνίδες συγγραφείς, περί ων ο λόγος, σε τέσσερις ενδεικτικές κατηγορίες:

1) Οι Μοντέρνες: Εδώ εντάσσονται χωρίς δεύτερο λόγο η Σώτη Τριανταφύλλου (Λίγο από το αίμα σου, εκδ. Πατάκη), η Μαρία Μήτσορα (Με λένε λέξη, εκδ. Πατάκη) και η Ασημένια Σαράφη (Φεγγαράδα στο δέρμα, εκδ. Πατάκη), έχοντας δώσει ασύγκριτα γραπτά κείμενα με τεράστιο βεληνεκές και άλλο τόσο μεγάλο βάθος.

2) Οι Μεταμοντέρνες: Ο κατάλογος είναι κατά τι μακρύτερος αλλά εκ των ων ουκ άνευ πολιτογραφούνται η Ιωάννα Μπουραζοπούλου (Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, εκδ. Καστανιώτη – Athens Prize for Literature 2008), η Αργυρώ Μαντόγλου (Bodyland/Χωρασωμάτων, εκδ. Κέδρος), η Άντζελα Δημητρακάκη (Το μανιφέστο της ήττας, εκδ. Εστία), η Δήμητρα Κολλιάκου (Θερμοκρασία δωματίου, εκδ. Πατάκη – Athens Prize for Literature 2007) και η Ελένη Γιαννακάκη (Τα χερουβείμ στη μοκέτα, εκδ. Εστία). Πανέμορφος σωρός από κείμενα και αφηγήσεις που μένεις ενεός μπροστά σε μια πρόκληση που σε βρίσκει προ τετελεσμένου και που αποφασίζεις να βουτήξεις με μιαν ανάσα στο σύμπαν τους.

3) Οι Σύγχρονες: Εδώ εντάσσονται ανυπερθέτως η Λένα Διβάνη (Νάντια, εκδ. Μελάνι), η Έρση Σωτηροπούλου (Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές, εκδ. Κέδρος), η Λίλυ Εξαρχοπούλου (Μια αγάπη σαν Κέρκυρα, εκδ. Κέδρος), η Μαρία Γαβαλά (Τα κορίτσια της πλατείας, εκδ. Πόλις), η Εύη Λαμπροπούλου (Χάπι Λου, εκδ. Κέδρος), η Εύα Στάμου (Ντεκαφεϊνέ, εκδ. Οδός Πανός) και η Σοφία Νικολαΐδου (Ο μωβ μαέστρος, εκδ. Κέδρος). Γεμάτες φωνές αστείρευτης εκφραστικής ατμόσφαιρας, με στοιχεία αυτοαναφορικότητας που δεν προσβάλλουν και δεν υποτιμούν τη νοημοσύνη του αναγνώστη.

4) Οι Καινούργιες και Υποσχόμενες: Ενδιαφέροντα δείγματα γραφής έχουν δώσει οι πρωτοεμφανιζόμενες Σταυρούλα Σκαλίδη (Προδοσία και εγκατάλειψη, εκδ. Πόλις), Μαρία Μαρκουλή (Ντράιβ Ιν, εκδ. Κέδρος), Λένα Κιτσοπούλου (Νυχτερίδες, εκδ. Κέδρος), Μαρία Σούμπερτ (Η Ρόζα στη μέση, εκδ. Μελάνι), Ντορίνα Παπαλιού (Γκάτερ, εκδ. Κέδρος) και Μαρία Φακίνου (Το καπρίτσιο της κυρίας Ν., εκδ. Καστανιώτη), με μια γραφή που υπερπηδά το μέσο όρο της σύγχρονης παραγωγής εκ μέρους των γυναικών και προχωρά πέρα απ’ την πασίγνωστη γκρίνια (με ή χωρίς εισαγωγικά) που χαρακτηρίζει διάφορες συναδέλφους τους.

Και τελικά τι;
----Το ζήτημα της σύγχρονης γυναικείας λογοτεχνικής παραγωγής... καίει τους αναγνώστες που αναζητούν νέα γραφή, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς προαπαιτούμενα και κυρίως χωρίς χιλιοειπωμένα κλισέ που απλώς αναπαράγουν τη θέσμιση μιας ερωτικής, αναδρομικής ή έναντι, καρικατούρας.
----Όταν η αυτοκαταστροφικότητα (από πλευράς προϋποθέσεων που γίνονται σαφείς) κάποιων -εξαιρετικών κατά τα άλλα- εκδοτών (που μοιραία οδηγεί στην καταστροφή της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης) τοποθετεί τα ρέστα της γυναικείας παραγωγής μεταξύ αρώματος και σουτιέν, ανάμεσα στο τάδε κραγιόν και τη δείνα μάσκαρα, οι ως άνω γυναίκες συγγραφείς αλλάζουν τον ρου της εγχώριας λογοτεχνικής παράδοσης, μεταφράζουν, αναλύουν, σπουδάζουν και επαναστατούν έναντι, ενδεικτικά και μόνο, της αντιμετώπισης της λογοτεχνίας με τον τρόπο της ερώτησης υπέροχης κορασίδος στην "Πρωτοπορία": "Έχετε κάτι σε ευχάριστο;" με τον τόνο αναζήτησης στο Hondos Center του τύπου: "Υπάρχει αυτό το μπλουζάκι σε πράσινο;"
----Βέβαια, τα πράγματα ίσως και να μην είναι τόσο απλά για το υπό πραγμάτευση θέμα. Ο φαύλος κύκλος που έχει ανοίξει δε μοιάζει να διαγράφεται στο εγγύς μέλλον. Κοντολογίς, όσο η αγοραστική δύναμη στο χώρο του βιβλίου θα καθορίζεται, τύποις ή κρυφίως, από τις γυναίκες αναγνώστες, τόσο περισσότερο θα προμηθεύεται η αγορά με έργα τής μιας χρήσης, αλλά και τόσο θα δημιουργείται η ανάγκη για περισσότερη αντίστοιχη παραγωγή. Χαρακτηριστικό, δε, είναι και το παράδειγμα, ας πούμε, ανδρών συγγραφέων, όπως ο Άρης Μαραγκόπουλος ή ο Άρης Σφακιανάκης, που προσπαθούν εσχάτως να διεμβολίσουν το γυναικείο κοινό, προσπαθώντας ν’ αναπαραγάγουν αντίστοιχα κείμενα με έντονο, εν προκειμένω, το ερωτικό στοιχείο.
----Την ίδια στιγμή που αλλού γίνονται best sellers βιβλία γυναικών του βεληνεκούς της Μάργκαρετ Άτγουντ, της Έλσα Μοράντε, της Άννα Ζέγκερς και της εξαιρετικής Γιόκο Ουγκάουα ή ακόμη και της Άννυ Πρου, της Τζόις Κάρολ Όουτς, της Α.Λ. Κέννεντυ, της Τζάκι Κέι, της Άλι Σμιθ ή της Ελφρίντε Γιέλινεκ σε άλλο βαθμό -και πάλι οι αναφορές είναι αποκλειστικά ενδεικτικές-, εδώ επιμένουμε να διαβάζουμε ανιαρά μυθιστορήματα γι’ αλυσίδες γενεών από γυναίκες, με μιαν οικογενειακή σάγκα αναδημιουργούμενη απ’ τις στάχτες της και μ’ έναν ιστορικό αντικατοπτρισμό ν’ ανασυνθέτει τις αλύτρωτες πατρίδες (κυρίως αυτές!), δημιουργώντας έτσι έναν ιδιότυπο μετα-μεταμοντέρνο φεμινισμό που προτάσσει την επιστροφή των γυναικών στο μουσακά∙ ή έστω στο αιώνιο κομμωτήριο...

Copyright©Δημήτρης Αθηνάκης /athinakisdimitris.wordpres.com

αρχή σελίδας

Αρετή Γκιωνάκη

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Mες το μικρό δωμάτιο το θερμόμετρο έδειχνε 38ο βαθμούς.
Η αφόρητη ζέστη και το ηρεμιστικό, του είχαν φέρει υπνηλία.
Ο παλιός ανεμιστήρας, γύριζε ασταμάτητα, γρυλίζοντας, σκορπώντας στον μικρό ακατάστατο χώρο, ζεστό αέρα. Τόση φασαρία για το τίποτα.
Ξαπλωμένος πάνω στο σκουριασμένο από το καιρό σιδερένιο κρεβάτι, στριφογύριζε, με τα μάτια κλειστά ψάχνοντας να βρει σημείο να βολέψει το ιδρωμένο του κορμί. Ο πόνος είχε αρχίσει να τον τυραννάει ξανά.
Μες στο κεφάλι του, οι σκέψεις θολές, άναρχες, τον άφηναν σε μια απραξία εσωτερική.

…Απροσδιόριστα
Έτσι αρχίζουν όλα
Σαν νιφάδες από άμμο
Που καθώς πέφτουν άτακτα,
Καλύπτουν γύρω τους τα πάντα…

Ανασηκώθηκε, γυρεύοντας το πακέτο με τα τσιγάρα. Το βρήκε στο πάτωμα κάτω από μια στοίβα εφημερίδες αθλητικές και περιοδικά. Το άνοιξε με τη βιασύνη του απελπισμένου και πήρε από μέσα ένα. Το άναψε και ρούφηξε με λαχτάρα το καπνό. Τον ένιωσε να κατεβαίνει βαθειά μέσα του, να του καίει τα σωθικά, να φτάνει μέχρι την κοιλιά του, να γίνετε αίμα στο αίμα του, να τον ξαναρίχνει στην ανυπαρξία των σκέψεών του, περισσότερο από πριν.

…Μέσα σε μια βάρκα
Ξοδεύονται οι πόθοι
Σε καλοκαίρια
που δε μοιάζουν μεταξύ τους…

Ανασήκωσε το βρώμικο μαξιλάρι του, πιάνοντας το διπλωμένο χαρτί.
Το άνοιξε βιαστικά, ενώ το τρέμουλο στο κάτω χείλος είχε βρει τη θέση του.
“Τα αποτελέσματα των εξετάσεων είναι θετικά. Θα ενημερωθείτε από το γιατρό σας για το μέγεθος της κατάστασης. Προς το παρόν ακολουθήστε τις περαιτέρω οδηγίες…”
Το τσαλάκωσε με μανία πετώντας το στο πάτωμα, ενώ το τρέμουλο στο κάτω χείλος έγινε πιο δυνατό.
“Οδηγίες και κουραφέξαλα”
Είχε πάρει την απόφασή του. Τίποτα δε θα έκανε, γιατί τίποτα δε μπορούσε να κάνει, γιατί τίποτα δεν ήταν ικανό να ανατρέψει την κατάσταση. Θα τα άφηνε όλα μετέωρα, έτσι όπως ξεκίνησαν έτσι και να τελειώσουν. Ο φόβος είναι ο ουσιαστικός πόνος, κι εκείνος δε φοβόταν, μονάχα θα έφτανε ως το τέρμα.
Άναψε και δεύτερο τσιγάρο. Παρακολούθησε τον καπνό, που πηχτός, μαύρος, σχημάτισε δαχτυλίδια, κι έπειτα διαλύθηκε σα να μην υπήρξε ποτέ. Χαμογέλασε νευρικά, αφήνοντας να φανούν τα κίτρινα δόντια του.
Σκέφτηκε:
“Σα το καπνό κι εγώ, διαλύομαι ήσυχα σα να μην υπήρξα ποτέ.”
…Ο δρόμος μου
Με οδηγεί σε άλλον ορίζοντα
Μακριά από την ευθεία
Της ζωής
Αόρατος
Σημαδεύοντας τον Ήλιο
Θα προετοιμάσω την αναχώρησή μου…

Copyright©Αρετή Γκιωνάκη

αρχή σελίδας

Γιώργος Δελιόπουλος

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Στα δυο σου μαύρα μάτια
χαμογελούνε όλες μου οι φύσεις.
Ο βρεφικός μου εαυτός
καθώς αποζητά το χάδι.
Ο παιδικός μου εαυτός
να σε σφιχτοκρατήσει.
Ο ατίθασος έφηβος
που πρωτοερωτεύτηκε.
Ο νέος κύριος
που αγάπησε παράφορα
και σκιάχτηκε στο πόσο
του λείπεις.
Ο ώριμος μεσήλικας
στο μεσουράνημα της ζήσης
και στην αγωνία της
επόμενης γκρίζας μέρας.
Κι ο γέροντας
στο γλυκόπικρο ανακάλημα
μιας σκουριασμένης μνήμης.

Στα δυο σου μαύρα μάτια
χαμογελούνε όλες μου οι φύσεις
και σ` αγαπάει καθεμιά
με τη δική της δύναμη.
Εσένα, που σαν το ξύλινο στημόνι
ανάμεσα στις ίνες της ψυχής μου
πέρασες κι ύφανες τη ζωή μου.

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Το μήνυμα του κόσμου
είναι το μονοπάτι του ήλιου στο νερό,
το δάκτυλο που δείχνει προς τα `κει,
τα σύννεφα που φυλακίζουνε τον ήλιο
και το βουνό που τόνε κρύβει
για μιαν άλλη μέρα.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΦΕΡΝΕΙ

Ο δρόμος φέρνει κόκκινα λουλούδια,
που φόρεσαν το ρούχο της φωτιάς
και κουβαλούν στα πέταλά τους τον καπνό.

Ο δρόμος φέρνει πεύκα, κυπαρίσσια,
έλατα και πρασινισμένα στάχια,
βουνά και ταξιδιάρες ανεμώνες.

Ο δρόμος φέρνει τζιτζικίσματα
στο κουρασμένο μεσημέρι μας
και οδοιπόρους τυλιγμένους μες στη σκόνη.

Όλα για να μας πούνε πως
ξεκίνησαν και φθάνουνε σε λίγο
σκιές πουλιών και αεροπλάνων
πλάι σ` ανθρώπινες πατημασιές.

Όλα για να μας πούνε πως
στην άκρη αυτού του δρόμου
κόσμος λαμπρός κι αθώρητος
με το δικό μας ανασαίνει.

Όλα για να μας πούνε πως
δεν πρέπει πια να μένουμε
κρυμμένοι στις πυκνές καλαμποκιές
από το φόβο μη συναντηθούμε.

Copyright©Γιώργος Δελιόπουλος

αρχή σελίδας

Ιωάννης Ψάρρας

ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Το μνημείο των οστών

Έρχεται κάποτε η στιγμή
Χτίζονται πάλι τα παλιά γιοφύρια
Μαθαίνει ο ένας τη γλώσσα του άλλου
Θυμάσαι
Γκρεμίσματα μόνον
Μαζεύεις τα οστά
Είναι όλα δικά μας
Φτιάνεις ένα μνημείο
Το μνημείο των οστών
Βάνεις ονόματα:
Μηριαίον: Κυριάκος
Γόνυ: Αχμέτ
Περόνη: Βασιλικούλα
Κνήμη: Αισέ
Αγνοημένοι όλοι του μίσους
Λες ότι δεν μπορείς να ζήσεις πια δίχως το φόβο
Σου προσφέρεται ένα νησί
Θες να επιστρέψεις στο κενό
Στη βουή της Λήδρας ή
Στα άσκοπα βήματα στο Sokak
Μπορεί να μην προλάβεις την ίασιν
Στη βάση του μνημείου θα εναποθέσουμε
Με ευλάβεια και σεβασμό
Τις άδειες οπές των οφθαλμών σου
Που είδαν πολλά κι αγρίεψαν.

Η στιγμή ήρθε:
Η Λευκωσία είναι Λευκωσία.

Η τελευταία των πόλεων που αγαπήθηκε.

Λευκωσία, Παλιά Πόλη,
2-Ιουλίου -2005

Copyright©Ιωάννης Ψάρρας


αρχή σελίδας

Όλγα Βασιλείου

Απόσπασμα από μια περιπλάνηση

Μια ανάσα που χαραμίζεται σε εξωτερική ανάμνηση.
Στεκομαι κάτω από ένα δέντρο, οι καρποί του γινωμένοι
ο κορμός του εύθραυστος
δεν έχει ωριμάσει τόσο ώστε να μπορώ να τον αγγίξω.
Ένα τσιγάρο, ένα ακόμα θρόισμα των φύλλων
μου χαϊδεύει το χέρι με πρόθεση να χάσει.
Σα να μου λέει:
«Είναι η μορφή που σε παραπέμπει στη λογική, είναι το ότι μετά από αυτό ο κόσμος είναι ένα μαύρο-μπλε παραμύθι με πέπλο την ομίχλη, της οποίας το πρόσωπο δεν έχει οδηγίες.»
Η μορφή βαθιά ριζωμένη αγωνίζεται να παραμείνει εκεί που είναι.
Όταν οι ώρες περνούν, τα δευτερόλεπτα χάνονται
και το καταλαβαίνεις μονάχα τη στιγμή που το σκέφτηκες
αυτό που θέλεις
δεν έχει σχέση με πολύπλοκες νύχτες
που φυσάει δυνατός άνεμος και είσαι ντυμένος με κουκούλα.
Μπορεί να μη γνωρίζεις τη γύμνια του πατέρα ανάμεσα στα παιδιά του
να μην υποψιάζεσαι το κομμάτι των κομματιών
το πώς είναι να επιδιορθώνεις ένα ρολόι.
Έχεις περπατήσει όμως δίπλα στο σπίτι μου
έχεις κοιτάξει μέσα στα μάτια μου
την ώρα που με έκπληκτη έκφραση στο πρόσωπο μου
έπεφτα στην καρέκλα δίπλα μου
γιατί σχεδίαζα τον κόσμο ακουμπώντας το δεξί μου αγκώνα.
Και τότε σου λέω:
«Για καλό και για κακό ας προσθέσουμε τι θα γίνει μετά.
Αν σηκώσεις αυτόν τον πίνακα ψηλά ,με αυτοπεποίθηση
είναι σα να σκέφτεσαι ότι η αγαπημένη σου γυναίκα
έχει επιστρέψει από τον τάφο της και επιτέλους αγγίζεις το δέρμα της.»
Ποια είναι η διαφορά
ορατή μόνο στο ημίφως
που μπορεί απλά να τροποποιηθεί από τη φωνή σου
λίγο αργότερα από το τώρα
γιατί τα μάτια σου είναι κουρασμένα;
Κρατάς ένα ημερολόγιο
με την προϋπόθεση
ότι δε θα το ερωτευτείς ποτέ
ότι δε θα πεθάνεις σε ένα πολυτελές νοσοκομείο
γιατί θα υπάρχει η θύμηση κάποιου που μουρμουρίζει
στην όχθη ενός ποταμού.
Στην αρχή δεν έδινες σημασία.
Το θέμα είναι ότι μετά δε συμβαίνει απολύτως τίποτα.
Ο άνεμος δεν αλλάζει όψη και το χώμα δεν αλλάζει άνεμο.
Δεξί πόδι - αριστερό χέρι, σαν ένα μικρό θαύμα
συνηθίζεις τον εαυτό σου να κινείται με καινούριο λεξιλόγιο
στη θέση της ανθρώπινης θέλησης.
Ένα πανέμορφο μέρος για να ξεκινήσεις
ένα απάνθρωπο μέρος για να πεθάνεις.
-
Απόσπασμα από μια ληστεία

Ποιος
ακούει μια κραυγή
σε ένα παιχνίδι παντομίμας
και ισχυρίζεται
πως ο διπλανός του αρέσκεται στο να ακούει τη φωνή
χωρίς να την αδειάζει?
Φεύγουμε όλοι!
Αστείρευτα πήγαινε-έλα
από το χώρο στο κενό
μέσα στο οποίο εγγράφως, δεν επιπλέει κανείς.
Άντρες βάφουνε τα νύχια τους κίτρινα
και το ανακοινώνουν ως το νέο φαλλικό σύμβολο.
Αυτόματα Polaroid πορτρέτα πριν τη ληστεία
και η στιγμή εξασφαλίζεται στην ακτογραμμή της μνήμης.
Έφτασε η ώρα!
Σάλος στο κενό
δυνατό σαν γυναίκες που αποκαλύπτουν τα βαριά πρόσωπα τους
και μοιρολογούν την απουσία που χάνεται.
Ξέρω ότι θα διαρκέσει μέχρι τα μεσάνυχτα!
Μία τους όμως φέρει το όνομα «Η προδοσία της αλητείας.»
Στον ίδιο δρόμο που χωράω τώρα
στο ίδιο σοκάκι που περιπατούσα χθες
με τις κόκκινες λάμπες του να μουγκρίζουν σε κάθε βήμα
θα διαρρεύσει η παράδοση από βρώμικους παλιούς σωλήνες
αλλά δε θα την αναγνωρίσει κανείς.

Copyright©Όλγα Βασιλείου

αρχή σελίδας

Κώστας Πυρόβαλης-Γέργος

ΙV

ό,τι μας βρήκε το επιστρέψαμε
κι ό,τι επέστρεψε
ήταν και είναι και επιμένει
χωρίς παράπονο

καθώς από την αντοχή
καθώς από την μνήμη
καθώς κι από τον ουρανό και εξαιτίας αυτού

να συγκριθεί με μας ο κόσμος
να συγκριθεί με μας το σθένος
να συγκριθεί νεύρο το νεύρο

κι εγώ κουβάλαγα
πάντα κουβάλαγα

στους ώμους
το κεφάλι μου

και στο κεφάλι μου
τη σελήνη

και στη σελήνη
τον φονιά

και στον φονιά
κρεμάγαμε όλοι μας
νύχτες ολόκληρες

τα χέρια μας κρεμάγαμε
να ζεσταθούν απ’ το αίμα
--

ΧΙΙ

της Ελένης Θαλασσινού.

δεν θα θρηνήσω άλλο
ίσως γιατί έχω δυο σακατεμένα χέρια
που ό,τι κι αν έβρισκα μέσα τους ήθελε
να χιμήξει επάνω μου να αδειάσει επάνω μου
κι από μένα να φύγει τρέχοντας
ύστερα
να φύγει τρέχοντας
σαν από φόνο

κύριος τώρα κύριος εαυτού στον ουρανό της μνήμης
και στην αγάπη του απογεύματος όπου
συχνά αστράφτουνε οι ορίζοντες
όπως αστράφτει το μέσα μου
διότι κάποτε
κατάφερε να ξεγελάσει την βαρύτητα

κι ας μη το μάθει άλλος κανείς, μα
εσύ πρέπει να ξέρεις
πως η σκιά μου σκαρφαλώνει τα βράδια
πάνω από ολονών σας τον ύπνο
βγάζοντας απ’ τις τσέπες της
παλιούς, ασημένιους αναπτήρες
πυρπολώντας τα φωτοστέφανα
γιαυτό κι εγώ δε θα θρηνήσω άλλο
ίσως γιατί σήμερα το πρωί
κάτω απ’ την κούπα του καφέ
απόμεινε μια στρόγγυλη σιωπή στο τραπέζι
κι εγώ- ελλείψει χαρτοκόπτη,
κάρφωσα στο κέντρο της ένα κουζινομάχαιρο

έπειτα οι ώρες έως τώρα κύλησαν αναίμακτες
εξόν από ένα βουητό στον ουρανό
όπως όταν περνάει ένα αεροπλάνο
ή όπως όταν πεθαίνει
στον κόσμο κάπου
μία μητέρα.
--

ΧΙΙΙ

εσένα την λεπίδα
εσένα τη χειρονομία
εσένα τη μέλισσα τη σφήκα ή καλύτερα
την πυγολαμπίδα
οπωσδήποτε την Άνοιξη
οπωσδήποτε τη Μουσική
τη μνήμη
τα άνθη και τα ριζώματα
την ομιλία
εσένα από την άκρη μιας παλίρροιας
από το υπονοούμενο που αφήνει επιδέξια ο κάθε γκρεμός
εσένα
εσένα
άγγιγμα μέσα στο άγγιγμα-άσε με να ρωτάω
- τι τρέχει με τις ώρες;
- τι τρέχει με τις μέρες;
που ακολούθησα τις σιωπές χαραγμένος στην πέτρα και
μα το φέγγος είπα από μέσα μου να βγάλω κομμάτια κομ-
μάτια το χρόνο
να τρυπώνω ο εξωφρενικός ανάμεσα στην όραση
θεέ μου και
αγάπη μου και
σώμα μου
το σώμα μου το χάρισα πολύ πιο πριν και
δε γνωρίζω που
με τοποθέτησαν
αλλά
το να γεμίζω άστρα το κεφάλι μου
εγώ ποτέ δε το βαρέθηκα
κι ας τρόμαζε ως κι η μάνα μου
από την αντανάκλαση
κι ας ήταν αυτό κάτι που
ούτε κι εγώ
δεν είχα υπολογίσει:

οι λέξεις τρέχουν
πυροδοτώντας με.

θραύσματα εξαιρετικά
με σφαγιάζουν.

γιορτή.

Copyright©Κώστας Πυρόβαλης-Γέργος



αρχή σελίδας

Θεωρία - Λίτσα Χατζοπούλου: Θεωρίες συνωμοσίας

Τ ι είναι μια θεωρία συνωμοσίας; Εμπειρικώς και προχείρως, η προσπάθεια να ερμηνεύσεις ένα γεγονός, ανάγοντάς το σε μια μυστική πραγματικότητα, σε κίνητρα που δεν είναι προφανή και που ενέχουν στους στόχους τη σταδιακή και πλήρη καταστροφή του αντιπάλου και την απόλυτη κυριαρχία του κόσμου. Απαραίτητη προϋπόθεση η ύπαρξη μιας «μυστικής αδελφότητας» ή μιας ομάδας που λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Κι επειδή οι μυστικές αδελφότητες θριαμβεύουν κατά τον 18ο αι., ίσως εκεί να βρίσκονται οι ρίζες των θεωριών συνωμοσίας. Το βέβαιο είναι ότι στα τέλη του 19ου αι. (μπορεί και νωρίτερα, δεν ξέρω) έχουμε τη χρήση αυτού του ερμηνευτικού σχήματος με τα περίφημα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιων, πανάρχαια (υποτίθεται) κείμενα που αποκάλυπταν την κρυφή και συνωμοτική στρατηγική των Εβραίων για να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Φυσικά, η φιλολογική έρευνα απέδειξε αργότερα ότι τα κείμενα αυτά ήταν κατασκευασμένα – δηλαδή, δεν ήταν διόλου πανάρχαια (αλλά χρονολογούνταν γύρω στα τέλη του 19ου αι.) και δεν είχαν καμία σ