.

.

(13)

Απρίλιος - Μάϊος 2006

w w w . s t a c h t e s . c o m

(Οι ιστοσελίδες μας αποδίδουν σωστά σε οθόνη με 1024 Χ 768 pixels)

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο) - Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Κική Δημουλά – «εκτός σχεδίου» - Ευγενία Ηλιοπούλου - Χρήστος Φασούλας - Ελληνομνήμων: Άγνωστος Συγγραφέας - Δημήτρης Βαρβαρήγος - Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου - Μανώλης Βασιλάκης: Εκφράσεις του Νεοελληνικού Ανορθολογισμού - Νίκος Φωκάς - Ιωάννης Καζαντζάκης - Opus Dei (?)__ Διαβάστε τα κείμενα συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση)

ΟΙ ΣΤάΧΤΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ!

αρχή σελίδας

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)

Η εικόνα. Το βλέμμα..

Οι λέξεις και τα σύμβολα, η πραγματικότητα με σύμβολα, και η πραγματικότητα μέσω πραγματικότητας. Η πραγματικότητα, το βλέμμα, και η σημειωτική.

H επιθυμητή, ιδεατή εικόνα, δεν ταιριάζει στην εικόνα της πραγματικότητας. Το βλέμμα πληγώνεται. Η σύγκρουση του ιδεατού και η εικόνα. Μια σύγκρουση αέναη. Η θέαση και η αναπαράστασή της. Το βλέμμα που η πραγματικότητα της εικόνας σκοτώνει, με σκοπό να το διορθώσει, να το μεταμορφώσει και να το προσαρμόσει στο δικό του αντιληπτικό μοντέλο. Το βαρύ φορτίο της μνήμης, οι αναμνήσεις και η σύγκριση. Το βλέμμα θέλει να καταλάβει, ακόμη και μέσα από τα μάτια των άλλων. Θέλει τις εικόνες να παίρνουν σχήμα. Τις καλλωπίζει με βιώματα, παιδεία και χρώματα. Χρειάζεται και στιγμές σιωπής αναπαυόμενη σε λευκές σελίδες. Βιώνει με τύψεις την έκπληξη του βασανισμού σε χώρους που δεν υπερβαίνουν τον ατομισμό μας. Μένει με τα ερωτηματικά, βλέπει τηλεοπτικές κάμερες, φωτορεπόρτερ και άλλους δούλους–θαυμαστές παρατεταγμένους υπομονετικά. Τα φλας θα φωτίσουν πρόσωπα και εικόνες θα μεταδοθούν παντού. Εικόνες απατηλές χωρίς καταγραφή ουσίας. Ένας άτιμος συμβιβασμός ξετυλίγεται, και το βλέμμα ασφυκτιά. Ο μηδενισμός του θεατή. Τα λόγια και οι λέξεις αδυνατούν στις αντιθέσεις που καταγράφει το βλέμμα. Τα ειδικά εφέ και ο εκκωφαντικός θόρυβος της ασχήμιας. Η σαβούρα των θεαμάτων, της πνευματικής τεμπελιάς, η αδιαφορία του κοινού και η έλλειψη ενδιαφέροντος, εκεί στον καναπέ. Στο πόδι όλα. Σερβιρισμένα από επιτήδειους που παραποιούν. Τα πάντα είναι θέαμα. Πρωτόγονο θέαμα.


** Βρετανικό τηλεπαιχνίδι καλεί το κοινό να ψηφίσει το πιο άσχημο κτίριο
της χώρας, με έπαθλο... το γκρέμισμα του! (και με την υποστήριξη της Βασιλικού Ινστιτούτου Βρετανών Αρχιτεκτόνων)

** «Τέσσερις μήνες φυλακή για βιασμό κατσίκας». Πλήρες ρεπορτάζ, με τον δήμαρχο ή νομάρχη ή κάποιον σχετικό βαρύγδουπο τηλεοπτικό αστερίσκο.
** Τηλεοπτικό πάνελ με παπάδες, υπουργούς. Ύφος σοβαρό, και από πίσω η αβάντα του «ειδικού επιστήμονα» να προσδίδει κύρος και άλλοθι σε άλλον έναν μηδενισμό του θεατή.
** Πλημμυρίδες αλληλεγγύης μας δακρύζουν, και το ύφος, Ύφος. Το θέαμα με μακροσκελείς κατάλογους νεκρών εξάπτει και τα ratings παίρνουν την ανιούσα.
** Τα τσιφτετέλια, οι πίστες, και το αθώο, λάγνο βλέμμα της ξανθιάς στάρλετ, φέρνει δάκρυα χαράς, σ’ένα βόθρο τηλεοπτικής δημοσιογραφίας.


Υπάρχουν όμως βάλσαμα όπως αυτό του Μαρσέλ Προύστ
(*)... [] «Ενόσω η ανάγνωση είναι για μας η παροτρύνουσα δύναμη της οποίας τα μαγικά κλειδιά ανοίγουν στα βάθη του εαυτού μας την πύλη των ενδιαιτημάτων όπου δεν θα ξέραμε τον τρόπο να εισδύσουμε, ο ρόλος της ζωής μας είναι ευεργετικός. Γίνεται αντίθετα επικίνδυνος όταν η ανάγνωση, αντί να μας μυήσει στην πνευματική ζωή, τείνει να την υποκαταστήσει, όταν η αλήθεια δεν μας παρουσιάζεται πλέον ως ιδεώδες το οποίο μπορούμε να πραγματοποιήσουμε αποκλειστικά και μόνον με την ενδιάθετη πρόοδο της σκέψης μας και με την προσπάθεια της καρδιάς μας, αλλά ως πράγμα υλικό, που το έχουν εναποθέσει μεταξύ των φύλλων των βιβλίων ως μέλι επεξεργασμένο στην εντέλεια από άλλους και που εμείς δεν έχουμε παρά να μπούμε στον κόπο να το φτάσουμε πάνω στα ράφια της βιβλιοθήκης και να το γευτούμε εν συνεχεία παθητικά μέσα σε τέλεια σωματική και πνευματική χαλάρωση. Κάποτε μάλιστα, σε ορισμένες κάπως ιδιάζουσες περιπτώσεις, και πάντως λιγότερο, όπως θα δούμε, επικίνδυνες, η αλήθεια, νοούμενη, πάλι ως εξωτερική, βρίσκεται κάπου μακριά, κρυμμένη σε τόπο δυσπρόσιτο». []
____________

(*)Μαρσέλ Προύστ: «Ημέρες Ανάγνωσης» Μετάφραση Μήνα Πατερική-Γαρέφη. Εκδόσεις Ίνδικτος

Copyright©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, 15 Μαρτίου 2006.

αρχή σελίδας

Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Κική Δημουλά – «εκτός σχεδίου» (εκδόσεις Ίκαρος, 2005)

H Κική Δημουλά είναι γνωστή κυρίως από τις ποιητικές συλλογές της. Στην εν λόγω φρεσκοτυπωμένη έκδοση, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούλιο με τον τίτλο «εκτός σχεδίου» από τις εκδόσεις Ίκαρος, συναντάμε σαράντα τρία μικρά αφηγήματα δύο ή τριών σελίδων το καθένα. Το βιβλίο ξεκινά με μια μικρή έκπληξη. Στη θέση του κλασσικού προλόγου η συγγραφέας παραθέτει έναν επίλογο, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη με την αντιστροφή των όρων. Στις πρώτες κιόλας σειρές φροντίζει να εξηγήσει πως ο επίλογος με τον οποίο ανοίγει το βιβλίο της αναφέρεται στην ιστορία αυτών των κειμένων που παρέμειναν κλεισμένα σε κάποιο συρτάρι για περισσότερα από σαράντα χρόνια χωρίς να διεκδικούν μια θέση στο φως της μέρας ούτε όμως και να παραιτούνται από αυτή την προοπτική ενώ τώρα, με αυτή την έκδοση, τερματίζουν την πορεία τους.
Κλείνοντας τον επίλογό της, η ποιήτρια σημειώνει πως το μόνο που μπορεί να αποκομίσει από αυτή την εκδοτική κίνηση είναι ένα μεγάλο κέρδος, καθότι ακόμα και μέσα από μια ζημιά αυτό που προτιμά να αποταμιεύει είναι ένα προσωπικό, πολύτιμο όφελος, μια μικρή δόση σοφίας και ωριμότητας-όπλο για το μέλλον.
«Αμύνεσθαι», «Τα κόκκινα παπούτσια», «Κάλαντα», «Δυσμαί του βίου», «Μνήμην άειδε θεά», «Θέατρο σκιών», «Η θεία βεβαιότης», «Μικρά ταξίδια», «Ο κινηματογράφος», «Παρά το προσκέφαλον», «Γεφυρώνοντας», «Στοιχειοθεσία 2004», «Χαρτογραφία», «Δήθεν» είναι κάποιοι από τους τίτλους των μικρών αφηγημάτων που συναντά ο αναγνώστης σε αυτή την έκδοση και οι οποίοι, με την πρώτη ματιά, φαίνονται αρκετά ικανοί να προσφέρουν μια κατατοπιστική ιδέα του γενικότερου κλίματος που ξεδιπλώνεται λέξη με τη λέξη μέσα στο βιβλίο.
Η γλώσσα της Κικής Δημουλά είναι ρευστή και ζεστή. Μια γλώσσα φιλικής θερμοκρασίας που ενθαρρύνει κι αγκαλιάζει τον αναγνώστη τραβώντας τον μεθυστικά στα βάθη της διήγησης. Με όχημα αυτή την τόσο δική της χρήση της γλώσσας, η συγγραφέας, χωρίς την παραμικρή λεκτική ή νοηματική βιαιότητα, κατορθώνει να κάνει μια νοητή πλύση στομάχου στο κοινό φέρνοντάς το αντιμέτωπο με πολυτάραχα συναισθήματα και ζόρικες σκέψεις πάνω στο βίωμα και στην εμπειρία, στυλώνοντας πάνω τους ένα βλέμμα διεισδυτικό κι αποφασισμένο, που δεν φοβάται την αντιπαράθεση.
Η Δημουλά μας επιτρέπει έτσι να παρεισφρήσουμε σε μια χρονική τρύπα σκορπώντας μπροστά μας λέξεις-καραμέλες που γλυκαίνουν τη διαδρομή μας προς τα πίσω δείχνοντάς μας το παρελθόν και μεταφέροντάς μας στο χρώμα αλλοτινών καιρών που γίνονται ανάμνηση και προσωπικός χρόνος για τον καθένα μας, μέσα από τη γεύση των αισθημάτων και των περιγραφών. Αυτό είναι ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά της γραφής της Κικής Δημουλά: η ορμή της μετάθεσης του τώρα στο πριν και αντίστροφα, η ικανότητα να χρωματίζει τον καιρό απεικονίζοντάς τον με απτό τρόπο, να ζωντανεύει τις στιγμές και να τους δίνει υπόσταση και ύλη, θερμοκρασία ζωντανού οργανισμού που αποζητά την επαφή με ομοίους του για να φτερουγίσει ακόμα πιο ζωηρά στη ζωή.
Τα θέματα του βιβλίου είναι στιγμιότυπα και σκέψεις από μια παιδική, εφηβική κι ενήλικη ζωή που σήμερα σηματοδοτούν την ανάπτυξη κάποιων ξεχωριστών συναισθημάτων και σκέψεων. Συχνά οι στιγμές κατά τις οποίες συμβαίνουν τα πράγματα δεν ευνοούν και την διαλεύκανση της όποιας σημασίας αυτών των πραγμάτων. Μας βρίσκουν βιαστικούς, ίσως απροετοίμαστους γι’αυτά ή απλώς μη διαθέσιμους. Οι σημασία των αναμνήσεων δικαιώνεται τη στιγμή που εκείνες αποκτούν μια διεκδικητική θέση στο χρόνο κι επανέρχονται για να ζητήσουν τα χρωστούμενα από εκείνους που οφείλουν.
Όλοι ξέρουμε πως κάτι οφείλουμε εάν κάτι ξεχάσαμε, παραβλέψαμε, παρερμηνεύσαμε ή έστω αν δεν του δώσαμε μια κάποια σημασία. Σε άλλες περιπτώσεις οι στιγμές απλώς επανέρχονται ταξιδεύοντας γοργά μέσα στο χρόνο σαν ολόλευκα φτερά που πέταξαν γι’ αλλού με ένα απρόσμενο φύσημα του ανέμου.
Η Δημουλά, μέσα από αυτά τα λευκά ταξίδια, ερμηνεύει την ίδια τη ζωή, εξηγεί σήμερα τα τι και τα πώς κάποιου άλλου καιρού, διηγείται ιστορίες φορτωμένες με στολίδια από χρόνο και ζωές, πότε μαύρα πότε άσπρα, που άφησαν πίσω τους ολοζώντανα και σπουδαία ίχνη, πολύτιμα σημάδια αναγνώρισης σε άγνωστους καιρούς μιας γνωστής πραγματικότητας.
Με τις δικές της, απόλυτα προσωπικές και ιδιαίτερα ζωντανές περιγραφές τόπων και ανθρώπων, συναισθημάτων και σκέψεων, χρωμάτων και μυρωδιών, η συγγραφέας συνθέτει με μητρική σχεδόν στοργή τα πολύτιμα τοπία της. Με τρόπο νοσταλγικό, αρκετά ρομαντικό και ταυτόχρονα απόλυτα ρεαλιστικό, ο αναγνώστης βλέπει να εκτυλίσσονται μπροστά του κομμάτια ζωής που μυρίζουν άνοιξη κι έχουν γεύση σπιτικού γλυκού, οραματίζεται στρογγυλοπρόσωπα κορίτσια με ολόμαυρα μάτια και κόκκινα παπούτσια κι αφουγκράζεται μελωδικές ή και πιο τραχιές -γι’ αυτό και τόσο αληθινές- αντρικές φωνές μέσα από λαϊκά σπίτια ή από το βάθος κάποιου συνοικιακού δρόμου.
Η δύναμη της Κικής Δημουλά μοιάζει με μικρή θελκτική αποπλάνηση, με ένα ταξίδι στο οποίο προσκαλεί τον αναγνώστη της προσφέροντάς του ως μέσον την παράξενη αίσθηση που καταφέρνει να τον κάνει να νιώσει καθώς τον παρασύρει σε περιπάτους μέσα σε σκοτεινές αποθήκες-χρονοντούλαπα. Αρκετές φορές, διαβάζοντας αυτά τα μικρά αφηγήματα ο αναγνώστης μπαίνει στον πειρασμό να σκεφτεί πως τα πράγματα του ανήκουν κι εδώ κρύβεται η συγγραφική μαεστρία της συγγραφέως, καθώς καταφέρνει να ενσωματώσει τα μάτια που κοιτάζουν τις εικόνες μέσα σε αυτές τις ίδιες τις εικόνες που περιγράφει.
Η διήγηση ρέει στρωτά χωρίς να γλιστρά ούτε στο μελό ούτε στην κωμική σοβαροφάνεια. Το ύφος των κειμένων δεν είναι πάντοτε λυρικό, εντούτοις παραμένει βαθιά ποιητικό ακόμα κι όταν το περιεχόμενο κινείται σε πιο ηλεκτρικές σφαίρες. Το περιεχόμενο ηλεκτρίζει όταν η συγγραφέας εισχωρεί σε άκρως προσωπικές της σφαίρες και προς χάριν της μυθοπλασίας σκηνοθετεί το γενικότερο πλαίσιο της ιστορίας με λεπτεπίλεπτες διαχωριστικές γραμμές που ενδέχεται κατά περίπτωση να λειτουργήσουν και ως αιχμές για τον αναγνώστη. Τότε έρχεται η σειρά του να αναρωτηθεί και να ερευνήσει τη σχέση και τον αντίκτυπο εκείνου που διαβάζει πάνω σε εκείνο που ζει ή σκέφτεται.
Παρακολουθώντας τους εσωτερικούς ρυθμούς της συγγραφέως κι ακούγοντας τον παλμό της γλώσσας και του ύφους της ο αναγνώστης τρυπώνει σε προσωπικές κρυψώνες μέσα στο άβατο της συγγραφικής δημιουργίας που προτίθενται να τον ξεναγήσουν σε πολύ φιλόξενους νοητικούς χώρους. Τα μοτίβα της καθημερινής ελληνικής πραγματικότητας επανέρχονται με τη μορφή τοπίων, χαρακτήρων ή συμπεριφορών που κανένας Έλληνας δεν θα δυσκολευόταν να αναγνωρίσει και να ερμηνεύσει.
Η συγγραφέας σκύβει προστατευτικά και με τρυφερότητα πάνω από τις συνήθειες που καθίστανται κάθε φορά συστατικό στοιχείο ζωής και με όχημα το σεβασμό για τον στοχασμό και τα αισθήματα μας προσφέρει κομμάτια μιας πολύ ανθρώπινης και άμεσης καλλιτεχνικής δημιουργίας.
«Όταν μετά από χρόνια ο θείος Ευγένιος έφτιαξε μια νέα επιχείρηση, τη μόνη επικερδή, επιχείρηση νεκρού, μέσα στα λίγα πράγματα που μαζέψαμε από το σπίτι του ήταν και η σάκα του. Σκληρή σαν ψαρόβαρκα. Μέσα βρήκα δίχτυα στα οποία είχαν πιαστεί φτηνές μαριδούλες οι μέρες του, τις οποίες η μάνα μου τηγάνιζε χωρίς βαρυγκώμια, επί μακρόν, μέσα σε καυτό κλάμα της. Αφού προηγουμένως τις αλεύρωνε με τα παιδικά του χρόνια».

Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες

αρχή σελίδας

Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο (περισσότερα για την δημιουργό στις Λόγο-Στάχτες)

hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère…(les fleurs du mal, Baudelaire)

νύχτα.
βραδάκι καλύτερα, δεν είναι ούτε έντεκα.. κι όμως μοιάζει μεσάνυχτα.. βραδινή μοναξιά.. νοσταλγική μοναχική ελευθερία... αυτό το απόβραδο αρχίζω και συνειδητοποιώ κάτι, τι ακριβώς δεν ξέρω ίσως το ότι είμαι εδώ..
το σκοτάδι όλο και πιο βαθύ μου γνέφει πως χωρίς τραγούδι θα με νανουρίζει.
Εδώ, απαλλαγμένη από την ρουτίνα μου ζω χωρίς χρόνο.. χωρίς την αίσθηση του.. και κάθε που νυχτώνει νωρίς είναι δύσκολη και μακρά η καταβύθιση.. στο ξένο.. σε μένα που εδώ έγινα το ξένο..
καθισμένη σε μια καρέκλα που δεν μου ανήκει, περνάω τη νύχτα μου σε ένα προσωρινό κατάλυμα. η βαλίτσα μου με κοιτάζει θλιμμένη.. =παραπονιέται που την σκουντάω συνέχεια όπως περπατάω.. ένα μήνα και δεκαπέντε μέρες δεν την πήρα από τη μέση..
το διαβατήριο μου το έχω πάντα στην τσάντα. και ο δρόμος που ξέρω καλύτερα είναι αυτός για το αεροδρόμιο και το σταθμό. Ο δρόμος προς την έξοδο κινδύνου.
ότι με συνδέει με αυτούς που αγαπώ και με ότι έχω συνηθίσει.. ότι μου θυμίζει το χώρο που με έπλασε και τον ένιωσα δικό μου ταξιδεύει από το μυαλό μου στα χέρια μου που παλεύουν να το κάνουν εικόνα, ζωγραφιά, πρόταση.
Το τεράστιο γραφείο και τα μολύβια μου.. ότι υπάρχει σ' αυτό το τεράστιο γραφείο που μου παραχωρείται.. και το φόντο λευκό.. φρεσκοβαμμένο λευκό..
έχω λίγο καιρό που έχω έρθει, κι όλα είναι στολισμένα με το άρωμα του καινούριου, έτοιμα να δεχθούν την νέα δική μου επιρροή.. μα δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι πως το φρέσκο χρώμα που μυρίζω παντού κάποτε θα με καλύψει κι εμένα κι ο επόμενος θα έχει την ίδια ψευδαίσθηση του καινούριου.. σαν να μην έζησε κανείς ποτέ εδώ κι ας ξέρει ότι υπήρξαν πολλοί.. κι ας είναι όλοι ένας για τους υπόλοιπους, αυτός που δεν θα κάτσει παρά μονάχα ακαθόριστα λίγο.
με δέχεται κι εμένα το δωμάτιο για τον ξένο. για αυτόν που έρχεται από διάφορες χώρες, φέρνοντας μαζί του μια άγνωστη μυρωδιά. Αυτόν που όταν τον πλησιάζεις διακρίνεις μια άλλη απόχρωση στα μαλλιά , ένα αλλιώτικο στήσιμο στο χώρο. Το πρώτο που καταλαβαίνεις με το που του μιλάς είναι ότι κι αυτόν τον έσπρωξε ένα διαφορετικό κίνητρο. Όλη του η ύπαρξη και η παρουσία, μάτια που ατενίζουν, παρατηρούν.. γεμάτα με την ίδια απορία. Ο ξένος ως ιδιαίτερη μονάδα και ως σύνολο με τόσα κοινά στοιχεία. Ειδικά εκείνη η φωνή με το δείλιασμα στη γλώσσα να μας χαρακτηρίζει όλους, να μας κάνει λίγο να ντρεπόμαστε, τα μέλη μας σφιχτά.. η φανερή συγκρότηση του παρατηρητή.
στα αριστερά μου ,το μεγάλο ψυχρό κρεβάτι. φιλοδοξεί τους επόμενους μήνες να αγκαλιάσει το σώμα μου.. ούτε η κουβέρτα δεν μου ανήκει.. η βάση των ονείρων μου, γη ξένη, η σκηνή ξένη κι αυτή.. το ίδιο το όνειρο μου, αμήχανο.. πλέον θυμάμαι και περιμένω.. δεν ονειρεύομαι..
άλλωστε αυτό είναι το ταξίδι, στο οποίο μπόρεσα να αφεθώ.. γι αυτό η νύχτα μου μοιάζει να άδειασε, δεν μπορώ να την αγαπήσω..
κι ας μην μου λείπει το παιδικό μου κρεβάτι, κι ας με κούρασε η ζεστασιά του, μερικά βράδια δυσκολεύομαι να κοιμηθώ στο στρώμα του ξένου, και ίσως για αυτό να ξυπνάω πάντα ανεξήγητα νωρίς, μην έρθει και με δει που του πήρα το κρεβάτι του, χωρίς να τον ρωτήσω.
Γιατί ακόμα δεν έχουμε συναντηθεί κι ας νιώθω πως τον ξέρω πολύ καλά.. γι αυτό δεν είχα την ευκαιρία να τον ρωτήσω.. στ’ αλήθεια. Μάλλον εγώ δεν θέλω να τον δω.. γιατί πια μέσα στη φιγούρα του έχουμε στριμωχτεί πολλοί.. κι εγώ και όλοι οι άλλοι..
Γι αυτό δεν θέλω να κοιτάζω μέσα στον καθρέφτη που βρίσκεται έξω από την πόρτα μου.. σαν να αισθάνομαι ότι θα δω πολλούς ανθρώπους να περνούν μαζί, κι όμως με την άκρη του ματιού μου δεν βλέπω απολύτως κανέναν.
εγώ ο ξένος.. όπως όλοι οι άλλοι.. γίνομαι αυτοί οι άλλοι, που στη δική μου γη ένιωσα τόσο μακριά μου κι όμως τελικά τους είχα μέσα μου, όπως κι αυτοί έχουν εμένα κι έτσι σκέφτομαι ότι και εκεί στη δική μου γη είμαι ξένη χωρίς να το ξέρω.

En étrange pays dans mon pays lui-même (Aragon)

.. θα περάσω και δεν θα αγγίξω τίποτα και ύστερα από πέντε μήνες ένας άλλος θα κοιμάται στο κρεβάτι που με περιμένει πάντα και μου παραστέκεται, και εγώ δεν θα υπάρχω ούτε σαν γρατσουνιά πάνω στον τοίχο. γιατί έτσι δεν πρέπει να υπάρξω.. παρασιτικά. κι μετά θα είμαι ξένη κάπου αλλού η θα αισθάνομαι οικεία εδώ και θα θυμάμαι σαν όνειρο την τωρινή, δοκιμαστική μου ξενιτιά. Για φαντάσου λοιπόν, να γυρίσω στη χώρα μου και να την αισθάνομαι ξένη και να νοσταλγώ το κρεβάτι αυτό που τώρα είναι γεμάτο από όλους τους ξένους.. να καταφέρω να κρατήσω τη γεύση του.. αφού κατάφερα να ξεχάσω τις προηγούμενες.
δηλαδή όλοι εμείς, οι ξένοι, είμαστε εκείνος ο άνθρωπος που πάντα έβλεπα να έρχεται και να φεύγει.. με μια ελπίδα στο βλέμμα που δεν βρίσκει ανταπόκριση σε ότι αντικρίζει, με ρούχα ταξιδιού, ταλαιπωρημένος από τον αέρα αλλαγής, νέος παρά την όποια ηλικία του, με το χέρι να ακουμπάει σε εκείνον το στεγανό χώρο κάπου στο μέρος της καρδίας για να χωρέσει η απογοήτευση.. με προτίμηση στα ευρύχωρα άνετα ρούχα για να στριμώχνει την λησμονιά που δεν θέλει ξανά να αναφέρει, γιατί σε αυτή τη γλώσσα κουράζεται να μιλάει πολύ..
ίσως για αυτό ο άνθρωπος που ερχόταν κι έφευγε δεν μιλούσε πολύ. ίσως γα αυτό να δίσταζε κι ίσως για αυτό να με κοιτούσε με εκείνη τη σκοτεινιά που έλεγα πως είναι μίσος.. γιατί δεν καταλάβαινε αυτόν τον κόσμο, όπως εγώ .ούτε μπορούσε να ζητήσει εύκολα να του τον εξηγήσουν.
Εγώ λοιπόν.. τελικά εγώ είμαι ο άγνωστος.
στο δεξί μου χέρι ένα μεγάλο τετράγωνο παράθυρο.. τα απέναντι σπίτια. κι εγώ ξέρω πως τα μάτια μου γίνονται μάτια ενός άλλου ανθρώπου γιατί εδώ είμαι η ξένη Ευγενία, ή μάλλον η Eugenia.. όχι αυτή που άφησα πίσω μου.
τα αγαπημένα μου βιβλία στο πάτωμα.. δεν θέλω να κάνω κατάχρηση της βιβλιοθήκης, φαντάζομαι είναι για όλους μας... σαν να μένουμε πολλοί εδώ, προσπαθώ να είμαι διακριτική.. και όλα τα αγαπημένα μου σκορπισμένα.. τα βιβλία, οι φωτογραφίες, η μουσική μου.. τα όνειρα μου..
το σκορπισμένο μου όνειρο..
κάπου εδώ ξέρω πως βρίσκεται ένα κομμάτι του..
κάπου εδώ το ένα μέρος του ονείρου μου προσαρμόστηκε και ζει και απλά με περιμένει να το βρω.. όπως του έχω υποσχεθεί..
πρέπει να έχει συννεφιά.. τι κι αν είναι βράδυ εγώ την βλέπω.. βαριά συννεφιά μάλιστα..
οι δρόμοι ήσυχοι τους χαϊδεύει κάτι σαν χιόνι που δεν το έχω ξαναδεί...
χιονόνερο..
ο καινούριος μάλλινος μπερές.. δεν θα μπορούσα να τον φορέσω στην Ελλάδα.. και το χιονόνερο στην κορφή του.. τόσο ξένο κι αυτό περνάει μπροστά από τα μάτια μου και φοβάμαι να το ακουμπήσω μήπως με ρωτήσει κάτι στα γερμανικά και δεν το καταλάβω.. του λέω guten Tag,wie geht's? για να με συμπαθήσει.. όπως αρχίζω να τα συμπαθώ όλα κι εγώ ..όπως αρχίζω να τα αγαπάω.. γιατί είναι τα καινούρια μου παιχνίδια που έχουν κάτι από τα πιο παλιά από τα πρώτα μου..
απαλές νιφάδες προσγειώνονται ανεπαίσθητα και μου γλυκαίνουν τον χειμώνα, γιατί τις γεύομαι και γεύομαι τον ελληνικό χειμώνα ή το χειμώνα που θα είχα κάθε χρόνο αν ζούσα πάντοτε εδώ από παιδί.
Δεύτερη νύχτα.. χιονισμένη… κατάλευκη.. εξαγνιστική.. πια δεν τη χρειάζομαι είμαι μόνη και δεν έμεινε τίποτα που να θέλω να εξαγνίσω.. η μόνη συντροφιά μου ένα τηλέφωνο που ώρες ώρες χτυπά .. σαν καρδιά ζωντανού ανθρώπου.. και κάποιες άλλες αυτός ο άνθρωπος σαν από κάτι να πάσχει.. βουίζει παράξενα, απειλητικά.. μου υπενθυμίζει την μοναξιά και την απόσταση. το χιονισμένο τοπίο.. μια carte postal ξεχασμένη κάπου στα έγκατα του μυαλού μου.. βγαλμένη από την παιδική φαντασία, από ένα παραμύθι που άκουσα και ονειρεύτηκα πολλές φορές.. πριν το τέλος πάντοτε είχα αποκοιμηθεί.. δεν το προλάβαινα.. έτσι και τώρα.. δεν θα μπορούσα να ξέρω να έχω προβλέψει..
Οι ράγες.. κυκλωμένες από το λευκό.. δυο κόκκινα φεγγάρια.. δυο κόκκινα φανάρια.. τα τραίνα κοντοστέκονται.. κι εγώ από το παράθυρο απλά παρατηρώ.. χωμένη στο ζεστό μου καταφύγιο των τόσων ανθρώπων απλά παρατηρώ.. αυτό το βράδυ δεν έχω που να πάω ..κι εκείνα που κάπου με περιμένουν αφήνουν την ίδια αίσθηση..
τώρα πρόσφατα αρχίζω να νιώθω ότι κάπου επιστρέφω.. και στο σπίτι της επιστροφής δεν θέλω να ξαναγυρίσω..
Το παράθυρο μου το έχω σχεδόν μόνιμα κλειστό.. το τζάμι θολώνει.. δεν αφήνω τα όνειρα άλλο να πετάξουν μακριά μου.. τα κλειδώνω εδώ μέσα κι ούτε που με νοιάζει..
Δεν θέλω να σκέφτομαι αυτό που μου λείπει απόψε το βαρέθηκα.. αλλά μου λείπει. Δεν το βρίσκω πουθενά.
Το σκοτάδι έξω είναι βαθύ το χιόνι λαμπιρίζει.. τι πανέμορφη πτώση.. η πτώση από τον ουρανό.. αγγελική..
Και την ημέρα γίνεται η λευκή σκιά ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων.. προστατευμένη από τον ήλιο που περιφρονεί αυτόν τον ουρανό ίσως γιατί δεν υπάρχει άλλη ομορφιά που να μπορεί να προσφέρει.. λευκή σκιά στις ανάγλυφες εσοχές, το λεπτό κλαδί, απογυμνωμένο από το φύλλο.. και ο ποιητής συλλογισμένος στο απέναντι παράθυρο παρακολουθεί την αντανάκλαση της λευκής σκιάς στο τζάμι και αισθάνεται πως πίσω από κάθε παράθυρο κρύβεται ένα δέντρο λυγερόκορμο παραδομένο στις διαθέσεις του χειμώνα με μοναδικό βάλσαμο το λευκό βρεγμένο μετάξι..
Οι σκεπές ίσα που φαίνονται.. το χώμα τρέφεται στο σκοτάδι.. μόνο το λευκό πέπλο μας σκεπάζει όλους..
Ο ποιητής.. το κρεβάτι μου το ξένο και η λευκή κουβέρτα που μας σκεπάζει όλους..
Ο ποιητής που βλέπει όλες του τις προσδοκίες σαν το παιχνίδι με το χιόνι.. να γίνονται χαριτωμένες εύπλαστες και εύθραυστες.. κάθε πρωί κάνει να το χαϊδέψει, του παγώνει το χέρι, η παλάμη του τρέμει.. η ψυχή του τρέμει.. ονειρεύεται και κυνηγά την προσδοκία.. και είναι μέχρι κι αυτή ώρες ώρες ξένη.. μοιάζει να μην του ανήκει..
Ο ουρανός μου ένα τεράστιο σύννεφο.. κι ο ποιητής μου μια τσέχικη καλοφτιαγμένη μαριονέτα που δεν έχω ταλέντο και ποτέ δεν την κρατάω σωστά..
Όλα της τα μέρη, τα ξύλινα δουλεμένα λίγο λίγο της δίνουν διάσταση σχεδόν πραγματική και εντυπωσιακή ευλυγισία στα χέρια του προικισμένου.. το πρόσωπο της νεανικό.. τα ρούχα της ταιριαστά.. στα δικά μου χέρια δείχνει όλο και λιγότερο άχαρη.. δίνω όρκο στη δική μου νεράιδα με τα πέντε πρόσωπα ότι θα έρθει η μέρα που στα ίδια αυτά χέρια θα πάρει τη χάρη και την λεπτότητα που της πρέπουν..
Η τέχνη μου… ο απέναντι ποιητής.. και το καΐκι μου που φθείρεται σε ένα λιμάνι, κάπου.. αφού δεν γινόταν να το πάρω μαζί μου.. το αφήνω να πνιγεί μαζί με τις σκέψεις και τα σχεδιάσματα που απορρίπτει ο απέναντι ποιητής.
Πότε πότε σπάει η συννεφιά.. πόσο μου έχει λείψει αυτό το γαλάζιο.. πόσο μου έχει λείψει ο γαλάζιος ουρανός.. πόσα είχα ζήσει κάτω από το βλέμμα του.. η ανάμνηση του καλοκαιριού.. το καλοκαίρι μου.. το καλοκαίρι..
Και ο απέναντι ποιητής να μου γελά κάθε που του ψιθυρίζω μέσα από τα δυο παράθυρα τη σύνθετη συνειρμική λέξη. Καλοκαίρι..
Η κορυφή του δένδρου τρυπάει το σύννεφο.. ξεχειλίζει το γαλάζιο..
ο στίχος του Ποιητή ανάμνηση ερωτικής τρυφερότητας.. να σχηματίζεται από τα σύννεφα.. «γαλάζιε μου..»
«το γαλάζιο βιβλίο»
ο συγγραφέας.. το έργο.. το λευκό περιστέρι φτερουγίζει σαν φάντασμα.. ένα ρίγος.. η ανάμνηση του παιδικού φόβου για το φάντασμα..
ο λευκός κύκνος και ο γκρίζος φίλος του στη λίμνη στο αγγλικό πάρκο.. τρίβονται με στοργή.. εραστές μέσα στη λίμνη.. δυο νούφαρα που ερωτοτροπούν.. το φυτό από «ν» στο παιχνίδι.. δυο νούφαρα που δεν έχω δει ποτέ.. το αστέρι που δεν είδα ποτέ να πέφτει κι όμως σαν να τα έχω αντικρίσει εκατομμύρια φορές.. και τα δυο.. η φαντασία μου πόσο με μπερδεύει ώρες ώρες..
η αντανάκλαση του δέντρου στο κλειστό παράθυρο του απέναντι ποιητή που έχει μέρες να φανεί.. μοιάζει με δέντρο στην δύση του ήλιου στο τροπικό νησί που ποτέ δεν έχω πάει άλλα έχω όλες τις φωτογραφίες του..
σκοτεινός κορμός.. λεπτά κλαδιά.. κίτρινος τοίχος.. ο ήλιος βλέπει από απόσταση το χιόνι.. δεν πλησιάζει ποτέ.. χιόνι, ήλιος, το δικό μου δέντρο που με τον άνεμο προσπαθεί να ζευγαρώσει με το διπλανό..
ένα πουλί.. σαν μαύρο χελιδόνι.. ξεχασμένο εδώ.. φτερουγίζει πάνω από τις ράγες του τρένου, οσφραίνεται τον καπνό του ταξιδιού… και φεύγει μαζί με το τραίνο που έρχεται για τις κεντρικές πλατείες.. λιθόστρωτο έδαφος.. αγάλματα.. όμορφα κτίρια.. η βαυαρική περηφάνια… ο πλούτος ..
το χελιδόνι σαστισμένο.. πετάει κάτω από τις αψίδες.. κάπου τις έχει ξαναδεί.. του εξηγώ με περηφάνια ότι ξέρω να του πω τι του θυμίζουν.. δεν με ακούει.. η φωνή μου χάνεται μέσα στο πέταγμα του.. ίσως δεν κατάλαβε τα σπαστά γερμανικά μου…μπροστά στα μεγαλεπήβολα κτίρια σίγουρα θα γυρίσει σε μένα για να ρωτήσει.. και τότε θα του απαντήσω ελληνικά χωρίς να με νοιάζει αν θα καταλάβει..
ένα παλάτι.. ένας κήπος μεγάλος.. λουλούδια..
το ακράγγιγμα του ποιητή.. δίνω το χέρι μου..
συστήνομαι..
τίποτα δεν αφήνω ξένο σε αυτήν την πόλη..
η λευκή σκιά όλο και πιο έντονη πάνω στα κοιλώματα απλώνεται εγωιστικά.. το χέρι μου δε φτάνει να τη μαζέψει να την περιορίσει..
μόνο το βλέμμα του ποιητή την μορφοποιεί.. το μάτι μου στο μάτι του αναρωτιέμαι πώς να φαντάζει..
ο καθρέφτης κι εγώ.
Ο απέναντι ποιητής κι εγώ.
Εμείς, δυο ξένοι αντικριστά στην ξένη όμορφη πολιτεία..
Με το δάχτυλο, μου γράφει στο τζάμι ότι δεν πιστεύει πια στην έμπνευση.. στενοχωριέμαι εγώ πίστευα.. αισθάνομαι κάπως κουτή σαν παιδί που ακόμη πιστεύει στον Άγιο Βασίλη..
Πιστεύω ακόμα κι ας προσπαθώ χωρίς αυτήν να απαντήσω κάτι στον απέναντι ποιητή.. του λέω πως δεν με χωράει το παράθυρο.. του λέω ψέματα..
Την περιμένω.. να με επαληθεύσει.. δεν έρχεται.
Δεν ήρθε ακόμα δηλαδή… η μουσική μου απλώνεται στο δωμάτιο.. πόσο ξένη θα ακούγεται σ’ αυτό το δωμάτιο.. πόσο ξένο θα ακούγεται το παραμιλητό μου το βράδυ.. το τραγούδι μου.. ο σκοπός μου ο πένθιμος και ο χαρωπός και αυτά ξένα και αλλοπρόσαλλα.. σιγά =σιγά θα έρθει και ο γερμανικός μου σκοπός, το γερμανικό μου παραλήρημα.. και οι τοίχοι θα με αγκαλιάσουν πιο πολύ γιατί θα με έχουν καταλάβει…
Τα δάχτυλα μου είναι λίγο σκούρα στην άκρη.. παγώνουν αλλά συνεχίζουν να εργάζονται αν και λίγο νευρικά.. ένας άτεχνος γλύπτης.. δεν μπορεί να φτιάξει τον δικό του ήρωα.. πώς να είναι εκείνος ο ήρωας.. ένας μικρός ήρωας.. μια μεγάλη πόλη..
Μια μεγάλη κρύα πόλη.. που δεν χωράει τον ήρωα μου…. Κι ας είναι ένα λυπημένο παιδί μοιάζει να μην τον θέλει.. σήμερα μου χτύπησε δειλά την πόρτα.. με παρακάλεσε να τον δεχτώ, να τον κρατήσω και στο τέλος του το υποσχέθηκα.. κι έτσι από αύριο θα σκέφτομαι και για τους δυο μας πως γίνεται να ενσωματωθούμε.. να μείνουμε εδώ και να μάθουμε κι εμείς με τη σειρά μας πως χορταίνει κανείς την πείνα του στο χιόνι.. πως ημερεύει τα ματιά του στο λευκό και στο μαύρο.. στο κενό.
Η λευκή μου κούπα, λίγο τσάι με μέλι και το κορμί μου που δεν μπορώ να ζεστάνω.. πείσμα που εύκολα χάνεται, μοναξιά, νοσταλγία.. ένα όπλο στα χέρια μου.. το πράσινο ένδυμα.. τα δέντρα.. είμαι λοιπόν ένας στρατιώτης.. και τώρα που το σύννεφο έγινε άλογο τα έχω όλα για να περιπλανιέμαι αυτάρκης και περιπετειώδης στην Ευρώπη. Ο αγαπημένος μου Latin σκοπός.. ο ρυθμός της ζωής μου.. χωρίς λόγια.. χωρίς στίχο.. κάποτε έλεγα ότι το στίχο θα τον προσθέσω εγώ και τελικά έμεινε ένα απλό ορχηστικό κομμάτι.
Οι χαζές μου λέξεις.. Προσπαθούν κι αυτές να επιβιώσουν στο λευκό έστω αυτό το ηλεκτρονικό.
Οι χιλιάδες εικόνες που στριφογυρίζουν στο μυαλό μου τις κάνουν συνεχώς πιο ανούσιες. Γι αυτό πρέπει να σταματήσω.
Ένα μαχαίρι να βυθίζεται μέσα μου, ποιος ξέρει γιατί.. και η σκέψη μου τόσο μακρινή.. χάνεται κάπου στο παρελθόν μου και εκεί ψάχνει να βρει το μέλλον μου.. προσπαθεί, αναμοχλεύει, ανακατεύει, αγχώνεται, φοβάται και τότε σμίγει με την φαντασία μου και γαληνεύει.. βρίσκει ανάπαυση.. ησυχία, γιατί είναι σίγουρη πως κάτι πεθαίνει κι αυτό δεν αλλάζει.. και τούτη η θλιβερή διαπίστωση είναι και αυτή μια ησυχία.
Ένας άγνωστος περπατάει αδιάφορα στο πεζοδρόμιο.. το μέλλον μου σαν μοναχική σκιά, που περιφέρεται συλλογισμένη.
Ένας χορός. Χορεύω στους ήχους της μουσικής που φαντάζομαι, με έναν άνθρωπο που δεν μπορώ να φέρω κοντά μου.. δεν είμαι σίγουρη καν ότι υπάρχει, μόνο η λάμψη από το χαμόγελο του.. και η γλύκα του προσώπου του κρυμμένα σε μια γωνιά μέσα μου…όποιος και να ‘ναι.. νιώθω να τον χρειάζομαι..
Σήμερα έβγαλε ήλιο, τα μάτια μου δεν το πιστεύουν, αδυνατούν να σταθούν ορθάνοικτα.. πάνω από είκοσι μέρες μόνο γκρίζο.. αυτή η φωτεινή αύρα μοιάζει με στράτευμα, παρασέρνει το παγερό λευκό.. αντιστέκεται στη νύχτα..
Πόσο μπορεί να κρατήσει όμως.. όχι πάνω από μια μέρα.. ήδη ώρες ώρες χάνεται, κατατροπώνεται από τον εχθρό.. και όλοι ξέρουμε πως μέχρι αύριο θα έχει νικηθεί..
«νίκη νίκη όπου έχω νικηθεί»
Διασκεδάζω τον εαυτό μου γουλιά τη γουλιά.. τον βεβαιώνω ότι ζει αυτό που ζει, ότι βλέπει αυτό που βλέπει με μια ημερολογιακή διήγηση.. με την ψευδαίσθηση ότι κάποιος θα τη διαβάσει και θα του αρέσει.. είναι το γράμμα μου για όλους που δεν κατάφερα ποτέ να στείλω αντί αυτού προτίμησα τις καθιερωμένες αράδες με λίγη απόκρυψη της αλήθειας.
Γιατί πράγματι περνάω υπέροχα καλά.. τόσο διαφορετικά καλά, παραδομένη στην ελευθερία της μοναξιάς.. διαθέσιμη στον εαυτό μου και στο διαφορετικό.. γεύομαι σπόρο το σπόρο την ζωή αυτού του τόπου, που φαίνεται να είναι τόσο διαλεκτή, γεύομαι τις τόσες γεύσεις που δεν φαντάστηκα ποτέ ,ακόμη και αν δεν μου αρέσουν.. γεύομαι το δωμάτιο μου.. το λουλούδι μου στη γλάστρα έξω από την πόρτα.. χορταίνω τη μοναξιά στο δρόμο.. την απόλυτη αποξένωση.. αφήνομαι να είμαι ξένη τόσο ξένη σαν αόρατο φάντασμα και να παρατηρώ κι έτσι τη γεύομαι καλύτερα. και όταν όλα αυτά τα λέω στον εαυτό μου με πείσμα αυτός ο αφελής με πιστεύει και δεν του λείπει τίποτα.. τίποτα απολύτως.. το μόνο που θέλει είναι να στέκεται στο παράθυρο να περιμένει τον απέναντι ποιητή κάπου να εμφανιστεί.. για να του πει με δικό του τρόπο όλα όσα είδε στο θέατρο, στα γερμανόγλωσσα βιβλία, στις εκθέσεις ζωγραφικής.. να νιώσουν μαζί την έξαρση για την ομορφιά της τέχνης.. και ύστερα να αφήσουν το χιόνι να τους συνεπάρει και να τους χωρίσει, μαγεμένοι από το θέαμα..
Το δέντρο λούζεται στη χιονόπτωση, οι δρόμοι χάνονται κάτω από το λευκό πέπλο μυστηρίου.. οι ράγες του τρένου πάλι χάθηκαν.. η νύχτα λαμπιρίζει ρίχνει όλα της τα αστέρια μαζεμένα, δεν κρατάει τίποτα.. τα ντύνει καλά να μην κρυώσουν, σαν νιφάδες, και μας τα χαρίζει να κάνουμε όλες τις ευχές μας μαζί.. η νύχτα μητέρα.. σαν τη δική μου τη μητέρα που τώρα θα σβήνει το φως, θα βλέπει λίγη τηλεόραση κι ύστερα θα κοιμάται χωρίς να μπορεί να δει αυτήν την ουράνια προσφορά.. όπως εγώ δεν θέλω να βλέπω πια τους δρόμους γιατί χαμένοι στο λευκό μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά.. και ότι ευχή κάνω είναι να δω πάλι το ίδιο όνειρο, το χθεσινό.. πως είμαι εγώ ο απέναντι ποιητής.. και στο δεύτερο μεταμφιεσμένο αστέρι μια πιο τραβηγμένη.. να ονειρεύεται κάπου κάπου κι ο απέναντι ποιητής πως είναι εγώ.. γιατί έτσι και για αυτόν θα είμαι ένας ποιητής σαν κι εκείνον και τότε δεν θα έχει αξία να ψάξουμε να βρούμε ποιος είναι ο ποιητής στα αλήθεια και ποιος στα ψέματα γιατί στη δική μας μικρή κλειστή κοινωνία των δύο ποιον να ρωτήσεις και που να βρεις πότε ονειρεύεσαι και πότε ζεις αν όλοι μας είμαστε μπλεγμένοι στην ίδια πλάνη.
Κι ένα βαλς φτάνει στα αυτιά μου.. αναρωτιέμαι από πού.. ένας θλιβερός σκοπός ψιθυρισμένος μέσα από τα χείλη του χιονιού. Στους στίχους αυτού του βαλς αποκαλύπτεται μια αλήθεια.. και όταν οι στίχοι σωπαίνουν τότε μένει απλά η μουσική να μου την επαναλαμβάνει..
Χορεύω μόνη στους ήχους από το βαλς.. η σκιά του απέναντι ποιητή μου δείχνει πως και αυτός κάνει το ίδιο.. χωρίς ουδείς από μας να παρασύρεται από το βαυαρικό χορό.. από τον βαυαρικό τρόπο.. όσο κι αν πια τον ξέρουμε.. για μας μένει μόνο το βαλς.. να το χορεύουμε στον καθρέφτη μόνοι.. γιατί κανείς από τους δυο μας δεν έχει βρει ακόμη συνοδό.. κι όσο δεν βρίσκουμε είμαστε αναγκασμένοι να το χορεύουμε μόνοι, πάντα μόνοι..
Τα πλήκτρα του πιάνου.. συνθέτουν το σονέτο του επιλόγου.. τα φώτα σβήνουν.. το χιόνι δεν σταματά.. λαμπιρίζει στο σκοτάδι όλο και πιο πολύ..
Επιστρέφω στο κρεβάτι του ξένου. Σίγα σιγά μυρίζω πάνω του μονάχα το άρωμα μου.. και ονειρεύομαι τον απέναντι ποιητή.. κάθε νύχτα κάπου μπερδεύομαι και πιστεύω πως δεν είμαι άλλος από τον απέναντι ποιητή που ονειρεύεται πως είναι ένα απλό κορίτσι.. και τότε απορώ αν βλέπω όνειρο ή εφιάλτη. Και ποτέ δεν βρίσκω απάντηση.. τούτη τη στιγμή μονάχα νιώθω πως δεν θέλω πια να κοιμηθώ.. πως χόρτασα από ύπνο… γιατί είμαι ένας ποιητής.. και ίσως ένα κορίτσι να κρυφοκοιτάζει από το απέναντι παράθυρο.. να περιμένει να δει από πού έρχεται η έμπνευση.. τι αντικρίζουν τα μάτια μου πριν γράψουν το στίχο.. να το δει κι αυτή.. να αστράψουν τα μάτια της μπρος στην αποκάλυψη.. έτσι παίρνω πάντα το πρωινό μου κοιτάζοντας δήθεν αδιάφορα από το παράθυρο.. κι όταν κάπου διακρίνω μια μικρή αστραπή.. παλεύω με τις λέξεις μου και αν μπορώ τις κάνω στίχο..
Κι ύστερα βγαίνω στους δρόμους της άγνωστης ακόμα πολιτείας και από συνήθεια πάλι παρατηρώ.. και δεν νιώθω τους ρυθμούς της.. θελημένα.. μέχρι να τελειώσω το ποίημα του ξένου.. που σεργιανάει μόνος του στην παγωμένη πόλη..
Φοβάμαι να τραβήξω την κουρτίνα άλλο δεν έχω.. μόνο να περιμένω την αστραπή να έρθει από εκεί έξω..
Να χαζεύω τη λευκή πάχνη, τα σπάνια πουλιά, την ομίχλη που απλώνεται.. το θλιμμένο πιάνο που ταιριάζει μόνο με το απόγευμα.. κι όλα αυτά χωρίς την μικρή μου αστραπή να μην έχουν κανένα νόημα.. και μόνο ύστερα από αυτήν να αποκτούν.. κι ο εγωισμός μου να λέει και να επιμένει πως κάθε φορά την φαντάζομαι τούτη την αστραπή και πρέπει να την ξεχάσω, να μάθω να ζω χωρίς αυτή.
La dispute.. το γαλλικό βαλς..
Το ταξίδι μου.
Το όνειρο μου.
Η ζωή μου.
Η φαντασία μου.
Και η χαμένη ταυτότητα.
Η αδυναμία μου να αναγνωρίζω το κάθε τι.
Η τάση μου να τα μπερδεύω όλα.
Η εύλογη δυσφορία τους..
Συγγνώμη.
Άραγε σε ποια γλώσσα να το πω?
Entschuldigung, sorry, excusez-moi..
Καλή σας νύχτα.. και λυπάμαι για όλα..
Και κάποιο μοναχικό βράδυ που απλά κάτι δεν πήγε καλά, το μόνο που νιώθω είναι ότι έχω διαλυθεί.. και αναλώνομαι να μετράω τα κομμάτια μου, να προσπαθώ να τα βρω για να συνεχίζει ο λαιμός να στηρίζει το κεφάλι.. οι ώμοι το λαιμό μου.. ο θώρακας μου που τρέμει.. τα πόδια μου που σαν να λυγίζουν, να κόβονται στα δυο.. προδομένα από την αδυναμία.. τα δυο μου χέρια διπλωμένα μπροστά, το κεφάλι μου μέσα τους.. το μέτωπο μου μουσκεμένο.. τα δάκρυα.. το σκοτάδι.. ανασηκώνομαι ότι βλέπω στο παράθυρο είναι το πρόσωπο μου.. κανείς δίπλα, τίποτα έξω. Εγώ μόνη μου. Και οι απελπισμένοι φίλοι μου. Και η καλομαθημένη καρδιά μου που απόψε πονά, κλαίει.. ραγισμένη τραγουδά ένα νανούρισμα μήπως και το ακούσει η ίδια και καταφέρει να γαληνέψει και να κοιμηθεί.. εύχεται να το άκουγε και κάποιος άλλος.. επί ματαίω.. κανείς πουθενά.. οι πόλεις κοιμούνται.. και όποιοι αγαπώ ή πάω να αγαπήσω κάπου χάνονται ένας ένας..
Μια οργή με τρομάζει.. φάντασμα η οργή ή αλήθεια.. φοβάμαι να εξιχνιάσω το μυστήριο.. αν υπάρχει και αν αξίζει..
Πίνω το τελευταίο δάκρυ.. ο απέναντι ποιητής έχει από ώρα το φως του κλειστό.. όλη μου η ελπίδα συγκεντρωμένη στις νότες.. όλη μου η ψυχή να παρακαλάει ένα τηλέφωνο.. να ικετεύει και να μην ξέρει το γιατί..
Ντρέπομαι κάτι. Ποιος ξέρει τι.. ντρέπομαι.. μάλλον δεν θέλω να το πω.. ότι κι αν ντρέπομαι.. συνεχίζω και φαντάζομαι πως έχω την περηφάνια του κύκνου.. του γκρίζου κύκνου.. γιατί ο λευκός ίσως είναι πολύ όμορφος για μένα, κι ας ξέρω πως στο τέλος η μοναξιά θα με λυγίσει και με κατεβασμένα τα μάτια θα ψάξω μια αγκαλιά.. επίπλαστη.. παροδική. με ημερομηνία =λήξης, το τέλος του χειμώνα, ίσως και νωρίτερα.
Και κάθε βράδυ σαν να είναι το τελευταίο μου, όλο λέω αντίο στον απέναντι ποιητή.. μήπως και δείξει πως θέλει να μείνω.. βάζω το τελευταίο τρένο να του το πει και σαν κλείνω τα μάτια να κοιμηθώ.. ο ποιητής αρχίζει να ακούει λίγη μουσική και είμαι σίγουρη πως είναι για μένα γιατί είναι η ίδια που ακουγόταν από το δωμάτιο μου λίγο πριν. Κοιμάμαι λοιπόν ανακουφισμένη γιατί εγώ και ο απέναντι ποιητής ταιριάζουμε και πράγματι επικοινωνούμε.. μέχρι και ο ταχυδρόμος μπερδεύεται, και μου αφήνει στην πόρτα γράμματα γι αυτόν.. δεν αντέχω να μην τα δω, τα διαβάζω δυνατά στον εαυτό μου, τα καταχωρώ στη δική μου αλληλογραφία.. και είμαι σίγουρη πως ο ταχυδρόμος δεν μπορεί να κάνει λάθος, πιο πιθανό είναι εγώ να μην μπορώ να ξεχωρίσω πότε ονειρεύομαι και πότε ξυπνάω, γιατί η ζωή μου είναι όμορφη σαν όνειρο.. και το όνειρο μου εδώ και καιρό πραγματοποιήσιμο, απτό και προσιτό.. καθημερινότητα..
Η ευτυχία μου. Και ο αγώνας μου να την μοιραστώ για να επαληθεύσω την ύπαρξη της, που ποτέ δεν θα μάθω πως ακριβώς άρχισε και πως τέλειωσε..
Η συνείδηση της άγνοιας μου, της μοναξιάς μου που αποκαλύπτεται στο καθρέφτισμα από το απέναντι παράθυρο. Το γράμμα που δεν έρχεται. Το βράδυ της σιωπής και μια φωτογραφία.
Σε λίγο φεύγω, γυρνάω πίσω.. από ότι ξέρω εγώ και ο απέναντι ποιητής επιστρέφουμε με την ίδια πτήση.. μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι με παρακολουθεί.. αλλά δεν με ενοχλεί ίσα ίσα μ’ αρέσει.. νιώθω ασφάλεια να σκέφτομαι ότι πάντα κάπου είναι κρυμμένος.. για να εμφανιστεί τη στιγμή που θα μελαγχολήσω.. ή όταν θα έχει νυχτώσει, σαν να αποφεύγει να τον δω καθαρά..
Όμως εγώ τον ξέρω, τον θυμάμαι καλά. Όπως θυμάμαι καλά τον εαυτό μου κι ας αποφεύγω τους καθρέφτες. Ξυπνάω σε λάθος μέρα, σκοτάδι.. είμαι ακόμα εδώ.. ξυπνάω τη νύχτα.. ξυπνάω την ημέρα.. ξυπνάω συνέχεια, δεν μπορώ να κοιμηθώ κι όμως αποκοιμισμένη περιφέρομαι στο ξένο σπίτι, στο δικό μου σπίτι..
Ο απέναντι ποιητής ήδη ετοιμάζει τις βαλίτσες του.. εγώ όσο μπορώ το καθυστερώ.. το αναβάλλω, άσε που δεν έχω και πολλά να πάρω μαζί μου.. ότι είχα σημαντικό το έχω ήδη στείλει πίσω.. απλά συνεχίζω να γράφω το γράμμα.. όλο το γράφω μα δεν τελειώνει.. επιμένει να υπάρχει ατελές.. δεν ολοκληρώνεται ποτέ.. ποτέ δεν είναι πλήρες..
Σχεδόν 3 μήνες.. χρόνια.. στιγμές.. λεπτά.. η σκορπισμένη παγωνιά.. το τρακ..
Άραγε για πού φεύγω.. που θα ξαναρθώ.. για πού θα φεύγω.. πως και με ποιον..
Θέλω να δώσω ένα φιλί στο φιλόξενο δωμάτιο μα δεν ξεχωρίζω το μέτωπο, ούτε το μάγουλο.. ξεχωρίζω μόνο το στόμα αυτό που στην αρχή με κατάπινε, με έτρωγε.. με ξερνούσε πάλι πίσω.
Ο απέναντι ποιητής άνοιξε το φως του.. το δωμάτιο του άδειο. αδιάφορο.. ίδιο με το δικό μου.. αυτός δεν φαίνεται πουθενά.. κρίμα σαν να είχα έτοιμη την απάντηση που του χρωστάω..
Τέλειωσα. Εγώ.. για την ώρα, γιατί το γράμμα μου δεν τελειώνει ποτέ, δεν αποφασίζει ποτέ να τελειώσει.. ταλαιπωρημένο παιδί περιφέρεται στις πολιτείες.. δίχως όλα του τα ρούχα, μισόγυμνο και μισοπεθαμένο.. μέχρι την άνοιξη.. μέχρι το καλοκαίρι.. μέχρι το άλλο φθινόπωρο.. τον επόμενο χειμώνα..
Χαιρετίζω την κουβέντα μου.. ξεπροβοδίζω τη φράση μου που πια δεν γυρίζει πίσω.. κλείνω την πόρτα απαλά.. δεν κλειδώνω.. δεν ανάβω τα φώτα.. τι άλλο να δω? Ξαπλώνω.. πριν κλείσω τα μάτια μου βάζω το ξυπνητήρι.. να χτυπήσει την σωστή ώρα, την σωστή μέρα.. ο χρόνος και πάλι ανέλαβε όλη την ευθύνη, εγώ μπορώ να κοιμηθώ γαλήνια.. να ονειρευτώ το χουζούρι του επόμενου πρωινού.. στο κρεβάτι μου .. στο δωμάτιο μου που φιλοξένησε τόσους ξένους, ακούγοντας από μακριά μέσα στην απόλυτη τούτη σιωπή τα βήματα τους να γίνονται δικά μου.


αρχή σελίδας

Χρήστος Φασούλας: Χαρακτηριστικά, χιουμοριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο του «Ο Έρωτας δεν κάνει για πιλότος» Εκδόσεις Μίνωας. (www.fasoulasonline.com)

* Η νόμιμη με περίμενε στην γκαρσονιέρα μ’ ένα μπουκάλι σαμπάνια και καμιά δεκαριά μπίρες. Είχαμε κανονίσει να το ρίξουμε έξω για να γιορτάσουμε την εισαγωγή μου στην Πάντειο, αλλά τελικά το ρίξαμε μέσα. Δε βγήκαμε. Μόνο που αυτή τη φορά η όλη διαδικασία έμοιαζε να είναι διαφορετική. Η Αλίκη φερόταν περίεργα, με την καλή έννοια. Ώσπου κατάλαβα πού το πήγαινε την ώρα που μου ψιθύρισε παθιάρικα στ’ αυτί:
«Έλα, μωρό μου, σε θέλω!».
Πρώτη φορά το έκανε αυτό. Είχα φτύσει αίμα περιμένοντας αυτή τη στιγμή κι αντί να κάνω έφοδο τσακίζοντας την ανύπαρκτη αμυντική της γραμμή, οπισθοχώρησα.
«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησα. Ο αντίπαλος μου πρόσφερε το γκολ στο πιάτο κι εγώ ετοιμαζόμουν ν’ αστοχήσω προ κενής εστίας…
Με κοίταξε γεμάτη απορία. «Τι να συμβαίνει, μωρό μου; Σε θέλω, αυτό συμβαίνει. Σε θέλω όσο τίποτ’ άλλο».
«Είσαι σίγουρη;». Το ματς ήταν σικέ κι εγώ απαιτούσα αξιοπιστία…
«Σιγουρότατη. Πιο σίγουρη από ποτέ».
Αποτραβήχτηκα και ξάπλωσα πλάι της. Ο μισός εαυτός μου ήθελε να πλακώσει τον άλλο μισό στις φάπες.
«Έχεις μεθύσει, έτσι;». Έτσι όπως το πήγαινα, σε λίγο θα της ζητούσα να κάνει και αντιντόπιγκ κοντρόλ...

* Κόντευα να ξεπουλήσω όταν ξεκίνησε η καταμέτρηση των αποτελεσμάτων, για τα οποία η κάθε παράταξη εφάρμοζε από τότε τους δικούς της μαθηματικούς κανόνες. Οι ντουντούκες δεν είχαν αποσυρθεί, αλλά πιο πολύ με ξεκούφαινε η στριγκιά φωνή μιας σκατόφατσας που είχε στήσει τσαντίρι ακριβώς δίπλα μου και μοίραζε προκηρύξεις. Κλασική φυσιογνωμία γκόμενας –που λέει ο λόγος– του αυτοαποκαλούμενου χώρου. Μαλλί αφάνα, άλουστο κι αχτένιστο καμιά βδομάδα και βάλε, γυαλί τύπου «Ελεήστε τον αόμματο», σκουλαρίκι κρίκο μέχρι το βυζί, ξεθωριασμένο μπουφάν αγγαρείας, ταγάρι εμπριμέ, μπλουτζίν κολλημένο στο ανύπαρκτο μπούτι, άρβυλα πεζοπορίας... Σκέτο μοντελάκι, η δικιά σου. Την εποχή εκείνη οι φοιτήτριες δεν είχαν ανακαλύψει ακόμα την Κοκό Σανέλ. Κι όσες την είχαν ανακαλύψει δεν τολμούσαν να σκάσουν μύτη στις σχολές ντυμένες στην τρίχα, μια και τα γιαούρτια καραδοκούσαν.

* Την άλλη μέρα δεν ήξερα αν θα έπρεπε να κλάψω, να ουρλιάξω ή να βάλω τις φωνές. Το είχα διαπράξει εκ νέου! Απατεώνας κατά συρροήν...
Οι εξηγήσεις που σκόπευα να δώσω στην Αλίκη αποκτούσαν πλέον νέα διάσταση. Απλούστατα, θα της εξηγούσα ότι εκείνη τη νύχτα τής είχα πει ψέματα, επειδή νωρίτερα την είχα κερατώσει και θεωρούσα ότι η αλήθεια θα την πλήγωνε. Από τη στιγμή, λοιπόν, που πληροφορήθηκα ότι δεν την ενοχλούσε το κέρατο παρά μόνο το ψέμα αποφάσισα να της λέω πλέον την αλήθεια. Γι’ αυτόν το λόγο, άλλωστε, την κεράτωσα ξανά, αφού ήταν κάτι που, εφόσον δεν την ενοχλούσε, ενδεχομένως να τη χαροποιούσε κιόλας. Οπότε δεν είχα κανένα λόγο να της το κρύψω. Και η ζωή θα συνεχιζόταν όμορφα κι ευτυχισμένα! Το κέρατο θα εξακολουθούσε να πηγαίνει σύννεφο, εγώ θα συνέχιζα να της περιγράφω χαρτί και καλαμάρι τις καινούριες στάσεις που μου έμαθε το πιπίνι, η Αλίκη θα μ’ ευγνωμονούσε που της έλεγα την αλήθεια –και μόνη την αλήθεια– και γενικά θα ήμασταν μια τρισευτυχισμένη οικογένεια…

* Χρειάστηκε να μπει ο Φλεβάρης του ’91 για να μου κάνει την πρώτη παρατήρηση ο κεκές.
Καθόμουν στο γραφείο κι έπαιζα συνεπαρμένος με τον ολοκαίνουριο υπολογιστή που είχε αντικαταστήσει τη σκουριασμένη μου γραφομηχανή. Του είχα πάρει ήδη ήδη τον αέρα, μολονότι στην αρχή το ποντίκι μου είχε βγάλει την πίστη. Αλλά κι εγώ του ’δωσα να καταλάβει. Το ξήλωσα, το πήγα στο απέναντι κατάστημα ηλεκτρικών ειδών και ζήτησα καινούρια μπαταρία. Ο καταστηματάρχης μου είπε ότι τέτοιες στρογγυλές μπαταρίες μπορούσα να βρω μόνο σ’ ένα καινούριο κατάστημα που είχε ανοίξει κάποιος Γερμανός. Εγώ, ως γνωστόν, Γερμανούς δεν ήθελα να βλέπω ούτε ζωγραφιστούς, οπότε γύρισα πίσω και παρήγγειλα καινούρια μπαταρία από τον πολυάσχολο κομπιουτερά της εφημερίδας. Ο τύπος με κοίταξε αφ’ υψηλού, διάλεξε ένα ποντίκι από το κοπάδι που βοσκούσε σ’ ένα χαρτόκουτο και το συνέδεσε στον υπολογιστή μου. Παράλληλα, μου εξήγησε ότι το δεξί και το αριστερό κλικ ουδεμία σχέση είχαν με το ένα κλικ δεξιά και δύο κλικ αριστερά που μας είχαν μάθει στο στρατό. Κι από τότε το ποντίκι δούλευε ρολόι.

* Η επόμενη φορά που ξανασυζητήσαμε το ίδιο θέμα άργησε να ’ρθει. Αντίθετα, δεν άργησε καθόλου να φτάσει η μέρα που η φάτσα μου μπούκαρε απρόσκλητη σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό – για την ακρίβεια, σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό που είχε την τηλεόραση ανοιχτή και δεν έβλεπε άλλο κανάλι.
Η μέρα ήταν σημαδιακή: Μεγάλη Παρασκευή ανήμερα. Πρώτο μου θέμα, φυσικά, η ακολουθία του Επιταφίου και δεύτερο η περιφορά του Επιταφίου. Ο δαιμόνιος ρεπόρτερ –ο οποίος, ασφαλώς, ήταν επιτόπου– μας είχε ενημερώσει εγκαίρως ότι ο Επιτάφιος πήγαινε μονόπατα, κοινώς έγερνε επικίνδυνα προς τ’ αριστερά. Κι εγώ έκρινα σκόπιμο ότι το γεγονός έπρεπε να καλυφθεί με αλλεπάλληλες ζωντανές συνδέσεις και συνεντεύξεις με κάθε άνεργο παπά που θα μπορούσαμε να ξετρυπώσουμε εκείνη τη στιγμή. Ούρλιαζα συνεχώς μες στο ακουστικό του σκηνοθέτη ότι δεν πρέπει να χάσει το πλάνο τη στιγμή που ο Επιτάφιος θα έπεφτε και θα πλάκωνε τους πιστούς. Όμως ο Επιτάφιος δεν έπεσε και δεν πλάκωσε κανέναν. Απλώς συνέχισε να γέρνει, μια και αυτοί που τον κρατούσαν εξ αριστερών ήταν κοντύτεροι από εκείνους που τον βαστούσαν εκ δεξιών.
Μόλις έπεσε το σήμα του καιρού, μπήκα στο γραφείο μου κι άρχισα ν’ απαντάω στα τηλέφωνα. Μου τηλεφώνησαν όλοι οι φίλοι, οι γνωστοί, παλιές γκόμενες, παλιοί και νέοι συνάδελφοι, οι διευθυντής της εφημερίδας, η γυναίκα μου, οι κουμπάροι μου και όλο μου το σόι. Εγώ, από την πλευρά μου, έκανα ένα και μοναδικό τηλεφώνημα: αυτό που έκανα πάντα μετά το τέλος του δελτίου. Είχα δημιουργήσει μια μικρή παράδοση. Κάθε φορά που ο προκάτοχός μου παρουσιαστής του δελτίου καληνύχτιζε τους τηλεθεατές τηλεφωνούσα στον κεκέ και του τα ’χωνα για το απαράδεκτο ρεπορτάζ του καλλιτεχνικού. Βέβαια, Μεγάλη Παρασκευή ανήμερα δεν θα ήταν πρέπον να παίξουμε καλλιτεχνικό ρεπορτάζ λόγω της ημέρας. Αυτό όμως μικρή σημασία είχε. Άλλωστε, κι εγώ αυτή τη φορά, αντί να του τα χώσω, απλώς του τα ’ψαλα. Λόγω της ημέρας.

* Καριέρα... Λέξη μαγική, ονειρεμένη, σαγηνευτική. Πιο γλυκιά κι απ’ τη μουσική των Σειρήνων. Να βουλώσω τ’ αυτιά μου; Ποιος ο λόγος; Τι δηλαδή, επειδή μια φορά κι έναν καιρό κάποιος χέστης καραβοκύρης είχε κάνει μια απερισκεψία, έπρεπε να κάνω κι εγώ το ίδιο; Δεν είχα καμιά πρεμούρα να δεθώ στο κατάρτι ως άλλος Οδυσσέας. Άλλωστε, ποιος ήταν ο Οδυσσέας; Πολυμήχανος, σου λέει ο άλλος... Οποία παραμόρφωση της ιστορίας! Ανασφαλής ήταν, να τι ήταν! Ευθυνόφοβος! Μια πρόκληση είχε να αντιμετωπίσει στη μίζερη ζωή του και την αρνήθηκε. Τι να μου πει εμένα ο Οδυσσέας; Ο δρόμος για τη δική μου Ιθάκη ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Και δεν πα να έκαναν διαδήλωση οι Σειρήνες, τα μονόφθαλμα ανθρωπόμορφα τέρατα, τα ξωτικά, οι μάγισσες...
Μάγισσες... Σαν πολύ δεν είχα ασχοληθεί μαζί τους; Οι χίμαιρες ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσες. Τι παραπάνω από μένα, δηλαδή, είχε ο Βελλερεφόντης που ξεπέστρεψε τη μαμά τους; Στο κάτω κάτω, έτσι και μου ξέφευγε η Χίμαιρα, υπήρχε πάντα διαθέσιμο το αδερφάκι της, ο Κέρβερος…

* Τη μέρα που ο πιο ηλίθιος πλανητάρχης όλων των εποχών δήλωσε ότι αλλάζει η ιστορία του πλανήτη άλλαξε κι η δική μου. Κωλοβαρούσα από το πρωί και δεν ήξερα τι να κάνω για να περάσει η ώρα. Έτσι, λίγο μετά το μεσημέρι αποφάσισα να καλέσω στο γραφείο μου το Γιώργο για ένα κρίσιμο μπρίφιγκ. Μόλις μπήκε, τον κάθισα απέναντί μου, έβγαλα τα χαρτιά απ’ το συρτάρι και του τα παρουσίασα με πολύ σοβαρό ύφος, καθότι η υπόθεση δε σήκωνε αστεία. Μόλις τα είδε, σοβάρεψε κι εκείνος. Κι αμέσως έκοψε και μου τα έδωσε πίσω για να μοιράσω.
Πρώτα παίξαμε κούκο μονό. Μετά κούκο διπλό. Κι ύστερα κούκο αβολοντέ με σκάρτα. Κι όταν ο κούκος της βιβλιοθήκης έσκουξε τρεις φορές, βαρεθήκαμε την πόκα και το γυρίσαμε στους πύργους, στοιχηματίζοντας πεντακόσια ευρώ ποιος θα χτίσει τον πιο ψηλό με τα τραπουλόχατα. Βέβαια, τσακωθήκαμε λιγάκι, μια και τον τελευταίο καιρό στοιχηματίζαμε με ευρώ για να εξοικειωθούμε με το νόμισμα που θα έμπαινε σύντομα στη ζωή μας και θα μας υποχρέωνε να ξετρυπώσουμε τον Αϊνστάιν που κρύβαμε μέσα μας. Είχαμε, λοιπόν, κάτι υπόλοιπα από τότε που βάζαμε στοιχήματα με δραχμές. Μου χρωστούσε κάπου διακόσια χιλιάρικα, αλλά επέμενε ότι, αν κέρδιζε το στοίχημα με τα τραπουλόχαρτα, θα πατσίζαμε. Εγώ επέμενα ότι θα μου χρωστούσε ακόμα τριάντα χιλιάρικα κι αυτός επέμενε να μάθει πόσα είναι τα τριάντα χιλιάρικα σε ευρώ. Έβγαλα το κομπιουτεράκι, αλλά έκανα ένα λάθος: Αντί να υπολογίσω τις δραχμές σε ευρώ, υπολόγισα τα ευρώ σε δραχμές. Και προέκυψε ένα ποσό αστρονομικό. Σε ευρώ.
Τελικά το στοίχημα δεν το κέρδισε κανείς. Κάναμε και οι δύο εξαιρετική δουλειά και τα τραπουλόχαρτα άρχισαν να υψώνονται πλάι πλάι, αγέρωχα και καμαρωτά. Και τελικά οι δίδυμοι πύργοι γκρεμίστηκαν πολύ πιο γρήγορα από τους δικούς μας χάρτινους πύργους...

* Πριν αλέκτωρα λαλήσαι, οι κότες το ’σκασαν… Το κοτέτσι τελικά αποδείχτηκε φτωχό για να ικανοποιήσει τη νοσταλγία του κόκορα. Δύο κότες είχαν απομείνει όλες κι όλες κι αυτές δεν έκατσαν στ’ αυγά τους, αφήνοντας τον κόκορα άλαλο, με το λειρί πεσμένο και τα φτερά κομμένα. Κάποτε, βέβαια, υπήρχε και μια τρίτη κότα, η πιο ζουμερή κι αφράτη απ’ όλες. Όλοι οι κόκορες της γης δήλωναν αποφασισμένοι να γίνουν κρασάτοι για χάρη της, αλλά εκείνη ήθελε μόνο το πρώτο της κοκοράκι. Κι όταν το κοκοράκι ωρίμασε κι έγινε κόκορας λειράτος, η κότα η ζηλευτή του ζήτησε να της κάνει τα χρυσά αυγά. Μόνο που ο κόκορας την ήθελε μόνο για να τη βλέπει πλάι του και να κοκορεύεται. Και στο τέλος έχασε και τ’ αυγά και τα καλάθια…

* Κλείνοντας το τηλέφωνο, προσπάθησα να συγκεντρωθώ στο δελτίο ειδήσεων. Όμως δε με άφησε ο Αντώνης, που άρχισε ξαφνικά να κουνάει τα χέρια του σαν σπαστικό.
«Δεν το πιστεύω!» άρχισε να φωνασκεί. «Δεν το πιστεύω! Πέφτω απ’ τα σύννεφα!»
«Τι έπαθες, καλέ;» τον ρώτησε η Στέλλα. «Μύγα σε τσίμπησε;»
«Ρε συ Στέλλα, αυτός είναι ο Σάββας!»
«Ποιος Σάββας;»
«Ο Σάββας, βρε Στέλλα, εκείνο το παλικάρι που έχει φτιάξει τις αγιογραφίες στο εκκλησάκι του χωριού! Εκεί που παντρευτήκαμε!»
Εγώ τους είχα παντρέψει. Αλλά δε θυμόμουν κανένα εκκλησάκι και καμιά αγιογραφία. Και κυρίως δε θυμόμουν κανένα Σάββα.
«Δεν τον θυμάμαι» είπε η Στέλλα.
«Έλα, βρε Στέλλα, που δεν τον θυμάσαι! Ο Σάββας… Εκείνο το εξαιρετικό παιδί; Που έχει καμιά δεκαριά αδέρφια; Κι ο πατέρας του είναι παπάς; Πέφτω απ’ τα σύννεφα!»
Επειδή η Στέλλα αρνιόταν πεισματικά να πέσει από τα σύννεφα στο πλευρό του άντρα κι αφέντη της, ο Αντώνης πετάχτηκε πάνω. Φοβήθηκα ότι θα τη βαρέσει, αλλά αυτός απλώς έσκυψε και τράβηξε τα παπούτσια του κάτω από το σύνθετο.
«Πού πας, καλέ, νυχτιάτικα;»
«Στην ασφάλεια. Να δώσω κατάθεση. Δεν μπορεί, κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Ο Σάββας είναι χρυσό παιδί. Ούτε μία στο εκατομμύριο να είναι μέλος της 17 Νοέμβρη».

Copyright©Χρήστος Φασούλας κ' Εκδόσεις Μίνωας

αρχή σελίδας

Άγνωστος Συγγραφέας: Ζυγόμετρον ήτοι τα ζύγια και μέτρα διαφόρων εμπορίων (Βενετία, 1803). Από τον "Ελληνομνήμων"

 


αρχή σελίδας

Δημήτρη Βαρβαρήγος: Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «ΥΠΑΤΙΑ». Εκδόσεις Άγκυρα.

Μόνο οι νεκροί είδαν
το τέλος του πολέμου
{ΠΛΑΤΩΝ}

Τα δικά της δάκρια, του παράπονου και της οδύνης αναμείχθηκαν με τη δική του θλίψη και φιλεύσπλαχνη σιωπή.
Τότε ακριβώς κατάφερε και ψέλλισε μέσα από την αγωνία της: “Μ’ εκδικούνται, όπως εσένα”.
Τούτο το ιερό μοίρασμα, η ταύτιση των συναισθημάτων της μαζί του και η ακλόνητη θέση στα ιδεώδη της που ορθωνόταν σαν άκαμπτη δύναμη, τη γέμισαν υπομονή και κουράγιο ν’ αντέξει το μαρτύριο του πόνου. Κατόπιν, εικόνες και σκέψεις έσβησαν. Βαριά τα βλέφαρα της σφαλίστηκαν σαν κερκόπορτες απλώνοντας μέσα της πάλι το σκοτάδι. Τότε ένιωσε πραγματικά μόνη, αλλά αληθινά ελεύθερη. Μόνο στα ακαριαία διαστήματα που η ανάσα της ζωντάνευε μπορούσε να υποθέτει όσα γίνονταν επάνω της από αυτά που αισθανόταν και άκουγε.
-Μάγισσα! Έφτασε το τέλος σου, με το αίμα σου θα σφραγίσει ο θεός τη ζωή σου.
Σαν μακρινό απόηχο, σαν να επρόκειτο για κάτι που δεν την αφορούσε, που δεν συνέβαινε σε εκείνη, άκουγε τα εκδικητικά λόγια κάποιου άντρα που ωρυόταν σαν λυσσασμένο σκυλί και της έσκιζε τα ρούχα κάτω από τις επευφημίες και τις ύβρεις των υπολοίπων. Η λευκή λεία σάρκα της χλευάστηκε μέσα από τον εμφανή θαυμασμό τους, όταν αντίκρισαν το ανείπωτο κάλλος της.
Η αρχική ταπείνωση που ένιωσε σαν έμειναν ακάλυπτα κι εκτεθειμένα στα μάτια τους τ’ απόκρυφα σημεία του κορμιού της εξαφανίστηκε μέσα σε μια αιφνίδια κι επιβλητική αίσθηση πόνου. Κάτι σαν βαθύ κομμάτιασμα της σάρκας της, που ξεκινούσε ακριβώς
επάνω απ’ τον αριστερό ώμο και συνέχιζε με απανωτά κοψίματα στο στήθος εκεί που χτυπούσε η άδολη μεγάλη καρδιά της, την κοιλιά, στην πλάτη, στη φύση της, στα πόδια της. Το σκίσιμο της σάρκας την έκανε να σπαρταρίσει και να ουρλιάξει καθώς ένιωσε ν’ ανοίγει το σώμα της στα δύο. Όσο κράτησε η αλλόκοσμη κραυγή πόνου, σκέπασε κάθε άλλη οχλοβοή. Το αίμα χείμαρρος έβαψε χέρια, αχιβάδες, πρόσωπα αλλοπαρμένα από μίσος, το δάπεδο της εκκλησίας, μέχρι και το ομοίωμα του εσταυρωμένου που έστεκε πίσω της. Ο βαθύς πόνος του κοψίματος επαναλήφθηκε πολλές φορές επάνω σε κάθε σημείο του κορμιού της.
Στο στήθος, στο λαιμό, στα μάγουλα, στο κεφάλι, στα μάτια, στην κοιλιά, στα πόδια της. Οι κοφτερές αχιβάδες ξεκολλούσαν σάρκες από κάθε σημείο της. Ασυγκράτητος πόνος, σε κάθε γδάρσιμο η φωνή της έβγαινε πνιχτή, σπαρακτική. Τα μάτια της είχαν στερέψει από δάκρια κι έσταζαν μόνο αίμα. Το ένιωθε να κυλάει καυτό επάνω στη σάρκα της
κι ένας δέος μαζί με τους αφόρητους πόνους που δεν τους άντεχε άλλο της χάρισαν την ύστατη αίσθηση της φυσικής ζωής με τη σκέψη. Χωρίς ωστόσο να ακουστεί η φωνή της, πως σπαράζει από τούτο το μαρτύριο, κατάφερε να ψελλίσει:
«Μετά το φως… σκοτάδι»


Copyright©Δημήτρης Βαρβαρίγος

αρχή σελίδας

Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου: Αδειανή Στάση Λεωφορείου. Από την προσωπική σελίδα του συγγραφέα.

Όταν πήρανε το Μίμη φαντάρο, η μάνα του η κυρά-Σοφία, αύξησε τις επισκέψεις της στο σπίτι μας. Ήμουνα τότε δεκατεσσάρων ετών, αλλά κι ο "γραμματιζούμενος" της μικρής μας γειτονιάς κι εκείνη ήθελε να της διαβάζω τα γράμματά του -που δεν έγραφε ο ίδιος φυσικά, μιας κι ήντουσαν αγράμματοι οικογενειακώς, μα προφανώς κάποιος άλλος συνάδελφός του- και να του απαντώ αμέσως. Με πλήρωνε μάλιστα, πότε με κανά δεκαρικάκι ή, στις καλές στιγμές της δουλειάς της, στα καλά μαντάτα, με εικοσαρικάκι. Ήταν καλό χαρτζιλίκι για μένα αυτό το, σημερινά ευτελές ποσόν, αν και το 'παιρνα με χίλια ζόρια και μόνο γιατί ήξερα πως την ευχαριστούσε πολύ.
Αρχικά ήτανε κοντά κι έτσι δε με χρειαζότανε συχνά η κυρά-Σοφία. Όταν όμως πήρε μετάθεση για Κιλκίς, πύκνωσεν η αλληλογραφία τους. Έτσι, όχι μόνον ερχόταν, αλλά πολλές φορές χρειάστηκε να πάω κι εγώ σπίτι της, για να διαβάσω γράμμα του και ν' απαντήσω. Μέχρι κείνη τη χρονιά, το σπίτι κι ο στάβλος τους, ήτανε για μένα ΤΟ ΑΔΥΤΟ, το άγνωστο! Κάνεις από τη γειτονιά, δεν είχε περάσει το κατώφλι τους, εκτός της γιαγιάς μου, αλλά εκεινής -Θεός σ'χωρέσ' τη τη κακομοίρα, ήταν υπέροχη και με λάτρευε- δε της έπαιρνες κουβέντα. Να όμως που το 'φερε η θητεία του Μίμη και θα 'μπαινα επιτέλους εκεί, που μόνο στη φαντασία μου είχα μπει.
Όλη η οικογένεια ήσανε δουλευτές της γης, σχεδόν ολάκερη τη μέρα. Η κυρά-Σοφία δε, ένα λόγο παραπάνω, γιατί είχε και τις ασχολίες του σπιτιού. Είχανε στάβλο με γελάδια, κοτέτσι με πουλερικά, περιβόλια με ζαρζαβατικά κι απ' αυτά βιοπορίζονταν. Ήταν έξι άτομα συνολικά: ο κυρ-Θανάσης πάτερ-φαμίλιας, η κυρά-Σοφία μητέρα και τέσσερα αγόρια: ο Γιάννης, μεγαλύτερος γιος, ο Γεράσιμος, ο Μιχάλης και το στερνοπούλι -η αδυναμία τους- ο Μίμης. Ήταν όλοι τους καλοί άνθρωποι, δε πειράζανε κανένα και κοιτάζανε τη δουλειά και το σπίτι τους. Τα δύο μεγαλύτερα αγόρια, είχανε κάπως ασχοληθεί περισσότερο με τα γράμματα, όχι σπουδαία πράματα δηλαδή. Οι δύο τελευταίοι δε, ήσανε λίγο τρελούτσικοι, μιλούσανε γρήγορα, -δε ξεδιάλυνες εύκολα τα λόγια τους- και μιλώντας ανοιγοκλείνανε τα μάτια. Αν προσθέσουμε και το πως ήσαν αντικειμενικά άσχημοι, συμπληρώνεται τέλεια η εικόνα.
Με το Μίμη είχαμε έξι χρόνια διαφορά και μικρότεροι, καθώς η γειτονιά μας δεν είχε άλλα παιδιά, παίζαμε μαζί. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία κι σα σταματήσαμε πια να παίζουμε. Γινόταν αντιληπτός από μακριά, σα περνούσε, γιατί πάντα τραγουδούσε δυνατά τα σουξέ της εποχής. Μεγάλο "κόλλημα" θυμάμαι, είχε φάει με το: "Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι" κι ήτανε το τελευταίο τραγούδι που άκουσα ποτέ από το στόμα του.
Όταν με κάλεσε η κυρά-Σοφία, πρώτη φορά σπίτι της, ήταν η χρονιά κείνη που βάλαμε τηλέφωνα στη γειτονιά. Ξεκίνησα με δέος κι όταν έφτασα, βρήκα το σπίτι ανοιχτό, αλλά κανείς δεν ήτανε μέσα. Περιεργάστηκα με τα μάτια μου το χώρο, θρέφοντας μελλοντικές φαντασιακές εικόνες και μετά τη φώναξα δυνατά. Εκείνη μ' απάντησε από το στάβλο κι έτσι κίνησα για να διαβώ κι άλλο μεγάλο κατώφλι. Εκεί είδα και μύρισα πρώτη φορά στη ζωή μου, ένα στάβλο με γελάδες. Δε μπορώ να πω πως με μάγεψεν η μυρωδιά, ωστόσο όταν βρέθηκα στη Γεωπονική, μετά απ' αρκετά χρόνια κι ο φίλος που με ξεναγούσε κει, με πήγε και στους στάβλους, μυρίζοντας το χώρο ένιωσα να λυγίζω μέσα μου. Είχε μείνει άναυδος, βλέποντας τα δακρυσμένα μάτια μου κι ενώ εκείνος είχε κλείσει τα ρουθούνια του, εγώ ξαναγευόμουνα την οσμή της εφηβείας, μιας εποχής που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Η κυρά-Σοφία τελείωνε το άρμεγμα κι εγώ κοιτούσα γύρω μαγεμένος, φτιάχνοντας με το μυαλό μου εικόνες. Αυτό το χούϊ το 'χα από παιδάκι, παρόλο που τα ερεθίσματα ήταν ελάχιστα. Σα τελείωσε κάποια στιγμή, σήκωσε με μεγάλη ευκολία τη μεγάλη καρδάρα με το φρέσκο κι αχνιστό γάλα και με φώναξε να την ακολουθήσω πίσω στο σπίτι. Ήταν εύσωμη και δυνατή γυναίκα, παρόλα τα πενήντα χρονάκια της. Είχε κατάμαυρα και μακριά μαλλιά κι ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, με ολοκόκκινα μάγουλα. Μέσα στο κουζινάκι, μου 'βαλε μια μεγάλη κούπα γάλα και μου 'δωσε το γράμμα του Μίμη, κοιτάζοντάς με, με τόση προσμονή, που ξέχασα τη κούπα που τόσο λαχταρούσα κι άρχισα αμέσως να της διαβάζω αργά και καθαρά.
Όταν τελείωσα και σήκωσα τα μάτια μου την είδα δακρυσμένη και πίσω της, πάνω στο πετρογκάζι με τα τρία "μάτια", ανάμεσα από δυο κατσαρόλες, στο μεσαίο μικρό "μάτι", που 'ταν άδειο, είδα -πιστέψτε με-, ένα ποντικό να στέκεται στα πίσω πόδια και να κουνά την ουρά του στο πλάι, κοιτάζοντάς μας και χαϊδεύοντας τα μουστάκια του με τα μπροστινά ποδάρια! Εκείνη, είδε στο βλέμμα μου φόβο κι απορία και γύρισε να κοιτάξει παραξενεμένη. Σχεδόν αμέσως ξαναγύρισε μπροστά, ανασήκωσε τους ώμους και γέλασε με τη καρδιά της. Γέλασα κι εγώ μαζί της αμήχανα και τότε μου 'πε, γελώντας ακόμα:
-"Αχ τι να κάνω βρε Πάτουκλε", -δεν έλεγε καλά τ' όνομά μου- "είναι παντού τα σκασμένα, αλλά να σου 'πω τι έπαθε ο άντρας μου τις άλλες. Είχε βάλει φάκες, από 'κείνες με τα δοντάκια, για να τα ξολοθρέψει και του 'λεγα: πρόσεχε Θανάση μου, ειν' επικίντυνες αυτές! Μπααα τίποτ' αυτός. Πάει λοιπόν το ποντίκι, να φάει το τυράκι της φάκας κι εκεί πάνω του χιμά η γάτα μας. Τη πιάνει η φάκα στο στόμα και της σκίζει τα χείλια. Έπειτα από μέρες, όταν είχε ηρεμήσει απ' τους πόνους, εμφανίζεται 'μπρος του κι εκείνος βάζει τη φωνή: Γυναικάααα τρέχα, η γάτα με κοιτάει και ...γελάει! Ξεράθηκα βρε Πάτουκλε στα γέλια, άσε που λέω πως αυτή η γάτα, δε θα ξαναφάει ποντίκι, σ' όλη της τη ζήση, έπειτα απ' αυτό το κάζο"! Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά, τέλειωσα το γράμμα της κι έφυγα!
Μέχρι που απολύθηκε ο Μίμης, πήγα πολλές φορές εκεί. Εκτός του χαρτζιλικιού και του δέους, αυτό είχε αποκτήσει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον . Μέσα στα γράμματα του Μίμη, έβλεπα κάθε φορά και μια φράση, που αρχικά μου 'χε φανεί σαν άσχετη. Μου πήρε ελάχιστα να καταλάβω κι έβαζα κι εγώ μια δική μου φράση μέσα. Επικοινωνούσα άτυπα με τον άλλο διαμεσολαβητή και φυσικά αυτές οι μυστικές φράσεις, δε διαβαζόντανε ποτέ στους κυρίως αλληλογραφόμενους.
Απολύθηκε λοιπόν με λίγη φυλακή ο Μίμης και ξανάρχισε το παλιό βιολί. Μόνο που δεν επέστρεψε πια στη δουλειά της οικογένειας. Έπιασε δουλειά σ' ένα σιδεράδικο, λίγο πιο κάτω από τη στάση, που 'παιρνα εγώ το σχολικό μου. Πήγαινα πέμπτη γυμνασίου τότε, -ήμουν η τελευταία φουρνιά του παλιού εξαταξίου- κι επειδή δεν είχαμε στο χωριό μας, πηγαίναμε στο γυμνάσιο της διπλανής κωμόπολης. Έμενα μακριά από το χωριό, έτσι έπαιρνα το σχολικό σε μια στάση μεμονωμένη, ολομόναχος κάθε πρωί. Η μοναξιά μου διακοπτότανε μόνο όταν περνούσε ο Μίμης με τη "φλορέτα" τη "πρα-πρα" που 'χεν αγοράσει, σταματούσε, καλημεριζόμαστε, ανταλλάσσαμε λίγες φράσεις κι έπειτα γκάζωνε τη "φλορέτα" και μιας και δε τον ικανοποιούσε ο θόρυβος, βοηθούσε με τις ...γκαζοκραυγές του και τραβούσε για το σιδεράδικο.
Ένα πρωινό, μόλις είχα βγει από το σπίτι για να πάω στη στάση, φρενάρει δίπλα μου ένας οικογενειακός φίλος, που πήγαινε στο χωριό και προσφέρθηκε να με πετάξει μέχρι την αφετηρία. Να σημειώσω εδώ μερικά πραγματάκια, που ίσως φανούν -κι ίσως να 'ναι τελικά- ασήμαντα. Ο δρόμος που περνούσε από το πατρικό μου τότε, ήτανε τόσο κακοτράχαλος, που δε τονε προτιμούσαν οι οδηγοί. Στα έξι χρόνια που ολοκλήρωσα τη μέση εκπαίδευση, μόλις δυο φορές βρέθηκα να παίρνω το σχολικό από την αφετηρία. Η δεύτερη μάλλον δε θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψη, γιατί ήταν εξετάσεις κι εκείνη τη μέρα γράφαμε εκτάκτως στις 10.30 π.μ., έτσι το 'κοψα με το πόδι. Ποτέ δεν έμαθα γιατί ο φίλος μας, προτίμησε ΕΚΕΙΝΟ το δρόμο, ΕΚΕΙΝΟ το πρωΐ και δε θυμάμαι να ρώτησα καν. Ήμουνα τόσο χαρούμενος γιατί επιτέλους θα πήγαινα καθιστός κι ίσως μάλιστα να 'πιανα θέση, κοντά στο κορίτσι που τότε λαχταρούσα.
Πράγματι όλα γίναν έτσι και το λεωφορείο ξεκίνησε μ' αγκομαχητό. Ήταν από 'κείνα τα παλιά λεωφορεία, με τη μεγάλη πενταπλή γαλαρία, τα σταχτοδοχεία σ' όλες τις θέσεις και τα δερμάτινα, μαξιλαρωτά καθίσματα. Μόλις έφτασε στη στροφή, λίγο μετά το σιδεράδικο του Μίμη και λίγο πριν τη στάση μου, σταμάτησε απότομα. Πολύς κόσμος, πολλά σταματημένα αυτοκίνητα και πολύ χλαλοή. Ο οδηγός έδεσε το χειρόφρενο και κατέβηκε να δει, αφού πρώτα μας φοβέρισε να μη κουνήσουμε ρούπι κι όταν γύρισε πάλιν, ήταν πανιασμένος! Μας είπε για κάποιο ατύχημα κι αναφέρθηκε μ' ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για κάποιο, πολύ άσχημα τραυματισμένο συνάνθρωπό μας. Εκείνη την ώρα, μιας και καθόμουν κοντά στο παράθυρο κι από την εξωτερική μεριά, είδα το ξεσκέπαστο φορτηγάκι, που στη καρότσα του είχεν έναν άντρα τυλιγμένο σ' ένα σεντόνι κι ενώ πρέπει να 'ταν ολόλευκο, είχε βαφτεί κατακόκκινο από το αίμα, να περνά κορνάροντας συνεχώς και δίπλα του το Γιάννη, το μεγάλο αδελφό του Μίμη. Όταν ελευθερώθηκε ο δρόμος και περάσαμε, είδα τη διαλυμένη "φλορέτα" στο πλάι και κατάλαβα ποιος ήταν εκείνος, που 'τανε τυλιγμένος στο σεντόνι και που δε μπορούσα ν' αναγνωρίσω!
Αργότερα έμαθα πως είχε ξεψυχήσει, μόλις εικοσιτριών ετών, πριν καν φτάσει στο νοσοκομείο. Είχε πάρει τη στροφούλα κλειστότερα κι εκείνη τη στιγμή, -εκείνη ακριβώς τη στιγμή-, έτυχε να περνά -παρόλο που δεν ήτανε τόσο πυκνή η κυκλοφορία τότε και μάλιστα τόσο πρωί- έν' άλλο αυτοκίνητο. Ο Μίμης καρφώθηκε με τη "φλορέτα" του, ακριβώς πάνω στη κόψη της στροφής, στον αριστερό προβολέα του άλλου, πετάχτηκε σκίζοντας υπογάστριο και γεννητικά όργανα, πάνω στο τιμόνι του και καρφώθηκε πάνω στο παρμπρίζ, σπάζοντάς το και σκίζοντας, λίγο-πολύ και το υπόλοιπο κορμί του.
Αυτή την εικόνα: το Μίμη ξαπλωμένο κι αιμόφυρτο πάνω στο φορτηγάκι, την έβλεπα για πολλές νύχτες στον ύπνο μου. Μια φορά μάλιστα τον είδα να 'ρχεται, ντυμένος μ' ένα ολόλευκο σεντόνι, καθαρός κι ακέριος, να σιγοτραγουδά: "Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς", να σταματά, να με χαιρετά και να ξαναγκαζώνει τη "φλορέτα" με το δεξί χέρι και τη γκαζοκραυγή του, φεύγοντας.
Τη κυρά-Σοφία έκανα πάρα πολύ καιρό να τη δω, μα σα την είδα τρόμαξα να τηνε γνωρίσω. Είχαν ασπρίσει τα κατάμαυρα μαλλιά της κι είχε ρυτιδιάσει στο πρόσωπο. Είχεν αδυνατίσει πάρα πολύ...
Αχ κυρά-Σοφία... Συγγνώμη που δεν ήμουνα στη στάση μου κι εκείνο το πρωί, όπως όλα τ' άλλα. Θα τον είχα καθυστερήσει με τις καλημέρες και με τη μικρή καθημερινή μας κουβεντούλα τόσον, όσο θα χρειαζότανε...
Λυπάμαι κυρά-Σοφία... Γιατί 'κει που πήγε, μήτε γράμμα του μπορώ να σου διαβάσω, μήτε και να του γράψουμε μπορούμε.
..

{+ΝΟΕΜΒΡΗΣ '77} ΓΕΝΑΡΗΣ 2002

Copyright©Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου


αρχή σελίδας

Μανώλης Βασιλάκης (επιμ.):"Τι έκαναν ο Ριχάρδος και ο Γιάννης στο Πρωτοδικείο;" (εκδ. Γνώσεις, Δεκέμβριος 2005) ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΚΟΝΔΥΛΗ.

10 χρόνια από την εθνικιστική κρίση των Ιμίων
Επεισόδιο Π. Κονδύλη

Συμπληρώθηκαν φέτος δέκα χρόνια από την ελληνοτουρκική κρίση των Ιμίων. Το πολεμικό επεισόδιο στα Ίμια τον Ιανουάριο του 1996 που έληξε ειρηνικά με παρέμβαση του προέδρου των ΗΠΑ αντιμετωπίστηκε σαν μια επονείδιστη ήττα και εσχάτη «ταπείνωση» από όλες τις «εθνικές δυνάμεις». Πρέπει να θυμίσομε ότι εκείνη την εποχή και επί πολλά έτη προ του επεισοδίου, η λέξη διάλογος ταυτιζόταν με ενδοτισμό και προδοσία. Και όποιος τολμούσε να προτείνει διάλογο με την Τουρκία για οποιοδήποτε θέμα καταγγελλόταν ως προδότης. Ακόμη και η περίπτωση μετάγγισης αίματος σε τραυματισμένο κάτοικο ακριτικού ελληνικού νησιού που διακομίσθηκε σε τουρκικό νοσοκομείο καταγγέλθηκε ως απαράδεκτη από τους εθνικώς καθαρούς άγαν πατριώτες! Η μακρά περίοδος της απόλυτης εθνικιστικής παράνοιας θα τελείωνε με τους σεισμούς του 1999 που έπληξαν και τις δύο χώρες. Χαρακτηριστική τού πώς είδαν οι ξένοι το επεισόδιο των Ιμίων είναι η περιγραφή του Μπιλ Κλίντον στην αυτοβιογραφία του: «Τουλάχιστον έσωσα μερικά πρόβατα στο Αιγαίο»(1) . Και όμως, το «κόμμα του πολέμου» εκείνη την εποχή ήθελε να «ξεπλύνουμε την ντροπή» με στρατιωτική απάντηση που ήταν βέβαιον ότι σε εκείνες στις συνθήκες θα οδηγούσε σε πολεμική σύρραξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τότε αρχηγός της Ν.Δ. Μ. Έβερτ μίλησε με κραυγές «Προδοσία! Προδοσία!», απειλούσε τους «προδότες»: «Υπάρχει και το Γουδί για τους ενόχους», τόνισε πως «η δεύτερη βραχονησίδα της Ίμια έπρεπε να ανακαταληφθεί με κάθε τρόπο, ακόμα και αν επρόκειτο να οδηγηθούμε σε θερμό επεισόδιο, με θύματα» και ότι «έπρεπε να πέσουμε μέχρις ενός»! Όσον αφορά την πτώση του στρατιωτικού ελικοπτέρου στα Ίμια όπου έχασαν τη ζωή τους τρεις Έλληνες αξιωματικοί, εκραύγαζε: «Είθε όλοι οι Έλληνες να πεθάνουν όπως πέθαναν τα τρία παλικάρια»(2) . Η πτώση αποδόθηκε από τις «εθνικές δυνάμεις» σε τουρκικά πυρά, όμως απεδείχθη ότι οφειλόταν στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αδιάλλακτος πατριώτης Α. Σαμαράς του οποίου το κόμμα είχε τότε υπολογίσιμη κοινοβουλευτική δύναμη, μίλησε για «εθνική ήττα κατά κράτος» και η αντιπρότασή του ήταν η «κατάληψη μιας τουρκικής βραχονησίδας». Από κοντά και οι Τσοβόλας (ΔΗΚΚΙ), Κωνσταντόπουλος (ΣΥΝ), ΚΚΕ με εκφράσεις και κατηγορίες για «ντροπή», «εθνική ταπείνωση», «περιορισμό της εθνικής μας κυριαρχίας», «ραγιαδισμό», «επιδιαιτησία των Αμερικανών» κ.τ.τ. Ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης αφήνοντας αιχμές για τη μη ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων(3) ευχαρίστησε από το βήμα της Βουλής την αμερικανική κυβέρνηση για τον πυροσβεστικό ρόλο της, πράγμα το οποίο προκάλεσε νέο παροξυσμικό κύμα από οιμωγές, κατάρες και ύβρεις. «Νύχτα της μεγάλης ντροπής»(4) χαρακτηρίστηκε από τις εθνικόφρονες δυνάμεις η 29η Ιανουαρίου 1996. Ο «θρυλικός πολέμαρχος» Οτσαλάν θα «αποκάλυπτε» ότι τα γεγονότα των Ιμίων ήταν προβοκάτσια των ΗΠΑ(5) , πράγμα που επιβεβαίωσε και η «πατριωτική» 17 Ν με προκήρυξή της.
Το πολεμικό κλίμα διαδέχθηκε για τους περισσότερους η «ιμιοπάθεια», δηλαδή το αίσθημα βαρυτάτης «εθνικής ταπείνωσης». Ο εθνεγέρτης νυν Αρχιεπίσκοπος, τότε μητροπολίτης Δημητριάδος, Χριστόδουλος όμως δεν κατελήφθη από καταθλιπτική «ιμιοπάθεια», αλλά έριχνε πρώτος το πολεμικό σύνθημα «ειρήνη ή ελευθερία, ειρήνη ή εθνική ταπείνωση»(6) με την ελληνοπρεπώς ορθή απάντηση «πόλεμος». Το σύνθημα αυτό ο Γιανναράς το είχε διατυπώσει με τρεις λέξεις: «αντίσταση ή υποταγή» και θα γινόταν μανιφέστο από τον Καραμπελιά(7) των Εξαρχείων και μ’ αυτή τη μορφή θα αποτελούσε το πατριωτικό εμπόρευμα που διακινούσαν Γιανναράς, Σαμαράς, Καραμπελιάς, Παπαθεμελής, Ζουράρις, Ήφαιστος(8), Γιαλλουρίδης, Λαζαρίδης, Κανέλλη, Σαρρής, Καργάκος και μια σειρά άλλων «γνησίων Ελλήνων», απογόνων των αγωνιστών του ’21, αλλά θα γινόταν και το ιδρυτικό σύνθημα της «Κίνησης Πατριωτικής Αφύπνισης “Δίκτυο 21”» με τις ευλογίες του Χριστόδουλου. Πιο ριζοσπαστική ήταν η πρόταση Παπαθεμελή, ότι η Ελλάδα «διεκδικεί τα πάντα από αυτούς που διεκδικούν από αυτήν τα πάντα»(9).

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της γενικευμένης ιμιοπάθειας, η οποία διήρκεσε πολλά χρόνια μετά το επεισόδιο, οι πιο «ρεαλιστές» φιλοπόλεμοι αντί να επιδίδονται μόνο σε ύβρεις, ρητορική πολεμολογία και θεωρίες συνωμοσίας επεξεργάζονταν σχέδια μιας αποτελεσματικής στρατιωτικής αντιμετώπισης του «προαιώνιου εχθρού». Και επιτέλους απέκτησαν ολοκληρωμένη «ακαδημαϊκή» πρόταση με το πόνημα του Παναγιώτη Κονδύλη Θεωρία του Πολέμου (εκδ. Θεμέλιο, 1997), στο οποίο περιλαμβάνεται ένα εκτενέστατο επίμετρο όπου ο συγγραφέας του προτείνει τη «στρατηγική του πρώτου πλήγματος», δηλαδή ότι η Ελλάδα πρέπει να έχει έτοιμο επιτελικό σχέδιο ώστε «να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό»: «Μπορεί να καταφερθεί στο πλαίσιο της κλιμάκωσης ενός τοπικού “θερμού επεισοδίου”, αλλά και πολύ νωρίτερα ακόμα, όταν δηλαδή διαπιστωθεί ότι επίκειται έτσι κι αλλιώς εχθρική επίθεση• το επιτελικό σχέδιο του πρώτου πλήγματος πρέπει λοιπόν να βρίσκεται στο συρτάρι ήδη από καιρό ειρήνης, χωρίς αυτό να σημαίνει καθόλου ότι όποιος το έχει καταστρώσει και όποιος θα το εφαρμόσει είναι αναγκαία ο επιτιθέμενος με την ιστορική και πολιτική έννοια του όρου. Καθώς το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται, ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία».
Εκτενή αποσπάσματα του εν λόγω επιμέτρου προδημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Το Βήμα, με την οποία συνεργαζόταν ο συγγραφέας, στις 9.11.1997, τα οποία επέλεξε ο ίδιος. Θα περίμενε κανείς ότι με τις ιδέες περί πρώτου πλήγματος και προληπτικού πολέμου, μετά τη «λαμπρή» εφαρμογή τους από τον Χίτλερ, το θεωρητικό φλερτ θα περιοριζόταν στους νεοφασιστικούς και ακραίους εθνικιστικούς κύκλους, ότι εν πάση περιπτώσει οι σύγχρονοι «φιλόσοφοι» θα ήσαν πιο προσεκτικοί. Όμως το έργο του Κονδύλη διατρέχει η σκέψη του Carl Schmitt, ενώ το αξίωμα του Κλαούζεβιτς (o πόλεμος είναι Fortsetzung der Politik mit anderen Mitteln, συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα) είναι δόγμα πάντα επίκαιρο, ένα μέσον επίλυσης των διαφορών μας και με την Τουρκία, αλλά ιδωμένο από τον Κονδύλη με τη σμιττιανή ερμηνεία της ρήσης του Κλαούζεβιτς: ο πόλεμος είναι η ultima ratio του «πολιτικού» σύμφωνα με τον Schmitt, της πολιτικής δηλαδή.
Τις απόψεις του Κονδύλη περί «πρώτου πλήγματος» σχολίασε επικριτικά δυο εβδομάδες αργότερα ο Ριχάρδος Σωμερίτης στην ίδια εφημερίδα και ακολούθησε δημόσια αντιπαράθεσή τους έως τον Ιανουάριο του 1998, κατά την οποία δόθηκε η ευκαιρία στον Κονδύλη να εφαρμόσει μια καρικατούρα της στρατηγικής του «πρώτου πλήγματος» με ύβρεις και ειρωνείες εναντίον του «εχθρού» Ρ.Σ. και όσων έχουν διαφορετικές απόψεις από εκείνες του «φιλοσόφου», όπως λ.χ. ο Άγγελος Ελεφάντης(10) και ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης. Από την εθνική επιστράτευση εναντίον των «εσωτερικών εχθρών» δεν θα μπορούσε να λείψει ο Στ. Παπαθεμελής της Ελλάδας των –τουλάχιστον– δύο ηπείρων: «Συνιστούμε θερμά αυτή τη μελέτη [του Π. Κονδύλη] και ειδικά το κεφάλαιο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος» (Το Βήμα, 30.11.1997).

Οι πολεμικές απόψεις του Κονδύλη δεν είναι νέες και οφείλομε χάριτες σ’ αυτούς που έχουν την ετοιμότητα, τις ειδικές γνώσεις και τη διάθεση να αποκαλύπτουν την ουσία τους. Κάποιος επιπόλαιος αριστερός αρθρογράφος της Καθημερινής, θρηνώντας για τον θάνατο του Κονδύλη, έγραψε ότι εκτός όλων των άλλων «μας έκανε γνωστό και τον μεγάλο πολιτικό φιλόσοφο Καρλ Σμιτ», πράγμα που επανέλαβαν και άλλοι επιπόλαιοι αριστεροί. Αλλά ποιον Σμιτ; Αναφερθήκαμε, όχι τυχαίως, στην καταλυτική επίδραση του Carl Schmitt στο έργο του Κονδύλη, του οποίου το έργο Πολιτική Θεολογία, Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας, μετέφρασε και εξέδωσε(11) ο Π. Κονδύλης συνοδεύοντάς το με έναν εκτενέστατο δικό του επίλογο. Μ’ αυτό εισήγαγε τη βασική έννοια της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης (Ausnahmezustand), όπου «το Κράτος συνεχίζει να υπάρχει ενώ το Δίκαιο σβήνει». Ένα κράτος πάνω από τον νόμο, ένα κράτος που υψώνεται σε υπέρτατη νομική τάξη. Ούτε και στην «ανακάλυψη» του Schmitt πρωτοτυπεί ο Κονδύλης. Ταυτόχρονα μ’ αυτόν, τη δεκαετία του 1970, επανανακάλυψαν τη σκέψη του Carl Schmitt οι διανοούμενοι της εξτρεμιστικής ιταλικής Νέας Αριστεράς (όπως ο θεωρητικός της τρομοκρατίας Τόνι Νέγκρι και οι Cacciari, Tronti, De Giovanni), ο μαοϊκός Joachim Schickel κ.ά., αναγνωρίζοντάς τον ως κορυφαίο αντιφιλελεύθερο, εκτιμώντας τη ριζοσπαστική κριτική ή μάλλον πολεμική του κατά του κοινού εχθρού, του φιλελευθερισμού. Αναγνωρίζοντας ένα σταθερό σημείο αναφοράς στη θεωρία του Schmitt για το «κράτος εκτάκτου ανάγκης», γοητευμένοι επίσης από το έργο του H θεωρία του παρτιζάνου (“Theorie des Partisanen”, 1963), μια μελέτη πάνω στην πολιτική και τον πόλεμο, αλλά και από τις εργασίες του για τους κινδύνους της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Όσο περιέπιπταν σε ανυποληψία οι δογματικές μαρξιστικές οικονομικές και ιστορικές αναλύσεις τόσο οι θεωρίες του Schmitt αναπλήρωναν το κενό στους απογοητευμένους ακροαριστερούς. Ο θεωρητικός και υπηρέτης του ναζισμού μετεβλήθη τώρα σε έναν απλώς «μεγάλο συντηρητικό / ρομαντικό» στοχαστή και… φάρο της νομικής επιστήμης. Όταν όμως χαρακτηρίζεις «συντηρητικό» έναν εξέχοντα θεωρητικό του ναζιστικού ολοκληρωτισμού, τον spiritus rector, διαπράττεις λαθροχειρία, εσκεμμένη παραπλάνηση. Ο συνταγματολόγος Schmitt (1888-1985) ήταν σύμβουλος της (ομοσπονδιακής) κυβέρνησης von Papen του Ράιχ στην υπόθεση «Πρωσία ενάντια στο Ράιχ» για την κατάλυση της πρωσικής κυβέρνησης της οποίας ηγείτο το SPD. Ήταν ο νομικός και θεωρητικός της θεωρίας της αρχής Führer (“Führerprinzip”), του Κράτους του “Führer” και οι θεωρίες του χρησιμοποιήθηκαν για την ιδεολογική θεμελίωση της δικτατορίας του ναζισμού• κατασκεύασε ή «δάνεισε» πολλές αρχές του στους ναζί, έπαιξε ρόλο καθοδηγητικό στην κατασκευή της νομικής βάσης και της βιτρίνας του ναζιστικού καθεστώτος. Στο δοκίμιό του “Die Diktatur” (1921), ο ορκισμένος εχθρός του αστικού φιλελευθερισμού και του κοινοβουλευτικού συστήματος προέβαλε την άποψη ότι ένας ισχυρός δικτάτορας θα μπορούσε να ενσαρκώσει τη θέληση των ανθρώπων αποτελεσματικότερα από οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα, καθώς μπορεί να είναι αποφασιστικός, ενώ τα κοινοβούλια εμπλέκονται αναπόφευκτα με τη συζήτηση και τον συμβιβασμό. Στον Πολιτικό Ρομαντισμό (“Politische Romantik”, 1921) ασχολήθηκε με την αδυναμία λήψεως γρήγορης και αποτελεσματικής απόφασης. Ένας δικτάτορας, ένας ηγέτης, ένας φύρερ, θα μπορούσε να ξεπεράσει τις αδυναμίες της δημοκρατίας• η αποθέωση του κράτους, η ιδέα του ολοκληρωτικού κράτους, του Κράτους του “Führer”, ήταν η «μεγάλη ιδέα» του Schmitt. Ακολούθησε η Πολιτική Θεολογία (1922), έργο με το οποίο θεμελίωνε περαιτέρω τις ολοκληρωτικές θεωρίες του, τη θεολογική καταγωγή των νομικών εννοιών, επεξεργαζόταν την έννοια της κυριαρχίας («κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης»). Στο διασημότερο έργο του Η έννοια του πολιτικού (“Der Begriff des Politischen”, 1932) θεμελιώδης έννοια για την κρατική κυριαρχία είναι η διάκριση, και δη «οντολογικώς», μεταξύ των φίλων και των εχθρών. Η έννοια του «πολιτικού» είναι μια προσπάθεια επίτευξης της κρατικής ενότητας και ταυτότητας με τον καθορισμό του περιεχομένου της πολιτικής ως αντίθεσης σε έναν ξένο «Άλλον» και φυσικά μέσω της υπέρτατης κυριαρχίας του Κράτους του Führer. Δεν παρέλειψε βέβαια να εισαγάγει και την έννοια του «εσωτερικού εχθρού».
Το 1933 εντάχθηκε στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα (NSDAP), ανήλθε σε πολλά κομματικά αξιώματα και διορίσθηκε Σύμβουλος Επικρατείας της Πρωσίας από τον Göring. Το κύμα των χωρίς δίκη εκτελέσεων, των μαζικών δολοφονιών ανάμεσα στις οποίες και 13 μελών του Ράιχσταγκ, γνωστό ως Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών (30 Ιουνίου 1934), ο Χίτλερ το εξήγησε λέγοντας ότι «ήμουν ο ανώτατος δικαστής του γερμανικού λαού». Ο «νομοθέτης του στέμματος» του Τρίτου Ράιχ Carl Schmitt, όπως τιμητικά τον αποκαλούσε ο εθνικοσοσιαλιστικός Τύπος, έγραψε τότε άρθρο με τίτλο «Ο Φύρερ προστατεύει τον νόμο» (13.7.1934), κρίνοντας τις δολοφονίες ως την «υψηλότερη μορφή κυρίαρχης δικαιοσύνης», προβάλλοντας την… επιστημονική άποψη ότι «ήταν ο ίδιος [ο Φύρερ] η υψηλότερη δικαιοσύνη»(12). Τον Οκτώβριο του 1936, ως πρόεδρος της Ένωσης Νομικών, μιλώντας σε ένα συνέδριο με θέμα «Η Γερμανική Νομική στον Αγώνα κατά του Εβραϊκού Πνεύματος», διατύπωσε την «καθαρή» θέση του στο «εβραϊκό ζήτημα» και εξέφρασε τον ριζοσπαστικό αντισημιτισμό του, απαιτώντας την «κάθαρση» της γερμανικής νομοθεσίας από το «εβραϊκό πνεύμα» (Jüdischem Geist), την «κάθαρση» των βιβλιοθηκών από τις εβραϊκές εργασίες, φθάνοντας έως του σημείου να απαιτεί να μαρκάρονται εφεξής όλες οι δημοσιεύσεις εβραίων επιστημόνων με ένα μικρό σύμβολο (J). Άλλωστε: «Ένας εβραίος συγγραφέας δεν έχει για μας κανένα κύρος». Έκλεισε την ομιλία του με την κατά λέξη αναφορά στα λεγόμενα του Χίτλερ: «Με το να αποκρούσω τους Εβραίους, αγωνίζομαι στην υπηρεσία του Κυρίου». Ήδη από το 1934, αλλά ακόμη και μετά το 1950, αμετανόητος πάντα, έκανε λόγο για «εβραϊκή έννοια του δικαίου» σε αντίθεση με τη «χριστιανική» τοιαύτη• κάθε φυλή, κάθε ράτσα, αναπτύσσει τη νομική σκέψη που της αρμόζει… Παρά ταύτα αποτελεί ειρωνεία της ιστορίας ότι δεν θεωρήθηκε επαρκώς ναζί από το όργανο των SS, καθότι «οπορτουνιστής, εγελιανός κρατικός στοχαστής» και «βασικά ένας Καθολικός» και έπεσε σε δυσμένεια. Προσπαθώντας να ανακτήσει την επιρροή του στους ναζί, προέβαλε τη θεωρία του Grossraume (γεωγραφικός ζωτικός χώρος).
Αυτός ο οπορτουνιστής όταν συνελήφθη το 1945 εδήλωσε αλαζονικά και κυνικά στους Ρώσους ανακριτές του: «Ήπια τον ναζιστικό βάκιλο αλλά δεν μολύνθηκα», οι οποίοι τον απελευθέρωσαν. Όμως ξανά συνελήφθη από τις αμερικανικές δυνάμεις, φυλακίσθηκε έως το 1947, δικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά απαλλάχθηκε από την κατηγορία για συνενοχή σε εγκλήματα πολέμου, αφού δεν είχε σκοτώσει κανέναν με τα χεράκια του• μόνο στη δολοφονία της δημοκρατίας και του «εβραϊκού πνεύματος» συνέπραξε… Καθαιρέθηκε όμως από την πανεπιστημιακή του έδρα, του απαγορεύθηκε να διδάσκει και υποχρεώθηκε να ζήσει το υπόλοιπο της αμαρτωλής ζωής του στη γενέτειρά του Plettenberg. Μέχρι τον θάνατό του παρέμεινε επιθετικά αμετανόητος για τη συνεργασία του με τους ναζί (13).
Η «διδασκαλία του Schmitt» κυριολεκτικώς μετακενώθηκε στην ελληνική αριστεροεθνικιστική σκέψη (ίσως και μη σκέψη) μέσα από το έργο του μαθητή του Π. Κονδύλη είτε με μεταφράσεις, άλλοτε με απροκάλυπτο κι άλλοτε με υπόρρητο θαυμασμό και πάντως χωρίς την υπογράμμιση του ναζιστικού παρελθόντος του, το οποίο προσπερνά με τριάντα όλες κι όλες ουδέτερες λέξεις αντί της ενημέρωσης ποιος είναι ο Schmitt και ποιες οι συνέπειες της εφαρμογής των κραυγαλέα ανεπιστημονικών ιδεών και δοξασιών του. Άλλο το θαυμαστό λογοτεχνικό χάρισμα και η ευρυμάθεια του Schmitt και άλλο η επιστημονική σκέψη• ούτε αυτή τη διάκριση δεν μπορούσε να κάνει ο Κονδύλης. Δεν είμαστε αντίθετοι στη δημοσίευση οιωνδήποτε απόψεων, όμως όταν πρόκειται για κατασκευές που διαδραμάτισαν τόσο αιματηρό ρόλο στην ιστορία, οφείλει κανείς όχι να τον «μαρκάρει» με ένα μικρό σύμβολο (Ν, δηλαδή ναζί), όπως εκείνος τους εβραίους επιστήμονες, αλλά εξ αρχής να διευκρινίσει ότι δεν είναι απλώς ένας «συντηρητικός» και «ρομαντικός» στοχαστής, όπως αποκαλείται ο Schmitt από όλους τους σύγχρονους αναθεωρητές της ιστορίας. Να προτάξει ότι είναι αυτός που έγραψε λ.χ. το «Ο Φύρερ προστατεύει τον νόμο» και μετά ας δημοσιεύσει τα άπαντά του και ας εκδηλώσει τον θαυμασμό του και ας ψιττακίζει τις ιδέες του.
Αυτά εν ολίγοις για τον «πνευματικό» τού «φιλόσοφου» Κονδύλη. Στη σκέψη του (και ιδίως στα επιστημονικοφανή έργα του Ισχύς και Απόφαση(14), Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία(15) –στα οποία σκοπίμως απέφυγε να παραθέσει βιβλιογραφία–, Θεωρία του Πολέμου) αναγνωρίζει κανείς την καταλυτική επίδραση του Schmitt άχρις ψιττακισμού, τη διάκριση «εχθρού-φίλου», την έννοια της «απόφασης», του decisionism, παρά τα σχετικά άλλοθι που δημιουργεί, την αλλεργία του προς τις «φιλελεύθερες» έννοιες. Ιδίως της «απόφασης» να καταφέρουμε το πρώτο πλήγμα στον «εχθρό» που «διακρίνει» ότι είναι «ο Τούρκος». Αναγνωρίζεται ακόμη εύκολα η σκέψη του Schmitt στην επίθεση στην «ουτοπία» του δυτικού «κράτους δικαίου», όπως το χαρακτηρίζει ο Κονδύλης, και στα «ανθρώπινα δικαιώματα», με ακαταμάχητο επιχείρημα τη σκέψη του Schmitt! Που είναι ένας μεγαλοφυής… «συντηρητικός». Αναγνωρίζει ότι το «φιλοσοφικό» έργο του Κονδύλη είναι μια Schmittiana χωρίς το λογοτεχνικό χάρισμα του Schmitt (απενοχοποίηση, γενίκευση και αναγωγή αυτών που ο Schmitt θεωρούσε νόμους της ιστορίας ή της πολιτικής σε φυσικούς νόμους, σε νόμους καθολικής ισχύος). Όσο για τη «θεσμική ομαλότητα», τη «“δημοκρατική” ομαλότητα», την οποία σέβεται η σύγχρονη ελληνική κοινοβουλευτική αριστερά, ο «φιλόσοφος» Κονδύλης της κάνει σφοδρή επίθεση γι’ αυτό: «τα ψοφοδεή κατάλοιπα της Αριστεράς εξωραΐζουν την πολιτική τους χρεοκοπία… με κωμικοτραγικές εκδηλώσεις προσήλωσης προς τους “θεσμούς” και ζήλου για την “απρόσκοπτη λειτουργία” τους»(16). Αν τέτοιες απόψεις δημοσιεύονταν όταν η φρίκη ήταν νωπή, τις δεκαετίες του 1950 και του ’60, ο συγγραφέας τους θα χαρακτηριζόταν νοσταλγός του ναζισμού ή του φασισμού και δεν θα είχε τόπο να σταθεί, τρεις δεκαετίες όμως αργότερα γίνονταν αποδεκτές προς ακαδημαϊκή συζήτηση!… Ένα «περιγραφικό» κυνικό και μικρομηδενιστικό συνονθύλευμα μιας σμιττιανο-κλαουζεβιτσο-νιτσεϊκής σαλάτας με σως Weber, Hegel, Marx και ορισμένα άλλα φιλοσοφικά καρυκεύματα και βεβαίως έκδηλο θαυμασμό στη σταλινική(17) «ουτοπία» είναι η «φιλοσοφία» του και το πολεμικό πνεύμα της. Μια επιστροφή στο σκότος και τον ζόφο των ενστίκτων. Όλα είναι πόλεμος, όπως γράφει ο Κονδύλης: «Δεν υπάρχουν αξίες ούτε μάχονται αξίες αναμεταξύ τους, παρά μόνο συγκεκριμένες υπάρξεις, οι οποίες μέσω της διατύπωσης και της ερμηνείας αξιών προσπαθούν να ανατρέψουν ή να εδραιώσουν ορισμένες σχέσεις μεταξύ τους. [] Ως μετεξέλιξη της ύπαρξης, καθώς αυτή επιδιώκει με διαφόρους τρόπους τη διεύρυνση και εδραίωση της ισχύος της, έχει λοιπόν και το “πνεύμα”, ακόμα και με τη στενότερη έννοια της διανοητικής-θεωρητικής δραστηριότητας, υφή πολεμική, δηλαδή καθορίζεται εξ ίσου όσο και τα υπόλοιπα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής από την κεντρική θέση εχθρού-φίλου. [] Πολεμικό είναι το “πνεύμα”, γιατί συνδέεται πάντοτε με ορισμένους υπαρξιακούς φορείς, τους οποίους βοηθά να υποτυπώσουν αποφάσεις έχοντας υπ’ όψη τους τον εκάστοτε εχθρό. [] Δεν υπάρχουν ιδέες. Υπάρχουν μόνον ανθρώπινες υπάρξεις μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις…» (18). Υπάρξεις με αξιώσεις επιβολής, ισχύος κ.λπ. Όλα είναι πόλεμος, όλα στηρίζονται στη σχέση εχθρός-φίλος, όλα είναι θέμα απόφασης, επιβολής, ισχύος… «Δεν υπάρχουν αξίες». «Δεν υπάρχουν ιδέες»! Παρ’ όλα αυτά ο ίδιος στην τοποθέτηση του Σπύρου Τσακνιά: «Θα σας χαρακτήριζα έναν ιστορικό των ιδεών και έναν μελετητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς» απάντησε: «Ας μου επιτραπεί κατ’ αρχήν να προσθέσω στον “ιστορικό των ιδεών” και τον κοινωνικό ιστορικό…» (περ. Διαβάζω, τχ. 384, Απρ. 1998). Ο επικρατέστερος χαρακτηρισμός για τον Κονδύλη είναι «ιστορικός των ιδεών» (π.χ. Ν. Νούτσος, Σπ. Μόσκοβος, Α. Στυλιανός, Το Βήμα 15.11.1998• Volker Gerhardt, Νέα Εστία, τχ. 1736, Ιούλ.-Αύγ. 2001• Αιμ. Μεταξόπουλος, Ν. Σεβαστάκης, «Βιβλιοθήκη»/Ελευθεροτυπία, 5.2.1999), ή «φιλόσοφος των ιδεών», «ιστορικός της φιλοσοφίας και φιλόσοφος της ιστορίας». Ιδέες και αξίες ασφαλώς υπάρχουν παρά τα όσα γράφει ο Κονδύλης, αλλά αρχές και συνέπεια δεν υπήρχαν στον παρ’ ολίγον επίσημο διανοούμενο του ΓΕΣ. Όπως έγραφε ο ίδιος, με τη μετριοφροσύνη που τον διέκρινε, παρουσιάζοντας το 1997 τη σειρά Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός των εκδόσεων Νεφέλη: «Η νεώτερη Ελλάδα δεν προσέφερε τίποτα στον πολιτισμό και όποιος έχει τη στοιχειώδη νηφαλιότητα θα πρέπει να το κατανοήσει». Ο τύφος του ήταν εφάμιλλος με εκείνον του πνευματικού πατέρα του Carl Schmitt. Ο πιο καλός μαθητής του μηδένισε όλους τους μεγάλους Έλληνες ποιητές, συγγραφείς, μουσικούς κ.ά., όμως προσέφερε στο ΓΕΣ και στον ελληνικό πολιτισμό τη θεωρία του πολέμου… Αν πρόκειται να διαβάσει κανείς τις φλύαρες και ανεπιστημονικές θεωρίες απόφασης και πολέμου του Κονδύλη, είναι προτιμότερο να διαβάσει τον μεγάλο στυλίστα δάσκαλό του Carl Schmitt ο οποίος τις διατυπώνει με άκρα γλαφυρότητα και προπαντός λιτότητα• λόγου χάρη: «Πες μου ποιος είναι ο εχθρός σου και θα σου πω ποιος είσαι»• κι ακόμη πιο λιτά: «Distinguo ergo sum» (Διαφέρω άρα υπάρχω).
Οι αντιδημοκρατικές και αντιφιλελεύθερες απόψεις, οι επικίνδυνες ιδέες και οι επικίνδυνες θεωρίες από επικίνδυνα μυαλά όχι μόνον δεν πρέπει να είναι σεβαστές, αλλά να αποκαλύπτονται και να επικρίνονται με επιχειρήματα. Και ο Ρ. Σωμερίτης διέθετε το διανοητικό θάρρος και τα δημοκρατικά αντανακλαστικά να το πράξει τότε. Η συνέχεια ήταν επίσης συναρπαστική. Το 1998 συμπληρώνονταν 50 χρόνια από την Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στο σχετικό αφιέρωμα του Βήματος (3.5.1998) έλαβε μέρος και ο αλλεργικός σε κάθε φιλελεύθερη έννοια και ιδίως εκείνες της ανοχής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Κονδύλης, και η πρώτη φράση του άρθρου του ήταν: «Δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα». Χλεύαζε την «παθιασμένη ομολογία πίστεως στα “ανθρώπινα δικαιώματα”», χλεύαζε για μια ακόμη φορά το «δυτικό “κράτος δικαίου”»(19), χλεύαζε και την «εξημερωμένη πλέον δυτική “Αριστερά”», που «έπαιζε τον ρόλο του “χρήσιμου ηλίθιου”». Παραπλεύρως όμως ο καθηγητής Π. Σούρλας αποκάλυπτε ποιοι είναι οι εχθροί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η ευρυμάθεια του Κονδύλη, οι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις του είναι αναμφισβήτητες• το μεταφραστικό έργο του σημαντικό• άλλο όμως ένας εργατικός μελετητής της ιστορίας της φιλοσοφίας και άλλο «φιλόσοφος». Είναι πάντως κρίμα που σπατάλησε τόση ενέργεια στην ανακαίνιση και απενοχοποίηση ολοκληρωτικών και μηδενιστικών, επικίνδυνων εν τέλει ιδεών. Γιατί οι γνώσεις του ήσαν μακράν πολλών εγχωρίων όντως ημιμαθών φιλοσοφούντων – που επειδή μισούν τον φιλελευθερισμό και τον «άλλον», άρα υπάρχουν. Η πολεμολογία του Κονδύλη δικαιολογήθηκε από τους θαυμαστές του ως ακαδημαϊκή ανάλυση, δηλαδή επιστημονική (από πότε ο ανορθολογισμός και η θεωρητικοποίηση της αυθαιρεσίας είναι επιστήμη;), ως θύμα «αναγνωστικής παρεξήγησης» (!), ως θεωρία απλώς ή έστω και ως «κυνικός ρεαλισμός» – ακόμη κι έτσι χαρακτηρίσθηκε προκειμένου να δικαιολογηθεί. Δυστυχώς γι’ αυτούς δεν είναι ούτε ακαδημαϊκή εργασία ούτε ρεαλιστική. Όπως έγραψε ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης: «Όμως η θεωρία [του Κονδύλη] δεν μπορεί να θεμελιώσει τίποτε, μπορεί μόνον να οριοθετήσει την σχέση του φίλου προς τον εχθρό στην κάθε συγκυρία (μοτίβο εδώ του Καρλ Σμιτ) και να αποκαταστήσει την ιστορία ως άπειρη επανάληψη αποφάσεων, αδιαμεσολάβητων αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων μεταξύ φίλων και εχθρών. Καθώς η απόφαση για αντιπαράθεση είναι εγκατεστημένη μέσα στη σκέψη δεν υπάρχει τόπος για κριτική σκέψη. Καθώς διαβρώνει κάθε αξιακό, απαξιώνει και το κύρος των δικαιωμάτων που εμφανίζονται ως μέσα επιβολής εξουσιαστικών αξιώσεων και τίποτε άλλο. Απαξιώνει την ανοχή της ετερότητας στη δημοκρατία παρουσιάζοντάς την σαν τρόπο επιβολής του κυρίαρχου δυτικού πολιτισμικού προτύπου σε όλους τους άλλους, υποστηρίζοντας ότι η δημοκρατία δεν έχει κανενός είδους κανονιστική αξία κ.λπ. Ο τρόπος αυτός σκέψης ανοίγει τον δρόμο σε πρωτοβουλίες κάποιων που προκρίνουν τη σύρραξη, θα ήθελαν να έδιναν “το πρώτο χτύπημα” στον εχθρό και παίζουν πολεμικά παιχνίδια από τις εφημερίδες έτοιμοι να πουν, όταν τα πράματα σκουρύνουν, ότι οι ίδιοι είναι ανεύθυνοι και δεν τα εννοούσαν όλα αυτά στα σοβαρά»(20).
Ο πυρήνας της σκέψης του Π. Κονδύλη σημαδεύεται ανεξίτηλα από ένα όνομα: Carl Schmitt. Όπως γράφει ο στενός φίλος του Α. Λαυραντώνης, τον οποίον ο Κονδύλης θεωρούσε «πνευματικό πατέρα» του: «Το ίδιο έκανε και αργότερα (το 1973-74) με ολόκληρα κεφάλαια από έργα του Καρλ Σμιτ, (του οποίου το όνομα και το έργο άκουγα για πρώτη φορά), όταν αναζητώντας πιθανούς ιδεολογικούς μας συγγενείς, ανακάλυψε ότι υπήρχαν και άλλοι που εκινήθηκαν στους χώρους των δικών μας “πνευματικών” περιπλανήσεων, αναζητήσεων και αδιεξόδων, έστω και αν ξεκινούσαν από διαφορετικές αντιλήψεις και ιδεολογικές αφετηρίες»(21). Η εμμονή τριάντα χρόνων σ’ αυτές τις ιδέες εκδηλώθηκε ως μονομανία και την τελευταία δεκαετία της ζωής του ως μόνιμη παραίσθηση, λες και ο σύγχρονος και ο αυριανός κόσμος είναι μόνον ισχύς - απόφαση - πόλεμος. Σε αποσπάσματα δύο επιστολών του το 1976 από τη Γερμανία προς τον μη γερμανομαθή Λαυραντώνη στην Αθήνα, τις οποίες έφερε στο φως ο Γ. Μερτίκας, τον ρωτά αν ήθελε να του στείλει τη μετάφραση μιας βιβλιοκρισίας του C. Schmitt καθώς και δύο μεταφρασμένα από τον ίδιο κεφάλαια από το Πολιτική Θεολογία: «Λυπάμαι πολύ που δεν μπορείς να διαβάσεις τα βιβλία αυτού του ανθρώπου. Θα έβρισκες σε πολύ μεγάλο βαθμό τις δικές σου σκέψεις και αυτό θα σου προκαλούσε ικανοποίηση (άλλωστε ο νοητός, ή πραγματικός διάλογος με όσους συμφωνούμε αποδεικνύεται συνήθως γονιμότερος από τον διάλογο με τους διαφωνούντες: ένδειξη για το πόσο μικρό ρόλο παίζουν τα έλλογα επιχειρήματα στη ζωή των ανθρώπων…(22). Στη δεύτερη επιστολή του επίσης λίγο μετά τη μεταπολίτευση (5.6.1976) καταφερόταν κατά των «ανερμάτιστ[ων] και αμαθ[ών] διανοούμεν[ων]» της Ελλάδας που «νομίζουν ότι η χώρα βρίσκεται σε “προοδευτική πορεία” (τυπικός πνευματικός αυνανισμός)»!
Αν ο δάσκαλός του C. Schmitt είναι ο κορυφαίος εχθρός του αστικού φιλελευθερισμού, τον ίδιο τίτλο διεκδίκησε και ο Κονδύλης με τα μεταμφιεσμένα σμιττιανά έργα (του). Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του Θεωρία του Πολέμου ο πρώτος ύμνος που επέλεξε να παραθέσει, ανωνύμως –ως συνήθως τον αποδίδει στο έντυπο (γενικώς)–, είναι ότι ο Κονδύλης «έσφαξε πολλές “ιερές αγελάδες” της δυτικοφιλελεύθερης ιστορικής και πολιτικής σκέψης». Φυσικό ήταν λοιπόν να επεξεργασθεί και το σχέδιο ακαριαίας μαζικής σφαγής χιλιάδων Τούρκων, στα εκατοντάχρονα ακριβώς του ένδοξου 1897, εμφανίζοντάς τους ως επιτιθέμενους «με την ιστορική και πολιτική έννοια του όρου».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1). Ο Μπιλ Κλίντον στην αυτοβιογραφία του Η ζωή μου (My life) που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2004 γράφει για την ελληνοτουρκική κρίση των Ιμίων ότι «Τούρκοι δημοσιογράφοι υπέστειλαν μια ελληνική σημαία και ανήρτησαν μια τουρκική… Μου ήταν αδιανόητο πώς δυο μεγάλες χώρες με μια πραγματική διαφορά γύρω από την Κύπρο θα κατέληγαν τελικά σε πόλεμο για δέκα εκτάρια βραχονησίδων στα οποία ζούσαν μόνο μερικά πρόβατα». Αφού περιγράφει τις επαφές του με Σημίτη, Ντεμιρέλ, Τσιλέρ και τις ολονύκτιες προσπάθειες του Ρ. Χόλμπρουκ, σημειώνει ότι γελούσε με τη σκέψη πως, ανεξάρτητα αν θα κατάφερνε να φέρει την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, στη Βοσνία ή στη Βόρειο Ιρλανδία, «τουλάχιστον θα είχα σώσει μερικά πρόβατα του Αιγαίου». Του ήταν αδιανόητο διότι ένας ξένος δεν μπορεί να συλλάβει την εθνικιστική παραφροσύνη.
(2). Μ. Βασιλάκης, Άπαντα Έβερτ. Πολιτική Ιλαροτραγωδία, εκδ. Γνώσεις 1996, σσ. 171-186.
(3). Την άποψη αυτή ανέπτυξε, με τεκμηριωμένο τρόπο, ο τότε πρωθυπουργός στο βιβλίο του: Κώστας Σημίτης, Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004, εκδ. Πόλις, 2005. Στο εν λόγω βιβλίο αναφέρεται στην κρίση των Ιμίων στις σσ. 58-74. Ειδικότερα στη σ. 70 γράφει: «Το συμπέρασμα που πολύ απλά προέκυπτε απ’ όλα αυτά ήταν πως η Ελλάδα δεν είχε τη στρατιωτική δυνατότητα άμεσης επέμβασης. Η στρατιωτική ηγεσία δεν είχε καν προετοιμάσει σχέδιο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο».
(4). Χρ. Γιανναράς, Καθημερινή, 7.9.1997.
(5). Ελευθεροτυπία, 12.3.1996. Ο Οτσαλάν με συνέντευξή του στον Π. Παναγιωτόπουλο (τηλεόραση Sky, 11.3.1996) πρότεινε ταυτοχρόνως ελληνοκουρδικό πόλεμο εναντίον της Τουρκίας ο οποίος θα είχε σαν αποτέλεσμα την ταυτόχρονη λύση Ελληνοτουρκικών προβλημάτων, Κυπριακού, Κουρδικού. Και ένα χρόνο αργότερα αυτόν τον παράφρονα εκδοροσφαγέα θα αποκαλούσαν νέο Κολοκοτρώνη τα 2/3 των Ελλήνων βουλευτών και θα ζητούσαν την επίσημη πρόσκλησή του στην Ελλάδα…
(6). Το Βήμα, 25.2.1996.
(7). Γ. Καραμπελιάς: «Αντίσταση ή υποταγή», περ. Άρδην, Μάρτιος 1996 και Γ. Καραμπελιάς: «Το μοναδικό αυθεντικό δίλημμα, αντίσταση ή υποταγή» (Ελευθεροτυπία, 23.3.1996).
(8). Π. Ήφαιστος: «Το ψευτοδίλημμα πόλεμος ή ειρήνη»: «Επείγει ο εκσυγχρονισμός της διπλωματίας μας με την ορθολογιστική ενσωμάτωση του παράγοντα “πόλεμος” στην εθνική μας στρατηγική» (Ελευθεροτυπία, 9.5.1996).
(9). Το δίλημμα σύμφωνα με τον Παπαθεμελή είναι: «Φιλανδοποίηση ή ισραηλινοποίηση». Ο Παπαθεμελής κηρύσσει απερίφραστα το δόγμα: η χώρα μας «διεκδικεί τα πάντα από αυτούς που διεκδικούν από αυτήν τα πάντα», διότι «όπως εξελίσσονται τα πράγματα έχουμε δύο δυνατότητες ως έθνος. Η μία είναι ο δρόμος της “φιλανδοποίησης” της πολιτικής μας. Αυτό σημαίνει απόπειρα επιβίωσης με παραβίωση στη σκιά μιας ισχυρής Τουρκίας, της οποίας έχουμε καταστεί πειθήνιος δορυφόρος. Ο δρόμος αυτός και νομοτελειακά θα σήμαινε finis Graecae. Δεν μας πρέπει. Αξίζουμε μια άλλη Ελλάδα. Μια δυνατή Ελλάδα. Αλλά αυτή με τρέχοντες διεθνείς όρους σημαίνει “ισραηλινοποίηση” της χώρας... Με ορολογία κλασικής Ελλάδας και Μακρυγιάννη η ισραηλινοποίηση πρέπει να ονομασθεί ελληνοποίηση» (Το Βήμα, 17.3.1996).
(10). Μια ευρεία περίληψη του Επιμέτρου του Κονδύλη καθώς και όλα τα κείμενα της αντιπαράθεσης, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο: Μ. Βασιλάκης, Τι έκαναν ο Ριχάρδος και ο Γιάννης στο Πρωτοδικείο, εκδ. Γνώσεις, 2005. Στο πλευρό του «φιλοσόφου» οι Στ. Παπαθεμελής (Το Βήμα, 30.11.1997), ο Γ. Τριάντης (Ελευθεροτυπία, 1.12.1997) και το Παρόν του Μ. Κουρή (30.11.1997).
(11). Εκδόσεις Λεβιάθαν, Αθήνα 1994.
(12). Ian Kershaw, Χίτλερ (1889-1936), Ύβρις, εκδ. Scripta, 2000, σ. 577.
(13). Πολλά από τα παραπάνω στοιχεία είναι αντλημένα από το έξοχο πολυσέλιδο άρθρο του καθηγητή Mark Lilla του University of Chicago υπό τον εύγλωττο τίτλο “The Enemy of Liberalism”, The New York Review, May 15, 1997.
Παραθέτομε ένα μικρό απόσπασμα:
«Μέχρι την ημέρα θανάτου του ο Schmitt παρέμεινε επιθετικά αμετανόητος για τη συνεργασία του. Στα αμέσως μεταπολεμικά έτη αφιέρωσε πολλή ενέργεια στη συγγραφή αυτοαθωωτικών σημειώσεων, μερικές από τις οποίες δημοσιεύθηκαν πριν από μερικά έτη στη Γερμανία υπό τον τίτλο Glossarium… Το βιβλίο δημιούργησε μια αίσθηση που σόκαρε ακόμη και τους υπερασπιστές του Schmitt με τη βιαιότητα της γλώσσας του. “Οι Εβραίοι παραμένουν Εβραίοι”, γράφει ο Schmitt, “ενώ οι κομμουνιστές μπορούν να βελτιωθούν και να αλλάξουν… Ο πραγματικός εχθρός είναι ο αφομοιωμένος Εβραίος”. “Καλύτερα η εχθρότητα του Hitler παρά η φιλία αυτών που επιστρέφουν εμιγκρέδες και ανθρωπιστές”. “Τι ήταν πραγματικά πιο αισχρό, να συνταχθείς με τον Hitler το 1933 ή να τον φτύσεις το 1945;”. Συνέθεσε ακόμη και ένα σύντομο αντισημιτικό ποίημα, το οποίο μπορεί να αποδοθεί περίπου έτσι:
Ο καθένας μιλά για τις ελίτ,
Αλλά η πραγματικότητα αρνείται να τις αντιμετωπίσει:
υπάρχουν μόνο Ισρα-ελίτες
σε έναν μεγάλο παγκόσμιο χώρο.
Ο Schmitt άντεξε τη μοίρα του επαίσχυντα/αναξιοπρεπώς μετά από τον πόλεμο, χύνοντας τη σπλήνα του στις δακρύβρεχτες γεμάτες αυτολύπηση σημειώσεις του».
Eξαιρετικά είναι επίσης και τα βιβλία:
Jan-Werner Müller, A Dangerous Mind: Carl Schmitt in Post-War European Thought, Yale University Press, 2003.
Joseph W. Bendersky, Carl Schmitt, Theorist for the Reich, Princeton University Press, 1983.
(14). Εκδόσεις Στιγμή, 1991.
(15). Εκδόσεις Στιγμή, 1992.
(16). Πολιτική Θεολογία, εκδ. Λεβιάθαν, 1994, Επιλεγόμενα Κονδύλη, σ. 217.
(17). Όπως γράφει, παραπέμποντας σε ομιλία του Στάλιν της 19.11.1928, «ο απροκατάληπτος (sic) σημερινός ιστορικός μπορεί να διαπιστώσει ότι μονάχα η ραγδαία εκβιομηχάνιση και η βίαιη κολλεκτιβοποίηση κατέστησαν δυνατή στη δεδομένη στιγμή την κοσμοϊστορική νίκη της Σοβιετικής Ένωσης πάνω στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία». «Η κατάρρευση του κομμουνισμού δεν σημαίνει λοιπόν τον οριστικό αποχαιρετισμό της παγκόσμιας ιστορίας από την Ουτοπία, παρά αποτελεί ήττα του μεγάλου ρωσικού έθνους». (Στο Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία, όπ.π., σσ. 112 και 134 αντιστοίχως). Τι κρίμα που ο Κονδύλης δεν αναφέρθηκε στο διασημότερο άρθρο του Ι. Στάλιν στην Pravda, «Ίλιγγος από τις επιτυχίες» (2.3.1929). Δηλαδή τις δήθεν επιτυχίες στη δημιουργία κολχόζ, στην εκτεταμένη κολεκτιβοποίηση, όπου υπό τον φόβο μιας γενικευμένης αγροτικής εξέγερσης έγραφε ότι ήταν «υπερβολή», λόγω της μέθης από την επιτυχία, η κολεκτιβοποίηση ακόμη και των οικόσιτων πουλερικών. Γι’ αυτήν τη σταλινική κτηνωδία και τα καταστροφικά αποτελέσματά της, βλ. το αριστούργημα του Jean-Jacques Marie, Στάλιν, εκδ. Οδυσσέας, 2003, ιδιαίτερα τα κεφάλαια Η μεγάλη στροφή, Κουλάκος και Γκούλαγκ, Η μαύρη χρονιά (σσ. 316-421).
(18). Στο Ισχύς και απόφαση, όπ.π., σσ. 135, 150-151 και 153. Είναι χαρακτηριστική του πνευματικού πολεμικού ήθους του η απάντηση που έδωσε στον καθηγητή Στέλιο Βιρβιδάκη και τον Θ. Γεωργίου η αυθεντία του επειδή διατύπωσαν ενστάσεις και όχι ύμνους για το εν λόγω πόνημά του, στο περ. Λεβιάθαν, τχ. 15, Αθήνα, 1994.
(19). Σε τίποτε δεν πρωτοτυπεί ψιττακίζοντας Schmitt. O «πνευματικός» του πατέρας έγραφε ότι όλα εκείνα τα οποία εμφανίζονται ως βάσεις του φιλελευθερισμού –ατομικισμός, ανθρώπινα δικαιώματα, κράτος δικαίου– είναι μυθεύματα. Αλλά δεν είναι ανάγκη να πάμε τόσο μακριά• όλα αυτά μπορεί κανείς να τα βρει και στην κιβωτό του εγχώριου ανορθολογικού λόγου, στην πολιτική θεολογία δηλαδή του Χρ. Γιανναρά, και ιδίως στο πόνημά του Η απανθρωπία του δικαιώματος, εκδ. Δόμος, 1998.
(20). Αυγή, 20.4.2001.
(21). Περιοδικό Σημειώσεις, τχ. 54, Δεκ. 2000: Αντώνης Λαυραντώνης «Τα διαμορφωτικά χρόνια του Π. Κονδύλη».
(22). Όπ.π., τχ. 53, Ιούλ. 2000. Δες στο ίδιο και ένα διαφωτιστικό άρθρο του Μάριου Μαρκίδη «Ο Κονδύλης κι εμείς: οι δρόμοι που πήραμε».

Copyright©Μανώλης Βασιλάκης

αρχή σελίδας

Νίκος Φωκάς: Από το βιβλίο του «¨Ελεύθερο Θέμα», πεζοποιήματα. Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Αίσ-χός, Αίσ-χός

Απ’ το ανοιχτό παράθυρο φτάνει ως εδώ η βοή μιας Αθήνας δίχως όρια, σαν πελώρια ομοφωνία. Έτσι λοιπόν οι διάφοροι ήχοι: δημόσια ψέματα, χάχανα Νεοελλήνων όμοια με χρεμετισμούς αλόγων, λόγοι λαϊκές μουσικές, σαματάς γηπέδων, δελτία ειδήσεων, δελτία χρηματιστηρίου, αναγνώσεις ποιημάτων, συνέδρια, κατά παραγγελία χειροκροτήματα, οργανωμένος ενθουσιασμός, καθημερινά φληναφήματα, νιαουρίσματα κινητών με μοτίβα Μπετόβεν, φωνακλάδικοι στην συνέχεια τηλεφωνικοί μονόλογοι, υλιστικά κραυγαλέα συνθήματα σε πορείες, αγγλικούρες, βρισίδια των δρόμων κ. α. αποκτούν συγχωνευμένοι, ένα επίφοβο, συνεχώς πιο δυσπολέμητο, μέγεθος και μία αδιατάραχτη ολοχρονίς πια διάρκεια ώστε να καταπνίγεται κάθε εορτολόγιο (αρχαίο, χριστιανικό ή άλλο) με τις επιμέρους εορτές του σύμφωνα με τις εποχές του ενιαυτού.
-- Ταυτόχρονα, μια τέτοια ομοφωνία απαγορεύει στις εξατομικευμένες, ανθρώπινες φωνές πόνου ν’ ακουστούν όσο οξείες και νά΄ναι ή όσο και να στήνει κανένας αυτί.
-- Κι όμως είναι ώρες που έρχεται από κάποιο απροσδιόριστο βάθος ή απόσταση ένας αντίθετος αχός, εξαίρεση στην καθολική σύμπνοια, κάτι σαν απόπειρα αντίπραξης που εξουσιάζει για δευτερόλεπτα τη σύμμειχτη χλαλοή, κυρίαρχος στιγμιαία πάνω στον βαρύ ρόγχο του πλήθους, που βέβαιο για την ισχύ του δεν ελέγχει τις ηχητικές του αποβολές, όμοια με κοιμισμένο γίγαντα. Ω σίγουρα το ξίφος του Θησέα θα τον πετύχαινε στον ύπνο!
-- Άραγε τι νά’ναι αυτός ο ήχος; φωνή μοναχική μα βροντερή κάποιου νεότερου ημίθεου που επιστρέφει ή μια ενιαία κραυγή θυμού, τέλεια συντονισμένη, κάποιας συνάθροισης ατόμων; Όπως και να ‘χει, είτε μομφή κατάμονου ήρωα είτε θυμός ανθρώπινου συνόλου, μια λέξη επαναληπτική κυριαρχεί παροδικά, στην ακοή, λέξη ελληνική κι ευκρινής (έστω και παρατονισμένη) μέσα κι ενάντια στη βαριά κι ομόφωνη βοή της γενικής συναίνεσης: άγρια, απελπισμένη, ρυθμική.
2001.

Copyright© Νίκος Φωκάς και Εκδόσεις Εστίας

αρχή σελίδας


Ιωάννης Καζαντζάκης : ΙΤΚΑ "Vita Femina" Αποσπάσματα από το βιβλίο. Εκδόσεις BNF

Προβληματισμοί ανδρών…

- Τα αίτια δεν είναι παθολογικά, η Ιατρική σηκώνει τα χέρια ψηλά ….
- Τότε δεν μένει, παρά να υποθέσουμε, πως τα αίτια αυτής της συμφοράς ,
είναι άτακτα, Κοινωνικά, Οικονομικά, Πολιτικά.
- Πριν από κάμποσους μήνες, Σας είχα εγχειρίσει μία Έκθεση
που μιλούσε και έλεγε διάφορα, για κάποια πεπραγμένα ανατρεπτικού χαρακτήρα,
για κάποια έντυπα τέλος πάντων…. Για κάποια βιβλία έστω, γραμμένα από κάποιες ,
φανατικές, φεμινίστριες, που δηλώνουν και Ποιήτριες , από κάποιες ….
- Ποιήτριες ?! … Ήμαρτον Κύριε ! … Υπάρχει τέτοιο πράγμα ?! …
η Γυναίκα δεν καταλαβαίνει από Ποίηση, δεν μπορεί να ενδιαφερθεί για κάτι,
χωρίς ιδιοτέλεια,
έχει πρακτικό μυαλό, θεωρεί τους απανταχού Καλλιτέχνες, σαν χαμένα κορμιά,
γιατί πεθαίνουν πεταγμένοι μεσ’ την φτώχεια, μήτε για Γάμο δεν τους στέργει….
Όλη κι’ όλη η Αξία μιας Γυναίκας , εξαρτάται από ένα μοναχά πράγμα ,
σε ποιον Άνδρα έτυχε ν’ αρέσει ! ….
- Όλο αυτό το πράγμα, που λέγεται «Γυναίκα», υπήρξε πάντα, παντρεμένο, χωρισμένο
ή έτοιμο να ξαναπαντρευτεί ή υποφέρει επειδή δεν τα κατάφερε! …
Έτσι ορίζεται η «Γυναίκα» μεσ’ τον Κόσμο μας !

ΙΤΚΑ…
Ο Γάμος κάλλιστα μπορεί να προσομοιαστεί, μ’ ένα λιοτρίβι !
Τα πάντα βρίσκονται αδιάλειπτα και πιστά κάτω από μία μεγάλη Πίεση !
Αν είσαι Λιόσμος, κατακάθι, τότε μπορείς, την ξεφεύγεις τη μέγγενη!
Μ’ αν είσαι λάδι, διαφέρει !
Κλείνεσαι μέσα στο Δοχείο, στην Οικογένεια !
Οι άνδρες μας ξεχνούν κι’ έχουνε δίκιο!
Δύο παιδιά να κάνουμε, τους φτάνει ! Τρέχουν σε ξένες αγκαλιές
Ψάχνουν να βρούνε, αυτό που λείπει από μας , την Ερωμένη! …
Εμείς, σα λάδι λαμπερό, κεχριμπαρένιο, τη στέγη τ’ Άδικου Σπιτιού την συντηρούμε,
Τις Κόρες σπρώχνοντας στην ίδια κατηφόρα, τίμια στέγη ναι, σ’ όλους αρέσει!
Νάχεις το Θύμα στο κατώφλι σου, στο γήρας !
Τα κατακάθια του λαδιού δεν είναι άλλα, από εκείνες που στο Γάμο είπαν «Όχι» !
Μαύρο το χρώμα τους, στο ράφι!
Αυτές τις σπάνιες Γυναίκες, τις λιγοστές, όσες ξεμείνανε , αντέχουν, τις χαιρετώ!
Αυτές κρατούν ότι π’ αξίζει στη Γυναίκα ! ….

ΙΤΚΑ…

Τώρα μπαίνουμε στην Κοινή Λογική που συντηρεί τον Κόσμο μας ,
που είναι Ανδρικός αναμφίβολα………
Επειδή όμως εμείς αφήσαμε αυτά τα μεγάλα παιδιά που λέγονται Σύζυγοι, να παίζουν !
Παίξανε όντως αρκετά, φτιάξανε Πράγματα & Θαύματα, Πυραύλους, Τηλεοράσεις, Μπόμπες, Φάρμακα ! Κατέστρεψαν και καταστρέφουν διαρκώς ότι υπάρχει, την Ευτυχία καταστρέφουν !
Χρηματιστήρια, ο Πλούτος & η Φτώχεια, Δούλοι οι πιο πολλοί & η Ελπίδα, η πιο χειρότερη εφεύρεση…. Παίξανε το πουλί τους ασταμάτητα, μα φτάνει πια ,
υπάρχουν όρια …!
Αν δεν πιστεύετε , κοιτάξτε ! … Δέστε τι σπίτια φυλακές σκαρφίστηκαν! …
Δέστε τσιμέντα, δύο μέτρα τα μπαλκόνια ! … Τον Ήλιο στρίμωξαν, τον Άρχοντα ! ….
Δεν έχει χώρο για χαρούμενα παιδιά, βιάσανε τους εαυτούς τους, μέσ’ το Χρόνο !
Μα δεν χρειάζονται πια Ήρωες ! …. Κουρέψανε το μέλλον τους, Συντάγματα, Δημοκρατίες, όλα στα Λόγια, Όλα στο ζάρι ! … Το παραξήλωσαν !...Τέρμα πια μ’ αυτή την Ανδρική την Μαλακία !
Νομίζετε πως είμαστε αδύναμες, για αφαιρέστε τη Γυναίκα απ’ όλα αυτά?! …
Τίποτα δε θα μείνει, ένα Τίποτα …!
Τρία μονάχα γράμματα αρκούν σε κάθε αλφάβητο, για να φτιαχτεί η Άρνησή μας,
το «Όχι» μας το Γυναικείο …
Διαθέτουμε μοναχά την Άρνηση μας, ενάντια σε ότι ανακάλυψαν …
Αρκεί! …Γιατί η Ζωή είναι Γυναίκα! …
Τ’ αυγό της περιστέρας στο μπαλκόνι, ωρίμασε, σκουραίνει, σπάει το τσόφλι,
βγαίνει κάτι τόσο δα,
Κάτι π’ αρνείται ότι έφτιαξε ο Άνδρας, γιατί τον αγαπά, ναι, ερωτεύθηκε πολύ …. !
Η σύγχρονη Γυναίκα πρέπει να βγει απ’ το καβούκι της τον Γάμο,
πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της!

ΙΤΚΑ...

'' Άθλια Μοίρα της Παγκόσμιας Γυναίκας
Που σακατεύεις τη Ζωή, πριχού τη ζήσουμε
Ασκήμια δίμορφη, γαμήλια παστάδα
Μήτρα κουτσή που Έρωτα δεν γνώρισες
Βάλε τη Μάσκα του Θανάτου τώρα, κτύπα!
Κάνε κομμάτια ότι απόμειν’ από μένα!
Κόρη κρυμμένη εδώ μέσα, μίλα!
Σα γερακίνα, με το ράμφος, με το νύχι
Άνοιξε δρόμο προς το Φως και σώσου!
Σ’ ότι αγάπησα, πως φέρνω δυστυχία?!
Ααα, μια καρδούλα που κτυπάει, την ακούτε?
Δύο καρδιές μου δώσανε, πως γίνεται?
Δεν έχω σώμα πλέον, δυο κομμάτια
Κάτω με τσάκισαν, χωρίστηκα, δεν είμαι
Δεν έχω Νου ν’ αντισταθώ, να πολεμήσω
Μόνο τικ- τακ, τικ-τακ, αυτό μονάχα...
Μα θα μπορούσα να σε ρίξω
Μα θα μπορούσα να το θέλω
Αλλά και τότε θα παρέμενες σαν αίνιγμα
Κάτι σε φάσκιωσε υπόγεια στη Σκέψη μου
Αυτοί οι κτύποι δεν βουβαίνονται ποτές
Πάλι μια μέρα θα ξανάσουνα, υπάρχεις
Και αν δεν ήθελες νυφούλα
Αν όχι έλεγες και τράβαγες το δρόμο σου
Πάλι μια μέρα θα ξανάμουνα και γω
Πρέπει να σπάσουμε τον κύκλο από δούλες
Πρέπει να δείξω στην Παγκόσμια Γυναίκα
Πως είναι λεύτερη, πως έχει το δικαίωμα!
Μίσθωσε τέχνη μου φονιάδες για να πνίξουν
Το τρομερό, το κρύσταλλο της Ποίησης
Του Φοίβου σύναξε το Φως, γίνε Σπαθί
Τις αλυσίδες που μας δένουν κόψε
Τι, δεν μπορείς ουρανοδόξαρο?
Άθλια Μοίρα της Παγκόσμιας Γυναίκας...
Γυναίκα άπλωσε τα χέρια σου
Γίνε Σταυρός του εαυτού σου
Εσύ μικρούλα μην ακούς
Υπάρχουνε καρποί, γι’ αυτούς είναι τα χέρια
Γλυκά, γλυκά, αποκοιμήσου
Σαν αστεράκι πάνω στο νερό
Ο πιο περήφανος Σταυρός για μας
Είναι το πώς δεν έχουμε Σταυρό!
Ω! Μια σκοτεινιά απλώθηκε παντού
Γιατί εμένα?! Μισώ, μισώ αυτό το πράγμα,
μισώ αυτό το υλικό
Αυτό το ¨Όχι για να ζήσει, θέλει Θάνατο
Μία γελοία να θυμάστε ...."

αρχή σελίδας


 

αρχή σελίδας

ΣΤΕΙΛΤΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΜΑΣ

Αγαπητοί αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2006 οι "Στάχτες" εκλεισαν 3 χρόνια. Οι επισκέψεις αυξήθηκαν. Δεχθήκαμε αρκετά μηνύματα από πολλούς από εσάς που θέλουν να δημοσιεύσουν κείμενά τους στις «στάχτες». Αρχίσαμε λοιπόν την συλλογή κειμένων (πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο) που εντάχθηκαν σε νέα σελίδα μέσα στο περιοδικό, την Λόγο-Στάχτες...
Μπορείτε κι εσείς να στείλετε τα κείμενά σας στο stachtes@2stratos.com συνοδευόμενα από ένα σύντομο βιογραφικό. Κάποια φωτογραφία που να σας εκφράζει είναι επίσης καλοδεχούμενη. Χαρακτηρίστε τα κείμενά σας, είτε σαν ποίηση, πεζό, δοκίμιο κ.α.
Κάποια κείμενά σας μπορούν να δημοσιευτούν στην κύρια σελίδα κάποιου τεύχους αν το κρίνουμε εμείς, και μετά από έγκριση δική σας

αρχή σελίδας

 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

copyright2003-2006©Logo - contents may be copied. Editor, Designer-Owner : visual artist Stratos Fountoulis / copyright2003-2004©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης Στράτος Φουντούλης

 

Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες / Brussels, Belgium