.

.

(12)

Μάρτιος 2006

w w w . s t a c h t e s . c o m

(Οι ιστοσελίδες μας αποδίδουν σωστά σε οθόνη με 1024 Χ 768 pixels)

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο) - Κριτική Βιβλίου: Μαρία Πετρίτση: Γιώργος Ιωάννου – «Τα χίλια δέντρα» - Χριστιάνα Αβρααμίδου - Σταύρος Ασημακόπυλος - Ελληνομνήμων: Μαρματούρης Ιωάννης - Σταύρος Ζαφειρίου - Ανδρέας Γεωργαλλίδης - Δημήτρης Νόλλας - Georges Simenon - Opus Dei (?)__ Διαβάστε τα κείμενα συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση)

ΡΙΞΤΕ ΤΟΥΣ «στάχτες» ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ, ΣΤΕΙΛΤΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ!

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο) -

Η Ζωή. Η θεατρική, η μέτρια, και η απλή.

Αιτία του άρθρου: Αυτός ο ορυμαγδός ευφάνταστων παραδοξοτήτων που καθημερινά συναντούν οι αισθήσεις μας, αλλά και σε αυτούς που έχουν φανερώσει τόσο ειλικρινά τη ζωή τους μέσα από το έργο τους.
---Μια απόπειρα γίνεται με αυτό το κείμενο. Μια ματιά-απόρροια σκέψης που διεκδικεί η «Σκηνή». Είναι το θεατρικό σήμερα της καθημερινότητας, και εμείς ο θίασος. Εμείς είμαστε ο υποκειμενικός συγκριτικός μετρητής ανάμεσα στα δεδομένα που προσφέρονται στον προσωπικό και συλλογικό μας χώρο. Αυτή η σκηνική μας παρουσία είναι που διεκδικεί στη ζωή μια κάποια ζηλευτή θέση. Η σκηνή αυτή τα έχει όλα. Επιπλέον, παράγει και πλούσιο παρασκήνιο που θα το ζήλευαν και οι καλύτερες τηλεοπτικές εκπομπές, φτάνει να είχαν την αντίληψη να το «δουν». Οι εικόνες δείχνουν έναν συγγραφέα αναποφάσιστο. Αστεία την θέλησε την ζωή ή πρόκειται για δράμα; Έχουμε μια αιώνια παγίδα της ζωής που δεν αφήνει εμάς τους «ηθοποιούς» περιθώρια αδράνειας. Η ζωή στέκεται εκεί• ψυχρή και απόμακρη. Η ερμηνεία αφέθηκε σε μας, η εξήγησή της συνεχίζει εδώ και χιλιάδες χρόνια να αχνοφαίνεται στο βάθος. Βλέπουμε ενεργά ή παθητικά.

---Είμαστε ο Χορός που συμμάζεψε τις κλάψες αλλά κινείται. Έστω και αν σε κάποιο «στάσιμο» κινούμαστε ασυγχρόνιστα σέρνοντας και κάποια φάλτσα. Ντρεπόμαστε για κάποιους που μιλούν. Αισθανόμαστε την εξαπάτηση και τις γενναίες εκπτώσεις στην ποιότητα. Ντρεπόμαστε και ζητούμε συγνώμη για τις προσθήκες χιλιάδων ψηφοφόρων που συντελούν στην όποια απόπειρα νόθευσης στη σύνθεση της σκέψης. Βλέπουμε κύριοι, αυτόν που σας εναποθέτει τον στέφανο της αναγνώρισης της Συντεχνίας. Ξέρουμε ότι επιβιώνετε αεί φεστιβαλιζόμενοι προσφέροντας στους υπάρχοντες αφελείς την κουλτούρα σας με παραγωγές κάθε είδους και με κάθε μέσο. Ξέρουμε για τις παραγωγές σας-θεάματα ελεύθερης βοσκής που οργώνουν συνειδήσεις σε όλη την επικράτεια. Φροντίζεται πάντα να υπάρχουν οι «γνωστοί» πρωταγωνιστές αναμφισβήτητου κύρους πρόσκαιροι και δημοφιλείς τηλεοπτικοί αστερίσκοι προσφέροντας στην θεωρούμενη –από εσάς – κουρελαρία, απλόχερα τα μιαρά αγαθά σας, αυτά που φροντίζετε προσεκτικά να καλύπτονται από μια επίφαση ποιότητας.
---
Δεν θέλουμε κύριοι, λόγους απλουστευτικούς με δεκανίκι την κραυγαλέα και οριστικά ξεθωριασμένη «λαϊκότητα». Ο χρόνος κυλά. Ο κόσμος και η έκφραση αναπτύσσεται και αλλοιώνεται. Μια μέρα φωτεινή η συννεφιασμένη εσείς δεν θα την εκπροσωπείται πλέον. Θα πέσετε μαζί με τους εξουσιαστές των συνειδήσεων μας, μαζί με τους μύθους της «ταυτότητάς» μας. Αφουγκραζόμαστε αυτούς που σας αγανακτούν, αυτούς με μερικά ακόμα ζωντανά κύτταρα που αντιδρούν, έστω και άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως και με αφέλεια, σε όλη σας αυτή την οργανωμένη (και κρατική) ασκήμια. Αφουγκραζόμαστε αυτούς που δεν έχουν ακόμη συνηθίσει στο τέρας σας. Είμαστε μαζί με όλα εκείνα τα αγόρια και τα κορίτσια καθώς κοιτούν με απορία και αγανάκτηση αυτό που συμβαίνει γύρω τους. Βαρεθήκαμε τα κομψεπίκομψα πρότυπά σας.

Κύριοι, σας ευχόμαστε κι ελπίζουμε, τα απόνερά σας να εκβάλλουν σε κάποιο δέλτα. Επειγόντως!

copyright©Στράτος Φουντούλης

αρχή σελίδας

Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Γιώργος Ιωάννου – «Τα χίλια δέντρα» (εκδόσεις Κέδρος)

«Με κυκλώνει απόψε»

Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ’την πόλη.
Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.
Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.

Θεσ/νίκη 1963


Φέτος κλείνουν είκοσι χρόνια από το θάνατο του ποιητή και πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου του οποίου το ποιητικό έργο, αν και περιορισμένο, αποτελεί σπουδαία προσφορά στα ελληνικά γράμματα. Το πεζογραφικό κομμάτι της δουλειάς του έχει αποτελέσει και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ευρείας μελέτης και ανάλυσης, γι’αυτό εδώ θα ασχοληθούμε, εν συντομία, μόνο με το ποιητικό κομμάτι της συγγραφικής ιστορίας του.
---Ο Γιώργος Ιωάννου γεννιέται στη Θεσσαλονίκη το 1927 από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και για ένα διάστημα υπηρετεί ως βοηθός στην έδρα Αρχαίας Ιστορίας. Εργάζεται ως καθηγητής σε διάφορα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης στην Αθήνα και στη Λιβύη και από το 1971 κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα όπου υπηρετεί στο Υπουργείο Παιδείας. Τον Φεβρουάριο του 1985 πεθαίνει στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο μετά από μια επέμβαση προστάτη.
---Τα «Ηλιοτρόπια» (1954) είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του και το 1963 εκδίδεται η συλλογή «Τα χίλια δέντρα». Ο σημαντικότερος όγκος δουλειάς του αφορά πεζογραφήματα, όπου συναντάμε τα έργα «Για ένα φιλότιμο», «Η Σαρκοφάγος», «Η μόνη κληρονομιά», «Το δικό μας αίμα», «Επιτάφιος θρήνος», «Ομόνοια», «Κοιτάσματα», «Πολλαπλά κατάγματα», «Εφήβων και μη», «Καταπακτή», «Εύφλεκτη χώρα», «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», το θεατρικό έργο «Το αυγό της κότας» και το παιδικό ανάγνωσμα «Ο Πίκος και η Πίκα», το οποίο εκδίδεται μετά το θάνατό του.
---Ο Γιώργος Ιωάννου εξέδωσε τις εργασίες «Τα δημοτικά μας τραγούδια», «Μαγικά παραμύθια του Εληνικού λαού», «Παραλογές», «Καραγκιόζης», «Παραμύθια του λαού μας», μετέφρασε και σχολίασε την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια εν Ταύροις», το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας με τον τίτλο «Στρατώνος Μούσα Παιδική» καθώς και το ιστορικό δοκίμιο του Τάκιτου «Γερμανία». Το 1985 εκδόθηκε μια σειρά από δοκίμιά του για τον Παπαδιαμάντη, το Λαπαθιώτη και τον Καβάφη, με τίτλο «Ο της φύσεως έρως». Ο Ιωάννου εξέδιδε το περιοδικό «Φυλλάδιο» το οποίο έγραφε όλο μόνος του και συνεργαζόταν με άλλα περιοδικά. Το 1982 κυκλοφορεί ο δίσκος «Κέντρο Διερχομένων» με στίχους δικούς του και μουσική Νίκου Μαμαγκάκη καθώς και κασέτα όπου ο Ιωάννου διαβάζει τα κείμενά του.
---Ποιήματα και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε αγγλικά και γαλλικά περιοδικά, ενώ η συνεργασία του με τον ελληνικό τύπο ήταν επίσης τακτικότατη.
---Τα «Χίλια δέντρα», όπου περιλαμβάνονται και «Τα ηλιοτρόπια», αποτελούν συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του. Η ποίηση ακολούθησε τον Ιωάννου σε όλο το πεζογραφικό του έργο, άλλοτε έμμεσα κι άλλοτε άμεσα. Στα πεζά κείμενά του διακρίνεται έντονα το «ζέον πάθος» της ποίησης και η λυρική διάθεση εξομολόγησης ενός υπερευαίσθητου ανθρώπου που βίωσε τα δεινά του πολέμου, τη φτώχεια, τις δύσκολες οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις της εποχής του και την εξαθλίωση της αγαπημένης του Θεσσαλονίκης.
---Ο Ιωάννου καταγράφει την νεοελληνική πραγματικότητα με έναν πηγαίο ποιητικό λόγο ο οποίος αναδύεται μέσα από το έργο του καθώς μιλά στον αναγνώστη με απλό και ζεστό τρόπο, με αμεσότητα κι ανθρωπιά αλλά και όλο εκείνο το προσωπικό πάθος που αναβλύζει από μέσα του την ώρα που διηγείται τη ζωή και τα συναισθήματά του. Ο λόγος του δεν είναι στυλιζαρισμένος, οι εκφράσεις του είναι απλές και η γλωσσική του τοποθέτηση παραμένει λαϊκή και οικεία για τα μάτια που τον διαβάζουν. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από ένα συναίσθημα συμπόνιας για όσους υποφέρουν, από πηγαία καλοσύνη και ανησυχία για την ανθρώπινη αγωνία και το παράπονο του αδικημένου. Συχνά αυτοσαρκάζεται, αυτοοικτίρεται, σχεδόν αυτοτιμωρείται, μιλά για την ερήμωση που τον κατατρέχει, για το αίσθημα κενού και τη ματαιότητα που τον συντροφεύουν τις νύχτες και για τις αιώνιες απορίες της ύπαρξης που απαρτίζουν την καθημερινότητά του.
---Μέσα από το έργο του ο Ιωάννου επιχειρεί να πατάξει την κοινωνική και πολιτική αδικία, το σύστημα, τους δυνατούς που καταπιέζουν με όποιον τρόπο μπορούν κι εκμεταλλεύονται όσους στέκονται στην απέναντι πλευρά: της κοινωνίας, του έρωτα, της ζωής, του ονείρου. Με τις λέξεις του πολεμά τις Ερινύες, το φόβο, την αβεβαιότητα του αύριο και την πίκρα του χτες. Αγανακτεί και ξεσηκώνεται, λοιδορεί και στηλιτεύει την αδικία και την παχυδερμία παραμένοντας πάντα ένας βιωματικός λαϊκός ποιητής που τραγουδά την εποχή του.
---Για τον Ιωάννου σημασία έχει και ο τελευταίος άνθρωπος της γης, και το πιο ανεπαίσθητο συναίσθημα φτάνει να είναι ειλικρινές, και το πιο ασήμαντο γεγονός, αν κατάφερε να συγκινήσει έστω και στιγμιαία κάποιον.
---«Ποίηση νομίζω είναι η γενική ερωτική διάθεση δοσμένη με λογοτεχνική τέχνη. Την ερωτική διάθεση την εννοώ και διαψευσμένη και τη λογοτεχνική διάθεση όχι πάντα απαραίτητη». Αυτός είναι ο ορισμός του για την ποίηση. Μέσα από αυτές τις δυο φράσεις κατανοούμε την ειλικρινή αφοσίωσή του στο βίωμα και στο συναίσθημα, σε κάθε τι που κινητοποιεί το νου και το σώμα, στην έκφραση όλων όσων πιστεύει ότι θεοποιούν τον άνθρωπο και κάνουν τη Ζωή και την τέχνη απτή και εφικτή για όλους.
---Ο φόβος του θανάτου, η πίκρα της εγκατάλειψης και της περιφρόνησης, η αγωνία της επιβίωσης, ο πόνος της απόρριψης, η ευτυχία του έρωτα, ο εξαγνισμός της φιλίας είναι θέματα που ενανέρχονται στα ποιήματά του και καθρεφτίζουν τρυφερά την ψυχοσύνθεση ενός δημιουργού με μεγάλη ευαισθησία και εξαιρετικό εσωτερικό απόθεμα. Ο Ιωάννου έζησε δύσκολη ζωή κι αυτήν ακριβώς περιγράφει με απλό και άμεσο τρόπο στα λιτά ποιήματά του: η πόλη που κυριαρχεί παντού χωρίς να φαίνεται πάντα, το αδιέξοδο σκοτεινό δωμάτιο, τα λαϊκά σινεμά, τα πάρκα, τα φτηνά ξενοδοχεία, οι κρύες μοναχικές νύχτες, τα βλέμματα-μαχαίρια, οι περιφρονητικές κουβέντες, οι ενοχές της απόκλισης, το χάδι της μοναξιάς και ο θάνατος που αναιρεί τον άνθρωπο τον τυράννησαν και τον ζύμωσαν -τούτα είναι τα βιώματα που τον έκαναν αυτό που βλέπουμε μέσα από τις -φαινομενικά- απλοϊκές γραμμές των ποιημάτων του.
---Ο Γιώργος Ιωάννου γράφει ποιήματα γιατί νιώθει διαρκώς την ανάγκη μέσα από τη βαρύθυμη σιωπή της αμαρτίας να αναζητά τη χαμένη αθωώτητα. Μέσα από αυτά προσπαθεί να συλλάβει τα ασύλληπτα και να απαντήσει σε αιώνια ερωτήματα κάνοντας απολογισμό και αυτοκριτική. Τα «Χίλια δέντρα», που είναι η ελληνική ονομασία του δάσους Σέιχ Σου, στη Θεσσαλονίκη, είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να μαλακώσει τη θλίψη του για όσα τον πληγώνουν καθημερινά και να αναπολήσει με γλυκό παράπονο όσα έφυγαν ανεπιστρεπτί.
---Συχνά παρατηρούμε πως στους στίχους του ελλοχεύει μια σχεδόν μαζοχιστική αγάπη για τη μοναξιά. Ενώ συχνά αναζητά με σθένος τις κοινωνικές συναναστροφές, μερικές φορές κάνει τη μοναξιά του καταφύγιο και μέσα της στέκει να ξεκουραστεί από την ταλαιπωρία της προσπάθειας που δεν καταλήγει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Άλλοτε διακρίνουμε στα ποιήματά του την ανάγκη να ξεφύγει σχεδόν μεταφυσικά από κάθε τι το εγκόσμιο και να ασχοληθεί με την εξερεύνηση του μεγάλου αγνώστου που είναι η ανθρώπινη φύση αλλά και ο ίδιος ο Θεός.
---Το ποιητικό έργο του Ιωάννου είναι η φωνή ενός πικραμένου παιδιού που έζησε δύσκολες ώρες και μεγαλώνοντας βρέθηκε αντιμέτωπο με έναν εξίσου σκληρό και εγωκεντρικό ενήλικο κόσμο στον οποίο δεν μπορεί να προσαρμοστεί απολύτως. Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό κατορθώνει συχνά να νικήσει τη μοναξιά και τη διαφορετικότητά του, να επικοινωνήσει, να εξομολογηθεί και να καταγράψει όχι μόνο τον εαυτό του αλλα και την ίδια του την εποχή. Αυτό το τελευταίο το επιτυγχάνει δίνοντάς μας κάθε τόσο ένα αντικειμενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο στεγάζεται τόσο η πραγματικότητα όσο και το υπερβατικό στοιχείο.
---Η γραφή του είναι διαποτισμένη από ανησυχία. Χαράζει το δρόμο του ανάμεσα σε κείνους που πονάνε και ψάχνει να βρει εκείνους που αντέχουν, αναζητά την επαφή με τους ανθρώπους και τις απλές, καθημερινές συναλλαγές που κρατούν τον καθένα ζωντανό και σε επαγρύπνιση. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από λακωνική λιτότητα, ακριβολογία και διεισδυτικότητα κι είναι γεγονός πως στο έργο του τα πρόσωπα και οι καταστάσεις αποκτούν διαχρονικό χαρακτήρα, χωρίς ποτέ να τα στερεί από την ανθρωπιά και τον γήινο χαρακτήρα που τους έδωσε η φύση. Μέσα σε κάθε ποίημα υπάρχουν, ως ξεχωριστές οντότητες, κάποια μικρότερα ποιήματα τα οποία όμως συνδέονται μεταξύ τους με ομοιογένεια. Ο τελικοί αφορισμοί που παρατηρούμε ως εκρήξεις σε κάποια από αυτά λειτουργούν ενδεικτικά ως προς τις αντιλήψεις του συγγραφέα καθώς και τη θέση που κρατά απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα που συχνότατα διέψευσε τα όνειρά του.
---Σε πολλά σημεία είναι έκδηλη η αγάπη του για το ρεμπέτικο τραγούδι και οι έμμεσες αναφορές του σε αυτό είναι επίσης σαφείς. Αυτό φαίνεται έντονα όχι μόνο στα μελοποιημένα ποιήματά του αλλά και στα «Χίλια δέντρα», όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Παντού ξεριζωμένος» το οποίο λέγεται πως το εμπνεύστηκε από το αγαπημένο του τραγούδι «Σαν απόκληρος γυρίζω».
---Η ποίηση του Ιωάννου είναι βαθειά ερωτική κι ο ίδιος είναι ένας «δούλος του έρωτα» που το μόνο που ζητά από αυτόν είναι απλώς να έρθει. Στην αγάπη του Ιωάννου σημασία έχει περισσότερο η προσφορά καθώς αυτή είναι που μας φέρνει πιο κοντά στο αγαπημένο πρόσωπο. Η αγάπη του μπορεί να είναι προκλητική ή ανεκδήλωτη, να πηγάζει μόνο από λεπτομέρειες ή να είναι ολόκληρος ο κόσμος του ερωτευμένου προσώπου, ο καημός της όμως είναι πάντοτε γλυκός και η αναμονή της δεν παύει ποτέ. Η στιγμή του έρωτα είναι η στιγμή της αποκάλυψης και μόνο τότε ο ποιητής υπερβαίνει τον εαυτό του και, καταργώντας τις διαστάσεις του τόπου και του χρόνου, ξεφεύγοντας από κάθε μορφής ανομία, κατορθώνει ν’αγγίξει την πραγματική ευτυχία.
---Τα «Χίλια δέντρα» κρύβουν στα αραχνοϋφαντα κλαδιά τους θροϊσματα από μνήμες, φόβους, ελπίδες και πόθους. Οι ψίθυροι των λέξεών τους έρχονται ξαφνικά σαν απαλό, αναπάντεχο χάδι να μας συντροφεύσουν μυστικά ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα και μας καλούν να γεμίσουμε τις σελίδες τους με μικροσκοπικά λάφυρα ζωής φτιαγμένα από άμμο και φως που πέρασε μα ποτέ δεν ξεχνάμε. Τα «Χίλια δέντρα» φτιάχτηκαν για να περνούν προσεκτικά από χέρι σε χέρι κι έτσι το τρυφερό μουρμουρητό τους δεν θα σιγάσει ποτέ –διαβάστε το και μετά χαρίστε το σε κάποιον αγαπημένο. Ο Ιωάννου από κάπου θα χαμογελά.

copyright©Μαρία Πετρίση, Βρυξέλλες

αρχή σελίδας

Χριστιάνα Αβρααμίδου: από την τρίτη της συλλογή με τίτλο «Όλες οι Μέρες Χιόνι» μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πλανόδιον.

3.
ΕΧΕΙ πολύ φεγγάρι απόψε,
και από τότε που σ’ αγάπησα
αυτά τα φοβάμαι.

Είναι λες και χρωστάς
στα περσινά καλοκαίρια μια χάρη.
Είναι λες και ακούμπησες
τον παλιό εαυτό σου στο πλάι.

Περιττό το φεγγάρι απόψε.
Και από τότε που σ’ αγάπησα,
φοβάμαι.
---

8.
ΤΟ ΜΟΝΟ που μπορούσα να δω απ’ τη θέση μου,
ήταν οι κύκλοι από καπνό που ανάπνεες.
Και ήθελα να σου κλείσω το μάτι
- το δεξί -
και ας μην το ξανάκανα ποτέ μου.

Αν τα προβλήματά σου είναι πολλά,
δώσε μου να λύσω έστω και ένα.
---

26.
ΤΗ ΝΥΧΤΑ που διάλεξες να με ερωτευτείς
ήμουν ακόμα παιδί,
από άγνωστη ήσουν για μένα φυλή
και ανάποδα έβαζες τα βράδια το σταυρό σου.


αρχή σελίδας

Σταύρος Ασημακόπουλος: Αίπυτος

"...Οί δ' έχον Αρκαδίην υπό Κυλλήνης όρος ,
Αιπύτιον παρά τύμβον, ιν' ανέρες αγχιμαχηταί,
οί Φενεόν τ' ενέμοντο... Στύμφηλόν τ' είχον..."

(Ιλιάδα Β, 605 - 608)

Από το Κιάτο ή από το Δερβένι (διαμέσω του δρυμού του Σαραντάπηχου) ανεβαίνουν δυό δρόμοι στριφογυριστοί και ενίοτε κακοτράχαλοι που σφιχταγκαλιάζουν γλυκά τους ορεινούς όγκους, σα να τους καλοπιάνουν ν΄ανοίξουν για χάρη του ταξιδιώτη, ξορκίζοντας τους αφορεσμούς που προστατεύουν το νυμφώνα που κείτεται στη ρίζα τους ...τη καλοφυλαγμένη παστάδα της Στυμφαλίας λίμνης που δροσίζει τον καλό της Αίπυτο στη σπηλιά του .
---Αίπυτος .....σαν ίσκιος στοιχειώνει ακόμα τα πολυδαίδαλα μονοπάτια των βοσκών και των ξομάχων της Γκούρας και του Φενεού και κάνει τα μάτια να θαμάζουν απ’ τις διηγήσεις τα βράδια του χειμώνα;

΄΄.....θάμουν δε θάμουν το πολύ ως 10. Χειμώνιαζε και μαζεύαμε τα πράματα στη στάνη πριν νυχτώσει.Κείνη τη μέρα είχα πάει στο στανοτόπι με τα πρόβατα μα πρεπε να γυρίσω νωρίς να μη με πιάσει η μπόρα που ‘ρχότανε και να ζεσταθώ στον τζάκη –ξύπόλητη η έρμη -. Όσο να σφυρίξω να τα μαζέψω με τα σκυλιά ..ξέσπασε το καταριακό ! Αστραποβρόντια και μαυρίλα ως κει που ΄φτανε το μάτι σου. Τα γίδια σκιαχτήκανε , κι έτρεχα μες τη βροχή με το σκυλί να τα σαλαγήσω μα κάκου, φύγανε ολούθε .Τα ‘χασα , άμα δε τα ΄βρισκα θα με σκότωνε ο πατέρας μου. Μούσκεμα έτρεχα με το σκυλί απο κοντά σα χαμένο μπας και τα μαζέψω ως που΄πεσε ο κεραυνός κοντά....Μανούλα μου....σκιάχτηκα –τι να ‘κανα; παιδούλι ήμουν. Το σκυλί άρχισε να τρέχει στο βουνό και το πήρα και γω στη λαχτάρα μου κατόπι να μπούμε σε μια κόχη στη ράχη μπροστά μας.Εκεί απάγκιασα και μούσκεμα όπως ήμουν έγειρα κι έκλαιγα από φόβο , απ’ όξω βροντές βροχή και σκοτάδι , τα πράματα χαμένα, ‘γω μούσκεμα να κρυώνω και να πεινάω . Το ‘δα μια στιγμή που σφούγγιζα τα μάτια μου, σα να φέγγιζε βαθιά στην κόχη.
---Άπραγο που ΄μουν δε μου κοψε να σκιαχτώ-κι ας ήξερα για τις νεράϊδες που βγαιναν στα αλώνι-, μόνο πήγα να δω .
---Έλαμπε σαν ήλιος κι άστραφτε , απάνω στο άρμα του και κράταγε τα γκέμια και γύρω του ήτουνε σα να τρέχουνε τα σκυλιά του, ως κι ο σαπίτης που τον φαρμάκωσε ήταν.
---Τό ΄χε πει ένα βράδι η μάνα μου κι απέ κι οι άλλες στο χωριό, για τον Αίπυτο το αρχοντόπουλο που σκοτώθηκε στο κυνήγι κι από τον καημό του ο πατέρας του έκανε τον τάφο του σε μια σπηλιά κι έβαλε μέσα ένα άγαλμα χρυσό με το παληκάρι, τα άλογα, τα σκυλιά του και το φίδι που τον δάγκασε με ευχή και κατάρα κανείς να μη βρει ποτέ τον τάφο και να ανησυχήσει το γιό του.Μπουχός....το βαλα στα πόδια !
---Σα με βρήκανε ο πατέρας μου κι οι άλλοι χωριανοί δε μίλαγα-δε μπόραγα .Τρόμαξε ο έρμος και τη γλίτωσα για τα γίδια. Σα του είπα την άλλη μέρα τι έγινε, με σήκωσε άρωστο όπως ήμουν απ΄ το κρύο να πάμε στη σπηλιά. Πήγαμε μα η κόχη δεν ήτανε πουθενά ,βρήκαμε μόνο το σκυλί και τα πράματα . Ψάξαμε , ψάξαμε μα τίποτε...θες η κατάρα το κουκούλωσε πάλι μέσα στο βουνό....΄΄
(Ιστορία που μου διηγόταν η συχωρεμένη η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρός).

---Άμα ρωτήσεις στο καφενείο καννά γέροντα θα σου αποκριθεί πως είναι ιστορίες που λέγαν τα παλιά τα χρόνια στα παιδάκια, μα αν είσαι τυχερός μπορεί να δεις σε κάποιο σπίτι κάποιο ενθύμιο από επίσκεψη στον τύμβο του Αίπυτου.
---Ίσως τό έχει η περιοχή στα σπλάχνα της-στην ψυχή της , το να μπερδεύει ιστορίες και να υφαίνει περίπλοκα σχέδια μπερδεύοντας το μύθο με την ιστορία, αφήνωντας βαθιές και σκοτεινές αυλακιές στη γη σα τις καταβόθρες- που λέγεται πως έφτιαξε ο Ηρακλής για να ξεράνει το έλος που δημιουργούσαν οι ποταμοί Όλβιος και Δόξας και μάστιζαν τη Στυμφαλία και τη γενέτειρα της προμάμης του της Λαονόμης, το Φενεό.
---Η κρύπτη του Αίπυτου είναι χωμένη στη γη, σα τις καταβόθρες αυτές που οδηγούν στον Άδη και λέγεται πως διάβηκε η Δήμητρα στη λαχτάρα της για να βρει τη μονάκριβή της Περσεφόνη. Μια κρύπτη, μυστικό άντρο σα του Αίπυτου που αποκαλύπτεται σε λίγους προξενόντας δέος και φόβο σαν άρρητο μυστικό ψυθιρισμένο στα μυστήρια της Κιδαρίας Δήμητρας που λατρευόταν στην περιοχή σύμφωνα με τον Παυσανία.
---Μπορεί πάλι να είναι τερτίπια και σκανταλιές του Ερμή, από όταν ήρθε –μωράκι- στην περοχή της Ευρωστίνης για να κρυφτεί από το θυμό του Απόλλωνα –όταν του ΄κλεψε τα βόδια από τη Θερσσαλία- κι έφτιαξε τη λύρα μ΄ ένα καύκαλο χελώνας και τα νεύρα ενός βοδιού. Μη τάχα Αίπυτος δεν ήταν και ένα από τα επίθετα του Ερμή του Τεγεάτη?
---Τόπος με μαγεία και μυστήριο όπου θεοί και ήρωες σημαδεύουν κάθε πέτρα.
---Ο Αίπυτος και ο Στύμφαλος (από τον οποίο ονοματίστηκε η περιοχή και η λίμνη) ήταν γιοί του Έλατου. Ο Αίπυτος ήταν ένας από τους βασιλείς των Αρκάδων διαδεχόμενος τον Κλείτορα και θρύλοι πολλοί σημαδεύουν αυτό το όνομα συσχετίζοντάς όσους το έφεραν με τους θεούς Ποσειδώνα και Απόλλωνα μα και με τη τέχνη της μαντικής .....(ίσως να πάιζει ρόλο και το γεγονός πως σε κείνα τα μέρη έφτασε ο Ηρακλής -μετά την αρπαγή του ιερού τρίποδα των Δελφών- με σκοπό να ανοίξει δικό του μαντείο, μια και δε του έδινε χρησμό ο Απόλλωνας μέσω της Πυθίας ).
---Άλλος μύθος αναφέρει ότι ο Αίπυτος ανέλαβε να αναθρέψει την Ευάδνη (κόρη του Ποσειδώνα από την Πιτάνη) κι όταν αυτή συνέλαβε τον Ίαμο από την επαφή της με τον Απόλλωνα, επισκέφτηκε το μαντείο των Δελφών όπου του ανακοινώθηκε πως το παιδί είναι γενιά του Απόλλωνα και θα γίνει έξοχος μάντης .
---Αίπυτος λεγόταν κι ο γιός του Ιπποθόου που βασίλευσε στην Αρκαδία και λέγεται ότι τυφλώθηκε παραβαίνοντας την απαγόρευση του θεού και μπήκε στο ιερό του Ποσειδώνα στην Μαντινεία
---Ο δισέγγονός του Αίπυτος (παιδί της Μερόπης θυγατέρας του Κύψελου που ήταν γιός του) όταν πέθανε ο πατέρας του Κρεσφόντης σε στάση, ανατράφηκε στην Αρκαδία από τον Κύψελο ως ότου ανδρώθηκε και με τη βοήθεια των Αρκάδων και των λοιπών Δωριέων βασιλέων επέστρεψε στο θρόνο του (αν και υστερότοκος) εγκαινιάζοντας μια περίοδο τόσο συνετής βασιλείας που έδωσε στη γενιά του την επωνυμία Αιπυτίδες.
(Αποτελλεί επίσης θέμα της τραγωδίας Κρεσφόντης του Ευριπίδη, της οποίας σώζονται μόνο αποσπάσματα)

---Η αληθινή ιστορία χάνεται μέσα στην αχλύ του χρόνου κι ο μύθος είναι σαν παιχνίδισμα που κάνει το φως στο νερό, μαγεύοντας τις αισθήσεις μα μην αφήνοντας να ξεδιακρίνεις καθαρά τι υπάρχει κάτω.Που και που μέσα από ένα ίσκιο σε ένα δέντρο , ένα κελάρυσμα στο Κεφαλόβρυσο, ο Αίπυτος κρυφοκοιτά τι κάνουν οι απόγονοι του –λέγεται πως ήταν ο πρώτος οικιστής της περιοχης - πριν επιστρέψει στην γαλήνη του.Σύμφωνα με τον μύθο, τάφηκε με πολλές τιμές και άφθονα πλούτη σε μια περιοχή του Γεροντίου όρους, σ΄ένα τύμβο τον οποίο είδε όπως αναφέρει ο Παυσανίας μα ακόμα και σήμερα αναζητάται από αρχαιολόγους και τυχοδιώκτες.




αρχή σελίδας

Μαρμαροτούρης Ιωάννης (μεσα 18ου αι.-αρχές 19ουαι.): Ο ανταποκριτής Τεργεστίου (Τεργέστη 1800). Από τον "Ελληνομνήμων"

 


αρχή σελίδας

Σταύρος Ζαφειρίου : από το Σώματος Λόγος Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2004, Θεσσαλονίκη.

Μεταστάσιμον

Το τέλος μου ανήκει στο τέλος σου Κύριε.
Στο άδυτο του σώματος καλείται τ’όνομά σου,
μια πράξη πριν απ’τη σιωπή, όπου η σκιά μου
θα πλάσει, με την άλλη της σκιά,
την πιο παλιά απεικόνιση του ομοιώματός σου.
Αυτός είναι ο δρόμος. Τον ανίχνευσα,
σαν θηρευτής που αναζητά
των αγριμιών περάσματα, θαρρώντας
ότι ο θάνατος είναι η συνέχειά μου,
η αναγκαία πύλη που συνδέει τη ζωή
με την ανεξερεύνητη ουσία.
Για θαύματα ερμηνεύοντας τ’απαρνημένα
πάθη, ποθώντας όσα μέλλονται,
συλλέγοντας τα πριν.
Αυτός είναι ο τόπος, πιο μικρός
απ’την περιγραφή του,
ο αφημένος τόπος που εξαγόρασα
στ’ανεστραμμένα σχήματα του ανθρώπου,
από τη μια του άκρη ώς την άλλη μετρημένος,
από τη μια του εποχή στον μαρασμό της άλλης.
Αφύλαχτη ώρα κι άπραγη μες στην ηχώ
της μνήμης, σπίτια παλιά που απόμειναν
χαλάσματα, με τις μικρές τους κάμαρες,
με τ’ανοιχτά παντζούρια
ασάλευτων αγρυπνιών, όπου το βλέμμα
ώς το πρωί παγίδευε το γνώριμο όραμά του
-τα μάτια μου ήταν μάτια μοναχά-
και η παλάμη σκούπιζε στο παγωμένο τζάμι
το χνωτισμένο ρίγος τ’ουρανού.
Αυτός είναι ο τόπος,
πιο ελαφρύς απ’το κακό φτερούγισμα του αέρα
ανάμεσα στις σύντομες γραμμές, όπου για πάντα
όποιος απογυμνώνεται διαβαίνει
από το ένα σώμα του στο άλλο,
ανυπεράσπιτος και εκμηδενισμένος,
με την αστεία μάσκα των νεκρών,
με τα βουβά σβησίματα στην ενεστώσα σάρκα,
πιο ελαφρύς από το θάμβος των τυφλών.
Και ό,τι εκπληρώνεται θα μένει
στον αιώνα εκπληρωμένο,
κι ό,τι δεν ανασταίνεται στο φως,
απ’του φωτός θα εξοντώνεται τη μήνι,
μέχρι που η εξέγερση της γελασμένης πίστης
θα ταπεινώσει σε στάχτη τη φωτιά,
τη συντελή υποταγή σε τάξιμο
μιας άλλης ατελούς δημιουργίας.
Μέχρι που η συνείδηση του τελειωμένου χρόνου
δώσει όνομα στην πιο μικρή σταγόνα της βροχής,
στο πιο μικρό, απροσδόκητο τερέτισμα της κίχλης
κι η διφορούμενη φωνή των επιθυμιών σου
γίνει εντολή για μία θλιβερή συναλλαγή.
Ποιός θα φυλάξει τον απόμακρό μου ύπνο,
τον κάθιδρό μου πυρετό στο ανάλωτο σκοτάδι,
ξορκίζοντας την εμμονή του άνηβου παιχνιδιού.
Ένα κουβάρι η μάνα μου στην άκρη
του μαξιλαριού απολησμονημένη,
ένα κουβάρι σύμπαντος, άπιαστο σαν το σύμπαν,
«καλέ μου, πού ανεμίστηκες και σ’άκουσε η αρρώστια
και λιώνει το κορμάκι σου σαν το λυγρό φεγγάρι».
Αυτό είναι το σώμα που διδάχτηκα,
τόσο εύκολα πληρώνοντας την κάθε χίμαιρά του,
πάτημα κούφιο σε άδεια γη, λίγο πριν κλείσουν
πάνω απ’το πέρασμά του τα νερά,
τ’όμοιο σώμα στο παρόν της συμφιλίωσής του
με την ενδιάμεση εμπειρία του υπαρκτού,
το τακτικό συμμάζεμα όλων του των τροπαίων.
Το ίδιο σώμα που ποτέ δεν θα επιστρέψει
απ’το ασεβές της άλλης του μορφής
στην αγγιγμένη υπόσταση των πιο κοινών
πραγμάτων, στην άρρητη κληρονομιά
του ποθητού παντός.
Αυτό είναι το σώμα. Το δοκίμασα
σαν ένα σώμα δεύτερο, για να σ’αναγνωρίσω,
καρπός δυο κόσμων άσμιχτων στη διαστολή
του κόσμου, εκεί όπου όλα κρίνονται
στη στάθμη της διπλής δικαιοσύνης,
εκεί όπου χτίζεται ο ναός της αποθέωσής μου
και εισβάλλει το δεντρόφιδο στου μυωξού
την τρύπα, εκεί όπου μένει απείραχτο
το πρώτο ιχνογράφημα της κοσμικής μου πτώσης.
Μια νύχτα ακόμη που η ανάσα
αγκιστρωμένη στην κάπνα της ξυλόσομπας
πάσχιζε το πολύτιμο, εφήμερο άπειρό της,
και οι καθρέφτες να σκεπάζονται
ένας ένας, να μου ξεφεύγουν
τα πουλιά, η άκρη των φτερών τους
ντυμένη πάχνη λιβαδιών,
το ασφαλές λημέρι μου
ανάμεσα στα χαλαρά πυρότουβλα
του τοίχου, με τους κρυμμένους θησαυρούς
όλων μου των φυγών,
τη σβούρα με τον τυλιγμένο σπάγκο,
ένα χελωνοκαύκαλο ζωγραφισμένο μπλε,
χαρτάκια ποδοσφαιριστών, πολυανταλλαγμένα,
κώδικες και συνθήματα κατασκοπευτικά,
πάροδος πένθιμου χορού, σχηματισμός
του ελέους, πέτρα στην πέτρα κυκλικός
βωμός του αγνισμού μου,
αδιάκοπη επανάληψη αρχαίων κοπετών,
«πού πας αγόρι μου άφεγγο, ποιό μάτι σ’έχει πιάσει
ποιά πούλια, ποιός αυγερινός φθόνησε τ’άνθισμά σου».
Καθώς ταιριάζω του χεριού μου τις γραμμές
στην πιο έντιμη αποτύπωση της χωροθέτησής τους
κι απαριθμώ τη διάρκεια της άλλης διάστασής μου
ανάμεσα στον τροπικό και τον ορίζοντά της,
ανάμεσα στην εκλογή και το επιβεβλημένο,
κεριά βλασταίνουνε φωτιές σε σιταρένιες ρίζες,
γυναίκες επιδέξιες κομίζονται την έγνοια
ν’αλλάζουν θέση διαρκώς ο κτίστης με το κτίσμα.
Καθώς τα κύματα σαρώνουν τις ακτές
κι αλάνθαστα φαντάσματα διασχίζουν
τοπία μιας γεμάτης λάθη μεταφυσικής,
στέκουν στα βράχια γελαστοί, με τα καλά τους ρούχα,
-κοστούμι σκούρο και πουκάμισο λευκό, γραβάτα μαύρη-
στη μια μεριά ο φόβος μου, στην άλλη ο σαρκασμός μου,
λέξεις αράγιστες κι οι δυο μέσα στην ίδια αράδα.

Στο τέλος μου είναι το τέλος σου Κύριε.
Στο τέλος μου τελειώνεται το τέλος των καιρών.
Κι αν κάτι από μένα είναι δικό σου
είναι αυτό που η γλώσσα μου καλεί
αιτιατό μαζί και αίτιό σου:
η εικόνα του ανθρώπου μου
η ανθρώπινη.

Σώματος Λόγος, 2004

αρχή σελίδας

Ανδρέας Γεωργαλλίδης: από τη συλλογή «Όταν βυθίζεται το πιάνο» Εκδόσεις Power Publishing, Λευκωσία.

Ασυνέχεια της συνέχειας

Α.
Το σκοτάδι φωτίζει το φως
γι’ αυτό διατηρούν σχέση φιλίας.
Το κενό συνυπάρχει με την ύλη
γι’ αυτό και διατηρούν την έννοια «κόσμος».
Εσύ δεν είσαι εγώ
γι’ αυτό και γνωρίζω πολύ καλά
τι πάει να πει παρουσία απουσίας.

Β.
Ο φθορισμός των οπτικοσυναρτήσεών σου
κατακερματίζει το κενό μου.
Επιφέρει την κλόνηση του χρόνου,
που προκαλεί ανεπιθύμητες μεταβλητές
μέσα στην ακαταστασία του χώρου.
Φθερσιγενής η πόλη
που προσκλήθηκα να ζήσω.
Ένας ήλιος τετράγωνος
με μαθηματική ακρίβεια στα λόγια του.
Λες και οι συμμετρίες
είναι που έδωσαν τον άνθρωπο.
Εκείνες οι παράλληλες σκιές
που καίγονται ακόμα.

Γ.
Οι ειδικοί ψάχνουν απεγνωσμένα
να προσδιορίσουν τα χρώματα της λάβας.
Κουράζουν τα βιβλία τους,
επισκοπούν τα συντρίμμια
και προετοιμάζονται συνεχώς
να αναγγείλουν με ενάργεια το πόρισμα.
Το επιμύθιο λείπει.
Ίσως θα ήταν καλύτερα
οι ειδικοί να αρκεστούν σ’ αυτό που είδαν
και όχι σ’ αυτά που συνέβησαν.
Η ελλειπτική «πραγματικότητα»
είναι και αυτή μια πραγματικότητα!


αρχή σελίδας

Δημήτρης Νόλλας: «Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου» από την στήλη «Παρά Τέταρτο» στο περιοδικό «Τέταρτο» τεύχος 39-40, Ιούλιος-Αύγουστος 1988.

Οάνθρωπος που κάθεται πλάι μου λέει, «οι σωστές αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι», καθώς τα βαγόνια του συρμού χτυπιούνται το ένα πάνω στ’ άλλο από τα κοφτά σύντομα φρεναρίσματα. Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου παρακολουθεί με συμπάθεια όλες αυτές τις κινήσεις που κάνω εδώ και ώρα για να απαλλαγώ από το έντυπο που διαβάζω και λέει, «δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να καταλάβεις αν αξίζει τον κόπο να διαβάσεις κάτι. Από τις πρώτες γραμμές κιόλας, καμιά φορά κι από τον τίτλο μπορείς να δεις το σημάδι...Όπως με τις φωτογραφίες στα σινεμά. Απ’ τις φωτογραφίες στις βιτρίνες των σινεμά μπορούσες να καταλάβεις αν το έργο αξίζει τον κόπο. Παλιά ήταν περισσότερες, τώρα το μεγαλύτερο χώρο καταλαμβάνουν τα χοντρά γράμματα των ονομάτων», λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ενώ ο επιβάτης που βρίσκεται απέναντί μας ρίχνει το κεφάλι βαριά ανάμεσα στα χέρια του, που απελπισμένα το αρπάζουν απ’ τα μαλλιά πριν πέσει παρακάτω. «Κάτι που φωτίζει, όσο βαθιά κρυμμένο κι αν είναι βρίσκει πάντα τον τρόπο να λάμψει. Δεν χρειάζεται να φτάσεις στην τελευταία σελίδα για να διαπιστώσεις. Αν πρέπει να κατέβεις μέχρι τον πάτο πιστεύοντας πως ακόμη δεν σου φανερώθηκε θα πει πως δεν ήταν ποτέ εκεί. Δεν υπήρξε».
---Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου ηθικολογεί κι έτσι αρχίζει η πλήξη. Δεν τον νοιάζει, δεν μιλάει σε μένα ούτε σε κανέναν άλλο, πότε – πότε σταματάει και νομίζεις πως περιμένει μιαν απάντηση, ένα σχόλιο απ’ αυτούς που στριμωγμένοι αγωνιούν να φτάσουν στον προορισμό τους. Οι παύσεις του διευκολύνουν την άλλη φωνή που μόνον αυτός ακούει και εν τέλει μαζί συνδιαλέγεται. «Ένα εικοσάχρονο παιδί πέφτει από το τρανό. Δεν έχει σημασία αν κάποιος το ‘σπρωξε ή αν ο ίδιος φαντάστηκε πως μπορούσε να πετάξει. Ένα παιδί που πέφτει απ’ το τρανό είναι σαν ένας μαύρος πλαστικός σάκος που πετιέται στον μύλο του απορριμματοφόρου. Η χώρα ξεφορτώνεται τα παιδιά της».
Ο υπόγειος μειώνει την ταχύτητά του καθώς εισβάλλει στην πλατεία των Καιρών. «Και μην ξεχνάς». λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, «οι καλύτερες αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι, κατά προτίμηση το μεσοκαλόκαιρο. Τότε που το φως δεν επιτρέπει να διατηρηθούν οι αποχρώσεις, ξέρεις τότε μπορούν να κατακαούν τα πάντα».
---Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου δεν θέλει να μιλήσει άλλο κι ούτε είναι βέβαιο, απ’ τον τρόπο που σηκώνεται και κατευθύνεται προς την έξοδο, πως εδώ πρέπει να κατέβει. Όταν ξεκίνησε ο συρμός με κείνα τα δισταχτικά τραντάγματα, το βαγόνι είχε αδειάσει.

copyright©Δημήτρης Νόλλας

αρχή σελίδας

Georges Simenon: Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα.(απόσπασμα) Μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005.

Υπήρχαν φορές που ο Ντοναντιέ κοκκίνιζε από ντροπή για τις σκέψεις του. Ο Υρέ τον απασχολούσε όλο και περισσότερο, και δεν επρόκειτο για απλή περιέργεια.
---Τα συναισθήματα του γιατρού ήταν πιο πολύπλοκα και του θυμίζαν το πρόβλημα που είχε απασχολήσει παλιά το παιδικό του μυαλό. Πράγματι, για μια ολόκληρη σχολική χρονιά, στο λύκειο, παιδευόταν με το μυστήριο του πεπρωμένου.
«Ό άνθρωπος είναι ελεύθερος να πράττει και τη βούλησή του». έλεγε ο καθηγητής της θεολογίας. Αλλά αμέσως μετά πρόσθετε:
- Ο θεός γνωρίζει από κτίσεως κόσμου αυτό που θα επέλθει με την πάροδο των χρόνων, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων και των κινήσεων του πλέον ταπεινού όντος.
---Ο νεαρός Ντοναντιέ δεν καταλάβαινε πως ο άνθρωπος μπορούσε να είναι ελεύθερος τη στιγμή που τα συμβάντα, οι περιπέτειες της ζωής του, ήταν δεδομένα εκ των προτέρων.
Το σκέφτηκε πάλι αυτό εξαιτίας του Υρέ. Ήταν σχεδόν το ίδιο πρόβλημα. Από τότε που τον είχε συναντήσει, είχε ένα προαίσθημα, ότι μια καταστροφή απειλούσε τον νεαρό άντρα και ότι θα ξεσπούσε με μαθηματική ακρίβεια πάνω του κάποια δεδομένη στιγμή.
---Τον παρακολουθούσε λοιπόν, τον κατασκόπευε, και ανυπομονούσε. Όμως. καμιά καταστροφή δεν επερχόταν, παρά το ότι η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο βαριά και αγχωτική.
---Απόδειξη ότι ο Ντονατιέ δεν γελιόταν και δεν αφηνόταν να τον κυριεύσει η φαντασία του, ήταν ότι οι περισσότεροι επιβάτες, στο πλοίο, συμπεριφέρονταν σαν να πλησίαζε κάποια συμφορά.
---Πολλές ώρες πριν από την καταιγίδα τα ζώα είναι εκνευρισμένα και όλη η φύση ανήσυχη.
Ε λοιπόν! Αυτή η ανησυχία διαφαινόταν σε ανώδυνες χειρονομίες, σε συμπεριφορές που μπορεί να περνούσαν για φυσιολογικές.
(...)


copyright©Εκδόσεις Άγρα – Σταύρος Πετσόπουλος.

αρχή σελίδας


 

αρχή σελίδας

ΣΤΕΙΛΤΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΜΑΣ

Αγαπητοί αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2006 οι "Στάχτες" εκλεισαν 3 χρόνια. Οι επισκέψεις αυξήθηκαν. Δεχθήκαμε αρκετά μηνύματα από πολλούς από εσάς που θέλουν να δημοσιεύσουν κείμενά τους στις «στάχτες». Από αυτό λοιπόν το τεύχος αρχίζουμε την συλλογή κειμένων (πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο) που θα ενταχθούν σε νέες σελίδες μέσα στο περιοδικό.
Μπορείτε να στείλετε κείμενά σας στο stachtes@2stratos.com συνοδευόμενα από ένα σύντομο βιογραφικό. Κάποια φωτογραφία που να σας εκφράζει είναι επίσης καλοδεχούμενη. Χαρακτηρίστε τα κείμενά σας, είτε σαν ποίηση, πεζό, δοκίμιο κ.α.
Κάποια κείμενά σας μπορούν να δημοσιευτούν στην κύρια σελίδα κάποιου τεύχους αν το κρίνουμε εμείς, και μετά από έγκριση δική σας

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

copyright2003-2006©Logo - contents may be copied. Editor, Designer-Owner : visual artist Stratos Fountoulis / copyright2003-2004©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης Στράτος Φουντούλης

 

Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες / Brussels, Belgium