αρχική | συνδέσεις | επικοινωνία | τεύχος 2

1- Μάρτιος 2003


 

Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑ: Απόσπασμα Προλόγου, στο βιβλίο "Ιστορία Της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας"
Εκδόσεις Ικαρος, 7η Έκδοση, Φεβρουάριος 1985.

<<...Ο όρος λογοτεχνία κλείνει μέσα του το νόημα της τέχνης του λόγου. Εδώ όμως η λογοτεχνία θεωρείται από την ευρύτερη αποψή της και εκφράζει το σύνολο των γραπτών μνημείων, όσα δεν αφορούν σε ειδικές επιστήμες. Ωστόσο ακόμη κι ένας τέτοιος ορισμός δεν έχει την απαιτούμενη ευρύτητα: δεν ξεχνούμε ότι τα γράμματα μας χαρακτηρίζονται από την μεγάλη προσφορά του προφορικού λόγου, ιδίως μέσα από το δημοτικό τραγούδι. Επίσης συμβαίνει έργα με επιστημονικό χαρακτήρα, από εκείνα ιδίως που αφορούν στις λεγόμενες θεωρητικές επιστήμες, να παρουσιάζουν τόσο επιμελημένη μορφή, ώστε να πρέπει να καταταχθούν στα λογοτεχνήματα, ανεξάρτητα από την επιστημονική τους υπόσταση. Ακόμα δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι κλάδοι του επιστητού εκφράζουν μια τροπή του νου, η οποία, στην εποχή όπου δεσπόζει, έχει την ανταπόκριση της στα μνημεία του έντεχνου λόγου: τα φιλοσοφικά, τα ιστορικά, τα γεωγραφικά η τα φυσικά ενδιαφέροντα, όταν προέχουν σε μια εποχή, σημαδεύουν αντίστοιχα και την λογοτεχνική παραγωγή...>>

`

Κ.Π.Καβάφης. ΕΝΔΥΜΑΤΑ - πεζό ποίημα από το Περιοδικό "λέξη" τεύχος 23. 1983.

Μέσα σ' ένα κιβώτιο η μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου. Τα ρούχα τα κυανά. Και έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Και κατόπιν τα κίτρινα. Και τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα. Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη. Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία. Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη. Όλως διόλου τελειωμένη. Τα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες σταις αίθουσαις. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμμένα ως το τέλος. Όλο το κρασί πιομένο Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθωνται ολομόναχοι, σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα 'πήγαν να κοιμηθούν.

`

Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος "Η παράδοση της αρχαίας λυρικής ποίησης και το δημοτικό τραγούδι" Περιοδικό "Διαβάζω"
τεύχος 107, 5/12/1984.

Η σχέση που υποδηλώνει ο τίτλος αυτής της εργασίας δε φαίνεται να νομιμοποιείται προκαταβολικά παρά μόνο ως εργασίας: υπάρχει κάποιου είδους συνάφεια ( συμπτώσεων, κοινών τύπων,αναλογίας, παραλληλίας, πολιτισμικής συγγένειας, καταγωγής ) ανάμεσα στην παράδοση της αρχαίας λυρικής ποίησης και στο νεοελληνικό δημοτικό τραγούδι
(Διαβάστε το πλήρες κείμενο -->
http://www.philology.gr/articles/lyrik_dimot.doc )

`

Δημοσθένης Κούρτοβικ. "Η μυθολογία της <<εθνικής λογοτεχνίας>>" Ελευθεροτυπία 25/04/1990

Οτι ονομάζεται στην Ελλάδα "εθνική λογοτεχνία μας" είναι συνυφασμένο με μια σειρά μύθους, που όσο εξακολουθούν να κυριαρχούν δεν υπάρχει καμμιά περίπτωση ν' αποκτήσουμε κάποτε μια λογοτεχνία ικανή και άξια να παίξει ρόλο στη ζωή μας.
(
Διαβάστε το πλήρες κείμενο--> http://www.philology.gr/articles/ethn_liter.doc )

`

Ντίνος Χριστιανόπουλος. "Σχόλια σε δύο φωτογραφίες" από το περιοδικό "Πανδώρα"

Η στιγμή της φωτογραφίας
Ακρογιαλιά, ήλιος ωχρός, πουθενά άνθρωποι. Η κοπέλα κάθεται στην αμμουδιά, ο φακός τη βλέπει από πίσω. Μπροστά της, όρθιος,
ο φίλος της, λευκό πουκάμισο, μπλουτζιν και μπότες. Το κεφάλι δε φαίνεται.
Το ένα χέρι το στηρίζει στη μέση του, με το άλλο κρατάει τσιγάρο. Εντύπωση κάνει που στέκεται πολύ κοντά στην καθισμένη κοπέλα. Καθώς το πρόσωπό της είναι στραμμένο προς τα αριστερά, το τσουλούφι της ακουμπάει στο πορτέλο του. Η ερημιά της ακρογιαλιάς και η στάση του φίλου της προδικάζουν την επόμενη κίνηση: μόλις γυρίσει η κοπέλα προς τα μπρος, η μύτη της θα χωθεί στα σκέλια του. Μόνο που ο φωτογράφος δε βιάστηκε. Του αρκεί η στιγμή που η κοπέλα αποφεύγει ακόμη να γυρίσει .Σύμπτωση η βούληση; Πάντως, θα έλεγα πως η φωτογραφία δε θέλει να δείξει, απλώς υπαινίσσεται το τι θα συμβεί. Τα επακόλουθα ανήκουν στη φαντασία μας.

Στο μνημείο του Λεωνίδα

Πηγαίνοντας για την Αθήνα κάποιος φίλος μου, σταμάτησε στις Θερμοπύλες και βγήκε μια φωτογραφία, στο μνημείο του Λεωνίδα - το ήθελε πολύ. Το μνημείο αποτελεί μια καλοσχεδιασμένη τριγωνική σύνθεση, με τρία μεγάλα αγάλματα: στο κέντρο ο μπρούτζινος αδριάντας του Λεωνίδα επάνω σε μαρμάρινο βάθρο, εκατέρωθεν δύο τφικά μνημεία, που εικονίζουν γυμνούς και εν κατακλίσει τον Ταϋγετο και τον Ευρώτα. Τόσο η έκταση του μνημείου, όσο και το ύψος του αδριάντα δεν προσφέρονται για μια συνολική φωτογράφηση. Γι' αυτό και ο φωτογράφος του φίλου μου επέλεξε μια οπτική γωνία ( ή την αντέγραψε από άλλους ), που ανατρέπει το παλιό τρίγωνο και δημιουργεί ένα νέο. Τώρα η σύνθεση αποτελείτε από τον φίλο μου αριστερά, τον Ευρώτα δεξιά, και τον ανδριάντα του Λεωνίδα στο βάθος. Ο Λεωνίδας, βέβαια, σε προφίλ' έτσι η λευκή του ασπίδα δένει με τα λευκά μάρμαρα όχι μόνο του βάθρου αλλά και του Ευρώτα ( αυτά θα έχαναν σε μια κατενώπιον λήψη ) ενώ παράλληλα προβάλλεται το δόρυ που υποβάλλει την ιδέα της εφόρμησης και του ηρωισμού. Δυστυχώς χάνεται ο Ταϋγετος και καταστρέφεται η αρχική σύνθεση με τις δυο προσωποποιήσεις. Με προβληματίζει η θέση του φίλου μου' αν στεκόταν κάτω απο τον ανδριάντα του Λεωνίδα, δε θα φαινόταν σχεδόνκαθόλου γιατί ο ανδριάντας είναι πολύ ψηλά. Τώρα όμως αποτελεί μια άνοστη τουριστική φιγούρα με σκούρα γυαλιά ηλίου και σκούρα χειμωνιάτικη μπλούζα, που είναι από κάθε άποψη αταίριαχτη. Άλλωστε, τόσο ο καλοφτιαγμένος ανδριάντας του Λεωνίδα γελοιοποιεί κάθε στοιχείο της εποχής μας, που επιδιώκει να συνυπάρξη μαζί του. Αλήθεια, τι θέλει ο σύγχρονος αστός - ας είναι και κούκλος - και χώνεται με τόση αφέλεια και ευκολία ανάμεσα στον ήρωα και τη μοίρα του; Για να ΄χει να δείχνει δείχνει φωτογραφίες στη κόμενα; κι όταν εκείνη του ζητήσει μία, να της πει "να, πάρε αυτή με τον Λεωνίδα";

`

Μιχάλης Κατσαρός
Τρία μικρά ποιήματα**
περιοδικό "Αθηναϊκά Γράμματα" 1960


1.
Πολλοί μιλούν. Μην τους αφίσεις έτσι
στα δύο ποτάμια μόνους τους-
δεν ξέρουν τι να κάνουν.
Φρόντισε και γι'αυτούς παρακαλώ
που σε κοτάζουν έκπληκτοι
φρόντισε πια να να καταλάβουν
πόσο υπόφερες όλες τις νύχτες
πριν και μετά από την εκστρατεία.
2.
Καθώς θα κατεβαίνεις στο διάδρομο
πρόσεξε αυτή την πόρτα
είναι η τρίτη δεξιά.
καθώς όμως γυρίσεις μην κυττάξεις
όχι να μην κυττάξεις πίσω
ούτε την πόρτα ούτε το διάδρομο
ούτε και στον καθρέφτη.
3.
Πως μπόρεσες-πως μπόρεσες
να φτάσεις μέχρι τη στιγμή
και να σταθείς εκεί στην ηρεμία
και να σταθείς μ'ένα χαμόγελο
που μέσα του γκρεμίζονταν ο κόσμος

**έχει μείνει ως έχει η ορθογραφία του ποιητή
εκτός από τα σημεία στίξης - δεν έχουμε άλλη δυνατότητα.

`

Γιάννης Σκαρίμπας
Στάδιον δόξης
( συλλογή Εαυτούληδες 1950 )


Ως ανύποπτος καθόμαν όλα μι' αντάρα
οι ήρωες-μου κι οι στίχοι-μου-φιόρα-μου όλα
πλατύφυλλα--,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν --κει--στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου η τύφ-λα...

Κι ώς αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ'την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι-με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τρυγίρισαν και με έδειξαν --χαχόλοι--
κει βαθιά, τη Χαλκίδα :

..Βλέπεις μαιτρ-μου φωνάξανε-τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ηξερες ν'άρχεις;
Νά τα έργα-σου,οι πόθοι-σου-όλοι εμείς-φασούληδες
νά και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στο 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους--για ρόλους-των--κάθε μου-μια αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι...

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα
εξώλης και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους
ρούμπες)
να μ'αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις
πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στ πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα--τι δόξα-μου!.,--σ'ουρανούς θα με
σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πίσω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από τεμπεσίρι..


copyright2003©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης Στράτος Φουντούλης www.2stratos.com.

Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες

 

Αντί προλόγου...


Το πρώτο μέρος από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη...


δελφοί αναγνώστες! Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου, ( αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε,αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Άργος -και ακολουθώ, αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε, υπέρ, ούτ κατά. Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική, σειρά 'σ τα γραφόμενα και τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας, εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της, της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και, 'διοτέλεια μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από μας του, στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ' ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα, μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σειμειώνω τα λάθη, ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, όπου δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και, πατριωτισμόν, και είμαστε σε τούτη την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να, χαθούμεν. Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περιστάσες, όπου φέραμεν τον, όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη, την πατρίδα και κοινωνία,
Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα απομνημονεύματα στο:
Makriyannis.gr
Στο επόμενο τεύχος μας η συνέχεια...
...............................................
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από την "Αυγή"
Η παιδεία της
βιβλιοδεσίας - ένα
ενδιαφέρον άρθρο του
εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη


Από το " Έθνος"
Ραντεβού με την Τέχνη

από την "Καθημερινή"

Πανάρχαια όνειρα στο
Σύγχρονο Κόσμο

Από την "Ελευθεροτυπία"
Καβάφης Παγκόσμιος

Από το "Βήμα"
Ποιητές του αισθητισμού
και του ελληνισμού

*****

Μετάφραση :

Μεταφραστής : Παύλος Ζάννας - αποσπάσματα από το: "Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο" του Μαρσέλ Προυστ., Εκδόσεις Ηριδανός. ΤόμοςΙΙ, Από τη Μεριά του Σουάν.

1) (...) ο έρωτας ο πιό σαρκικός - μπορεί να γεννηθεί χωρίς να υπάρχει, στη βάση του, ένας προγενέστερος πόθος. Σ' αυτή την εποχή της ζωής έχει κανείς κιόλας ερωτευθεί πολλές φορές, ο έρωτας δεν κινείται πια μόνος, σύμφωνα με τούς άγνωστους και μοιραίους νόμους του, μπροστά στην ξαφνιασμένη κι αμέτοχη καρδιά μας. Τον βοηθούμε, τον αλλοιώνουμε με τη μνήμη, με την υποβολή. Αναγνωρίζοντας εν' από τα συμπτώματά του, αναλογιζόμαστε και κάνουμε να γεννηθούν τα άλλα. Καθώς κατέχουμε το τραγούδι του, χαραγμένο ολάκερο μέσα μας, δεν χρειαζόμαστε τη γυναίκα πού θα μας την αρχή του -- αρχή γεμάτη απ' τό θαυμασμό που εμπνέει η ομορφιά -- για να βρούμε τη συνέχεια. Κι άν το τραγούδι αρχίζει απ' τη μέση -- εκεί που συναντιούνται οι καρδιές και λεν πως η μιά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την άλλη ---, η μουσική μας είναι τόσο γνωστή, ώστε μπορούμε να συναντήσουμε τη συντροφιά μας στο σημείο που μας περιμένει (...)

2) (...) Αντίθετα όμως, τους προκάλεσε θαυμάσια εντύπωση, πρ΄γμα που οφειλόταν, χωρίς να το ξέρουν, έμμεσα τουλάχιστο, στο ότι σύχναζε στην κομψή κοινωνία. Ο Σουάν είχε πραγματικά, απέναντι και στους έξυπνους άντρες ακόμα που δεν πήγαν ποτέ στον καλό κόσμο, εν' από τα πλεονεκτήματα εκείνων που τον έζησαν κάπως, το πλεονέκτημα ότι δεν τον μεταμορφώνουν πια με την επιθυμία ή τη φρίκη που προκαλεί στη φαντασία, αλλά τον θεωρούν σαν κάτι χωρίς σημασία. Η ευγένεια τους, χωρίς σνομπισμό και χωρίς το φόβο μη φανούν υπέρμετρα ευγενικοί, είναι πια εντελώς ανεξάρτητη, έχει την άνεση και τη χάρη των κινήσεων των ανθρώπων που τα μέλη τους έχουν γίνει ευκίνητα κι εκτελούν ακριβώς αυτό που θέλουν, χωρίς την αδιάκριτη και αδέξια συμμετοχή του υπόλοιπου σώματος (...)

`

Μεταφράστρια (από τα Γαλλικά): Μαριλένα Γεωργιάδου - απόσπασμα το μυθιστόρημα "Ο Νάνος" του Περ Λάγκερκβιστ, Εκδόσεις Αστάρτη, Δεκέμβριος 1990

(...) Ο δον Ρικάρντο, που έτρωγε με το αριστερό χέρι και είχε πλάι του έναν υπηρέτη για να του κόβει το κρέας, καταβρόχθιζε και έπινε τεράστιες ποσότητες. Το πρόσωπό του φωτιζόταν από ένα ηλίθιο χαμόγελο και έφερνε αδιάκοπα το κύπελλο στο στόμα του, με το γερό του χέρι. Φορούσε ένα κοστούμι από σκοθροκόκκινο βεούδο που υποτίθεται ότι συμβόλιζε το πάθος - ντύνεται πάντοτε για την εκλεκτή της καρδιάς του. Τα μάτια του ήταν πιο λαμπερά, πιο αστραφτερά απ' ότι συνήθως. Ξαφνικά έρχισε να χειρονομεί και να απαγγέλει ηλίθιους στίχους απευθυνόμενος σε όποιον τον άκουγε - εκτός από την πριγκίπισσα. Μόλις το κύλησε στο λαρύγγι του, άρχισε να απαγγέλλει μεγαλόστομους στίχους για τον έρωτα και τη χαρά της ζωής. Τα μάτια της πριγκίπισσας ακτινοβολούσαν κάθε φορά που την κοίταζε και του απαντούσε με ένα αινιγματικό χαμόγελο. Κατά τα άλλα ήταν εκεί, λίγο παρούσα, λίγο απούσα, όπως σε όλες τις γιορτές. Μερικές φορές, όταν νόμιζαν ότι δεν τους έβλεπε κανείς, κοιτάζονταν στα κρυφά, τότε το βλέμμα της αποκτούσε αυτή την υγρή, σχεδόν νοσηρή λάμψη. Εγώ όμως τους παρατηρούσα. Τους παρατηρούσα αδιάκοπα χωρίς να με παίρνουν είδηση. Δεν υποψιάζονταν τι έκριβα στην ψυχή μου. Κανείς δεν το ξέρει. Κανείς δεν ξέρει ότι εγώ, ο νάνος, κρύβω μυστικά στο βάθος τού είναι μου όπου κανένας δεν έχει εισχωρήσει ποτέ! Ποιος ξέρει τι κρύβει η πιο κρυφή απ΄όλες, η ψυχή του νάνου, από τον οποίο κρέμεται η μοίρα τους; Ποιος μπορεί να μαντέψει ποιος είμαι στην πραγματηκότητα; Καλύτερα που δεν το ξέρουν, γιατί θα τους έπιανε τρόμος. Το χαμόγελο θα έσβηνε στο πρόσωπό τους, τα χείλη τους θα μαραίνονταν για πάντα. Όλο το κρασί του κόσμου δεν θα μπορούσε να τα ξανακάνει υγρά και κόκκινα. (...)

 

****