.
.
(13)
Απρίλιος - Μάϊος 2006
w w w . s t a c h t e s . c o m
(Οι ιστοσελίδες μας αποδίδουν σωστά σε οθόνη με 1024 Χ 768 pixels)
α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο) - Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Κική Δημουλά – «εκτός σχεδίου» - Ευγενία Ηλιοπούλου - Χρήστος Φασούλας - Ελληνομνήμων: Άγνωστος Συγγραφέας - Δημήτρης Βαρβαρήγος - Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου - Μανώλης Βασιλάκης: Εκφράσεις του Νεοελληνικού Ανορθολογισμού - Νίκος Φωκάς - Ιωάννης Καζαντζάκης - Opus Dei (?)__ Διαβάστε τα κείμενα συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση)
ΟΙ ΣΤάΧΤΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ!

α
γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)
Η
εικόνα. Το βλέμμα..
Οι λέξεις και τα σύμβολα, η πραγματικότητα με σύμβολα,
και η πραγματικότητα μέσω πραγματικότητας. Η πραγματικότητα, το βλέμμα,
και η σημειωτική.
H
επιθυμητή, ιδεατή εικόνα, δεν ταιριάζει στην εικόνα της πραγματικότητας.
Το βλέμμα πληγώνεται. Η σύγκρουση του ιδεατού και η εικόνα. Μια σύγκρουση
αέναη. Η θέαση και η αναπαράστασή της. Το βλέμμα που η πραγματικότητα της
εικόνας σκοτώνει, με σκοπό να το διορθώσει, να το μεταμορφώσει και να το
προσαρμόσει στο δικό του αντιληπτικό μοντέλο. Το βαρύ φορτίο της μνήμης,
οι αναμνήσεις και η σύγκριση. Το βλέμμα θέλει να καταλάβει, ακόμη και μέσα
από τα μάτια των άλλων. Θέλει τις εικόνες να παίρνουν σχήμα. Τις καλλωπίζει
με βιώματα, παιδεία και χρώματα. Χρειάζεται και στιγμές σιωπής αναπαυόμενη
σε λευκές σελίδες. Βιώνει με τύψεις την έκπληξη του βασανισμού σε χώρους
που δεν υπερβαίνουν τον ατομισμό μας. Μένει με τα ερωτηματικά, βλέπει τηλεοπτικές
κάμερες, φωτορεπόρτερ και άλλους δούλους–θαυμαστές παρατεταγμένους υπομονετικά.
Τα φλας θα φωτίσουν πρόσωπα και εικόνες θα μεταδοθούν παντού. Εικόνες απατηλές
χωρίς καταγραφή ουσίας. Ένας άτιμος συμβιβασμός ξετυλίγεται, και το βλέμμα
ασφυκτιά. Ο μηδενισμός του θεατή. Τα λόγια και οι λέξεις αδυνατούν στις
αντιθέσεις που καταγράφει το βλέμμα. Τα ειδικά εφέ και ο εκκωφαντικός θόρυβος
της ασχήμιας. Η σαβούρα των θεαμάτων, της πνευματικής τεμπελιάς, η αδιαφορία
του κοινού και η έλλειψη ενδιαφέροντος, εκεί στον καναπέ. Στο πόδι όλα.
Σερβιρισμένα από επιτήδειους που παραποιούν. Τα πάντα είναι θέαμα. Πρωτόγονο
θέαμα.
** Βρετανικό τηλεπαιχνίδι καλεί το κοινό να ψηφίσει το πιο άσχημο κτίριο
της χώρας, με έπαθλο... το γκρέμισμα του! (και με την υποστήριξη της Βασιλικού
Ινστιτούτου Βρετανών Αρχιτεκτόνων)
** «Τέσσερις μήνες φυλακή για βιασμό κατσίκας». Πλήρες ρεπορτάζ, με
τον δήμαρχο ή νομάρχη ή κάποιον σχετικό βαρύγδουπο τηλεοπτικό αστερίσκο.
** Τηλεοπτικό πάνελ με παπάδες, υπουργούς. Ύφος σοβαρό, και από πίσω η αβάντα
του «ειδικού επιστήμονα» να προσδίδει κύρος και άλλοθι σε άλλον έναν μηδενισμό
του θεατή.
** Πλημμυρίδες αλληλεγγύης μας δακρύζουν, και το ύφος, Ύφος. Το θέαμα με
μακροσκελείς κατάλογους νεκρών εξάπτει και τα ratings παίρνουν την ανιούσα.
** Τα τσιφτετέλια, οι πίστες, και το αθώο, λάγνο βλέμμα της ξανθιάς στάρλετ,
φέρνει δάκρυα χαράς, σ’ένα βόθρο τηλεοπτικής δημοσιογραφίας.
Υπάρχουν όμως βάλσαμα όπως αυτό του Μαρσέλ Προύστ(*)...
[] «Ενόσω η ανάγνωση είναι για μας η παροτρύνουσα δύναμη της οποίας τα μαγικά
κλειδιά ανοίγουν στα βάθη του εαυτού μας την πύλη των ενδιαιτημάτων όπου
δεν θα ξέραμε τον τρόπο να εισδύσουμε, ο ρόλος της ζωής μας είναι ευεργετικός.
Γίνεται αντίθετα επικίνδυνος όταν η ανάγνωση, αντί να μας μυήσει στην πνευματική
ζωή, τείνει να την υποκαταστήσει, όταν η αλήθεια δεν μας παρουσιάζεται πλέον
ως ιδεώδες το οποίο μπορούμε να πραγματοποιήσουμε αποκλειστικά και μόνον
με την ενδιάθετη πρόοδο της σκέψης μας και με την προσπάθεια της καρδιάς
μας, αλλά ως πράγμα υλικό, που το έχουν εναποθέσει μεταξύ των φύλλων των
βιβλίων ως μέλι επεξεργασμένο στην εντέλεια από άλλους και που εμείς δεν
έχουμε παρά να μπούμε στον κόπο να το φτάσουμε πάνω στα ράφια της βιβλιοθήκης
και να το γευτούμε εν συνεχεία παθητικά μέσα σε τέλεια σωματική και πνευματική
χαλάρωση. Κάποτε μάλιστα, σε ορισμένες κάπως ιδιάζουσες περιπτώσεις, και
πάντως λιγότερο, όπως θα δούμε, επικίνδυνες, η αλήθεια, νοούμενη, πάλι ως
εξωτερική, βρίσκεται κάπου μακριά, κρυμμένη σε τόπο δυσπρόσιτο». []
____________
(*)Μαρσέλ Προύστ: «Ημέρες Ανάγνωσης» Μετάφραση Μήνα Πατερική-Γαρέφη. Εκδόσεις
Ίνδικτος
Copyright©Στράτος
Φουντούλης. Βρυξέλλες, 15 Μαρτίου 2006.
Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Κική Δημουλά – «εκτός σχεδίου» (εκδόσεις Ίκαρος, 2005)
H
Κική Δημουλά είναι γνωστή κυρίως από τις ποιητικές συλλογές της. Στην εν
λόγω φρεσκοτυπωμένη έκδοση, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούλιο με τον
τίτλο «εκτός σχεδίου» από τις εκδόσεις Ίκαρος, συναντάμε σαράντα τρία μικρά
αφηγήματα δύο ή τριών σελίδων το καθένα. Το βιβλίο ξεκινά με μια μικρή έκπληξη.
Στη θέση του κλασσικού προλόγου η συγγραφέας παραθέτει έναν επίλογο, ξαφνιάζοντας
τον αναγνώστη με την αντιστροφή των όρων. Στις πρώτες κιόλας σειρές φροντίζει
να εξηγήσει πως ο επίλογος με τον οποίο ανοίγει το βιβλίο της αναφέρεται
στην ιστορία αυτών των κειμένων που παρέμειναν κλεισμένα σε κάποιο συρτάρι
για περισσότερα από σαράντα χρόνια χωρίς να διεκδικούν μια θέση στο φως
της μέρας ούτε όμως και να παραιτούνται από αυτή την προοπτική ενώ τώρα,
με αυτή την έκδοση, τερματίζουν την πορεία τους.
Κλείνοντας τον επίλογό της, η ποιήτρια σημειώνει πως το μόνο που μπορεί
να αποκομίσει από αυτή την εκδοτική κίνηση είναι ένα μεγάλο κέρδος, καθότι
ακόμα και μέσα από μια ζημιά αυτό που προτιμά να αποταμιεύει είναι ένα προσωπικό,
πολύτιμο όφελος, μια μικρή δόση σοφίας και ωριμότητας-όπλο για το μέλλον.
«Αμύνεσθαι», «Τα κόκκινα παπούτσια», «Κάλαντα», «Δυσμαί του βίου», «Μνήμην
άειδε θεά», «Θέατρο σκιών», «Η θεία βεβαιότης», «Μικρά ταξίδια», «Ο κινηματογράφος»,
«Παρά το προσκέφαλον», «Γεφυρώνοντας», «Στοιχειοθεσία 2004», «Χαρτογραφία»,
«Δήθεν» είναι κάποιοι από τους τίτλους των μικρών αφηγημάτων που συναντά
ο αναγνώστης σε αυτή την έκδοση και οι οποίοι, με την πρώτη ματιά, φαίνονται
αρκετά ικανοί να προσφέρουν μια κατατοπιστική ιδέα του γενικότερου κλίματος
που ξεδιπλώνεται λέξη με τη λέξη μέσα στο βιβλίο.
Η γλώσσα της Κικής Δημουλά είναι ρευστή και ζεστή. Μια γλώσσα φιλικής θερμοκρασίας
που ενθαρρύνει κι αγκαλιάζει τον αναγνώστη τραβώντας τον μεθυστικά στα βάθη
της διήγησης. Με όχημα αυτή την τόσο δική της χρήση της γλώσσας, η συγγραφέας,
χωρίς την παραμικρή λεκτική ή νοηματική βιαιότητα, κατορθώνει να κάνει μια
νοητή πλύση στομάχου στο κοινό φέρνοντάς το αντιμέτωπο με πολυτάραχα συναισθήματα
και ζόρικες σκέψεις πάνω στο βίωμα και στην εμπειρία, στυλώνοντας πάνω τους
ένα βλέμμα διεισδυτικό κι αποφασισμένο, που δεν φοβάται την αντιπαράθεση.
Η Δημουλά μας επιτρέπει έτσι να παρεισφρήσουμε σε μια χρονική τρύπα σκορπώντας
μπροστά μας λέξεις-καραμέλες που γλυκαίνουν τη διαδρομή μας προς τα πίσω
δείχνοντάς μας το παρελθόν και μεταφέροντάς μας στο χρώμα αλλοτινών καιρών
που γίνονται ανάμνηση και προσωπικός χρόνος για τον καθένα μας, μέσα από
τη γεύση των αισθημάτων και των περιγραφών. Αυτό είναι ένα από τα πιο έντονα
χαρακτηριστικά της γραφής της Κικής Δημουλά: η ορμή της μετάθεσης του τώρα
στο πριν και αντίστροφα, η ικανότητα να χρωματίζει τον καιρό απεικονίζοντάς
τον με απτό τρόπο, να ζωντανεύει τις στιγμές και να τους δίνει υπόσταση
και ύλη, θερμοκρασία ζωντανού οργανισμού που αποζητά την επαφή με ομοίους
του για να φτερουγίσει ακόμα πιο ζωηρά στη ζωή.
Τα θέματα του βιβλίου είναι στιγμιότυπα και σκέψεις από μια παιδική, εφηβική
κι ενήλικη ζωή που σήμερα σηματοδοτούν την ανάπτυξη κάποιων ξεχωριστών συναισθημάτων
και σκέψεων. Συχνά οι στιγμές κατά τις οποίες συμβαίνουν τα πράγματα δεν
ευνοούν και την διαλεύκανση της όποιας σημασίας αυτών των πραγμάτων. Μας
βρίσκουν βιαστικούς, ίσως απροετοίμαστους γι’αυτά ή απλώς μη διαθέσιμους.
Οι σημασία των αναμνήσεων δικαιώνεται τη στιγμή που εκείνες αποκτούν μια
διεκδικητική θέση στο χρόνο κι επανέρχονται για να ζητήσουν τα χρωστούμενα
από εκείνους που οφείλουν.
Όλοι ξέρουμε πως κάτι οφείλουμε εάν κάτι ξεχάσαμε, παραβλέψαμε, παρερμηνεύσαμε
ή έστω αν δεν του δώσαμε μια κάποια σημασία. Σε άλλες περιπτώσεις οι στιγμές
απλώς επανέρχονται ταξιδεύοντας γοργά μέσα στο χρόνο σαν ολόλευκα φτερά
που πέταξαν γι’ αλλού με ένα απρόσμενο φύσημα του ανέμου.
Η Δημουλά, μέσα από αυτά τα λευκά ταξίδια, ερμηνεύει την ίδια τη ζωή, εξηγεί
σήμερα τα τι και τα πώς κάποιου άλλου καιρού, διηγείται ιστορίες φορτωμένες
με στολίδια από χρόνο και ζωές, πότε μαύρα πότε άσπρα, που άφησαν πίσω τους
ολοζώντανα και σπουδαία ίχνη, πολύτιμα σημάδια αναγνώρισης σε άγνωστους
καιρούς μιας γνωστής πραγματικότητας.
Με τις δικές της, απόλυτα προσωπικές και ιδιαίτερα ζωντανές περιγραφές τόπων
και ανθρώπων, συναισθημάτων και σκέψεων, χρωμάτων και μυρωδιών, η συγγραφέας
συνθέτει με μητρική σχεδόν στοργή τα πολύτιμα τοπία της. Με τρόπο νοσταλγικό,
αρκετά ρομαντικό και ταυτόχρονα απόλυτα ρεαλιστικό, ο αναγνώστης βλέπει
να εκτυλίσσονται μπροστά του κομμάτια ζωής που μυρίζουν άνοιξη κι έχουν
γεύση σπιτικού γλυκού, οραματίζεται στρογγυλοπρόσωπα κορίτσια με ολόμαυρα
μάτια και κόκκινα παπούτσια κι αφουγκράζεται μελωδικές ή και πιο τραχιές
-γι’ αυτό και τόσο αληθινές- αντρικές φωνές μέσα από λαϊκά σπίτια ή από
το βάθος κάποιου συνοικιακού δρόμου.
Η δύναμη της Κικής Δημουλά μοιάζει με μικρή θελκτική αποπλάνηση, με ένα
ταξίδι στο οποίο προσκαλεί τον αναγνώστη της προσφέροντάς του ως μέσον την
παράξενη αίσθηση που καταφέρνει να τον κάνει να νιώσει καθώς τον παρασύρει
σε περιπάτους μέσα σε σκοτεινές αποθήκες-χρονοντούλαπα. Αρκετές φορές, διαβάζοντας
αυτά τα μικρά αφηγήματα ο αναγνώστης μπαίνει στον πειρασμό να σκεφτεί πως
τα πράγματα του ανήκουν κι εδώ κρύβεται η συγγραφική μαεστρία της συγγραφέως,
καθώς καταφέρνει να ενσωματώσει τα μάτια που κοιτάζουν τις εικόνες μέσα
σε αυτές τις ίδιες τις εικόνες που περιγράφει.
Η διήγηση ρέει στρωτά χωρίς να γλιστρά ούτε στο μελό ούτε στην κωμική σοβαροφάνεια.
Το ύφος των κειμένων δεν είναι πάντοτε λυρικό, εντούτοις παραμένει βαθιά
ποιητικό ακόμα κι όταν το περιεχόμενο κινείται σε πιο ηλεκτρικές σφαίρες.
Το περιεχόμενο ηλεκτρίζει όταν η συγγραφέας εισχωρεί σε άκρως προσωπικές
της σφαίρες και προς χάριν της μυθοπλασίας σκηνοθετεί το γενικότερο πλαίσιο
της ιστορίας με λεπτεπίλεπτες διαχωριστικές γραμμές που ενδέχεται κατά περίπτωση
να λειτουργήσουν και ως αιχμές για τον αναγνώστη. Τότε έρχεται η σειρά του
να αναρωτηθεί και να ερευνήσει τη σχέση και τον αντίκτυπο εκείνου που διαβάζει
πάνω σε εκείνο που ζει ή σκέφτεται.
Παρακολουθώντας τους εσωτερικούς ρυθμούς της συγγραφέως κι ακούγοντας τον
παλμό της γλώσσας και του ύφους της ο αναγνώστης τρυπώνει σε προσωπικές
κρυψώνες μέσα στο άβατο της συγγραφικής δημιουργίας που προτίθενται να τον
ξεναγήσουν σε πολύ φιλόξενους νοητικούς χώρους. Τα μοτίβα της καθημερινής
ελληνικής πραγματικότητας επανέρχονται με τη μορφή τοπίων, χαρακτήρων ή
συμπεριφορών που κανένας Έλληνας δεν θα δυσκολευόταν να αναγνωρίσει και
να ερμηνεύσει.
Η συγγραφέας σκύβει προστατευτικά και με τρυφερότητα πάνω από τις συνήθειες
που καθίστανται κάθε φορά συστατικό στοιχείο ζωής και με όχημα το σεβασμό
για τον στοχασμό και τα αισθήματα μας προσφέρει κομμάτια μιας πολύ ανθρώπινης
και άμεσης καλλιτεχνικής δημιουργίας.
«Όταν μετά από χρόνια ο θείος Ευγένιος έφτιαξε μια νέα επιχείρηση, τη μόνη
επικερδή, επιχείρηση νεκρού, μέσα στα λίγα πράγματα που μαζέψαμε από το
σπίτι του ήταν και η σάκα του. Σκληρή σαν ψαρόβαρκα. Μέσα βρήκα δίχτυα στα
οποία είχαν πιαστεί φτηνές μαριδούλες οι μέρες του, τις οποίες η μάνα μου
τηγάνιζε χωρίς βαρυγκώμια, επί μακρόν, μέσα σε καυτό κλάμα της. Αφού προηγουμένως
τις αλεύρωνε με τα παιδικά του χρόνια».
Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες
Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο (περισσότερα για την δημιουργό στις Λόγο-Στάχτες)
hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère…(les fleurs du mal, Baudelaire)
νύχτα.
βραδάκι καλύτερα, δεν είναι ούτε έντεκα.. κι όμως μοιάζει μεσάνυχτα.. βραδινή
μοναξιά.. νοσταλγική μοναχική ελευθερία... αυτό το απόβραδο αρχίζω και συνειδητοποιώ
κάτι, τι ακριβώς δεν ξέρω ίσως το ότι είμαι εδώ..
το σκοτάδι όλο και πιο βαθύ μου γνέφει πως χωρίς τραγούδι θα με νανουρίζει.
Εδώ, απαλλαγμένη από την ρουτίνα μου ζω χωρίς χρόνο.. χωρίς την αίσθηση
του.. και κάθε που νυχτώνει νωρίς είναι δύσκολη και μακρά η καταβύθιση..
στο ξένο.. σε μένα που εδώ έγινα το ξένο..
καθισμένη σε μια καρέκλα που δεν μου ανήκει, περνάω τη νύχτα μου σε ένα
προσωρινό κατάλυμα. η βαλίτσα μου με κοιτάζει θλιμμένη.. =παραπονιέται που
την σκουντάω συνέχεια όπως περπατάω.. ένα μήνα και δεκαπέντε μέρες δεν την
πήρα από τη μέση..
το διαβατήριο μου το έχω πάντα στην τσάντα. και ο δρόμος που ξέρω καλύτερα
είναι αυτός για το αεροδρόμιο και το σταθμό. Ο δρόμος προς την έξοδο κινδύνου.
ότι με συνδέει με αυτούς που αγαπώ και με ότι έχω συνηθίσει.. ότι μου θυμίζει
το χώρο που με έπλασε και τον ένιωσα δικό μου ταξιδεύει από το μυαλό μου
στα χέρια μου που παλεύουν να το κάνουν εικόνα, ζωγραφιά, πρόταση.
Το τεράστιο γραφείο και τα μολύβια μου.. ότι υπάρχει σ' αυτό το τεράστιο
γραφείο που μου παραχωρείται.. και το φόντο λευκό.. φρεσκοβαμμένο λευκό..
έχω λίγο καιρό που έχω έρθει, κι όλα είναι στολισμένα με το άρωμα του καινούριου,
έτοιμα να δεχθούν την νέα δική μου επιρροή.. μα δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι
πως το φρέσκο χρώμα που μυρίζω παντού κάποτε θα με καλύψει κι εμένα κι ο
επόμενος θα έχει την ίδια ψευδαίσθηση του καινούριου.. σαν να μην έζησε
κανείς ποτέ εδώ κι ας ξέρει ότι υπήρξαν πολλοί.. κι ας είναι όλοι ένας για
τους υπόλοιπους, αυτός που δεν θα κάτσει παρά μονάχα ακαθόριστα λίγο.
με δέχεται κι εμένα το δωμάτιο για τον ξένο. για αυτόν που έρχεται από διάφορες
χώρες, φέρνοντας μαζί του μια άγνωστη μυρωδιά. Αυτόν που όταν τον πλησιάζεις
διακρίνεις μια άλλη απόχρωση στα μαλλιά , ένα αλλιώτικο στήσιμο στο χώρο.
Το πρώτο που καταλαβαίνεις με το που του μιλάς είναι ότι κι αυτόν τον έσπρωξε
ένα διαφορετικό κίνητρο. Όλη του η ύπαρξη και η παρουσία, μάτια που ατενίζουν,
παρατηρούν.. γεμάτα με την ίδια απορία. Ο ξένος ως ιδιαίτερη μονάδα και
ως σύνολο με τόσα κοινά στοιχεία. Ειδικά εκείνη η φωνή με το δείλιασμα στη
γλώσσα να μας χαρακτηρίζει όλους, να μας κάνει λίγο να ντρεπόμαστε, τα μέλη
μας σφιχτά.. η φανερή συγκρότηση του παρατηρητή.
στα αριστερά μου ,το μεγάλο ψυχρό κρεβάτι. φιλοδοξεί τους επόμενους μήνες
να αγκαλιάσει το σώμα μου.. ούτε η κουβέρτα δεν μου ανήκει.. η βάση των
ονείρων μου, γη ξένη, η σκηνή ξένη κι αυτή.. το ίδιο το όνειρο μου, αμήχανο..
πλέον θυμάμαι και περιμένω.. δεν ονειρεύομαι..
άλλωστε αυτό είναι το ταξίδι, στο οποίο μπόρεσα να αφεθώ.. γι αυτό η νύχτα
μου μοιάζει να άδειασε, δεν μπορώ να την αγαπήσω..
κι ας μην μου λείπει το παιδικό μου κρεβάτι, κι ας με κούρασε η ζεστασιά
του, μερικά βράδια δυσκολεύομαι να κοιμηθώ στο στρώμα του ξένου, και ίσως
για αυτό να ξυπνάω πάντα ανεξήγητα νωρίς, μην έρθει και με δει που του πήρα
το κρεβάτι του, χωρίς να τον ρωτήσω.
Γιατί ακόμα δεν έχουμε συναντηθεί κι ας νιώθω πως τον ξέρω πολύ καλά.. γι
αυτό δεν είχα την ευκαιρία να τον ρωτήσω.. στ’ αλήθεια. Μάλλον εγώ δεν θέλω
να τον δω.. γιατί πια μέσα στη φιγούρα του έχουμε στριμωχτεί πολλοί.. κι
εγώ και όλοι οι άλλοι..
Γι αυτό δεν θέλω να κοιτάζω μέσα στον καθρέφτη που βρίσκεται έξω από την
πόρτα μου.. σαν να αισθάνομαι ότι θα δω πολλούς ανθρώπους να περνούν μαζί,
κι όμως με την άκρη του ματιού μου δεν βλέπω απολύτως κανέναν.
εγώ ο ξένος.. όπως όλοι οι άλλοι.. γίνομαι αυτοί οι άλλοι, που στη δική
μου γη ένιωσα τόσο μακριά μου κι όμως τελικά τους είχα μέσα μου, όπως κι
αυτοί έχουν εμένα κι έτσι σκέφτομαι ότι και εκεί στη δική μου γη είμαι ξένη
χωρίς να το ξέρω.
En étrange pays dans mon pays lui-même (Aragon)
.. θα περάσω και δεν θα αγγίξω τίποτα και ύστερα από πέντε
μήνες ένας άλλος θα κοιμάται στο κρεβάτι που με περιμένει πάντα και μου
παραστέκεται, και εγώ δεν θα υπάρχω ούτε σαν γρατσουνιά πάνω στον τοίχο.
γιατί έτσι δεν πρέπει να υπάρξω.. παρασιτικά. κι μετά θα είμαι ξένη κάπου
αλλού η θα αισθάνομαι οικεία εδώ και θα θυμάμαι σαν όνειρο την τωρινή, δοκιμαστική
μου ξενιτιά. Για φαντάσου λοιπόν, να γυρίσω στη χώρα μου και να την αισθάνομαι
ξένη και να νοσταλγώ το κρεβάτι αυτό που τώρα είναι γεμάτο από όλους τους
ξένους.. να καταφέρω να κρατήσω τη γεύση του.. αφού κατάφερα να ξεχάσω τις
προηγούμενες.
δηλαδή όλοι εμείς, οι ξένοι, είμαστε εκείνος ο άνθρωπος που πάντα έβλεπα
να έρχεται και να φεύγει.. με μια ελπίδα στο βλέμμα που δεν βρίσκει ανταπόκριση
σε ότι αντικρίζει, με ρούχα ταξιδιού, ταλαιπωρημένος από τον αέρα αλλαγής,
νέος παρά την όποια ηλικία του, με το χέρι να ακουμπάει σε εκείνον το στεγανό
χώρο κάπου στο μέρος της καρδίας για να χωρέσει η απογοήτευση.. με προτίμηση
στα ευρύχωρα άνετα ρούχα για να στριμώχνει την λησμονιά που δεν θέλει ξανά
να αναφέρει, γιατί σε αυτή τη γλώσσα κουράζεται να μιλάει πολύ..
ίσως για αυτό ο άνθρωπος που ερχόταν κι έφευγε δεν μιλούσε πολύ. ίσως γα
αυτό να δίσταζε κι ίσως για αυτό να με κοιτούσε με εκείνη τη σκοτεινιά που
έλεγα πως είναι μίσος.. γιατί δεν καταλάβαινε αυτόν τον κόσμο, όπως εγώ
.ούτε μπορούσε να ζητήσει εύκολα να του τον εξηγήσουν.
Εγώ λοιπόν.. τελικά εγώ είμαι ο άγνωστος.
στο δεξί μου χέρι ένα μεγάλο τετράγωνο παράθυρο.. τα απέναντι σπίτια. κι
εγώ ξέρω πως τα μάτια μου γίνονται μάτια ενός άλλου ανθρώπου γιατί εδώ είμαι
η ξένη Ευγενία, ή μάλλον η Eugenia.. όχι αυτή που άφησα πίσω μου.
τα αγαπημένα μου βιβλία στο πάτωμα.. δεν θέλω να κάνω κατάχρηση της βιβλιοθήκης,
φαντάζομαι είναι για όλους μας... σαν να μένουμε πολλοί εδώ, προσπαθώ να
είμαι διακριτική.. και όλα τα αγαπημένα μου σκορπισμένα.. τα βιβλία, οι
φωτογραφίες, η μουσική μου.. τα όνειρα μου..
το σκορπισμένο μου όνειρο..
κάπου εδώ ξέρω πως βρίσκεται ένα κομμάτι του..
κάπου εδώ το ένα μέρος του ονείρου μου προσαρμόστηκε και ζει και απλά με
περιμένει να το βρω.. όπως του έχω υποσχεθεί..
πρέπει να έχει συννεφιά.. τι κι αν είναι βράδυ εγώ την βλέπω.. βαριά συννεφιά
μάλιστα..
οι δρόμοι ήσυχοι τους χαϊδεύει κάτι σαν χιόνι που δεν το έχω ξαναδεί...
χιονόνερο..
ο καινούριος μάλλινος μπερές.. δεν θα μπορούσα να τον φορέσω στην Ελλάδα..
και το χιονόνερο στην κορφή του.. τόσο ξένο κι αυτό περνάει μπροστά από
τα μάτια μου και φοβάμαι να το ακουμπήσω μήπως με ρωτήσει κάτι στα γερμανικά
και δεν το καταλάβω.. του λέω guten Tag,wie geht's? για να με συμπαθήσει..
όπως αρχίζω να τα συμπαθώ όλα κι εγώ ..όπως αρχίζω να τα αγαπάω.. γιατί
είναι τα καινούρια μου παιχνίδια που έχουν κάτι από τα πιο παλιά από τα
πρώτα μου..
απαλές νιφάδες προσγειώνονται ανεπαίσθητα και μου γλυκαίνουν τον χειμώνα,
γιατί τις γεύομαι και γεύομαι τον ελληνικό χειμώνα ή το χειμώνα που θα είχα
κάθε χρόνο αν ζούσα πάντοτε εδώ από παιδί.
Δεύτερη νύχτα.. χιονισμένη… κατάλευκη.. εξαγνιστική.. πια δεν τη χρειάζομαι
είμαι μόνη και δεν έμεινε τίποτα που να θέλω να εξαγνίσω.. η μόνη συντροφιά
μου ένα τηλέφωνο που ώρες ώρες χτυπά .. σαν καρδιά ζωντανού ανθρώπου.. και
κάποιες άλλες αυτός ο άνθρωπος σαν από κάτι να πάσχει.. βουίζει παράξενα,
απειλητικά.. μου υπενθυμίζει την μοναξιά και την απόσταση. το χιονισμένο
τοπίο.. μια carte postal ξεχασμένη κάπου στα έγκατα του μυαλού μου.. βγαλμένη
από την παιδική φαντασία, από ένα παραμύθι που άκουσα και ονειρεύτηκα πολλές
φορές.. πριν το τέλος πάντοτε είχα αποκοιμηθεί.. δεν το προλάβαινα.. έτσι
και τώρα.. δεν θα μπορούσα να ξέρω να έχω προβλέψει..
Οι ράγες.. κυκλωμένες από το λευκό.. δυο κόκκινα φεγγάρια.. δυο κόκκινα
φανάρια.. τα τραίνα κοντοστέκονται.. κι εγώ από το παράθυρο απλά παρατηρώ..
χωμένη στο ζεστό μου καταφύγιο των τόσων ανθρώπων απλά παρατηρώ.. αυτό το
βράδυ δεν έχω που να πάω ..κι εκείνα που κάπου με περιμένουν αφήνουν την
ίδια αίσθηση..
τώρα πρόσφατα αρχίζω να νιώθω ότι κάπου επιστρέφω.. και στο σπίτι της επιστροφής
δεν θέλω να ξαναγυρίσω..
Το παράθυρο μου το έχω σχεδόν μόνιμα κλειστό.. το τζάμι θολώνει.. δεν αφήνω
τα όνειρα άλλο να πετάξουν μακριά μου.. τα κλειδώνω εδώ μέσα κι ούτε που
με νοιάζει..
Δεν θέλω να σκέφτομαι αυτό που μου λείπει απόψε το βαρέθηκα.. αλλά μου λείπει.
Δεν το βρίσκω πουθενά.
Το σκοτάδι έξω είναι βαθύ το χιόνι λαμπιρίζει.. τι πανέμορφη πτώση.. η πτώση
από τον ουρανό.. αγγελική..
Και την ημέρα γίνεται η λευκή σκιά ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων.. προστατευμένη
από τον ήλιο που περιφρονεί αυτόν τον ουρανό ίσως γιατί δεν υπάρχει άλλη
ομορφιά που να μπορεί να προσφέρει.. λευκή σκιά στις ανάγλυφες εσοχές, το
λεπτό κλαδί, απογυμνωμένο από το φύλλο.. και ο ποιητής συλλογισμένος στο
απέναντι παράθυρο παρακολουθεί την αντανάκλαση της λευκής σκιάς στο τζάμι
και αισθάνεται πως πίσω από κάθε παράθυρο κρύβεται ένα δέντρο λυγερόκορμο
παραδομένο στις διαθέσεις του χειμώνα με μοναδικό βάλσαμο το λευκό βρεγμένο
μετάξι..
Οι σκεπές ίσα που φαίνονται.. το χώμα τρέφεται στο σκοτάδι.. μόνο το λευκό
πέπλο μας σκεπάζει όλους..
Ο ποιητής.. το κρεβάτι μου το ξένο και η λευκή κουβέρτα που μας σκεπάζει
όλους..
Ο ποιητής που βλέπει όλες του τις προσδοκίες σαν το παιχνίδι με το χιόνι..
να γίνονται χαριτωμένες εύπλαστες και εύθραυστες.. κάθε πρωί κάνει να το
χαϊδέψει, του παγώνει το χέρι, η παλάμη του τρέμει.. η ψυχή του τρέμει..
ονειρεύεται και κυνηγά την προσδοκία.. και είναι μέχρι κι αυτή ώρες ώρες
ξένη.. μοιάζει να μην του ανήκει..
Ο ουρανός μου ένα τεράστιο σύννεφο.. κι ο ποιητής μου μια τσέχικη καλοφτιαγμένη
μαριονέτα που δεν έχω ταλέντο και ποτέ δεν την κρατάω σωστά..
Όλα της τα μέρη, τα ξύλινα δουλεμένα λίγο λίγο της δίνουν διάσταση σχεδόν
πραγματική και εντυπωσιακή ευλυγισία στα χέρια του προικισμένου.. το πρόσωπο
της νεανικό.. τα ρούχα της ταιριαστά.. στα δικά μου χέρια δείχνει όλο και
λιγότερο άχαρη.. δίνω όρκο στη δική μου νεράιδα με τα πέντε πρόσωπα ότι
θα έρθει η μέρα που στα ίδια αυτά χέρια θα πάρει τη χάρη και την λεπτότητα
που της πρέπουν..
Η τέχνη μου… ο απέναντι ποιητής.. και το καΐκι μου που φθείρεται σε ένα
λιμάνι, κάπου.. αφού δεν γινόταν να το πάρω μαζί μου.. το αφήνω να πνιγεί
μαζί με τις σκέψεις και τα σχεδιάσματα που απορρίπτει ο απέναντι ποιητής.
Πότε πότε σπάει η συννεφιά.. πόσο μου έχει λείψει αυτό το γαλάζιο.. πόσο
μου έχει λείψει ο γαλάζιος ουρανός.. πόσα είχα ζήσει κάτω από το βλέμμα
του.. η ανάμνηση του καλοκαιριού.. το καλοκαίρι μου.. το καλοκαίρι..
Και ο απέναντι ποιητής να μου γελά κάθε που του ψιθυρίζω μέσα από τα δυο
παράθυρα τη σύνθετη συνειρμική λέξη. Καλοκαίρι..
Η κορυφή του δένδρου τρυπάει το σύννεφο.. ξεχειλίζει το γαλάζιο..
ο στίχος του Ποιητή ανάμνηση ερωτικής τρυφερότητας.. να σχηματίζεται από
τα σύννεφα.. «γαλάζιε μου..»
«το γαλάζιο βιβλίο»
ο συγγραφέας.. το έργο.. το λευκό περιστέρι φτερουγίζει σαν φάντασμα.. ένα
ρίγος.. η ανάμνηση του παιδικού φόβου για το φάντασμα..
ο λευκός κύκνος και ο γκρίζος φίλος του στη λίμνη στο αγγλικό πάρκο.. τρίβονται
με στοργή.. εραστές μέσα στη λίμνη.. δυο νούφαρα που ερωτοτροπούν.. το φυτό
από «ν» στο παιχνίδι.. δυο νούφαρα που δεν έχω δει ποτέ.. το αστέρι που
δεν είδα ποτέ να πέφτει κι όμως σαν να τα έχω αντικρίσει εκατομμύρια φορές..
και τα δυο.. η φαντασία μου πόσο με μπερδεύει ώρες ώρες..
η αντανάκλαση του δέντρου στο κλειστό παράθυρο του απέναντι ποιητή που έχει
μέρες να φανεί.. μοιάζει με δέντρο στην δύση του ήλιου στο τροπικό νησί
που ποτέ δεν έχω πάει άλλα έχω όλες τις φωτογραφίες του..
σκοτεινός κορμός.. λεπτά κλαδιά.. κίτρινος τοίχος.. ο ήλιος βλέπει από απόσταση
το χιόνι.. δεν πλησιάζει ποτέ.. χιόνι, ήλιος, το δικό μου δέντρο που με
τον άνεμο προσπαθεί να ζευγαρώσει με το διπλανό..
ένα πουλί.. σαν μαύρο χελιδόνι.. ξεχασμένο εδώ.. φτερουγίζει πάνω από τις
ράγες του τρένου, οσφραίνεται τον καπνό του ταξιδιού… και φεύγει μαζί με
το τραίνο που έρχεται για τις κεντρικές πλατείες.. λιθόστρωτο έδαφος.. αγάλματα..
όμορφα κτίρια.. η βαυαρική περηφάνια… ο πλούτος ..
το χελιδόνι σαστισμένο.. πετάει κάτω από τις αψίδες.. κάπου τις έχει ξαναδεί..
του εξηγώ με περηφάνια ότι ξέρω να του πω τι του θυμίζουν.. δεν με ακούει..
η φωνή μου χάνεται μέσα στο πέταγμα του.. ίσως δεν κατάλαβε τα σπαστά γερμανικά
μου…μπροστά στα μεγαλεπήβολα κτίρια σίγουρα θα γυρίσει σε μένα για να ρωτήσει..
και τότε θα του απαντήσω ελληνικά χωρίς να με νοιάζει αν θα καταλάβει..
ένα παλάτι.. ένας κήπος μεγάλος.. λουλούδια..
το ακράγγιγμα του ποιητή.. δίνω το χέρι μου..
συστήνομαι..
τίποτα δεν αφήνω ξένο σε αυτήν την πόλη..
η λευκή σκιά όλο και πιο έντονη πάνω στα κοιλώματα απλώνεται εγωιστικά..
το χέρι μου δε φτάνει να τη μαζέψει να την περιορίσει..
μόνο το βλέμμα του ποιητή την μορφοποιεί.. το μάτι μου στο μάτι του αναρωτιέμαι
πώς να φαντάζει..
ο καθρέφτης κι εγώ.
Ο απέναντι ποιητής κι εγώ.
Εμείς, δυο ξένοι αντικριστά στην ξένη όμορφη πολιτεία..
Με το δάχτυλο, μου γράφει στο τζάμι ότι δεν πιστεύει πια στην έμπνευση..
στενοχωριέμαι εγώ πίστευα.. αισθάνομαι κάπως κουτή σαν παιδί που ακόμη πιστεύει
στον Άγιο Βασίλη..
Πιστεύω ακόμα κι ας προσπαθώ χωρίς αυτήν να απαντήσω κάτι στον απέναντι
ποιητή.. του λέω πως δεν με χωράει το παράθυρο.. του λέω ψέματα..
Την περιμένω.. να με επαληθεύσει.. δεν έρχεται.
Δεν ήρθε ακόμα δηλαδή… η μουσική μου απλώνεται στο δωμάτιο.. πόσο ξένη θα
ακούγεται σ’ αυτό το δωμάτιο.. πόσο ξένο θα ακούγεται το παραμιλητό μου
το βράδυ.. το τραγούδι μου.. ο σκοπός μου ο πένθιμος και ο χαρωπός και αυτά
ξένα και αλλοπρόσαλλα.. σιγά =σιγά θα έρθει και ο γερμανικός μου σκοπός,
το γερμανικό μου παραλήρημα.. και οι τοίχοι θα με αγκαλιάσουν πιο πολύ γιατί
θα με έχουν καταλάβει…
Τα δάχτυλα μου είναι λίγο σκούρα στην άκρη.. παγώνουν αλλά συνεχίζουν να
εργάζονται αν και λίγο νευρικά.. ένας άτεχνος γλύπτης.. δεν μπορεί να φτιάξει
τον δικό του ήρωα.. πώς να είναι εκείνος ο ήρωας.. ένας μικρός ήρωας.. μια
μεγάλη πόλη..
Μια μεγάλη κρύα πόλη.. που δεν χωράει τον ήρωα μου…. Κι ας είναι ένα λυπημένο
παιδί μοιάζει να μην τον θέλει.. σήμερα μου χτύπησε δειλά την πόρτα.. με
παρακάλεσε να τον δεχτώ, να τον κρατήσω και στο τέλος του το υποσχέθηκα..
κι έτσι από αύριο θα σκέφτομαι και για τους δυο μας πως γίνεται να ενσωματωθούμε..
να μείνουμε εδώ και να μάθουμε κι εμείς με τη σειρά μας πως χορταίνει κανείς
την πείνα του στο χιόνι.. πως ημερεύει τα ματιά του στο λευκό και στο μαύρο..
στο κενό.
Η λευκή μου κούπα, λίγο τσάι με μέλι και το κορμί μου που δεν μπορώ να ζεστάνω..
πείσμα που εύκολα χάνεται, μοναξιά, νοσταλγία.. ένα όπλο στα χέρια μου..
το πράσινο ένδυμα.. τα δέντρα.. είμαι λοιπόν ένας στρατιώτης.. και τώρα
που το σύννεφο έγινε άλογο τα έχω όλα για να περιπλανιέμαι αυτάρκης και
περιπετειώδης στην Ευρώπη. Ο αγαπημένος μου Latin σκοπός.. ο ρυθμός της
ζωής μου.. χωρίς λόγια.. χωρίς στίχο.. κάποτε έλεγα ότι το στίχο θα τον
προσθέσω εγώ και τελικά έμεινε ένα απλό ορχηστικό κομμάτι.
Οι χαζές μου λέξεις.. Προσπαθούν κι αυτές να επιβιώσουν στο λευκό έστω αυτό
το ηλεκτρονικό.
Οι χιλιάδες εικόνες που στριφογυρίζουν στο μυαλό μου τις κάνουν συνεχώς
πιο ανούσιες. Γι αυτό πρέπει να σταματήσω.
Ένα μαχαίρι να βυθίζεται μέσα μου, ποιος ξέρει γιατί.. και η σκέψη μου τόσο
μακρινή.. χάνεται κάπου στο παρελθόν μου και εκεί ψάχνει να βρει το μέλλον
μου.. προσπαθεί, αναμοχλεύει, ανακατεύει, αγχώνεται, φοβάται και τότε σμίγει
με την φαντασία μου και γαληνεύει.. βρίσκει ανάπαυση.. ησυχία, γιατί είναι
σίγουρη πως κάτι πεθαίνει κι αυτό δεν αλλάζει.. και τούτη η θλιβερή διαπίστωση
είναι και αυτή μια ησυχία.
Ένας άγνωστος περπατάει αδιάφορα στο πεζοδρόμιο.. το μέλλον μου σαν μοναχική
σκιά, που περιφέρεται συλλογισμένη.
Ένας χορός. Χορεύω στους ήχους της μουσικής που φαντάζομαι, με έναν άνθρωπο
που δεν μπορώ να φέρω κοντά μου.. δεν είμαι σίγουρη καν ότι υπάρχει, μόνο
η λάμψη από το χαμόγελο του.. και η γλύκα του προσώπου του κρυμμένα σε μια
γωνιά μέσα μου…όποιος και να ‘ναι.. νιώθω να τον χρειάζομαι..
Σήμερα έβγαλε ήλιο, τα μάτια μου δεν το πιστεύουν, αδυνατούν να σταθούν
ορθάνοικτα.. πάνω από είκοσι μέρες μόνο γκρίζο.. αυτή η φωτεινή αύρα μοιάζει
με στράτευμα, παρασέρνει το παγερό λευκό.. αντιστέκεται στη νύχτα..
Πόσο μπορεί να κρατήσει όμως.. όχι πάνω από μια μέρα.. ήδη ώρες ώρες χάνεται,
κατατροπώνεται από τον εχθρό.. και όλοι ξέρουμε πως μέχρι αύριο θα έχει
νικηθεί..
«νίκη νίκη όπου έχω νικηθεί»
Διασκεδάζω τον εαυτό μου γουλιά τη γουλιά.. τον βεβαιώνω ότι ζει αυτό που
ζει, ότι βλέπει αυτό που βλέπει με μια ημερολογιακή διήγηση.. με την ψευδαίσθηση
ότι κάποιος θα τη διαβάσει και θα του αρέσει.. είναι το γράμμα μου για όλους
που δεν κατάφερα ποτέ να στείλω αντί αυτού προτίμησα τις καθιερωμένες αράδες
με λίγη απόκρυψη της αλήθειας.
Γιατί πράγματι περνάω υπέροχα καλά.. τόσο διαφορετικά καλά, παραδομένη στην
ελευθερία της μοναξιάς.. διαθέσιμη στον εαυτό μου και στο διαφορετικό..
γεύομαι σπόρο το σπόρο την ζωή αυτού του τόπου, που φαίνεται να είναι τόσο
διαλεκτή, γεύομαι τις τόσες γεύσεις που δεν φαντάστηκα ποτέ ,ακόμη και αν
δεν μου αρέσουν.. γεύομαι το δωμάτιο μου.. το λουλούδι μου στη γλάστρα έξω
από την πόρτα.. χορταίνω τη μοναξιά στο δρόμο.. την απόλυτη αποξένωση..
αφήνομαι να είμαι ξένη τόσο ξένη σαν αόρατο φάντασμα και να παρατηρώ κι
έτσι τη γεύομαι καλύτερα. και όταν όλα αυτά τα λέω στον εαυτό μου με πείσμα
αυτός ο αφελής με πιστεύει και δεν του λείπει τίποτα.. τίποτα απολύτως..
το μόνο που θέλει είναι να στέκεται στο παράθυρο να περιμένει τον απέναντι
ποιητή κάπου να εμφανιστεί.. για να του πει με δικό του τρόπο όλα όσα είδε
στο θέατρο, στα γερμανόγλωσσα βιβλία, στις εκθέσεις ζωγραφικής.. να νιώσουν
μαζί την έξαρση για την ομορφιά της τέχνης.. και ύστερα να αφήσουν το χιόνι
να τους συνεπάρει και να τους χωρίσει, μαγεμένοι από το θέαμα..
Το δέντρο λούζεται στη χιονόπτωση, οι δρόμοι χάνονται κάτω από το λευκό
πέπλο μυστηρίου.. οι ράγες του τρένου πάλι χάθηκαν.. η νύχτα λαμπιρίζει
ρίχνει όλα της τα αστέρια μαζεμένα, δεν κρατάει τίποτα.. τα ντύνει καλά
να μην κρυώσουν, σαν νιφάδες, και μας τα χαρίζει να κάνουμε όλες τις ευχές
μας μαζί.. η νύχτα μητέρα.. σαν τη δική μου τη μητέρα που τώρα θα σβήνει
το φως, θα βλέπει λίγη τηλεόραση κι ύστερα θα κοιμάται χωρίς να μπορεί να
δει αυτήν την ουράνια προσφορά.. όπως εγώ δεν θέλω να βλέπω πια τους δρόμους
γιατί χαμένοι στο λευκό μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά.. και ότι ευχή κάνω
είναι να δω πάλι το ίδιο όνειρο, το χθεσινό.. πως είμαι εγώ ο απέναντι ποιητής..
και στο δεύτερο μεταμφιεσμένο αστέρι μια πιο τραβηγμένη.. να ονειρεύεται
κάπου κάπου κι ο απέναντι ποιητής πως είναι εγώ.. γιατί έτσι και για αυτόν
θα είμαι ένας ποιητής σαν κι εκείνον και τότε δεν θα έχει αξία να ψάξουμε
να βρούμε ποιος είναι ο ποιητής στα αλήθεια και ποιος στα ψέματα γιατί στη
δική μας μικρή κλειστή κοινωνία των δύο ποιον να ρωτήσεις και που να βρεις
πότε ονειρεύεσαι και πότε ζεις αν όλοι μας είμαστε μπλεγμένοι στην ίδια
πλάνη.
Κι ένα βαλς φτάνει στα αυτιά μου.. αναρωτιέμαι από πού.. ένας θλιβερός σκοπός
ψιθυρισμένος μέσα από τα χείλη του χιονιού. Στους στίχους αυτού του βαλς
αποκαλύπτεται μια αλήθεια.. και όταν οι στίχοι σωπαίνουν τότε μένει απλά
η μουσική να μου την επαναλαμβάνει..
Χορεύω μόνη στους ήχους από το βαλς.. η σκιά του απέναντι ποιητή μου δείχνει
πως και αυτός κάνει το ίδιο.. χωρίς ουδείς από μας να παρασύρεται από το
βαυαρικό χορό.. από τον βαυαρικό τρόπο.. όσο κι αν πια τον ξέρουμε.. για
μας μένει μόνο το βαλς.. να το χορεύουμε στον καθρέφτη μόνοι.. γιατί κανείς
από τους δυο μας δεν έχει βρει ακόμη συνοδό.. κι όσο δεν βρίσκουμε είμαστε
αναγκασμένοι να το χορεύουμε μόνοι, πάντα μόνοι..
Τα πλήκτρα του πιάνου.. συνθέτουν το σονέτο του επιλόγου.. τα φώτα σβήνουν..
το χιόνι δεν σταματά.. λαμπιρίζει στο σκοτάδι όλο και πιο πολύ..
Επιστρέφω στο κρεβάτι του ξένου. Σίγα σιγά μυρίζω πάνω του μονάχα το άρωμα
μου.. και ονειρεύομαι τον απέναντι ποιητή.. κάθε νύχτα κάπου μπερδεύομαι
και πιστεύω πως δεν είμαι άλλος από τον απέναντι ποιητή που ονειρεύεται
πως είναι ένα απλό κορίτσι.. και τότε απορώ αν βλέπω όνειρο ή εφιάλτη. Και
ποτέ δεν βρίσκω απάντηση.. τούτη τη στιγμή μονάχα νιώθω πως δεν θέλω πια
να κοιμηθώ.. πως χόρτασα από ύπνο… γιατί είμαι ένας ποιητής.. και ίσως ένα
κορίτσι να κρυφοκοιτάζει από το απέναντι παράθυρο.. να περιμένει να δει
από πού έρχεται η έμπνευση.. τι αντικρίζουν τα μάτια μου πριν γράψουν το
στίχο.. να το δει κι αυτή.. να αστράψουν τα μάτια της μπρος στην αποκάλυψη..
έτσι παίρνω πάντα το πρωινό μου κοιτάζοντας δήθεν αδιάφορα από το παράθυρο..
κι όταν κάπου διακρίνω μια μικρή αστραπή.. παλεύω με τις λέξεις μου και
αν μπορώ τις κάνω στίχο..
Κι ύστερα βγαίνω στους δρόμους της άγνωστης ακόμα πολιτείας και από συνήθεια
πάλι παρατηρώ.. και δεν νιώθω τους ρυθμούς της.. θελημένα.. μέχρι να τελειώσω
το ποίημα του ξένου.. που σεργιανάει μόνος του στην παγωμένη πόλη..
Φοβάμαι να τραβήξω την κουρτίνα άλλο δεν έχω.. μόνο να περιμένω την αστραπή
να έρθει από εκεί έξω..
Να χαζεύω τη λευκή πάχνη, τα σπάνια πουλιά, την ομίχλη που απλώνεται.. το
θλιμμένο πιάνο που ταιριάζει μόνο με το απόγευμα.. κι όλα αυτά χωρίς την
μικρή μου αστραπή να μην έχουν κανένα νόημα.. και μόνο ύστερα από αυτήν
να αποκτούν.. κι ο εγωισμός μου να λέει και να επιμένει πως κάθε φορά την
φαντάζομαι τούτη την αστραπή και πρέπει να την ξεχάσω, να μάθω να ζω χωρίς
αυτή.
La dispute.. το γαλλικό βαλς..
Το ταξίδι μου.
Το όνειρο μου.
Η ζωή μου.
Η φαντασία μου.
Και η χαμένη ταυτότητα.
Η αδυναμία μου να αναγνωρίζω το κάθε τι.
Η τάση μου να τα μπερδεύω όλα.
Η εύλογη δυσφορία τους..
Συγγνώμη.
Άραγε σε ποια γλώσσα να το πω?
Entschuldigung, sorry, excusez-moi..
Καλή σας νύχτα.. και λυπάμαι για όλα..
Και κάποιο μοναχικό βράδυ που απλά κάτι δεν πήγε καλά, το μόνο που νιώθω
είναι ότι έχω διαλυθεί.. και αναλώνομαι να μετράω τα κομμάτια μου, να προσπαθώ
να τα βρω για να συνεχίζει ο λαιμός να στηρίζει το κεφάλι.. οι ώμοι το λαιμό
μου.. ο θώρακας μου που τρέμει.. τα πόδια μου που σαν να λυγίζουν, να κόβονται
στα δυο.. προδομένα από την αδυναμία.. τα δυο μου χέρια διπλωμένα μπροστά,
το κεφάλι μου μέσα τους.. το μέτωπο μου μουσκεμένο.. τα δάκρυα.. το σκοτάδι..
ανασηκώνομαι ότι βλέπω στο παράθυρο είναι το πρόσωπο μου.. κανείς δίπλα,
τίποτα έξω. Εγώ μόνη μου. Και οι απελπισμένοι φίλοι μου. Και η καλομαθημένη
καρδιά μου που απόψε πονά, κλαίει.. ραγισμένη τραγουδά ένα νανούρισμα μήπως
και το ακούσει η ίδια και καταφέρει να γαληνέψει και να κοιμηθεί.. εύχεται
να το άκουγε και κάποιος άλλος.. επί ματαίω.. κανείς πουθενά.. οι πόλεις
κοιμούνται.. και όποιοι αγαπώ ή πάω να αγαπήσω κάπου χάνονται ένας ένας..
Μια οργή με τρομάζει.. φάντασμα η οργή ή αλήθεια.. φοβάμαι να εξιχνιάσω
το μυστήριο.. αν υπάρχει και αν αξίζει..
Πίνω το τελευταίο δάκρυ.. ο απέναντι ποιητής έχει από ώρα το φως του κλειστό..
όλη μου η ελπίδα συγκεντρωμένη στις νότες.. όλη μου η ψυχή να παρακαλάει
ένα τηλέφωνο.. να ικετεύει και να μην ξέρει το γιατί..
Ντρέπομαι κάτι. Ποιος ξέρει τι.. ντρέπομαι.. μάλλον δεν θέλω να το πω..
ότι κι αν ντρέπομαι.. συνεχίζω και φαντάζομαι πως έχω την περηφάνια του
κύκνου.. του γκρίζου κύκνου.. γιατί ο λευκός ίσως είναι πολύ όμορφος για
μένα, κι ας ξέρω πως στο τέλος η μοναξιά θα με λυγίσει και με κατεβασμένα
τα μάτια θα ψάξω μια αγκαλιά.. επίπλαστη.. παροδική. με ημερομηνία =λήξης,
το τέλος του χειμώνα, ίσως και νωρίτερα.
Και κάθε βράδυ σαν να είναι το τελευταίο μου, όλο λέω αντίο στον απέναντι
ποιητή.. μήπως και δείξει πως θέλει να μείνω.. βάζω το τελευταίο τρένο να
του το πει και σαν κλείνω τα μάτια να κοιμηθώ.. ο ποιητής αρχίζει να ακούει
λίγη μουσική και είμαι σίγουρη πως είναι για μένα γιατί είναι η ίδια που
ακουγόταν από το δωμάτιο μου λίγο πριν. Κοιμάμαι λοιπόν ανακουφισμένη γιατί
εγώ και ο απέναντι ποιητής ταιριάζουμε και πράγματι επικοινωνούμε.. μέχρι
και ο ταχυδρόμος μπερδεύεται, και μου αφήνει στην πόρτα γράμματα γι αυτόν..
δεν αντέχω να μην τα δω, τα διαβάζω δυνατά στον εαυτό μου, τα καταχωρώ στη
δική μου αλληλογραφία.. και είμαι σίγουρη πως ο ταχυδρόμος δεν μπορεί να
κάνει λάθος, πιο πιθανό είναι εγώ να μην μπορώ να ξεχωρίσω πότε ονειρεύομαι
και πότε ξυπνάω, γιατί η ζωή μου είναι όμορφη σαν όνειρο.. και το όνειρο
μου εδώ και καιρό πραγματοποιήσιμο, απτό και προσιτό.. καθημερινότητα..
Η ευτυχία μου. Και ο αγώνας μου να την μοιραστώ για να επαληθεύσω την ύπαρξη
της, που ποτέ δεν θα μάθω πως ακριβώς άρχισε και πως τέλειωσε..
Η συνείδηση της άγνοιας μου, της μοναξιάς μου που αποκαλύπτεται στο καθρέφτισμα
από το απέναντι παράθυρο. Το γράμμα που δεν έρχεται. Το βράδυ της σιωπής
και μια φωτογραφία.
Σε λίγο φεύγω, γυρνάω πίσω.. από ότι ξέρω εγώ και ο απέναντι ποιητής επιστρέφουμε
με την ίδια πτήση.. μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι με παρακολουθεί..
αλλά δεν με ενοχλεί ίσα ίσα μ’ αρέσει.. νιώθω ασφάλεια να σκέφτομαι ότι
πάντα κάπου είναι κρυμμένος.. για να εμφανιστεί τη στιγμή που θα μελαγχολήσω..
ή όταν θα έχει νυχτώσει, σαν να αποφεύγει να τον δω καθαρά..
Όμως εγώ τον ξέρω, τον θυμάμαι καλά. Όπως θυμάμαι καλά τον εαυτό μου κι
ας αποφεύγω τους καθρέφτες. Ξυπνάω σε λάθος μέρα, σκοτάδι.. είμαι ακόμα
εδώ.. ξυπνάω τη νύχτα.. ξυπνάω την ημέρα.. ξυπνάω συνέχεια, δεν μπορώ να
κοιμηθώ κι όμως αποκοιμισμένη περιφέρομαι στο ξένο σπίτι, στο δικό μου σπίτι..
Ο απέναντι ποιητής ήδη ετοιμάζει τις βαλίτσες του.. εγώ όσο μπορώ το καθυστερώ..
το αναβάλλω, άσε που δεν έχω και πολλά να πάρω μαζί μου.. ότι είχα σημαντικό
το έχω ήδη στείλει πίσω.. απλά συνεχίζω να γράφω το γράμμα.. όλο το γράφω
μα δεν τελειώνει.. επιμένει να υπάρχει ατελές.. δεν ολοκληρώνεται ποτέ..
ποτέ δεν είναι πλήρες..
Σχεδόν 3 μήνες.. χρόνια.. στιγμές.. λεπτά.. η σκορπισμένη παγωνιά.. το τρακ..
Άραγε για πού φεύγω.. που θα ξαναρθώ.. για πού θα φεύγω.. πως και με ποιον..
Θέλω να δώσω ένα φιλί στο φιλόξενο δωμάτιο μα δεν ξεχωρίζω το μέτωπο, ούτε
το μάγουλο.. ξεχωρίζω μόνο το στόμα αυτό που στην αρχή με κατάπινε, με έτρωγε..
με ξερνούσε πάλι πίσω.
Ο απέναντι ποιητής άνοιξε το φως του.. το δωμάτιο του άδειο. αδιάφορο..
ίδιο με το δικό μου.. αυτός δεν φαίνεται πουθενά.. κρίμα σαν να είχα έτοιμη
την απάντηση που του χρωστάω..
Τέλειωσα. Εγώ.. για την ώρα, γιατί το γράμμα μου δεν τελειώνει ποτέ, δεν
αποφασίζει ποτέ να τελειώσει.. ταλαιπωρημένο παιδί περιφέρεται στις πολιτείες..
δίχως όλα του τα ρούχα, μισόγυμνο και μισοπεθαμένο.. μέχρι την άνοιξη..
μέχρι το καλοκαίρι.. μέχρι το άλλο φθινόπωρο.. τον επόμενο χειμώνα..
Χαιρετίζω την κουβέντα μου.. ξεπροβοδίζω τη φράση μου που πια δεν γυρίζει
πίσω.. κλείνω την πόρτα απαλά.. δεν κλειδώνω.. δεν ανάβω τα φώτα.. τι άλλο
να δω? Ξαπλώνω.. πριν κλείσω τα μάτια μου βάζω το ξυπνητήρι.. να χτυπήσει
την σωστή ώρα, την σωστή μέρα.. ο χρόνος και πάλι ανέλαβε όλη την ευθύνη,
εγώ μπορώ να κοιμηθώ γαλήνια.. να ονειρευτώ το χουζούρι του επόμενου πρωινού..
στο κρεβάτι μου .. στο δωμάτιο μου που φιλοξένησε τόσους ξένους, ακούγοντας
από μακριά μέσα στην απόλυτη τούτη σιωπή τα βήματα τους να γίνονται δικά
μου.
Χρήστος Φασούλας: Χαρακτηριστικά, χιουμοριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο του «Ο Έρωτας δεν κάνει για πιλότος» Εκδόσεις Μίνωας. (www.fasoulasonline.com)
* Η νόμιμη με περίμενε στην
γκαρσονιέρα μ’ ένα μπουκάλι σαμπάνια και καμιά δεκαριά μπίρες. Είχαμε κανονίσει
να το ρίξουμε έξω για να γιορτάσουμε την εισαγωγή μου στην Πάντειο, αλλά
τελικά το ρίξαμε μέσα. Δε βγήκαμε. Μόνο που αυτή τη φορά η όλη διαδικασία
έμοιαζε να είναι διαφορετική. Η Αλίκη φερόταν περίεργα, με την καλή έννοια.
Ώσπου κατάλαβα πού το πήγαινε την ώρα που μου ψιθύρισε παθιάρικα στ’ αυτί:
«Έλα, μωρό μου, σε θέλω!».
Πρώτη φορά το έκανε αυτό. Είχα φτύσει αίμα περιμένοντας αυτή τη στιγμή κι
αντί να κάνω έφοδο τσακίζοντας την ανύπαρκτη αμυντική της γραμμή, οπισθοχώρησα.
«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησα. Ο αντίπαλος μου πρόσφερε το γκολ στο πιάτο κι
εγώ ετοιμαζόμουν ν’ αστοχήσω προ κενής εστίας…
Με κοίταξε γεμάτη απορία. «Τι να συμβαίνει, μωρό μου; Σε θέλω, αυτό συμβαίνει.
Σε θέλω όσο τίποτ’ άλλο».
«Είσαι σίγουρη;». Το ματς ήταν σικέ κι εγώ απαιτούσα αξιοπιστία…
«Σιγουρότατη. Πιο σίγουρη από ποτέ».
Αποτραβήχτηκα και ξάπλωσα πλάι της. Ο μισός εαυτός μου ήθελε να πλακώσει
τον άλλο μισό στις φάπες.
«Έχεις μεθύσει, έτσι;». Έτσι όπως το πήγαινα, σε λίγο θα της ζητούσα να
κάνει και αντιντόπιγκ κοντρόλ...
* Κόντευα να ξεπουλήσω όταν ξεκίνησε η καταμέτρηση των αποτελεσμάτων, για τα οποία η κάθε παράταξη εφάρμοζε από τότε τους δικούς της μαθηματικούς κανόνες. Οι ντουντούκες δεν είχαν αποσυρθεί, αλλά πιο πολύ με ξεκούφαινε η στριγκιά φωνή μιας σκατόφατσας που είχε στήσει τσαντίρι ακριβώς δίπλα μου και μοίραζε προκηρύξεις. Κλασική φυσιογνωμία γκόμενας –που λέει ο λόγος– του αυτοαποκαλούμενου χώρου. Μαλλί αφάνα, άλουστο κι αχτένιστο καμιά βδομάδα και βάλε, γυαλί τύπου «Ελεήστε τον αόμματο», σκουλαρίκι κρίκο μέχρι το βυζί, ξεθωριασμένο μπουφάν αγγαρείας, ταγάρι εμπριμέ, μπλουτζίν κολλημένο στο ανύπαρκτο μπούτι, άρβυλα πεζοπορίας... Σκέτο μοντελάκι, η δικιά σου. Την εποχή εκείνη οι φοιτήτριες δεν είχαν ανακαλύψει ακόμα την Κοκό Σανέλ. Κι όσες την είχαν ανακαλύψει δεν τολμούσαν να σκάσουν μύτη στις σχολές ντυμένες στην τρίχα, μια και τα γιαούρτια καραδοκούσαν.
* Την άλλη μέρα δεν ήξερα αν θα έπρεπε
να κλάψω, να ουρλιάξω ή να βάλω τις φωνές. Το είχα διαπράξει εκ νέου! Απατεώνας
κατά συρροήν...
Οι εξηγήσεις που σκόπευα να δώσω στην Αλίκη αποκτούσαν πλέον νέα διάσταση.
Απλούστατα, θα της εξηγούσα ότι εκείνη τη νύχτα τής είχα πει ψέματα, επειδή
νωρίτερα την είχα κερατώσει και θεωρούσα ότι η αλήθεια θα την πλήγωνε. Από
τη στιγμή, λοιπόν, που πληροφορήθηκα ότι δεν την ενοχλούσε το κέρατο παρά
μόνο το ψέμα αποφάσισα να της λέω πλέον την αλήθεια. Γι’ αυτόν το λόγο,
άλλωστε, την κεράτωσα ξανά, αφού ήταν κάτι που, εφόσον δεν την ενοχλούσε,
ενδεχομένως να τη χαροποιούσε κιόλας. Οπότε δεν είχα κανένα λόγο να της
το κρύψω. Και η ζωή θα συνεχιζόταν όμορφα κι ευτυχισμένα! Το κέρατο θα εξακολουθούσε
να πηγαίνει σύννεφο, εγώ θα συνέχιζα να της περιγράφω χαρτί και καλαμάρι
τις καινούριες στάσεις που μου έμαθε το πιπίνι, η Αλίκη θα μ’ ευγνωμονούσε
που της έλεγα την αλήθεια –και μόνη την αλήθεια– και γενικά θα ήμασταν μια
τρισευτυχισμένη οικογένεια…
* Χρειάστηκε να μπει ο Φλεβάρης του ’91
για να μου κάνει την πρώτη παρατήρηση ο κεκές.
Καθόμουν στο γραφείο κι έπαιζα συνεπαρμένος με τον ολοκαίνουριο υπολογιστή
που είχε αντικαταστήσει τη σκουριασμένη μου γραφομηχανή. Του είχα πάρει
ήδη ήδη τον αέρα, μολονότι στην αρχή το ποντίκι μου είχε βγάλει την πίστη.
Αλλά κι εγώ του ’δωσα να καταλάβει. Το ξήλωσα, το πήγα στο απέναντι κατάστημα
ηλεκτρικών ειδών και ζήτησα καινούρια μπαταρία. Ο καταστηματάρχης μου είπε
ότι τέτοιες στρογγυλές μπαταρίες μπορούσα να βρω μόνο σ’ ένα καινούριο κατάστημα
που είχε ανοίξει κάποιος Γερμανός. Εγώ, ως γνωστόν, Γερμανούς δεν ήθελα
να βλέπω ούτε ζωγραφιστούς, οπότε γύρισα πίσω και παρήγγειλα καινούρια μπαταρία
από τον πολυάσχολο κομπιουτερά της εφημερίδας. Ο τύπος με κοίταξε αφ’ υψηλού,
διάλεξε ένα ποντίκι από το κοπάδι που βοσκούσε σ’ ένα χαρτόκουτο και το
συνέδεσε στον υπολογιστή μου. Παράλληλα, μου εξήγησε ότι το δεξί και το
αριστερό κλικ ουδεμία σχέση είχαν με το ένα κλικ δεξιά και δύο κλικ αριστερά
που μας είχαν μάθει στο στρατό. Κι από τότε το ποντίκι δούλευε ρολόι.
* Η επόμενη φορά που ξανασυζητήσαμε το
ίδιο θέμα άργησε να ’ρθει. Αντίθετα, δεν άργησε καθόλου να φτάσει η μέρα
που η φάτσα μου μπούκαρε απρόσκλητη σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό – για την
ακρίβεια, σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό που είχε την τηλεόραση ανοιχτή και
δεν έβλεπε άλλο κανάλι.
Η μέρα ήταν σημαδιακή: Μεγάλη Παρασκευή ανήμερα. Πρώτο μου θέμα, φυσικά,
η ακολουθία του Επιταφίου και δεύτερο η περιφορά του Επιταφίου. Ο δαιμόνιος
ρεπόρτερ –ο οποίος, ασφαλώς, ήταν επιτόπου– μας είχε ενημερώσει εγκαίρως
ότι ο Επιτάφιος πήγαινε μονόπατα, κοινώς έγερνε επικίνδυνα προς τ’ αριστερά.
Κι εγώ έκρινα σκόπιμο ότι το γεγονός έπρεπε να καλυφθεί με αλλεπάλληλες
ζωντανές συνδέσεις και συνεντεύξεις με κάθε άνεργο παπά που θα μπορούσαμε
να ξετρυπώσουμε εκείνη τη στιγμή. Ούρλιαζα συνεχώς μες στο ακουστικό του
σκηνοθέτη ότι δεν πρέπει να χάσει το πλάνο τη στιγμή που ο Επιτάφιος θα
έπεφτε και θα πλάκωνε τους πιστούς. Όμως ο Επιτάφιος δεν έπεσε και δεν πλάκωσε
κανέναν. Απλώς συνέχισε να γέρνει, μια και αυτοί που τον κρατούσαν εξ αριστερών
ήταν κοντύτεροι από εκείνους που τον βαστούσαν εκ δεξιών.
Μόλις έπεσε το σήμα του καιρού, μπήκα στο γραφείο μου κι άρχισα ν’ απαντάω
στα τηλέφωνα. Μου τηλεφώνησαν όλοι οι φίλοι, οι γνωστοί, παλιές γκόμενες,
παλιοί και νέοι συνάδελφοι, οι διευθυντής της εφημερίδας, η γυναίκα μου,
οι κουμπάροι μου και όλο μου το σόι. Εγώ, από την πλευρά μου, έκανα ένα
και μοναδικό τηλεφώνημα: αυτό που έκανα πάντα μετά το τέλος του δελτίου.
Είχα δημιουργήσει μια μικρή παράδοση. Κάθε φορά που ο προκάτοχός μου παρουσιαστής
του δελτίου καληνύχτιζε τους τηλεθεατές τηλεφωνούσα στον κεκέ και του τα
’χωνα για το απαράδεκτο ρεπορτάζ του καλλιτεχνικού. Βέβαια, Μεγάλη Παρασκευή
ανήμερα δεν θα ήταν πρέπον να παίξουμε καλλιτεχνικό ρεπορτάζ λόγω της ημέρας.
Αυτό όμως μικρή σημασία είχε. Άλλωστε, κι εγώ αυτή τη φορά, αντί να του
τα χώσω, απλώς του τα ’ψαλα. Λόγω της ημέρας.
* Καριέρα... Λέξη μαγική, ονειρεμένη, σαγηνευτική.
Πιο γλυκιά κι απ’ τη μουσική των Σειρήνων. Να βουλώσω τ’ αυτιά μου; Ποιος
ο λόγος; Τι δηλαδή, επειδή μια φορά κι έναν καιρό κάποιος χέστης καραβοκύρης
είχε κάνει μια απερισκεψία, έπρεπε να κάνω κι εγώ το ίδιο; Δεν είχα καμιά
πρεμούρα να δεθώ στο κατάρτι ως άλλος Οδυσσέας. Άλλωστε, ποιος ήταν ο Οδυσσέας;
Πολυμήχανος, σου λέει ο άλλος... Οποία παραμόρφωση της ιστορίας! Ανασφαλής
ήταν, να τι ήταν! Ευθυνόφοβος! Μια πρόκληση είχε να αντιμετωπίσει στη μίζερη
ζωή του και την αρνήθηκε. Τι να μου πει εμένα ο Οδυσσέας; Ο δρόμος για τη
δική μου Ιθάκη ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Και δεν πα να έκαναν διαδήλωση
οι Σειρήνες, τα μονόφθαλμα ανθρωπόμορφα τέρατα, τα ξωτικά, οι μάγισσες...
Μάγισσες... Σαν πολύ δεν είχα ασχοληθεί μαζί τους; Οι χίμαιρες ήταν πολύ
πιο ενδιαφέρουσες. Τι παραπάνω από μένα, δηλαδή, είχε ο Βελλερεφόντης που
ξεπέστρεψε τη μαμά τους; Στο κάτω κάτω, έτσι και μου ξέφευγε η Χίμαιρα,
υπήρχε πάντα διαθέσιμο το αδερφάκι της, ο Κέρβερος…
* Τη μέρα που ο πιο ηλίθιος πλανητάρχης
όλων των εποχών δήλωσε ότι αλλάζει η ιστορία του πλανήτη άλλαξε κι η δική
μου. Κωλοβαρούσα από το πρωί και δεν ήξερα τι να κάνω για να περάσει η ώρα.
Έτσι, λίγο μετά το μεσημέρι αποφάσισα να καλέσω στο γραφείο μου το Γιώργο
για ένα κρίσιμο μπρίφιγκ. Μόλις μπήκε, τον κάθισα απέναντί μου, έβγαλα τα
χαρτιά απ’ το συρτάρι και του τα παρουσίασα με πολύ σοβαρό ύφος, καθότι
η υπόθεση δε σήκωνε αστεία. Μόλις τα είδε, σοβάρεψε κι εκείνος. Κι αμέσως
έκοψε και μου τα έδωσε πίσω για να μοιράσω.
Πρώτα παίξαμε κούκο μονό. Μετά κούκο διπλό. Κι ύστερα κούκο αβολοντέ με
σκάρτα. Κι όταν ο κούκος της βιβλιοθήκης έσκουξε τρεις φορές, βαρεθήκαμε
την πόκα και το γυρίσαμε στους πύργους, στοιχηματίζοντας πεντακόσια ευρώ
ποιος θα χτίσει τον πιο ψηλό με τα τραπουλόχατα. Βέβαια, τσακωθήκαμε λιγάκι,
μια και τον τελευταίο καιρό στοιχηματίζαμε με ευρώ για να εξοικειωθούμε
με το νόμισμα που θα έμπαινε σύντομα στη ζωή μας και θα μας υποχρέωνε να
ξετρυπώσουμε τον Αϊνστάιν που κρύβαμε μέσα μας. Είχαμε, λοιπόν, κάτι υπόλοιπα
από τότε που βάζαμε στοιχήματα με δραχμές. Μου χρωστούσε κάπου διακόσια
χιλιάρικα, αλλά επέμενε ότι, αν κέρδιζε το στοίχημα με τα τραπουλόχαρτα,
θα πατσίζαμε. Εγώ επέμενα ότι θα μου χρωστούσε ακόμα τριάντα χιλιάρικα κι
αυτός επέμενε να μάθει πόσα είναι τα τριάντα χιλιάρικα σε ευρώ. Έβγαλα το
κομπιουτεράκι, αλλά έκανα ένα λάθος: Αντί να υπολογίσω τις δραχμές σε ευρώ,
υπολόγισα τα ευρώ σε δραχμές. Και προέκυψε ένα ποσό αστρονομικό. Σε ευρώ.
Τελικά το στοίχημα δεν το κέρδισε κανείς. Κάναμε και οι δύο εξαιρετική δουλειά
και τα τραπουλόχαρτα άρχισαν να υψώνονται πλάι πλάι, αγέρωχα και καμαρωτά.
Και τελικά οι δίδυμοι πύργοι γκρεμίστηκαν πολύ πιο γρήγορα από τους δικούς
μας χάρτινους πύργους...
* Πριν αλέκτωρα λαλήσαι, οι κότες το ’σκασαν… Το κοτέτσι τελικά αποδείχτηκε φτωχό για να ικανοποιήσει τη νοσταλγία του κόκορα. Δύο κότες είχαν απομείνει όλες κι όλες κι αυτές δεν έκατσαν στ’ αυγά τους, αφήνοντας τον κόκορα άλαλο, με το λειρί πεσμένο και τα φτερά κομμένα. Κάποτε, βέβαια, υπήρχε και μια τρίτη κότα, η πιο ζουμερή κι αφράτη απ’ όλες. Όλοι οι κόκορες της γης δήλωναν αποφασισμένοι να γίνουν κρασάτοι για χάρη της, αλλά εκείνη ήθελε μόνο το πρώτο της κοκοράκι. Κι όταν το κοκοράκι ωρίμασε κι έγινε κόκορας λειράτος, η κότα η ζηλευτή του ζήτησε να της κάνει τα χρυσά αυγά. Μόνο που ο κόκορας την ήθελε μόνο για να τη βλέπει πλάι του και να κοκορεύεται. Και στο τέλος έχασε και τ’ αυγά και τα καλάθια…
* Κλείνοντας το τηλέφωνο, προσπάθησα να
συγκεντρωθώ στο δελτίο ειδήσεων. Όμως δε με άφησε ο Αντώνης, που άρχισε
ξαφνικά να κουνάει τα χέρια του σαν σπαστικό.
«Δεν το πιστεύω!» άρχισε να φωνασκεί. «Δεν το πιστεύω! Πέφτω απ’ τα σύννεφα!»
«Τι έπαθες, καλέ;» τον ρώτησε η Στέλλα. «Μύγα σε τσίμπησε;»
«Ρε συ Στέλλα, αυτός είναι ο Σάββας!»
«Ποιος Σάββας;»
«Ο Σάββας, βρε Στέλλα, εκείνο το παλικάρι που έχει φτιάξει τις αγιογραφίες
στο εκκλησάκι του χωριού! Εκεί που παντρευτήκαμε!»
Εγώ τους είχα παντρέψει. Αλλά δε θυμόμουν κανένα εκκλησάκι και καμιά αγιογραφία.
Και κυρίως δε θυμόμουν κανένα Σάββα.
«Δεν τον θυμάμαι» είπε η Στέλλα.
«Έλα, βρε Στέλλα, που δεν τον θυμάσαι! Ο Σάββας… Εκείνο το εξαιρετικό παιδί;
Που έχει καμιά δεκαριά αδέρφια; Κι ο πατέρας του είναι παπάς; Πέφτω απ’
τα σύννεφα!»
Επειδή η Στέλλα αρνιόταν πεισματικά να πέσει από τα σύννεφα στο πλευρό του
άντρα κι αφέντη της, ο Αντώνης πετάχτηκε πάνω. Φοβήθηκα ότι θα τη βαρέσει,
αλλά αυτός απλώς έσκυψε και τράβηξε τα παπούτσια του κάτω από το σύνθετο.
«Πού πας, καλέ, νυχτιάτικα;»
«Στην ασφάλεια. Να δώσω κατάθεση. Δεν μπορεί, κάποιο λάθος θα έχει γίνει.
Ο Σάββας είναι χρυσό παιδί. Ούτε μία στο εκατομμύριο να είναι μέλος της
17 Νοέμβρη».
Copyright©Χρήστος Φασούλας κ' Εκδόσεις Μίνωας
αρχή
σελίδας
Άγνωστος Συγγραφέας: Ζυγόμετρον ήτοι τα ζύγια και μέτρα διαφόρων εμπορίων (Βενετία, 1803). Από τον "Ελληνομνήμων"

Δημήτρη Βαρβαρήγος: Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «ΥΠΑΤΙΑ». Εκδόσεις Άγκυρα.
Μόνο οι νεκροί είδαν
το τέλος του πολέμου
{ΠΛΑΤΩΝ}
Τα δικά της δάκρια,
του παράπονου και της οδύνης αναμείχθηκαν με τη δική του θλίψη και φιλεύσπλαχνη
σιωπή.
Τότε ακριβώς κατάφερε και ψέλλισε μέσα από την αγωνία της: “Μ’ εκδικούνται,
όπως εσένα”.
Τούτο το ιερό μοίρασμα, η ταύτιση των συναισθημάτων της μαζί του και η ακλόνητη
θέση στα ιδεώδη της που ορθωνόταν σαν άκαμπτη δύναμη, τη γέμισαν υπομονή
και κουράγιο ν’ αντέξει το μαρτύριο του πόνου. Κατόπιν, εικόνες και σκέψεις
έσβησαν. Βαριά τα βλέφαρα της σφαλίστηκαν σαν κερκόπορτες απλώνοντας μέσα
της πάλι το σκοτάδι. Τότε ένιωσε πραγματικά μόνη, αλλά αληθινά ελεύθερη.
Μόνο στα ακαριαία διαστήματα που η ανάσα της ζωντάνευε μπορούσε να υποθέτει
όσα γίνονταν επάνω της από αυτά που αισθανόταν και άκουγε.
-Μάγισσα! Έφτασε το τέλος σου, με το αίμα σου θα σφραγίσει ο θεός τη ζωή
σου.
Σαν μακρινό απόηχο, σαν να επρόκειτο για κάτι που δεν την αφορούσε, που
δεν συνέβαινε σε εκείνη, άκουγε τα εκδικητικά λόγια κάποιου άντρα που ωρυόταν
σαν λυσσασμένο σκυλί και της έσκιζε τα ρούχα κάτω από τις επευφημίες και
τις ύβρεις των υπολοίπων. Η λευκή λεία σάρκα της χλευάστηκε μέσα από τον
εμφανή θαυμασμό τους, όταν αντίκρισαν το ανείπωτο κάλλος της.
Η αρχική ταπείνωση που ένιωσε σαν έμειναν ακάλυπτα κι εκτεθειμένα στα μάτια
τους τ’ απόκρυφα σημεία του κορμιού της εξαφανίστηκε μέσα σε μια αιφνίδια
κι επιβλητική αίσθηση πόνου. Κάτι σαν βαθύ κομμάτιασμα της σάρκας της, που
ξεκινούσε ακριβώς
επάνω απ’ τον αριστερό ώμο και συνέχιζε με απανωτά κοψίματα στο στήθος εκεί
που χτυπούσε η άδολη μεγάλη καρδιά της, την κοιλιά, στην πλάτη, στη φύση
της, στα πόδια της. Το σκίσιμο της σάρκας την έκανε να σπαρταρίσει και να
ουρλιάξει καθώς ένιωσε ν’ ανοίγει το σώμα της στα δύο. Όσο κράτησε η αλλόκοσμη
κραυγή πόνου, σκέπασε κάθε άλλη οχλοβοή. Το αίμα χείμαρρος έβαψε χέρια,
αχιβάδες, πρόσωπα αλλοπαρμένα από μίσος, το δάπεδο της εκκλησίας, μέχρι
και το ομοίωμα του εσταυρωμένου που έστεκε πίσω της. Ο βαθύς πόνος του κοψίματος
επαναλήφθηκε πολλές φορές επάνω σε κάθε σημείο του κορμιού της.
Στο στήθος, στο λαιμό, στα μάγουλα, στο κεφάλι, στα μάτια, στην κοιλιά,
στα πόδια της. Οι κοφτερές αχιβάδες ξεκολλούσαν σάρκες από κάθε σημείο της.
Ασυγκράτητος πόνος, σε κάθε γδάρσιμο η φωνή της έβγαινε πνιχτή, σπαρακτική.
Τα μάτια της είχαν στερέψει από δάκρια κι έσταζαν μόνο αίμα. Το ένιωθε να
κυλάει καυτό επάνω στη σάρκα της
κι ένας δέος μαζί με τους αφόρητους πόνους που δεν τους άντεχε άλλο της
χάρισαν την ύστατη αίσθηση της φυσικής ζωής με τη σκέψη. Χωρίς ωστόσο να
ακουστεί η φωνή της, πως σπαράζει από τούτο το μαρτύριο, κατάφερε να ψελλίσει:
«Μετά το φως… σκοτάδι»
Copyright©Δημήτρης Βαρβαρίγος
Πάτροκλος
Χατζηαλεξάνδρου: Αδειανή
Στάση Λεωφορείου. Από
την προσωπική
σελίδα του συγγραφέα.
Όταν
πήρανε το Μίμη φαντάρο, η μάνα του η κυρά-Σοφία, αύξησε τις επισκέψεις της
στο σπίτι μας. Ήμουνα τότε δεκατεσσάρων ετών, αλλά κι ο "γραμματιζούμενος"
της μικρής μας γειτονιάς κι εκείνη ήθελε να της διαβάζω τα γράμματά του
-που δεν έγραφε ο ίδιος φυσικά, μιας κι ήντουσαν αγράμματοι οικογενειακώς,
μα προφανώς κάποιος άλλος συνάδελφός του- και να του απαντώ αμέσως. Με πλήρωνε
μάλιστα, πότε με κανά δεκαρικάκι ή, στις καλές στιγμές της δουλειάς της,
στα καλά μαντάτα, με εικοσαρικάκι. Ήταν καλό χαρτζιλίκι για μένα αυτό το,
σημερινά ευτελές ποσόν, αν και το 'παιρνα με χίλια ζόρια και μόνο γιατί
ήξερα πως την ευχαριστούσε πολύ.
Αρχικά ήτανε κοντά κι έτσι δε με χρειαζότανε συχνά η κυρά-Σοφία. Όταν όμως
πήρε μετάθεση για Κιλκίς, πύκνωσεν η αλληλογραφία τους. Έτσι, όχι μόνον
ερχόταν, αλλά πολλές φορές χρειάστηκε να πάω κι εγώ σπίτι της, για να διαβάσω
γράμμα του και ν' απαντήσω. Μέχρι κείνη τη χρονιά, το σπίτι κι ο στάβλος
τους, ήτανε για μένα ΤΟ ΑΔΥΤΟ, το άγνωστο! Κάνεις από τη γειτονιά, δεν είχε
περάσει το κατώφλι τους, εκτός της γιαγιάς μου, αλλά εκεινής -Θεός σ'χωρέσ'
τη τη κακομοίρα, ήταν υπέροχη και με λάτρευε- δε της έπαιρνες κουβέντα.
Να όμως που το 'φερε η θητεία του Μίμη και θα 'μπαινα επιτέλους εκεί, που
μόνο στη φαντασία μου είχα μπει.
Όλη η οικογένεια ήσανε δουλευτές της γης, σχεδόν ολάκερη τη μέρα. Η κυρά-Σοφία
δε, ένα λόγο παραπάνω, γιατί είχε και τις ασχολίες του σπιτιού. Είχανε στάβλο
με γελάδια, κοτέτσι με πουλερικά, περιβόλια με ζαρζαβατικά κι απ' αυτά βιοπορίζονταν.
Ήταν έξι άτομα συνολικά: ο κυρ-Θανάσης πάτερ-φαμίλιας, η κυρά-Σοφία μητέρα
και τέσσερα αγόρια: ο Γιάννης, μεγαλύτερος γιος, ο Γεράσιμος, ο Μιχάλης
και το στερνοπούλι -η αδυναμία τους- ο Μίμης. Ήταν όλοι τους καλοί άνθρωποι,
δε πειράζανε κανένα και κοιτάζανε τη δουλειά και το σπίτι τους. Τα δύο μεγαλύτερα
αγόρια, είχανε κάπως ασχοληθεί περισσότερο με τα γράμματα, όχι σπουδαία
πράματα δηλαδή. Οι δύο τελευταίοι δε, ήσανε λίγο τρελούτσικοι, μιλούσανε
γρήγορα, -δε ξεδιάλυνες εύκολα τα λόγια τους- και μιλώντας ανοιγοκλείνανε
τα μάτια. Αν προσθέσουμε και το πως ήσαν αντικειμενικά άσχημοι, συμπληρώνεται
τέλεια η εικόνα.
Με το Μίμη είχαμε έξι χρόνια διαφορά και μικρότεροι, καθώς η γειτονιά μας
δεν είχε άλλα παιδιά, παίζαμε μαζί. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία κι σα σταματήσαμε
πια να παίζουμε. Γινόταν αντιληπτός από μακριά, σα περνούσε, γιατί πάντα
τραγουδούσε δυνατά τα σουξέ της εποχής. Μεγάλο "κόλλημα" θυμάμαι,
είχε φάει με το: "Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι" κι
ήτανε το τελευταίο τραγούδι που άκουσα ποτέ από το στόμα του.
Όταν με κάλεσε η κυρά-Σοφία, πρώτη φορά σπίτι της, ήταν η χρονιά κείνη που
βάλαμε τηλέφωνα στη γειτονιά. Ξεκίνησα με δέος κι όταν έφτασα, βρήκα το
σπίτι ανοιχτό, αλλά κανείς δεν ήτανε μέσα. Περιεργάστηκα με τα μάτια μου
το χώρο, θρέφοντας μελλοντικές φαντασιακές εικόνες και μετά τη φώναξα δυνατά.
Εκείνη μ' απάντησε από το στάβλο κι έτσι κίνησα για να διαβώ κι άλλο μεγάλο
κατώφλι. Εκεί είδα και μύρισα πρώτη φορά στη ζωή μου, ένα στάβλο με γελάδες.
Δε μπορώ να πω πως με μάγεψεν η μυρωδιά, ωστόσο όταν βρέθηκα στη Γεωπονική,
μετά απ' αρκετά χρόνια κι ο φίλος που με ξεναγούσε κει, με πήγε και στους
στάβλους, μυρίζοντας το χώρο ένιωσα να λυγίζω μέσα μου. Είχε μείνει άναυδος,
βλέποντας τα δακρυσμένα μάτια μου κι ενώ εκείνος είχε κλείσει τα ρουθούνια
του, εγώ ξαναγευόμουνα την οσμή της εφηβείας, μιας εποχής που είχε παρέλθει
ανεπιστρεπτί.
Η κυρά-Σοφία τελείωνε το άρμεγμα κι εγώ κοιτούσα γύρω μαγεμένος, φτιάχνοντας
με το μυαλό μου εικόνες. Αυτό το χούϊ το 'χα από παιδάκι, παρόλο που τα
ερεθίσματα ήταν ελάχιστα. Σα τελείωσε κάποια στιγμή, σήκωσε με μεγάλη ευκολία
τη μεγάλη καρδάρα με το φρέσκο κι αχνιστό γάλα και με φώναξε να την ακολουθήσω
πίσω στο σπίτι. Ήταν εύσωμη και δυνατή γυναίκα, παρόλα τα πενήντα χρονάκια
της. Είχε κατάμαυρα και μακριά μαλλιά κι ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο χωρίς
ρυτίδες, με ολοκόκκινα μάγουλα. Μέσα στο κουζινάκι, μου 'βαλε μια μεγάλη
κούπα γάλα και μου 'δωσε το γράμμα του Μίμη, κοιτάζοντάς με, με τόση προσμονή,
που ξέχασα τη κούπα που τόσο λαχταρούσα κι άρχισα αμέσως να της διαβάζω
αργά και καθαρά.
Όταν τελείωσα και σήκωσα τα μάτια μου την είδα δακρυσμένη και πίσω της,
πάνω στο πετρογκάζι με τα τρία "μάτια", ανάμεσα από δυο κατσαρόλες,
στο μεσαίο μικρό "μάτι", που 'ταν άδειο, είδα -πιστέψτε με-, ένα
ποντικό να στέκεται στα πίσω πόδια και να κουνά την ουρά του στο πλάι, κοιτάζοντάς
μας και χαϊδεύοντας τα μουστάκια του με τα μπροστινά ποδάρια! Εκείνη, είδε
στο βλέμμα μου φόβο κι απορία και γύρισε να κοιτάξει παραξενεμένη. Σχεδόν
αμέσως ξαναγύρισε μπροστά, ανασήκωσε τους ώμους και γέλασε με τη καρδιά
της. Γέλασα κι εγώ μαζί της αμήχανα και τότε μου 'πε, γελώντας ακόμα:
-"Αχ τι να κάνω βρε Πάτουκλε", -δεν έλεγε καλά τ' όνομά μου- "είναι
παντού τα σκασμένα, αλλά να σου 'πω τι έπαθε ο άντρας μου τις άλλες. Είχε
βάλει φάκες, από 'κείνες με τα δοντάκια, για να τα ξολοθρέψει και του 'λεγα:
πρόσεχε Θανάση μου, ειν' επικίντυνες αυτές! Μπααα τίποτ' αυτός. Πάει λοιπόν
το ποντίκι, να φάει το τυράκι της φάκας κι εκεί πάνω του χιμά η γάτα μας.
Τη πιάνει η φάκα στο στόμα και της σκίζει τα χείλια. Έπειτα από μέρες, όταν
είχε ηρεμήσει απ' τους πόνους, εμφανίζεται 'μπρος του κι εκείνος βάζει τη
φωνή: Γυναικάααα τρέχα, η γάτα με κοιτάει και ...γελάει! Ξεράθηκα βρε Πάτουκλε
στα γέλια, άσε που λέω πως αυτή η γάτα, δε θα ξαναφάει ποντίκι, σ' όλη της
τη ζήση, έπειτα απ' αυτό το κάζο"! Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά, τέλειωσα
το γράμμα της κι έφυγα!
Μέχρι που απολύθηκε ο Μίμης, πήγα πολλές φορές εκεί. Εκτός του χαρτζιλικιού
και του δέους, αυτό είχε αποκτήσει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον . Μέσα στα γράμματα
του Μίμη, έβλεπα κάθε φορά και μια φράση, που αρχικά μου 'χε φανεί σαν άσχετη.
Μου πήρε ελάχιστα να καταλάβω κι έβαζα κι εγώ μια δική μου φράση μέσα. Επικοινωνούσα
άτυπα με τον άλλο διαμεσολαβητή και φυσικά αυτές οι μυστικές φράσεις, δε
διαβαζόντανε ποτέ στους κυρίως αλληλογραφόμενους.
Απολύθηκε λοιπόν με λίγη φυλακή ο Μίμης και ξανάρχισε το παλιό βιολί. Μόνο
που δεν επέστρεψε πια στη δουλειά της οικογένειας. Έπιασε δουλειά σ' ένα
σιδεράδικο, λίγο πιο κάτω από τη στάση, που 'παιρνα εγώ το σχολικό μου.
Πήγαινα πέμπτη γυμνασίου τότε, -ήμουν η τελευταία φουρνιά του παλιού εξαταξίου-
κι επειδή δεν είχαμε στο χωριό μας, πηγαίναμε στο γυμνάσιο της διπλανής
κωμόπολης. Έμενα μακριά από το χωριό, έτσι έπαιρνα το σχολικό σε μια στάση
μεμονωμένη, ολομόναχος κάθε πρωί. Η μοναξιά μου διακοπτότανε μόνο όταν περνούσε
ο Μίμης με τη "φλορέτα" τη "πρα-πρα" που 'χεν αγοράσει,
σταματούσε, καλημεριζόμαστε, ανταλλάσσαμε λίγες φράσεις κι έπειτα γκάζωνε
τη "φλορέτα" και μιας και δε τον ικανοποιούσε ο θόρυβος, βοηθούσε
με τις ...γκαζοκραυγές του και τραβούσε για το σιδεράδικο.
Ένα πρωινό, μόλις είχα βγει από το σπίτι για να πάω στη στάση, φρενάρει
δίπλα μου ένας οικογενειακός φίλος, που πήγαινε στο χωριό και προσφέρθηκε
να με πετάξει μέχρι την αφετηρία. Να σημειώσω εδώ μερικά πραγματάκια, που
ίσως φανούν -κι ίσως να 'ναι τελικά- ασήμαντα. Ο δρόμος που περνούσε από
το πατρικό μου τότε, ήτανε τόσο κακοτράχαλος, που δε τονε προτιμούσαν οι
οδηγοί. Στα έξι χρόνια που ολοκλήρωσα τη μέση εκπαίδευση, μόλις δυο φορές
βρέθηκα να παίρνω το σχολικό από την αφετηρία. Η δεύτερη μάλλον δε θα πρέπει
να ληφθεί υπ' όψη, γιατί ήταν εξετάσεις κι εκείνη τη μέρα γράφαμε εκτάκτως
στις 10.30 π.μ., έτσι το 'κοψα με το πόδι. Ποτέ δεν έμαθα γιατί ο φίλος
μας, προτίμησε ΕΚΕΙΝΟ το δρόμο, ΕΚΕΙΝΟ το πρωΐ και δε θυμάμαι να ρώτησα
καν. Ήμουνα τόσο χαρούμενος γιατί επιτέλους θα πήγαινα καθιστός κι ίσως
μάλιστα να 'πιανα θέση, κοντά στο κορίτσι που τότε λαχταρούσα.
Πράγματι όλα γίναν έτσι και το λεωφορείο ξεκίνησε μ' αγκομαχητό. Ήταν από
'κείνα τα παλιά λεωφορεία, με τη μεγάλη πενταπλή γαλαρία, τα σταχτοδοχεία
σ' όλες τις θέσεις και τα δερμάτινα, μαξιλαρωτά καθίσματα. Μόλις έφτασε
στη στροφή, λίγο μετά το σιδεράδικο του Μίμη και λίγο πριν τη στάση μου,
σταμάτησε απότομα. Πολύς κόσμος, πολλά σταματημένα αυτοκίνητα και πολύ χλαλοή.
Ο οδηγός έδεσε το χειρόφρενο και κατέβηκε να δει, αφού πρώτα μας φοβέρισε
να μη κουνήσουμε ρούπι κι όταν γύρισε πάλιν, ήταν πανιασμένος! Μας είπε
για κάποιο ατύχημα κι αναφέρθηκε μ' ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για κάποιο,
πολύ άσχημα τραυματισμένο συνάνθρωπό μας. Εκείνη την ώρα, μιας και καθόμουν
κοντά στο παράθυρο κι από την εξωτερική μεριά, είδα το ξεσκέπαστο φορτηγάκι,
που στη καρότσα του είχεν έναν άντρα τυλιγμένο σ' ένα σεντόνι κι ενώ πρέπει
να 'ταν ολόλευκο, είχε βαφτεί κατακόκκινο από το αίμα, να περνά κορνάροντας
συνεχώς και δίπλα του το Γιάννη, το μεγάλο αδελφό του Μίμη. Όταν ελευθερώθηκε
ο δρόμος και περάσαμε, είδα τη διαλυμένη "φλορέτα" στο πλάι και
κατάλαβα ποιος ήταν εκείνος, που 'τανε τυλιγμένος στο σεντόνι και που δε
μπορούσα ν' αναγνωρίσω!
Αργότερα έμαθα πως είχε ξεψυχήσει, μόλις εικοσιτριών ετών, πριν καν φτάσει
στο νοσοκομείο. Είχε πάρει τη στροφούλα κλειστότερα κι εκείνη τη στιγμή,
-εκείνη ακριβώς τη στιγμή-, έτυχε να περνά -παρόλο που δεν ήτανε τόσο πυκνή
η κυκλοφορία τότε και μάλιστα τόσο πρωί- έν' άλλο αυτοκίνητο. Ο Μίμης καρφώθηκε
με τη "φλορέτα" του, ακριβώς πάνω στη κόψη της στροφής, στον αριστερό
προβολέα του άλλου, πετάχτηκε σκίζοντας υπογάστριο και γεννητικά όργανα,
πάνω στο τιμόνι του και καρφώθηκε πάνω στο παρμπρίζ, σπάζοντάς το και σκίζοντας,
λίγο-πολύ και το υπόλοιπο κορμί του.
Αυτή την εικόνα: το Μίμη ξαπλωμένο κι αιμόφυρτο πάνω στο φορτηγάκι, την
έβλεπα για πολλές νύχτες στον ύπνο μου. Μια φορά μάλιστα τον είδα να 'ρχεται,
ντυμένος μ' ένα ολόλευκο σεντόνι, καθαρός κι ακέριος, να σιγοτραγουδά: "Θα
πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς",
να σταματά, να με χαιρετά και να ξαναγκαζώνει τη "φλορέτα" με
το δεξί χέρι κ
