.
.
   Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριο 2006 ( 14 )  www.stachtes.com        

μόνιμες στήλες/άρθρα

i) αγριμολόγος...(ο): Yπάρχουν στιγμές,,, ii) Habent sua fata libelli. Μαρία Πετρίτση: Μανίνα Ζουμπουλάκη iii) Μνήμη. Ελληνομνήμων: Αλεξανδρίδης Δημήτριος (1784 - 1851;) iv) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Μύθοι και παραδόσεις v) Του Λόγου Ζωές. Γιάννης Μαγκλής (1909-2006) vi) Ξεχωρίσαμε στον Έντυπο Τύπο. Γιώργου Κοροπούλη: Η μεριά που χάνει

κείμενα

vii) Larry Cool viii) Θεόφιλος Πασχαλίδης ix) Νίκος Σαραντάκος x) Παύλος Μάτεσις xi) Νέστορας Πουλάκος xii) Αδαής xiii) Κώστας Ταχτσής xiv) Βαγγέλης Ραπτόπουλος xv) Μαρίνα Ροδιά xvi) Isis xvii) Έκτακτη συμμετοχή: Κριτική Βιβλίου Μανώλη Βασιλάκη xviii) Διαβάστε τα κείμενα των συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) | ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση) | ΟΙ σ τ ά χ τ ε ς ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ

 

αρχή σελίδας

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)

Υπάρχουν στιγμές...

όπου «ακούμε τα κείμενα». Πολλές και αναρίθμητες οι εντυπώσεις πως πρόκειται για «κραυγές». Ο αφηγητής, είναι φορές που είναι κραυγή. Άλλοτε ταυτίζει τον εαυτό του με αυτήν, και άλλοτε πάλι στέκει μακριά της. Από απόσταση ιχνογραφεί και καταγράφει. Ανάλογα με την όποια διάθεσή του. Η ματιά του θα μπορούσε να είναι κυνική, ρεαλιστική, ακόμα και ρομαντική, όπου η διάθεση, ή η επιλογή του εξαρτάται βεβαίως και από την δημιουργικά αλλοιωμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί και που αντανακλά στις συγκεκριμένες δομές της.
--- Τα παραπάνω θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για την εικαστική δημιουργία. Για όλες τις τέχνες. Είναι οι ίδιες εκείνες κραυγές που διασχίζουν την ψυχή του ανθρώπου-θεατή-αναγνώστη-δημιουργού.
--- Τα εργαλεία υπάρχουν και είναι διαθέσιμα. Η γραμμή, η μορφή, τα σημεία στίξης, τα χρώματα, το αινιγματικό χαμόγελο του απέναντι συνάνθρωπού μας, ο πεζόδρομος, η πείνα, η χαρά .... Αμέτρητα τα εκτελεστικά εργαλεία, αναρίθμητες οι πηγές έμπνευσης. Πολλά τα έντονα και άλλα τόσα τα «ασήμαντα» που μας περιτριγυρίζουν. Τίποτα άχρηστο. Όλα νόμιμα και διαθέσιμα για την ψυχική επεξεργασία και ανακύκλωση. Το πεδίο απεριόριστο και έγκειται στο χέρι του ικανού να αξιοποιήσει.
--- Κρίνοντας ένα δημιούργημα-έργο τέχνης αποδίδουμε την αισθητική αξία ενός φαινομενικά «άπιαστου ονειρικού» σε κάτι που δεν αποτελεί μονάχα τέχνη και αγνοούμε ότι πίσω από το αισθητικό βρίσκονται σε λειτουργία άλλα ισχυρά φαινόμενα, ίσως πανίσχυρα, το ψυχολογικό και το ανθρωπολογικό. Εκεί προσβλέπουν ευσυνείδητα ή μη ευσυνείδητα, από τον χώρο των ηλεκτρονικών και τηλεοπτικών Μέσων. Εκεί παίζεται το παιχνίδι. Η στρέβλωση εννοιών Τέχνης και «τέχνης», Καλλιτέχνης και «καλλιτέχνης πίστας». Όλοι είναι γι’ αυτούς ίδιοι. Όταν λέμε το παιχνίδι στην τέχνη, δεν εξομοιώνουμε τις έννοιες ψυχαγωγία (που είναι ζωτική και αναγκαία), ρηχός εντυπωσιασμός, ειδικά εφέ και λάγνο ξανθό χαμόγελο με την Δημιουργία-Τέχνη. Διαφορετικός ο ρόλος ανάμεσα στο παιχνίδι ψυχαγωγία-θέαμα και στο παιχνίδι-δημιουργία...
--- Απεριόριστες οι άγνωστες πτυχές-παγίδες που τίθενται, πολλά τα διλήμματα και τα ερωτήματα. Το ευρωπαϊκό πνεύμα και ο γεννηθείς από αυτό ορθολογισμός, με το οποίο είμαστε όλοι, ή σχεδόν όλοι, διαποτισμένοι, περιείχε, ευτυχώς και την αντίφαση στις προϋποθέσεις του, γιατί ταυτόχρονα οικοδόμησε μαζί της και τον γόνιμο προβληματισμό και την αμφισβήτηση.
--- Ποια εικόνα λοιπόν• ποια η καθημερινότητα που εκφράζουμε; Πως την εκφράζουμε; Υπάρχουν «τα πρέπει» ψυχισμού και αισθησιασμού; Διαλέγουμε την πνευματική μέθεξη και τον οργασμό; Θα αφεθούμε ή θα απαλλαγούμε από εθνικά, φυλετικά και βιολογικά συμπλέγματα;
--- Το αντικείμενο είναι τετριμμένο, το ξέρω. Γεμάτο κοινοτοπίες. Σύμφωνοι. Ένα θέμα γεμάτο λακκούβες και δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να δώσω επαρκείς απαντήσεις...

γιατί...

--- Είναι καλοκαίρι!

--- Ας σταθούμε κοντά σ’εκείνον τον πολύτιμο ωκεανό των μέσων και της ενοχής. Σ’ εκείνα τα άλλοθι της δημιουργίας που μας περιβάλουν. Ας δούμε κατάματα το θάρρος της έκφρασης, την καθαρότητα και την προσωποποίηση της εξομολόγησης να παίρνουν σχήμα. Ας σκεφτούμε την μεγάλη, σκληρή, αλλά και γοητευτική επίδραση της διάπλασης του δημιουργού-ποιητή. Ας ξεχάσουμε για λίγο τις μεταφορικές χρήσεις ενός ιστορικού φόντου.

--- Ας "βουτήξουμε" στην απόλαυση του ίδιου του Έργου.

--- Καλό καλοκαίρι.

Copyright©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, 28 Ιουνίου 2006.

 

αρχή σελίδας

Γιάννης Μαγκλής (1909-2006)

«...Το έργο μου αποτελείται από 26 βιβλία, τα περισσότερα πολυσέλιδα. Υπάρχει ένας κόσμος ανθρώπων διαφόρων εκεί μέσα: Ζητιάνοι, φτωχοί, πλούσιοι, άρχοντες και χαρακτήρες διάφοροι. Συνήθως αγαπώ τους αγωνιστές της ζωής... Είχα ένα νεφρό όλο κι όλο, κουρασμένο, αλλά δεν μ' εμπόδισε να πάρω τα βουνά και να χτυπηθώ με το βάρβαρο οχτρό της πατρίδας μου που μας σκλάβωσε...».
Από τα γνωστότερα έργα του είναι Οι Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου, ενώ έγραψε πολλά ακόμα βιβλία και θεατρικά έργα.
Ρεαλιστής και ανθρωπιστής, ο συγγραφέας Γιάννης Μαγκλής Απεβίωσε στα 96 του χρόνια και η ταφή του έγινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κάλυμνο. Αγαπημένος συγγραφέας ενός μεγάλου κοινού, κυρίως στις δεκαετίες ’50, ’60 και ’70, ο Γιάννης Μαγκλής ήταν πολυγραφότατος και έγραφε ως το τέλος. Διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά και μεταφράσεις συγκροτούν το συγγραφικό έργο του. Οι ιστορίες του Μαγκλή, που αναδεικνύουν τον απλό, χειρώνακτα άνθρωπο, κερδίζουν τον αναγνώστη «με τη ζωντάνια και τη συχνά ποιητική λυρικότητα των εικόνων του», σύμφωνα με τον κριτικό Αλέξη Ζήρα. «Ιδιαίτερα μάλιστα σε περιπτώσεις, όπου ο επικός ρυθμός δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα».
Από τα πολλά βιβλία του, ορισμένα απέσπασαν βραβεία, όπως το πολυδιαβασμένο «Τ’ αδέρφια μου οι άνθρωποι», το οποίο τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1958. Το 1982 τιμήθηκε με Χρυσό Mετάλλιο από τον δήμο Καλύμνου και το 1983 από την Ακαδημία Κλασικής Ποίησης της Γαλλίας. Ανάμεσα στα άλλα έργα του περιλαμβάνονται τα μυθιστορήματα «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου» (1954), «Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμη» (1962), «Ο άρχοντας» (1971) κ.ά. Μεγάλη ήταν η επίδοση του Γιάννη Μαγκλή και στο διήγημα: «Το ανθρώπινο πάθος» (1961), «Ο αγέρας χτύπαγε την πόρτα μας» (1966), «Οι Σημαδεμένοι» (1973), «Ο κύριος Κόμης» (1974), «Ματωμένη πορεία» (1976) κ.ά. Ο Γιάννης Μαγκλής είχε επίσης μεταφράσει Ντιντερό («Η καλόγρια»), Κόνραντ, Σαρτρ, Τρουαγιά κ.ά. Τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Δωρικός», «Εστία», «Καλέντης».
(από τα Νέα, Καθημερινή και Ελευθεροτυπία)

αρχή σελίδας

Γιώργος Κοροπούλης : Η μεριά που χάνει. Από τη στήλη "Επανεκκίνηση". ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Ελευθεροτυπίας - 16/06/2006

Στον Θωμά, που τον αποκαλούσαν Δίδυμο, αλλά εμείς τον γνωρίζουμε ως Απιστο, ο Ρωμανός ο Μελωδός αφιερώνει ολόκληρο Κοντάκιο: το 30 στην αρίθμηση Μάας-Τρυπάνη, δηλαδή το 21 στην αρίθμηση Κρουμπάχερ. Πολύ λογικά -γιατί ο Θωμάς (λέει παρεκβατικά, σ' άλλο Κοντάκιο, το 22 Kr, ο Ρωμανός) δεν απαρνήθηκε απλώς πλούτη, όπως ο Ματθαίος, αλλά «και την ζωήν εμίσησεν» για ν' ακολουθήσει τον Χριστό: τα 'δωσε όλα, που λέμε. Ετσι ξεχώρισε κι αυτός -όπως, στους αντίποδες, ο Πέτρος. Και με την ίδια ένταση, που φαίνεται πως τον χαρακτήριζε, με την ίδια απέχθεια για τις μερικεύσεις και τα υποκατάστατα, διεκδίκησε την υλικότητα της αγάπης του: δεν αρκέστηκε να δει, αφού τα μάτια μπορεί να γελούν, ζήτησε να ψηλαφήσει. Αυτό θεωρήθηκε ανά τους αιώνες φοβερό, εφόσον η πίστη απαξιώθηκε, αλλά έκανε τον Θωμά προστάτη άγιο της ποίησης, όπου όλο το κόλπο είναι ακριβώς «να μεταχειρίζεσαι τις σκιές σαν κάτι στερεό» (Δάντης). Εξού και ο Ρωμανός, ο τάχα δογματικός και δίχως δεύτερες σκέψεις, που όμως είναι γνήσιος ποιητής, επιφυλάσσει στον Θωμά συγκλονιστικούς στίχους -κι εντέλει του αποδίδει την υπογραφή κάτω απ' το συμβόλαιο που αποτελεί η πίστη: την υπογραφή που το καθιστά έγκυρο. «Υπεγράφη γαρ βεβαίως εμοί ο όρος ταύτης της πίστεως διά της του Θώμα χειρός• Χριστού γαρ αψαμένη ως κάλαμος γραμματέως εγένετο οξυγράφου γράφουσα πιστοίς, ένθεν η πίστις πηγάζει»... Αλλά βέβαια, για να ξαναστήσει τον κόσμο με το κεφάλι πάνω και τα πόδια κάτω, ο Θωμάς τά 'δωσε πάλι όλα, λέει ο Ρωμανός: Ετεινε την παλάμη, μολονότι «σαθρά και ακανθώδη», προς τα φριχτά σημάδια τής «ώσπερ φλογός καιομένης» πλευράς του «αναφούς» θεού. Αντέστρεψε δηλαδή το παλιό παραμύθι της βάτου -αφού «τότε μεν το πυρ ήλθεν επί την άκανθαν, νυνί δε προς το πυρ έδραμεν η βατώδης».

Ο Ρωμανός δεν θα κάνει το επόμενο βήμα μέσα στον κόσμο έτσι όπως τον παλινόρθωσε: δεν μπορούσε ούτε θα το 'θελε να φανταστεί τον Θωμά ν' απλώνει το χέρι του στο κενό. Ομως η άλλη όψη του νομίσματος που ονομάζουμε «ποίηση» περιέχει αυτήν ακριβώς την πιθανότητα, ειδάλλως εν συνόλω το νόμισμα ματαίως θα ετίθετο σε κυκλοφορία. Γι' αυτό κι ο Θωμάς, που δεν ονομάστηκε τυχαία Δίδυμος, επανεμφανίζεται σ' ένα ακόμη ποίημα, γραμμένο κάπου μετά το 428 ή το 451 μ.Χ., δηλαδή πενήντα ή ογδόντα χρόνια νωρίτερα απ' το Κοντάκιο του Ρωμανού, αλλά στο ίδιο περιβάλλον της Υστερης Αρχαιότητος: πριν από τις σταυροφορίες του Ηράκλειου, πριν καν κλείσει ο Ιουστινιανός την Ακαδημία των Αθηνών (529 μ.Χ.). Επανεμφανίζεται στη «Μεταβολή τού κατά Ιωάννην αγίου Ευαγγελίου», όπου ο Νόννος, απ' την Πανόπολη της Αιγύπτου (γνωστός χάρη στα «Διονυσιακά» του), ξαναχύνει, ας πούμε, τα λόγια του Ιωάννη σε δακτυλικούς εξαμέτρους -σαν να τ' αποδίδει στη σκιά του Ομήρου, μολονότι, από αιώνων, εκείνη η οιδιπόδεια σκιά «εις το πολύαστρον του αιθέρος τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα», όπως ξέρουμε.

Δεν πρόκειται για τη μύγα μέσα στο γάλα: Αντιδρώντας στην απόφαση του Ιουλιανού ν' απαγορεύσει σε Χριστιανούς να διδάσκουν στη δευτεροβάθμια και στην ανώτατη εκπαίδευση, οι Απολλινάριοι, πατήρ και υιός, γραμματικοί, πιστοί Χριστιανοί, δοκίμασαν να μεταφράσουν έτσι τους Ψαλμούς. Και το παράδειγμά τους δεν το μιμείται μόνο ο Νόννος. Ο επίσκοπος Πατρίκιος κι η Αυγούστα Ευδοκία, σύγχρονοί του, αναλαμβάνουν ν' αποδώσουν ολόκληρη πια τη Βίβλο σε ομηρικό στίχο... Κι αυτή η τρέλα είναι μια νόμιμη πτυχή του 4ου αιώνα, όπου όλα φαίνεται για λίγο ακόμη να παίζονται: Ο Χριστιανισμός αναμιγνύεται με αιρέσεις κι οι Εθνικοί με Χριστιανούς στα σχολεία, τα όρια των λογοτεχνικών ειδών μετατίθενται απηχώντας μια γενική κινητικότητα. Και μες στη θολούρα, όπου τ' αντίθετα συνυπάρχουν, μια ανάμικτη ελίτ, στην οποία ανήκει ο Νόννος αλλά κι ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, γράφει ποίηση -αλλά στην άλλη μεριά του νομίσματος: αυτήν που χάνει.

Σ' αυτήν τη μεριά ξανατυπώνεται η μορφή του Θωμά. Μοιάζει παράλογο κι άχρηστο, αν το δούμε ιστορικιστικά. Ισως όμως θα 'ταν καλύτερα να το δούμε -με τα μάτια του Καβάφη, ας πούμε.

αρχή σελίδας

Habent sua fata libelli (Κάθε βιβλίο έχει τη δική του μοίρα) Κριτική Βιβλίου από την Μαρία Πετρίτση: Μανίνα Ζουμπουλάκη – Αληθινή star (εκδόσεις Ωμέγα)

Το καινούριο βιβλίο της Μανίνας Ζουμπουλάκη, Αληθινή star, είναι μια χιουμοριστική και ταυτόχρονα καυστική ματιά στο star system, στο κύκλωμα των media και ειδικά σε αυτό της τηλεόρασης.
Πώς λειτουργούν τα περιοδικά, τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και η ελληνική show biz; Τι προσόντα χρειάζεται κάποιος για να επιβιώσει στον επιφανειακά λαμπερό κόσμο της ενημέρωσης στη σύγχρονη Ελλάδα; Ποιες είναι οι θυσίες που οφείλει να κάνει μια ευσυνείδητη τηλεπαρουσιάστρια για να κρατήσει την καθημερινή εκπομπή της σε κάποιο κανάλι; Ανταγωνισμός, παρασκήνιο, λυκοφιλίες, συμφεροντολογία, έρωτες, στοιχεία της καθημερινής ζωής σατιρίζονται με άμεσο και έξυπνο τρόπο και σκιαγραφούν μια πραγματικότητα που δεν είναι ορατή με γυμνό μάτι.
Η Τζένη, μια ελκυστική και φιλόδοξη παρουσιάστρια, δραστήρια και χωρίς ιδιαίτερες υπαρξιακές ανησυχίες, σύζυγος διευθυντή καναλιού, κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά της επειδή ο άντρας της, ιδιοκτήτης του καναλιού, την απατά με κάποια άλλη, η οποία διεκδικεί τη θέση της. Γύρω της υπάρχει ένα επιτελείο από συνεργάτες και φίλους που παρακολουθούν την επαγγελματική πορεία της και μοιράζονται τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της, τις χαρούμενες και τις δύσκολες στιγμές της. Οι μεταξύ τους σχέσεις αλλάζουν μορφή και χαρακτήρα ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων και μεταβάλλουν τους μεταξύ τους δεσμούς οι οποίοι αναπτύσσονται είτε τυχαία είτε εσκεμμένα, εξυπηρετώντας και κατευθύνοντας την εξέλιξη της ιστορίας.
Η φιλοδοξία και ο ναρκισσισμός της ηρωίδας φαίνεται να είναι ο κεντρικός άξονας κάθε ενέργειάς της. Οι επιδιώξεις της κινητοποιούν ακούραστα τους μηχανισμούς άμυνας και τις προσπάθειές της να επιβιώσει και να επιβληθεί σ’ένα περιβάλλον που άλλοτε την καταθλίβει και άλλοτε φαίνεται να την πληροί απολύτως. Το ζητούμενο όμως ποιο είναι τελικά; Η δόξα ή η προσωπική της πληρότητα; Η εκπομπή και η δημοσιότητα ή η γενικότερη ιδέα της επαγγελματικής δραστηριότητας που ικανοποιεί και καθιστά κάποιον ενεργό μέλος μιας σύγχρονης κοινωνίας; Οι άνθρωποι ή το γυαλί;
Η πορεία της ηρωίδας είναι γεμάτη εκπλήξεις και ανατρεπτικά στιγμιότυπα, καθώς ανακαλύπτει σταδιακά τον εαυτό της και το κρυμμένο μέχρι ώρας πρόσωπο της κοινωνίας που την περιβάλλει. Μπαίνοντας σε κίνδυνο, αντιμετωπίζοντας αντίξοες καταστάσεις και δυσοίωνες προοπτικές, βιώνοντας πρωτόγνωρα συναισθήματα και απρόσμενες απογοητεύσεις, κατορθώνει για πρώτη φορά να βγει από τις ναρκισσιστικές κι επιφανειακές αντιλήψεις της και να δει την πραγματική εικόνα ενός κόσμου που μέχρι τώρα θεωρούσε δεδομένο κι εύκολο. Καταλήγει να είναι το υποχείριο ενός περιβάλλοντος που πίστευε πως χειρίζεται.
Η ενηλικίωση δεν είναι ζήτημα χρόνου αλλά εμπειριών. Η γνώση κάποιου τομέα αποκτάται και καθίσταται χρήσιμη μόνον όταν ο εν λόγω τομέας πάψει να έχει μυστικά, όταν μέσα από αυτόν ανακαλύπτει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό. Η ηρωίδα, αν και ενήλικη, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά ενός μάλλον φαιδρού ανθρώπου ο οποίος αναγκάζεται ξαφνικά να παλέψει με δικά του όπλα ενάντια σε όσα θεωρούσε μέχρι πρότινος συμμάχους του και να αναθεωρήσει ολόκληρη τη ζωή του. Καθ’οδόν την βλέπουμε να μεταμορφώνεται σε μια γυναίκα που προβληματίζεται, παλεύει, παίρνει αποφάσεις και ρίσκα, αναθεωρεί και αλλάζει κατεύθυνση, αποκομίζει κέρδος από τις εμπειρίες και αξιοποιεί τα λάθη της.
Η φιλία είναι ένα θέμα που παίρνει πολύπλευρες διαστάσεις και εξερευνάται με κάθε δυνατό τρόπο στο ανά χείρας βιβλίο. Βλέπουμε απόψεις και στιγμιότυπα από καταστάσεις φιλίας και έρωτα, φιλίας και συνεργασίας, φιλίας και ανταγωνισμού, σχέσεις ελπιδοφόρες που άλλοτε καταλήγουν να ευεργετούν και άλλοτε να καταρρακώνουν τους ήρωες που τις βιώνουν.
Οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται με τόλμη και ευαισθησία. Βλέπουμε διάφορους τύπους ανθρώπου να παρελαύνουν μπροστά μας και παρακολουθούμε όχι μόνο τις κινήσεις αλλά και τον τρόπο σκέψης τους. Συχνά μας ξαφνιάζουν με τις αντιδράσεις και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τη ζωή, εντούτοις παραμένουν πάντοτε απολύτως ανθρώπινοι και κερδίζουν την συμπάθεια και την κατανόησή μας ακόμα και όταν είναι βυθισμένοι στην υπερβολή.
Το χιούμορ της Ζουμπουλάκη, διάχυτο σε κάθε σελίδα, είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο δίνει το γενικότερο στίγμα του κειμένου. Το ύφος είναι ανάλαφρο και χαριτωμένο, ακόμα και στα σημεία που αποδίδονται κάπως πιο δραματικά. Οι διάλογοι που παρεμβάλλονται είναι έξυπνοι και λιτοί και συχνά μετατρέπονται σε προσωπικές σκέψεις του ομιλούντος. Λογοπαίγνια, αναφορές σε διάσημα πρόσωπα, μικρές υστερίες, αστεία και ανέκδοτα κρατούν το μάτι του αναγνώστη σταθερά καρφωμένο πάνω στη σελίδα και δημιουργούν μια ευχάριστη και πολύχρωμη ατμόσφαιρα.
Συχνά, το λεξιλόγιο που συναντάμε ξεφεύγει από τη συνήθη λογοτεχνική γλώσσα παραπέμποντας σε γλώσσα χρονογραφήματος και σε μερικά σημεία σε καθαρά καθομιλουμένη. Είναι ζωντανό, ορμητικό, έξυπνο και διασκεδαστικό. Προσδίδει στο κείμενο μια χροιά ανεμελιάς και καθημερινότητας, το καθιστά απλό, γνώριμο και απολαυστικό διευκολύνοντας την άμεση επαφή του αναγνώστη με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που περιγράφονται. Η χρήση ξενόγλωσσων όρων είναι συχνή χωρίς όμως να ξενίζει ή να δυσκολεύει, αφού η Ζουμπουλάκη βρίσκει και πάλι τη χρυσή τομή και δεν υπερβαίνει τα κοινώς αποδεκτά όρια.
Το κείμενο, στο σύνολό του, είναι ένα παζλ από έννοιες, λέξεις και εικόνες με τις οποίες ερχόμαστε σε επαφή σε καθημερινή βάση, και ως επί το πλείστον τυχαία, μέσω της τηλεόρασης και των περιοδικών, και κατά συνέπεια μας είναι οικείο ως προς τη μορφή και τις εκφράσεις του. Έχοντας εδώ τα κατάλληλα ερεθίσματα, αναγνωρίζουμε σκηνές μιας τηλεοπτικής καθημερινότητας που άλλοτε μπορεί και να μας περνούσαν απαρατήρητες, τώρα όμως μας κάνουν να χαμογελάμε σαν να συμμετείχαμε προσωπικά σε αυτές.
Αυτό το βιβλίο είναι ένα ταξίδι στο παρασκήνιο της μικρής οθόνης και του λαμπερού κόσμου που μας ψυχαγωγεί καθημερινά. Βλέπουμε μιαν άλλη όψη του και μαθαίνουμε κατά κάποιο τρόπο μερικά από τα κρυμμένα μυστικά του, που, εάν τα γνωρίζαμε κάπως νωρίτερα, μπορεί και να βλέπαμε με άλλο μάτι όλα και όλους όσοι κάθε μέρα συνοδεύουν απλώς, και μάλλον επί τροχάδην, το πέρασμά μας από τον πρωινό καφέ στη μεσημεριανή ή βραδινή συνταγή της ημέρας.

Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες

αρχή σελίδας

Larry Cool: Απόσπασμα από το τέταρτο κεφάλαιο «Hotel Μαρακάϊμπω» την 9η παράγραφο «Πώς σύνηψα ερωτικόν δεσμόν μετά της ξανθής εφήβου» Από το βιβλίο Τον «Κανένα»... θα τον φάω Τελευταίο.Εκδόσεις Τυφλόμυγα & Αμόνι

Μίαν νύκτα, μετά από οξείαν λογομαχίαν και ανταλλαγήν βαρειών φράσεων με την Πηνελόπην, εκαθήμην τεθλιμμένος παρά του bar πίνων οίνον bordeaux, όταν ήκουσα όπισθέν μου αγγελικήν φωνήν ψιθυρίζουσαν:
----Κύριε, μην στρέφησθε διότι θα υποψιασθώσιν οι υπόλοιποι θαμώνες... Είμαι δεκατεσσάρων ετών, πρωΐμως ανεπτυγμένη, και τήκομαι εκ της καύλας. Θέλετε να με γαμήσητε;
---Αιφνιδιασθείς εστράφην και είδον ωραιοτάτην νεαράν ξανθήν, καλύπτουσα τους οφθαλμούς υπό σκοτεινών ομματοϋαλίων, λέγουσα τεταραγμένη:
----Μην στρέφησθε!
----Δεσποινίς, ποία είστε;
----Κύριε, ο χρόνος επείγει! Την δωδεκάτην του μεσονυκτίου επιστρέφουσιν εις την οικίαν οι αυστηροί γονείς μου και πρέπει να μ’ εύρωσιν εις την κλίνην μου. Διαθέτω μόνον μίαν ώραν! Κατελάβατε;!
----Μα... δεσποινίς!
----Δεν έχει, μα και ξεμά! Θα με γαμήσητε ή ν’ απευθυνθώ αλλαχού;!
----Λίαν καλώς, θα καταβάλλω πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως ικανοποιήσω το αίτημά σας. Ακολουθήσατε μοι παρακαλώ!
---Έλαβον την κλείδαν του ιδιαιτέρου boudoir από την Μαγδαληνήν και ανέβημεν εις τον πρώτον όροφον.
---Εισελθόντες εις το δώμα εγυμνώθημεν εν βία, και η δροσερά νεάνις με το μυώδες δέμας δορκάδος έλαβεν μεταξύ των χειρών αυτής τον φαλλόν ως λατρευτικόν αντικείμενον, αναφωνούσα δια βραχνής φωνής προδιδούσης βρασμόν ασιγάστου πόθου.
----Πούτσος! Α, επιτέλους πούτσος!
----Παρακαλώ, δεσποινίς μου, συγκρατήθητε!
----Ω, κύριε εάν εγνωρίζετε οπόσην ανάγκην τον έχω! Βαδίζω εις το δρόμον και το βλέμμα μου προσηλώνεται άκουσα εις το εξόγκωμα των γεννετικών οργάνων των περισκελίδων των ανδρών. Αυνανίζομαι πολλάκις ημερησίως, και τας νύκτας βλέπω αναίσχυντα όνειρα παθαίνουσα πολλαπλές ονειρώξεις!
---Εις την θέαν του εν πλήρη ακμή ευρισκομένου νεανικού δέματος κατελήφθην υπό παραφόρου σαρκικού πόθου -ιμέρου ανημέρου- κι επέπεσα επί της σφριγηλής της σαρκός ως καταιγίς επί ερήμου, ως διψαλέος εις πηγήν, εισδύσας άνευ περιστροφών εις την γενναίαν κόρην δι’ ευγενικών, πλήν όμως επιμόνων ωθήσεων. Είχον απολέσει πάσαν αίσθησιν χρόνου, όταν εις μίαν ολιγόλεπτον ανάπαυλαν είπον:
----Θαυμάζω την τόλμην σας και εκτιμώ βαθύτατα τον αυθορμητισμόν σας αξιαγάπητε δεσποινίς, αλλά πέραν τούτων, ομιλήσατέ μοι ολίγον και περί της οικογενειακής σας καταστάσεως, πού διαμένετε, πώς ονομάζεστε, εις ποίαν σχολικήν τάξιν υπάγετε, κλπ.
----Κύριε, οι καιροί ου μενετοί· Θουκυδίδης, άλφα, 142! Πηδήξατέ μοι και πάλιν σας παρακαλώ!
----Δεν θέλετε να μάθητε τουλάχιστον το ιδικόν μου όνομα, το όνομα του ανδρός μετά του οποίου συνουσιάζεσθε;!
----Χάνομεν τον χρόνον μας, κύριε! Εδώ ήλθον δια να γαμηθώ και ουχί δια να συνάψω δημοσίας σχέσεις! Ζητώ έναν ακαταπόνητον κτηνώδη πούτσον, και σείς φλυαρείτε!
----Ζητείτε και ευρήσετε· Λουκάς, ΙΑ.9!
----Αμ’ έπος αμ’ έργον· Ηρόδοτος, ΙΙΙ.135! Dictum factum.
----Μετά χαράς διαπιστώνω αγαπητή μου, ότι αμφότεροι διαθέτομεν κλασσικήν παιδείαν!
----Τι κάθεσαι και μού λές, χριστιανέ μου! Εγώ σφύζω εκ της καύλας!
---Και λέγουσα ταύτα με παρέσυρεν εκ νέου εις τας ιλιγγιώδεις δίνας της ηδονής. Η υπόλοιπος ώρα διήλθεν με συνουσίαν συνεχήν ως ίγδισμα -κοινώς στουμπάνισμα των αιδοιοχειλέων, με αδιάπτωτον ως εν θερμώ σφυρηλασίαν, μ’ εντατικήν ως παλινδρόμησιν μηχανικού εμβόλου καταπόνησιν.
---Όταν το Big Ben έκρουσεν, ντάν-ντάν-ντάν.., την δωδεκάτην του μεσονυκτίου, η σφριγώσα δορκάς -η αισθησιακή Σταχτοπουτανίτσα- ετινάχθη έντρομος εκ της κλίνης, και ενδυθείσα τάχιστα, εξήλθεν δίχως ν’ απαντήση εις το ερώτημα μου, εάν και πότε ήθελεν συνευρεθώμεν εκ νέου!
---Ούτως, ως κεραυνός εν αιθρία, ενεφανίσθη εν τη ζωή μου η εκρηκτική δεκαεξαέτις (14) καλλονή, ούσα η προκλητική ενσάρκωσις του ζωώδους ερωτικού ενστίκτου και... ηράσθην!
---Ηράσθην αυτήν σφόδρα. Το σύμπαν απέκτησεν αιφνιδίως την μορφήν της, άπαντα δε τα κύτταρα του σώματός μου επόθουν αποκλειστικώς αυτήν. Πώς, πού θα την επανεύρισκον;
---Κατά τας επομένας νύκτας υπήγον εν τω κέντρω διασκεδάσεως, αλλά προς μεγάλην μου απογοήτευσιν η μικρά δεν ενεφανίσθη. Την τρίτην κατά σειράν νύκτα η προσηνής miss Magdalene μού προσεκόμισεν μειδιώσα ιδιόχειρον σημείωμα το οποίον έγραφεν:

---“Αγαπητέ κύριε,
---Εάν θέλητε να με γαμήτε, τότε πρέπει να εξασφαλίσητε διακριτικήν οικίαν εις τα περίχωρα της πόλεως όπου θα σας ---επισκέπτωμαι οσάκις έχω καύλας!”

---Τι να έκαμνον; το πενιχρόν μου ημερομίσθιον δεν επήρκει δι’ ενοικίασιν δευτέρας οικίας... Κατόπιν σφοδράς ψυχικής συγκρούσεως, μετά από αλλεπαλλήλους και οδυνηράς αμφιταλαντεύσεις, κατίσχυσεν ο ανίκητος εις την μάχην έρως, εγκαταλιπών σύζυγον υιόν και οικογενειακήν εστίαν, εγκαθισταθείς εν τη μοναχική οικία της Sunning Field Road.
---Έκτοτε, η θάλλουσα νεάνις μ’ επεσκέπτετο ανειδοποιήτως, αφικνουμένη πάντοτε βιαστική και ανήσυχος ως κυνηγημένη έλαφος, εισερχομένη δε εγυμνώνετο ασθμαίνουσα μη δυναμένη να ομιλήση εκ του πόθου και της ταραχής, και πίπτουσα εις την κλίνην με ανοικτά τα σκέλη ήντλει απλήστως ηδονήν επί μίαν ή δύο ώρας εκ του ακάμπτου φαλλού, αναχωρούσα και πάλιν αιφνιδίως άνευ εξηγήσεων και αποχαιρετιστηρίων ασπασμών!
---Έζων μόνον δια ταύτας τας συναντήσεις. Το ενδιάμεσον διάστημα, συνήθως δύο ή τριών ημερών, αλλά και ενίοτε εβδομάδων, διήρχετο βασανιστικώς, έγκλειστος εν τη οικία, αναμένων παρά τη συσκευή του τηλεφώνου, αυνανιζόμενος τόσον με την ανάμνησιν την προηγουμένης συνευρέσεως όσον και με την προσδοκίαν της επομένης.
---Επί ένα έτος, όσον δηλαδή διήρκησεν τούτος ο ιδιότυπος ερωτικός δεσμός κι ο εγκλεισμός μου εις την οικίαν, δεν συνωμιλήσαμεν ποτέ, δεν έμαθον ουδέ το όνομα, μήτε κάποιο άλλον στοιχείον περί της δεκατετραέτιδος ερωμένης μου. ---Η αμιγώς σεξουαλική μας σχέσις διεκόπη βιαίως την νύκτα εκείνην κατά την οποίαν επλήγην υπό του παραξένου ονείρου -ιού όπως τον εχαρακτήρισεν η άγνωστος εράστρια- λησμονήσας τα πάντα!

αρχή σελίδας

Θεόφιλος Πασχαλίδης: Zιπρασιδόνη

Νάτο πάλι το καταραμένο κουδούνι. Δυο φορές καμπάνα ντιγκλ-ντογκλ μετά τέλος. Και μετά ξανά. Για ποιόν χτυπά η καμπάνα. Για μένα. Κάνω αυτό που ξέρω να κάνω καλά. Δεν το κουνάω ρούπι από τη θέση μου. Αυτή τη φορά με βρήκαν στο κρεβάτι. Πάλι καλά και δόξα τω θεό να λέω. Αν με έβρισκαν να πλένω τα πιάτα, να κάνω γυμναστική ή να ακούω τον καινούργιο δίσκο των Radiohead τότε θα βρισκόμουνα σε πολύ δύσκολη θέση. Ειλικρινά. Είναι ακόμα στην εξώπορτα. Δεν μιλάνε αλλά ξέρω πως είναι εκεί. Θα έχουν στήσει αυτί περιμένοντας να ακούσουν τον παραμικρό θόρυβο. Να ήταν στη θέση μου κάποιος πιο άπειρος, κάποιος καινούργιος, θα την είχε πατήσει. Όχι εγώ όμως.Όχι αυτά σε μένα. Είσαστε όλοι γελασμένοι και θα περιμένετε πολύ για ακούσετε το παραμικρό από εμένα. Με μια κίνηση κοφτή κλείνω το ξυπνητήρι. Παραλίγο να χτυπούσε. Πάντα υπάρχει το απρόβλεπτο. Όχι όμως για μένα. Τέρμα πια τα λάθη. Ποτέ ξανά. Θα ήθελα να δω τις φάτσες τους. Άντρες; Γυναίκες; Μάλλον άντρες. Είναι πιο δυνατοί.
Θέλω να πάω στη τουαλέτα αλλά… Όχι, κάτι τέτοιο περιμένουν κι αυτοί. Πάνω σε τέτοιες αδυναμίες πατάνε. Θαρρείς πως δεν τους ξέρω. Οκτώ χρόνια έμεινα μαζί τους. Οκτώ ολάκερα γαμημένα χρόνια. Θα ήθελα να τους το φωνάξω αυτό. Θα ήθελα και να κατουρήσω μαζί. Αλλά αυτό δεν γίνεται. Δεν έχω δει και ούτε έχω ακούσει για κανέναν που να μπορούσε να το κάνει αυτό. Πρέπει να αντέξω. Θα αντέξω. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Ούτε εγώ.

Αν κοιμόμουν θα περνούσε η ώρα πιο γρήγορα. Όταν είχα πρωτοέρθει εδώ έκανα τέσσερις μέρες να κοιμηθώ. Η αλλαγή περιβάλλοντος, πιο ξέρει; Καθόμουν μέχρι τα ξημερώματα διαβάζοντας τον Χαμένο χρόνο του Προύστ ή ακούγοντας ξανά και ξανά τη σονάτα του σεληνόφωτος του Μπετόβεν ή κάνοντας και τα δύο μαζί. Είχα ακούσει ότι και τα δύο έκαναν θαύματα σε περιπτώσεις επίμονης αϋπνίας σαν την δικιά μου. Μάταια όμως. Ο Μορφέας έκοβε βόλτες κάπου από πάνω μου, χωνόταν πίσω απ’ τη γλάστρα με τον φίκο και μου έβγαζε περιπαιχτικά την γλώσσα. Προσπάθησα να τον κατάπιω αλλά τα 5mg από δαύτων πού έβαλα μέσα μου δεν έκαναν τίποτα απολύτως. Ώσπου την τρίτη βραδιά άνοιξα την τηλεόραση του σαλονιού και ανακάλυψα τον υπέροχο κόσμο του Αστυνομικού Τμήματος της Χιλ Στρητ, του Ντετέκτιβ Μάρλοου και των Αγγελων του Τσάρλι. Την Ζώνη Του Λυκόφωτος την αποφεύγω. Αυτό όμως που ήταν δέκα φορές πιο δυνατό απ’ τα Μικρά Στρογγυλα Λεξοτανίλ που κατάπια, ήταν το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι. Ο ύπνος σε συσκευασία ωριαίας μεταγλωττισμένης σειράς. Τέλειο! Α, ξέχασα και την Οικογένεια Γουόλτωνς. Καληνύχτα Τζών. Καληνύχτα Μαίρη. Καληνύχτα Σού Έλεν. Μακάρι να μπορούσα να κοιμηθώ κι εγώ τώρα… Κι αν με ακούσουν να ροχαλίζω; Δεν θα τους κάνω τη χάρη. Δεν κοιμάμαι. Σφίγγω ακόμη πιο δυνατά την Ελπίδα στην αγκαλιά μου.
Έτσι έχω βαφτίσει το δεύτερο μαξιλάρι που έχω στο κρεβάτι μου. Πιστεύω πως κάθε ανθρωπος,σε κάποια φάση της ζωής του,είχε στο κρεβάτι του ένα μαξιλάρι που το έπαιρνε αγκαλιά, το έσφιγγε πάνω του, του έλεγε γλυκόλογα και το φιλούσε. Απλά εγώ του έχω δώσει και όνομα.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα’χω χαμένα. Ούτε χαζός, ούτε βλάκας είμαι. Ίσα-ίσα. Ήμουν άριστος μαθητής. Πέρασα με την πρώτη πρώτος στην Ιατρική. Το όνομα μου μάλιστα το είχε δημοσιεύσει και η εφημερίδα το Βήμα. Στα ψιλά βέβαια,όσο για να γεμίσει το κενό που άφηνε στην σελίδα μια διαφήμιση ενός καινούργιου ψυγείου. Την έχω κρατημένη αυτή τη σελίδα. Την κορνίζωσα και στο φοιτητικό δυάρι που είχα νοικιάσει την είχα κρεμάσει απέναντι ακριβώς από την πόρτα της εισόδου για να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπε ο επισκέπτης του σπιτιού μου. Παρέες, φίλους, σχέσεις δεν είχα. Έτσι ο μόνος που έβλεπε την κορνιζαρισμένη είδηση της εφημερίδας ήμουν εγώ. Από μια στιγμή και μετά το μόνο που ήθελα ήταν να μην με ενοχλεί κανείς. Με ένα βιβλίο κάτω απ’ τα μάτια μου πάντα.

Αλλά ήταν εκείνη η σπιτονοικοκυρά. Εκείνη η ενοχλητική σπιτονοικοκυρά. Πάντα μες τα πόδια μου. Πάντα να χτυπά εκείνο το γαμημένο το κουδούνι. Ντιγκλ-ντογκλ, ντιγκλ-ντογκλ, ντιγκλ-ντογκλ. Και να έχω εξεταστική. Και να θέλει τα νοίκια. Και να θέλω λεφτά απ’ τους δικούς μου. Και να θέλει λεφτά από μένα. Και να ΘΕΛΩ ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΜΟΥ. Και να ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ. Και να με παρακαλάει γι αυτό. Και να μην ακούω τίποτα. Και ύστερα ήρθαν αυτοί. Και την πήραν. Και αργότερα την θάψαν. Και με βγάλαν τρελό. Και με έντυσαν στα άσπρα, με έδεσαν, με φίμωσαν, με έδειραν, μου κάνανε ηλεκτροσόκ, μου δώσανε τα φάρμακα τους,ενώ κάποιοι άλλοι αυτή τη φορά με έκαναν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες τους. Και μετά από οχτώ χρόνια με βάλανε λέει σε κάποιο πρόγραμμα και μου δώσανε μισή ελευθερία. Μου έδωσαν και αυτό το σπίτι. Δωρεάν φαγητό και έξοδα. Και ησυχία. Και τώρα ήρθανε να πάρουνε το νοίκια…



αρχή σελίδας

Αλεξανδρίδης Δημήτριος (1784 - 1851;): Αμπουλφέδα Ισμαήλ Βασιλέως Απαμείας, εκ των Γεωγραφικών πινάκων περιγραφή...(Βιέννη, 1807) από τον "Ελληνομνήμων"

 


αρχή σελίδας

Νίκος Σαραντάκος: Οι νύμφες. Διήγημα από τη συλλογή Μετά την αποψίλωση διηγήματα (1987, β' έκδ. 1989) εκδ. Σύγχρ.Εποχή

Η περιοχή λεγότανε Στρατώνες και στρατώνες είχε• στις παρυφές της πόλης, ένας ανήφορος μακρύς επήγαινε τ' απάνου προς το λόφο των Νυμφών, καταπώς τόνε βάφτισε ένας δήμαρχος που 'βρισκε το παλιό τ' όνομα, το τούρκικο, απαράδεχτο• ένθεν και ένθεν ήτανε παραταγμένα τα στρατόπεδα, κόσμος πολύς: κάτω χαμηλά οι μαύροι, τα τεθωρακισμένα παναπεί, από δεξιά, κι οι πεζικάριοι αριστερά• λίγο πιο πάνω οι λυβίτες τους και οι «μοδίστρες» του Εφοδιασμού-Μεταφορών, απέναντι το Τεχνικό, πιο πάνω ένας λόχος του Μηχανικού και φάτσα του η Μοίρα του Πυροβολικού, η 145. Τελευταίο, σαν ο ανήφορος είχε φτάσει πια στο ύψωμα, το 366 Τάγμα, το Μηχανοκίνητο. Ύστερα, ο λόφος πράσινος κι όμορφος την άνοιξη, καημούς γεμάτος.
---Το δρόμο τον ανεβοκατέβαιναν τα βράδια ταξιά που πηγαινόφερναν φαντάρους εξοδούχους, κάνα τζιπάκι αξιωματικού ή καμιά καναδέζα, το αιώνιο όπελ του «Πι και Φι» του ταβερνιάρη που 'φερνε κι έπαιρνε παραγγελίες στα φαντάρια, και ζευγαράκια που καταφεύγανε στο λόφο για ρομάντζα και για τ' αποδέλοιπα, το πιο πολύ με μηχανάκια. Σαν πέρναγε καμιά καλή, είτε μηχανή, είτε κοπελιά, οι σκοποί που γειτόνευαν με το δρόμο ξεσπούσανε σ' ενθουσιώδεις κι άγριες μαζί ιαχές, κάτι από θαυμασμό και κάτι από ζήλια. Ύστερα φαίνεται ήρθανε φαντάροι λιγότερο εκλεκτικοί ή πιο χαρμανιασμένοι και από τότε καθιερώθηκε να ζητωκραυγάζουνε το κάθε μηχανάκι, μέχρι και παπί, και το κάθε θηλυκό, μακάρι να 'τανε και θείτσα. Συνήθως οι φωνές ξεστράτιζαν σε άγρια, χοντρά πειράγματα, που 'χαν να κάνουν με τα τεκταινόμενα εκεί ψηλά, μα οι εποχούμενοι απλά πατούσαν πιο πολύ το γκάζι και χάνονταν μιαν ώρα αρχύτερα. Αυτά, το σούρουπο, γιατί σα νύχτωνε, οι μηχανές κατέβαιναν φουλαριστές και δεν προλάβαινες μήτε να δεις ποιοι τις καβαλάνε.
---Κόσμος πεζός, από πολίτες, δεν κυκλοφόραγε στο δρόμο αυτόν, πέρα απ' την Πρωτομαγιά που πήγαιναν οι αστοί να πιάσουνε το Μάη, την Καθαρή Δευτέρα για τα Κούλουμα και αριά και πού κανένα κυριακάτικο απομεσήμερο τίποτα γριές για χόρτα. Τις πιο πολλές τις ώρες ήρεμος δρόμος ήτανε κι οι Νύμφες μένανε στην ησυχία τους μέχρι να την ταράξει. το απόβραδο, της μηχανής το αλαζονικό το μουγκρητό και του σκοπού τ' απελπισμένο «χάιντε».
---Οι Νύμφες ήρθανε κομμάτι αργότερα, κατακαλόκαιρο, τέλια του Ιούνη• όχι εκείνες οι παλιές, οι μυθολογικές, που χάρισαν στο λόφο τ' όνομα του, πάν' αυτές• μιλάμε για τις άλλες. Αν και το πότε ακριβώς πρωτοφανήκαν, αυτό δεν έχει κρατηθεί μες τα φαντάρικα κατάστιχα, κι οι γνώμες, όπως είναι φυσικό, στα πηγαδάκια μέσα στους θαλάμους πριν το σιωπητήριο, διαφέρουνε πολύ η μια απ' την άλλη• το σίγουρο είναι, πάντως, πως με τον Ιούλη οι Νύμφες είχαν πια φανεί.
---Ήσανε τρεις• πιασμένες χέρι-χέρι, παίρναν, λίγο πριν τα μεσάνυχτα χτυπήσουν, την ανηφοριά, με χασκογέλια και τραγούδια της αγάπης, ή ψιλοκουβεντιάζοντας συναμετάξυ τους, μα έτσι που η κουβεντούλα τους ν' ακούγεται —ξεπίτηδες— απ' τις σκοπιές• και κάθε νύχτα, αριστερά ήταν η ξανθιά η Λενιώ, στη μέση η καστανή η μικρή η Λεμονιά κι από δεξιά ψηλομελάχρινη η Χάιδω• πως έτσι δα τις λέγανε, όρκο κανείς δεν παίρνει• κάποιος το κυκλοφόρησε, κάποιοι τόνε πίστεψαν, διαδόθηκε, έμεινε —αλλά το πιο πολύ, Νύμφες τις λέγαν οι φαντάροι σα μιλούσανε γι' αυτές. Το όνομα αυτό, τους το 'χε δόσει ο δεκανέας Λαζαρίδης, ο γραφέας του ΛΕΜ, που σαν πολίτης ήταν δικηγόρος. Βέβαια αυτός δεν φύλαγε σκοπιές• μα μέρα παρά μέρα έκανε βάρδια τηλεφωνητής υπηρεσίας και ήταν απ' τους πρώτους που πήρανε τις κοπελιές χαμπάρι, σαν έβγαινε έξω κατά τις εντεκάμιση πριν πέσει για ύπνο για να καπνίσει το τελευταίο τσιγαράκι κάτ' από τ' αστέρια• τις είδε μια, τις είδε δυο, είδε που πήγαιναν κατά το λόφο των Νυμφών, τις βάφτισε έτσι• και τ' όνομα, αν και αρχαιόπρεπο, έπιασε κι απλώθηκε σ' όλη τη γειτονιά, άσχετο που πολλοί φαντάροι το παράφραζαν αθέλητα σε «νύφες».
---Φόραγαν φουστανάκια καλοκαιρινά, λευκά ή κίτρινα μες το σκοτάδι να φαντάζουν, χτυπούσανε τα τακουνάκια τους πάνω στην άσφαλτο, το γέλιο τους δρόσιζε τον αγέρα, δε θέλει και πολύ, ξετρελάθηκαν τα φαντάρια• μαθεύτηκε σε όλα τα στρατόπεδα το νέο και σύντομα, τσούρμο ολάκερο μαζεύονταν στα σύρματα σαν ήταν ώρα να κάνουν πέρασμα οι μικρές, συναγερμός γινόταν.
---Και, σαν περνούσαν, ανάλαφρες, χαρμόσυνες, γοργοπατούσες, σα χάδι ή σα φύσημα απ' αγέρι μες την κάψα, χωρίς λεφτό να κοντοστέκουνται, μα πάντα με φωνές και γέλια, παιχνιδιάρες, ανάσταση γινότανε στα σύρματα• και όχι με σκουξίματα ή με φωνοκόπι, παρά με χαμογέλια, τραγουδάκια, ερωτιάρικα σφυρίγματα, με πειράγματα αντρίκια και σεμνά, ήσυχα κι όμορφα τις παρακολουθούσαν οι φαντάροι απορροφημένοι, σα να προσεύχονται να πεις.
---Ύστερα, σαν είχαν πια χαθεί, κάπως ξεμεθούσαν οι από μέσα, κι οι πιο παλιοί σπάγανε το κεφάλι τους, ετούτο το πρωτόφαντο να ξεδιαλύνουν: τι στην ευχή γυρεύουν μες τη νύχτα, σε τέτιαν ερημιά οι τρεις κοπέλες. Γιατί, άμα το καλοσκεβόσουν, κοριτσάκια ήταν σχεδόν η μεγαλύτερη, αυτή που τηνε βγάλαν Χάιδω, μπορεί και να 'χε πατημένα τα είκοσι, αλλά η Λεμονιά, το χέρι βάζαν στη φωτιά, μέρα δεν ήταν πάνω απ' τα δεκαεφτά, το 'χε κι ο δόκιμος ο γιατρός αυτό βεβαιωμένο, σαν τον φώναξαν μια βραδιά που 'χε υπηρεσία να δει το αξιοπερίεργο. Να πεις πως πήγαιναν επάνω για να βρουν τ' αγόρια τους, μια και για κείνες τις δουλιές ανέβαιναν οι «γκόμενες» στο λόφο, δεν έστεκε• αν ήταν έτσι, θα ξεκίναγαν μαζί, ζευγάρια, κι αν πάλι θέλανε να το κρατήσουνε κρυφό και όντως είχανε αγόρια, σίγουρα δε θα κάναν τέτιον σαματά ιδιότροπο, να ξεσηκώνουν όλα τα στράτα της πόλης, φως φανάρι αυτό. Αλλά αν δεν ήταν για το πονηρό, τι στο θεό γύρευαν στα όρη και στα βουνά μες τ' άγρια μεσάνυχτα; Είπε ο καθένας τα δικά του, κανείς δεν ήβρε μιαν εξήγηση να στέκει, απόμεινε μυστήριο, το πρώτο.
---Το δεύτερο μυστήριο, ακόμα μεγαλύτερο, ήταν το άλλο που κανείς φαντάρος δεν τις είχε δει ποτέ να κατεβαίνουνε αργότερα, απ' το λόφο. Μόνο πήγαιναν, πίσω δε γύριζαν. Και όμως τ' άλλο βράδι, την ώρα τη γνωστή, πάλι φουριόζες ανηφόριζαν, χωρίς ανθρώπου μάτι να τις έχει δει να κατεβαίνουν και το παράλλο βράδι τα ίδια, κι ούτω καθεξής. Πολλοί φαντάροι δεν το πίστεψαν αυτό• είπαν πως ο σκοπός, το τρίτο νούμερο, από τη νύστα του ζαβλακωμένος, δεν θα τις ξεδιάκρινε ως κρυφοκατεβαίναν μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Οι πιο επίμονοι μάλιστα ξενύχτησαν, και όχι μοναχά για μια νυχτιά και όχι ένας-δυο• παρέες ολάκερες, αρματωμένοι με ραδιάκια και καφέ ενάντια της νύστας, καρτέρεψαν να δουν τις Νύμφες να γυρίζουν, κόπος άδικος• κι όμως ο δρόμος κείνος, στο λόφο των Νυμφών μόνο επήγαινε: αριστερά και δεξιά του είχε πεδία βολής, λαγκάδια κι ερημιές• μέρος κατοικημένο πιο πέρα δεν υπήρχε, κι ευθεία μπροστά, στα είκοσι χιλιόμετρα, η Βουλγαρία. Πού χάνονταν, κανείς δε μπόρειε ν' απαντήσει. Βέβαια, ο διαβιβαστής ο Ρέλιας, το αντράκι, ο ψευτόμαγκας, είπε πως «σίγουρα» θα βρίσκουνε τους γκόμενους τους εκειπάνω τα κορίτσια και, άκου φίλε μου, θα κατεβαίνουνε αφού χαράξει μ' αυτοκίνητα. Τον πρόγκηξαν αμέσως και το βούλωσε, γιατί κανένας μας δεν ήθελε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, να διανοηθεί πως ήταν δυνατό οι Νύμφες να 'χουνε παρτίδες μ' άντρες —τις βλέπαμε, για πάρτη του ο καθένας, σαν μικραδελφές μας. Καμπόσοι ωστόσο βάλθηκαν να σημειώνουν τους αριθμούς απ' τ' αυτοκίνητα που ανεβοκατέβαιναν το δρόμο μας• μα γρήγορα κουράστηκαν, βαρέθηκαν, δε βγάλαν τίποτα, τα παράτησαν κι έτσι δε μάθαμε πώς γύριζαν οι Νύμφες από το βουνό.
---Ύστερα, είχαμε και τ' άλλο το παράξενο: ποιες άραγε ήτανε οι Νύμφες; Πράμα αλλόκοτο: εκεί που στον καθένα κάτι θύμιζαν, μιανού της μίας η φωνή, άλλου της αλληνής το πρόσωπο ή της τρίτης η περπατησιά, κανείς δε βρέθηκε που να τις έχει συναντήσει έξω, κάτω στην πόλη —να πεις δα πως ήταν και καμιά μεγάλη, δυο δρόμοι ήταν, τρεις πλατείες και καμπόσα στέκια. Επιστρατεύτηκαν οι ντόπιοι, δεν τις είχαν ματαδεί, ούτε κι οι πιο πολυπερπατημένοι, μήτε κι ο Μελετζής με τ' όνομα που είχε παρεδώσε με όλα τα γυμνάσια και τα λύκεια του νομού. Ρωτήθηκαν διακριτικά γνωστές γνωστών, φίλες, αδερφάδες, ξαδέρφες απ' τα κοντινά κεφαλοχώρια, τζίφος —δε βγήκε τίποτα το θετικό. Κάτσαμε και σκεφτήκαμε ποιος είχε πρωτοπεί πως ξέρει τα ονόματα τους, πως λέγουνται Χάιδω, Λενιώ και Λεμονιά, στίψαμε το μυαλό μας, βρήκαμε πως αυτός που το διάδοσε ήτανε ο Μπίτσικας, ο τηλεφωνητής της Μοίρας• αλλά ο Μπίτσικας στ' ανάμεσα είχε φύγει με μετάθεση, κι εκτός αυτού ήτανε ψεύτης με πατέντα, το δίχως άλλο από την κοιλιά του το 'χε βγάλει• έκατσε κάποιος και του έγραψε στη νέα του μονάδα ζητώντας του πληροφορίες, απάντηση δεν πήρε, τρίτο μυστήριο λοιπόν.
---Θα πεις, γιατί δεν κάναμε το πιο απλό, να τις ρωτήσουμε τις ίδιες δηλαδή. Μη δεν μας είχαν δόσει κάποιου είδους θάρρος μ' όλο αυτό το συχνοπέρασμα; Δε λέω, ίσως. Ίσως ακόμα και να θέλαν έτσι να δόσουν αφορμή να τους μιλήσουμε, κάποια συγκεκριμένα άτομα από μας εννοείται, όχι όλο το τσούρμο. Ίσως. Έλα όμως που δε θέλαμε με τίποτα να το ρισκάρουμε; Σκιαζόμασταν μην κάποια μας πρωτοβουλία τις τρομάξει και κόψουν τα περάσματα τους τα τόσο πολύτιμα• γιατί όλοι μας το θέλαμε να 'ρχουνται κάθε νύχτα, να περνάν, κι ας έμενε το πέρασμα τους γρίφος άλυτος. ---Αφήσαμε λοιπόν τις αγωνίες και τις έρευνες και το παραδεχτήκαμε πως έτσι είναι. Σα νύχτωνε, σαν έφτανε η ώρα, στηνόμασταν πίσω από τα σύρματα, συντεταγμένοι, με λαχτάρα, κι απέ, έχοντας πάρει πια την ευλογία, κινούσαμε για τη σκοπιά ή για το θάλαμο ξαλαφρωμένοι, άλλοι άνθρωποι, καλοί. Και τούτο, σκέβουμαι, είναι μυστήριο διπλό και τρίδιπλο, ανώτερο απ' όλα τ' άλλα αυτής της ιστορίας. Πώς δηλαδή, τόσον καιρό, κανείς δε σκέφτηκε να τις πειράξει άσκημα τις κοπελιές, να τις προσβάλει ή να τις πάρει στο κατόπι ή ό,τι άλλο, που ανάμεσα μας, όσο και να πεις, είχαμε και λουλούδια σπάνια, που, αν ήτανε αλλιώς τα πράματα, ήσανε ικανοί αν ποτέ πέρναγε γυναίκα νύχτα έξω απ' τους στρατώνες μοναχή της, να ξεμπουκάρουν με την ξιφολόγχη εφόπλου και να την οδηγήσουνε αιχμάλωτη πίσω από κάνα τολ δια τα περαιτέρω —γι' αυτό άλλωστε και πράγματι δε βλέπαμε θηλυκό ασυνόδευτο ποτέ, πέρα από τις Νύμφες φυσικά. Αλλά μ' αυτές, το είπαμε, ήταν αλλιώς. Αυτές λες και μας είχαν μαγεμένους, λες και σκορπούσαν κάποιο μαγικό βοτάνι που μας μεταμόρφωνε, κι ακόμα και τον πιο τσαμπουκαλή τον έκανε σεμνό σα σκολιαρόπαιδο. Γιατί, τις ώρες κείνες φερνόμασταν αλλιώτικα και συναμεταξύ μας: ούτε γαμοσταυρΐδια, ούτε σπρωξίματα, ούτε καυγάδες, τίποτα, παρ' όλο που να βρεις θέση καλή στα σύρματα ήταν υπόθεση μεγάλη την ώρα που θα πέρναγαν εκείνες.
---Μ' αυτά και μ' αυτά, πέρασε το σκληρό το καλοκαίρι όμορφα, ούτε που μας φάνηκε. Είναι ωραίο, εκεί στην ξενητιά και μες τη μοναξιά που βρίσκεσαι, να έχεις κάτι τι, όσο μικρό κι ασήμαντο, να σε κρατάει• κι οι Νύμφες τελικά μας κράταγαν, μας καλοκράταγαν μάλιστα. Όλη τη μέρα τις καρτερούσαμε, όλη τη νύχτα τις νειρευόμασταν τι όνειρα βλέπαμε, κανείς δε μπόραγε να θυμηθεί ακριβώς μετά• ήτανε πάντως όνειρα όμορφα, αγαπησιάρικα. Και πέρναγε ο καιρός.
---Έπειτα πήρα πια την άδεια μου, την κανονική, είκοσι μέρες. Ξέχασα που 'μουνα φαντάρος. Σαν γυρνούσα πίσω, αντί να έχω πάθει ταραχή όπως τις άλλες τις φορές, παρηγοριόμουν με των κοριτσιών τη θύμηση• έφτασα μέσα ώρα έντεκα παρά, το βράδι, γρήγορα ντύθηκα, ταχτοποιήθηκα, σάμπως να πήγαινα για ραντεβού, ώρα εντεκάμιση ήμουνα στα σύρματα.
---Τότες το έμαθα το πένθιμο το νέο. Πως, λέει, μια νύχτα, πεντέξι μέρες πριν, εκείνος κει ο Ρέλιας, το τσογλάνι, που ήταν ο μοναδικός ανάμεσα μας που δεν είχε πάρει από καλό μάτι όλη την ιστορία, αυτός λοιπόν, εκεί που πέρναγαν οι Νύμφες από μπρος του, πηδάει τα σύρματα με αγριοφωνάρες λέει, και τις παίρνει στο κυνήγι —να τις τρομάξει ήθελε, να τις τσακώσει, ν' αστειευτεί, δεν ξέρουν κείνο που ξέρουν είναι πως πριν πεις κρεμμύδι, τον είχαν τον δικό σου αρπάξει οι άλλοι και τόνε κάνανε τουλουμιαστόν στο ξύλο, απ' όλες τις μονάδες τόνε δέρναν, με αντιπροσωπείες, εικοσιπέντε μέρες πήρε αναρρωτική. Ναι, αλλά η ζημιά είχε πια γίνει. Με το που βγήκε ο βέβηλος στο δρόμο τους, οι Νύμφες χάθηκαν σα να πέταξαν κι ούτε κανείς επρόφτασε να δει προς τα πού πήγαν λες κι ανελήφθησαν εις ουρανούς, γιατί ο Ρούσης απ' το 366, που φύλαγε σκοπός κείνη την ώρα πάνω, στην κορφή του δρόμου, παίρνει όρκο στου πατέρα του τα κόκκαλα πως από μπρος του δεν τις είδε να περνούνε.
---Όπως και να'ναι, χάθηκαν γιατί την άλλη μέρα, να ανηφορίζουν δε φάνηκαν, όσο κι αν το ξενύχτησαν όλοι, μια και κάτι τέτιο το φοβόντουσαν• ούτε και την επόμενη, ούτε και την παραπάνω, ούτε ποτέ• οι Νύμφες είχαν φύγει...
Για ένα διάστημα μας είχε πιάσει πένθος και καημός, κι όλο για τούτο κουβεντιάζαμε και γι' άλλο τίποτα• έπειτα πάψαμε και να το συζητάμε, όχι επειδή μας κόπηκε το ενδιαφέρον, μα, κάπως σα να μην τ' αντέχαμε. Δε λέω, κουβέντες γίνονται ακόμα• τέτια πράγματα δεν ξεχνιούνται εύκολα, μαθές. Προχτές, να πούμε, ο σιτιστής του Λόχου Διοικήσεως, ο Τσούβαλης, έλεγε κάτι θεωρίες δικές του• πως, λέει, οι Νύμφες «συμβολίζανε» την έξω, την πραγματική ζωή, που περνάει και περνάει και φεύγει και μεις μένουμε αμανάτι θεατές της. Πως ξεσκέπαζαν, έλεγε, εκείνο το καλό, το άξιο κομμάτι που 'χει ο καθένας μέσα του κρυμμένο, όσο βαθιά και να 'ναι, και πως για τούτο όλοι, έξω από έναν, φερθήκαμε έτσι εντάξει, έλεγε. Είπε ακόμα ο Τσούβαλης και άλλα, αλλόκοτα σαν που τα λεν οι μορφωμένοι μπόλικα, για «απωθημένα», «όνειρα εφηβικά», «προσεξουαλικές μνήμες» κι άλλα τέτια —όρεξη να 'χεις να τ' ακούς. Και, τελειώνοντας, είπε ότι οι Νύμφες δε χάθηκαν δα κι ολότελα: σαν είσαι μόνος, κατάμονος μιλάμε, και νιώθεις μόνος, ολομόναχος κι από το σπίτι σου μακριά πολύ, όταν είσαι στο τσακ για να σαλτάρεις άσκημα, τότες, αν βρίσκεσαι σιμά στο δρόμο ώρα βράδι, οι Νύμφες θα περάσουν. Όχι πια για όλους• για λιγοστούς• για σένα που σου κόψανε την άδεια, γι' αυτόν που τον παράτησε η λεγόμενη και μαύρη τόνε δέρνει απελπισία, τον άλλο που του ήρθε δεύτερη μετάθεση για τόπο ακόμα πιο μακριά απ' το σπίτι του, για κείνον που υπηρετάει φυλακές ή για τον άλλονε που του 'χουν κάνει οι αξιωματικοί τη ζωή αβίωτη• αυτός μονάχα θα τις νιώσει και θα ξαλαφρώσει, έλεγε ο Τσούβαλης, οι άλλοι, οι πολλοί, όχι, κι ούτε θα τον πιστέψουν, αν πάει —που δεν θα πάει— να τους το διηγηθεί. Ναι, έτσι έλεγε ο σιτιστής.
---Κι αυτό το τελευταίο που έλεγε, σωστά το έλεγε, γιατί και γω ο ίδιος το 'χω δοκιμάσει. Όσο για τ' άλλα, τι να πω, δεν ξέρω• ίσως και να 'χει δίκιο• ίσως πάλι, ίσως να ήταν τίποτα κορίτσια ντόπια που πήγαιναν για ν' ανταμώσουνε τ' αγόρια τους• ποιος ξέρει.



Copyright©Νίκος Σαραντάκος

αρχή σελίδας

Παύλος Μάτεσις: Το Στρατόπεδο Αυτοσυγκεντρώσεως.

σκέτς εγκαινίων
Αξιέραστη πελατεία, περάστε. Είσοδος δωρεάν. Διανυκτερεύουμε. Και προγραμματίζω παννυχίδες διαρκείας χιλιετιών ¬ ακόμη.
Είμαι ο διασκεδαστής της συνοικίας σας. Και της υφηλίου σας. Δεν είναι ακριβώς «καμπαρέ» το μαγαζί μας, πρώην θάλαμος καυσαερίων είναι, αλλά το διακοσμήσαμε, έγινε ψυχαγωγείον δι' οικογενείας. Ο εισερχόμενος αμείβεται. Θα δείτε πώς. Πόσο.
Κοινό μου μορφωμένο, είσαι ένα κοινό καθόλου κοινό. Δεν καταδέχεσαι τα κοινά, ούτε τον κοινό νου, ούτε την κοινή λογική, περάστε. Θα ψυχαγωγηθούμε με συναισθήματα καλής οικογενείας.
Στην είσοδο θα υπάρχει σημαία. Σημαία ευκολίας. Ή σημαίες διαφόρων ηπείρων, για διαβατήριο. Θα τους ψάλλουμε τον διεθνή εθνικό ύμνο που αρχίζει με: ω σημαία θνησιμαία και του έθνους προκυμαία παντού ίπτασαι ακμαία και λοιπά.
Πρεμιέρα με πάρτι για το τρίτο χιλιάρικο μ.Χ. Να χαιρετήσουμε τη χιλιετία. (Ή μήπως να μας αποχαιρετήσει; Φημολογείται πως θα συνεχίσει δίχως εμάς, ο πλανήτης, λένε, έχει οργανώσει απορριπτική διαδικασία μας και έξοδό μας. Έξοδος δωρεάν).
Η αρχική χιλιετία μας έκανε πρεμιέρα με τη γέννηση βρέφους που εδηλώθη ¬ και εδήλωσε ¬ υιός Θεού. Εγώ θα είμαι ολιγαρκέστερος. Δηλώνω κομπέρ σας. Μόνο. Αμοιβή με την ώρα. Αμοιβή δική σου δηλαδή, ελλογιμώτατε θεατή μου, επειδή το πρόγραμμα της ρεβύ είσαι εσύ. Θα το πάμε ολονυχτία. Θα σε ξενυχτήσω.
Ο Θεούλης, καλός ή κακός, καλώς ή κακώς, έπλασε την ημέρα. Για τα κορόιδα. Σαν εσένα. Τη νύχτα μου την εμπιστεύτηκε εμένα. Ο χρυσός μου. Η ημέρα μυρίζει ιδρώτα. Η νύχτα μοσχοβολάει φόνο. Σαν κι εμένα.
Αναρχικός; Εγώ; Με πληγώνεις, χρυσέ μου πελάτη μου. Η αναρχία έγινε μόδα. Και οι μόδες είναι για άτομα μειωμένης νοημοσύνης.
Αναρχικός γίνεται αυτός που δεν κατάφερε να γίνει αστός.
Η αναρχία, εράσμιε πελάτη μου, είναι το όπιο του λαού. Όπιο του καλού κόσμου είναι η μοναρχία. Η Αμερική είναι το όπιο των απανταχού κυβερνήσεων, αλλά και των Αμερικανών. Η ηρωίνη δεν γνωρίζω ποιανού όπιο είναι, πάντως όχι του κύκλου μου, είναι τεκμήριο απουσίας φαντασίας.
Το πρόγραμμά μου θα είσαι εσύ, σου το είπα; Και το θέμα μου. Το απαιτείς από καιρό. Χιλιετίες τώρα. Το κατάστημα, θεατή μου καλλιεργημένε, σου έχει τάξει ένα σκετς με φόνο. Αυθεντικόν. Το έχουμε προ-αναγγείλει σε όλες τις εφημερίδες και σε όλα τα επιτελικά ανακοινωθέντα. Μας το έχουν διαφημίσει ¬ ευγενής χορηγία ¬ τοιχοκολλήσει, προγραμματίσει, όλες οι κυβερνήσεις κάθε υφηλίου, σκετς μετά φόνου. Και όχι φόνου λαϊκίστικου, τύπου Πεκακά, Ουτσεκά, Φτουκακά. Φόνου από ανία. Δική σου.
Επειδή τα εφτά σου θανάσιμα αμαρτήματα είναι τρία: βλακεία, πενία και ανία. Πάσχεις κυρίως από το τρίτο. Διότι και ούτε πολεμάς και διότι έχεις πάρα πολύν καιρό να νικήσεις. Βλέπεις, σε απογοήτευσε και η ιδεολογία σου. Η οποία προπολεμικά (προ ποιου πολέμου;) ήταν μια πόρνη επιμελής, αρτιμελής και νοικοκυρεμένη, σε δεχόταν με λαμέ τουαλέτα. Τώρα σε δέχεται στην τουαλέτα (του Δήμου). Μία, διάτρητη, οιονεί κυρία.
Είναι αναγκαίο, φίλε θεατή, για εναρκτήριο λάκτισμα χιλιετίας, να έχουμε πάλι γέννηση Θεού; Δεν προτιμάς καλύτερα να την εγκαινιάσουμε με φόνο πελάτου; Τον δικό σου, ας πούμε; Δεν θα είναι θεραπεία για την ανία;
¬ Όχι, δεν θα το επωμισθώ εγώ ιδιοχείρως, εγώ βαριέμαι αποχωρισμούς, βιασμούς, βομβαρδισμούς, μεταλλάξεις και τέτοια παιδικά παιχνίδια. Θα προβούμε σε κάτι πιο... εκλεπτυσμένο. Πιο... αιώνιο.
¬ Φιλοδοξείς, πονηρούλη, να εκτελεστείς προσωπικά από μένα!! Αθώε τύπε! Μα, μαρτύρησα εγώ πότε, ποιος, και από ποιόν;
Λοιπόν: Το πρόγραμμά μας. Θα εκτελείται μουσική. Και ένας πελάτης. Θα γίνεται με λοταρία. Ημερομηνία άδηλη. Κάποιο βράδυ. Στη λοταρία, χρυσέ μου θεατή, τον λαχνό θα τον τραβάς εσύ, όχι εγώ. Και αν ποθείς να είσαι εσύ ο λαχνός, να μου προσέρχεσαι κάθε βράδυ. Και πού θα σου πάω, κάποιο βράδυ θα βγάλεις από την κληρωτίδα το όνομά σου, δεν μπορεί να είσαι μόνιμα εκτός τύχης. Γίνε μόνιμος θαμώνας. Και κάποια στιγμή θα κληρωθείς: το θύμα της βραδιάς. Θα σε καταστήσω διάσημο. Μπορώ να σου τραγουδάω και κάτι θορυβώδες μετά, ή κατά: Κάτι νοσταλγικό: του στυλ, καθιστή στην κουπαστή ιππαστί σαν τραβεστί μικροαστή ¬ κάτι παρεμφερές.
Ξέχασα να το ανακοινώσω στο διαφημιστικό: το πρόγραμμα εκφωνείται σε γλώσσα αμερικανική. Διανθισμένο με σουξέ γνωστού κλασικού βάρδου «να ζει κανείς; Ή να μη ζει κανείς;», άσματα από τον Εμφύλιο Πόλεμο και την Εμφυλία Δημοκρατία. Διανοούμενοι, εν συνεχεία, θα προβούν στην αρμόδια αποσοδόμηση.
¬ Λιποταχτείς; Ψάχνεις γύρω για ξύλο, να το χτυπήσεις; Ματαιοπονείς. Τώρα όλα τα ξύλα είναι πλαστικά. Και το τίμιο ξύλο.
Όμως, ένας μόνο φόνος, είναι ασφαλές αντίδοτο για την ανία; Θα προτιμούσα κάτι ομαδικό ¬ βλέπεις, εγώ, ως κομπέρ και ως άνθρωπος, ονειροπολώ κάτι ομαδικό, πρωτοποριακό, χιτλερικό, κοινωνικό. Εάν εργάζομαι σκληρά αποταμιεύω, κόψω το τσιγάρο και το φόρο, τότε θα μπορέσω να αγοράσω ένα αεροπλάνο, μεταχειρισμένο, και έξι χιλιάδες κιλά κόκα (μην πάει ο νους σας στην κόκα-κόλα), έχω κολλέγα εξ Αλβανίας. Άλλωστε ελπίζω να το έμαθες: η κυβέρνηση τοποθέτησε στα σύνορα Αλβανοφύλακες. Κι έτσι, τώρα πλέον, οι Αλβανοί (σας) δεν θα μπορούν πλέον να δραπετεύουν. Θα μείνουν κοντά σας. Για πάντα σας.
Θα απογειωθώ, λοιπόν, στον ουρανό το γαλανό τον αττικό, και θα του κάνω έναν ψεκασμό, έξι χιλιάδων κιλών. Κόκα άχνη. Φαντάζεσαι τον Παρθενώνα μεταποιημένον σε κουραμπιέ;
Σ' ερεθίζω; Εμένα όχι, δεν είμαι ολιγαρκής.
Εγώ άλλα ονειροπολώ (ονειροπωλώ). Στα εθνικά σου γενέθλια, θα ήθελα να έχω τα χρήματα ν' αγοράσω ένα κουταλάκι του γλυκού και μερικές χιλιάδες κιλά ηρωίνη. Ή, αν δεν βρω στην αγορά, να ψώνιζα υδροκυάνιο, έχω κολλέγα εξ Αλβανίας και Κολομβίας. Και να πήγαινα πικ-νικ στη λίμνη Μαραθώνος. Να έριχνα μέσα μεθοδικά τα ψώνια μου, να τα διαλύσω απαλά με το κουταλάκι του γλυκού ¬ για σένα. Από μένα για σένα. Αφιερωμένο εξαιρετικά.
Όνειρα. Με τόσο ΦΠΑ και ΙΚΑ που απαιτείται για αγορά τέτοιων ειδών πολυτελείας, αυτά είναι όνειρα για Αμερικάνους, όχι για κομπέρ σε καμπαρέ.
Πάντως, έτσι θα ζούσα πια βίον αθόρυβο, στην πλέον αθόρυβη πρωτεύουσα του κόσμου. Θα με έκαναν άραγε εθνικό ευεργέτη; Μπα. Αυτά, μόνο αν είσαι ποδοσφαιριστής σου τα επιδαψιλεύει το Έθνος. Πάντως μία καλή κουβέντα πάντα είναι καλόδεχτη.
Ποθείς και συ ν' ακούσεις καλή κουβέντα; Από μας; Μην περιμένεις. Διότι τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματά σου, αθώε μου, είναι ένα: εμείς οι άλλοι.
Μην κλαις. Δεν είναι της μόδας.

Copyright©Παύλος Μάτεσις και Τα Νέα


αρχή σελίδας

Λίτσα Χατζοπούλου: Μύθοι και παραδόσεις

Με αφορμή ένα post του «Ροΐδη» (ψευδώνυμο ενός σύγχρονου blogger Ροΐδη...)

Πριν από μερικές μέρες, ο Ροΐδης καταπιάστηκε με το θέμα της διδασκαλίας λαογραφικών παραδόσεων (δέστε εδώ), υποστηρίζοντας ότι δι' αυτών μπορεί να συντηρούνται ρατσιστικές νοοτροπίες. Φυσικά, οι αντιδράσεις ήσαν αναμενόμενες: ανωνύμως και επωνύμως, ο Ροΐδης κατηγορήθηκε, με τη συνήθη φρασεολογία, ότι επιζητεί να ισοπεδώσει τα ιερά και τα όσια.
Το βρήκα εξαιρετικά διασκεδαστικό. Διότι, η λαϊκή παράδοση θεωρείται, από τους διαφωνούντες με τον Ροΐδη, ως το νάμα της φυλής, το απολύτως αληθές, σωστό και ωραίο. Αποκαλύπτει την ταυτότητά μας, τη μοναδικότητά μας και «άλλα ηχηρά παρόμοια». Και φυσικά, όποιος κατηγορεί τη λαϊκή παράδοση, ουσιαστικά είναι ανθέλλην.
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Και αυτά τα πράγματα είναι πολλά: κατ’ αρχάς, πότε μας προέκυψε (και εν Ελλάδι και διεθνώς) αυτή η ιστορία με τη λαϊκή παράδοση; Ποιος ήταν ο ρόλος της; Σε τι μπορεί να χρησιμεύει; Πώς μπορούμε να τη χειριστούμε – πέραν του να διοργανώνουμε φολκλορικού τύπου αναπαραστάσεις παλαιών εθίμων; Πλείστα όσα ερωτήματα, και δεν ξέρω αν χωράνε σ’ ένα post.
Η λαογραφία, η μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, συνδέθηκε στην Ευρώπη με δύο παραμέτρους – το ρομαντισμό και τη δημιουργία εθνικών κρατών. Οι ρομαντικοί βρήκαν στα δημοτικά τραγούδια, λ.χ., την καλύτερη επιβεβαίωση των θεωριών τους περί εμπνεύσεως, γλώσσας, γνησιότητας και ορμητικής έκφρασης συναισθημάτων. (Είναι δε ειρωνικά ενδιαφέρον ότι οι μπαλλάντες του Ossian, ενός κέλτη βάρδου, που λατρεύτηκαν από τους άγγλους ρομαντικούς, αποδείχτηκαν αργότερα πλαστές, επινοημένες από τον «εκδότη» τους, τον James Macpherson). Ωστόσο, η γένεση του λαογραφικού ενδιαφέροντος δεν είναι προϊόν του ρομαντισμού. Παράγεται από την αλληλεπίδραση ποικίλων παραγόντων που διαρκεί αρκετά χρόνια και εκδηλώνεται για πρώτη φορά στα 1774, όταν εκδίδεται η δίτομη ανθολογία του γερμανού διαφωτιστή Herder, με τίτλο «Παλαιά λαϊκά τραγούδια». Ο Isaiah Berlin έχει αναλύσει με εξαιρετική σαφήνεια τούτο το παράδοξο: αν και διαφωτιστής, ο Herder υποστηρίζει πως κάθε λαός έχει τη δική του ιδιοσυγκρασία, τα δικά του νοοτροπικά, κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τα οποία διαμορφώνονται από μια σειρά αντικειμενικών παραγόντων, όπως το κλίμα και η γεωγραφική θέση. Αυτός ο ισχυρισμός όμως αντιστρατεύεται τη θεμελιώδη αρχή του Διαφωτισμού ότι υπάρχουν καθολικές αρχές, που ισχύουν για όλους τους ανθρώπους• αν μη τι άλλο, ο Herder επιμένει ότι το γούστο, η συγκίνηση, η έκφραση συναισθημάτων δεν υπόκεινται σ’ αυτήν την αρχή.
Είναι γνωστό ότι ο Herder αργότερα θεωρήθηκε πρόδρομος του ναζισμού. Στην πραγματικότητα, ασχολήθηκε με τον προσδιορισμό του «γερμανικού έθνους» (δεν τον ονομάζω «εθνικιστή», επειδή σήμερα ο όρος έχει φορτιστεί αρνητικά – όμως στην πραγματικότητα του 18ου-19ου αι., η υποστήριξη της δημιουργίας εθνικών κρατών ήταν μια επιλογή προοδευτική, αν αναλογιστεί κανείς ποιο ήταν το κυρίαρχο πολιτικό-πολιτειακό μοντέλο και τι ακριβώς επεδίωκε η Ιερά Συμμαχία). Και, δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία αυτή ξεκίνησε από τη Γερμανία, που με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας είχε διασπαστεί σε μικρά κρατίδια• έτσι, ο εντοπισμός των κοινών πολιτισμικών χαρακτηριστικών θα αποσαφήνιζε ποιο είναι το γερμανικό έθνος, συνεπώς θα όριζε εκ των πραγμάτων τα εδάφη που αυτό θα έπρεπε να περικλείει (αντίστοιχη εξέλιξη είχαμε και στην Ιταλία, επίσης διασπασμένη σε μικρά κρατίδια, που φτάνει στην ενοποίησή της στα μέσα περίπου του 19ου αι.)
Η λαογραφία, λοιπόν, ακόμη κι αν γεννήθηκε από το γνήσιο και αμερόληπτο ενδιαφέρον για τον προσδιορισμό των κοινών χαρακτηριστικών ενός λαού, συνδέθηκε άμεσα με πολιτικές και γεωπολιτικές ανάγκες και επιλογές. Τούτο δεν καθιστά ύποπτο το περιεχόμενό της (επιμένω στη διάκριση μεταξύ «ουσίας/περιεχομένου» και «χρήσης», για να συνεννοούμαστε), όμως καταδεικνύει μια πραγματικότητα: αν προορίζεις μια δραστηριότητα για συγκεκριμένο σκοπό, τότε θα υπερτονίσεις κάποια στοιχεία της και θα παραβλέψεις άλλα.
Για να έρθουμε στα καθ’ ημάς, όπου συμβαίνουν διάφορα παράδοξα. Η λογική προσδοκία είναι ότι ανάλογος θα ήταν ο ρόλος του λαογραφικού ενδιαφέροντος και στην περίπτωση της Ελλάδας, αφού ισχύουν και οι δύο προϋποθέσεις: η κυριαρχία του ρομαντισμού και η δημιουργία ενός εθνικού κράτους. Όμως, δεν έγινε έτσι ή τουλάχιστον δεν ξεκίνησε έτσι το πράγμα. Ο σταθερός ιδεολογικός άξονας αναφοράς, τόσο της ελληνικής επανάστασης όσο και του ελληνικού κράτους, ήταν η αρχαιότητα (κυρίως δε, η περίοδος από τους περσικούς πολέμους μέχρι τα χρόνια του Αλεξάνδρου• είναι γνωστό ότι ο νεοελληνικός Διαφωτισμός θεωρούσε τον Αλέξανδρο ως καταστροφέα της αρχαίας δημοκρατίας). Έτσι, παρ’ όλο που υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον για τα δημοτικά τραγούδια στα προεπαναστατικά χρόνια, η παράμετρος της λαϊκής παράδοσης δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την ίδρυση του κράτους. Η ελληνική ρομαντική ποίηση, αν και ξεκινά από διαφορετική αφετηρία, καταλήγει να είναι καθαρολογική και συντηρητική αισθητικά και ιδεολογικά, εφόσον, μέσω των πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών, συνδέεται άμεσα με την πολιτική αναγκαιότητα.
Η θεωρία του Fallmerayer, ο οποίος απέρριψε την ιδέα της καταγωγής των νεότερων Ελλήνων από τους αρχαίους, ανακίνησε βέβαια το ζήτημα, αλλά οι πρώτες αντιδράσεις των Ελλήνων λογίων κινήθηκαν επίσης στον άξονα της αρχαιότητας. Μετά το 1850 άρχισε να διευρύνεται το πεδίο ώστε να περιλάβει και τη λαϊκή παράδοση. Ήταν φυσικό, επειδή εκείνη την εποχή ο Κων. Παπαρρηγόπουλος διατυπώνει το περίφημο σχήμα της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα, δια του Βυζαντίου, στη σύγχρονη εποχή. Έτσι, με δεδομένο πλέον το ιδεολογικό πλαίσιο, η λαογραφία εκλήθη να παράσχει τις απαιτούμενες αποδείξεις (βλ., λ.χ., τη Μελέτη επί του βίου των νεωτέρων Ελλήνων του Ν. Γ. Πολίτη το 1871, όπου οι παρούσες παραδόσεις των νεοελλήνων ανάγονται σε αντίστοιχες των αρχαίων, ενώ εξετάζεται και η επιβίωσή τους στα βυζαντινά χρόνια). Ο Ν. Γ. Πολίτης, όμως, δεν ήταν ο πρώτος: ήδη από το 1852 ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (που εισήγαγε τον όρο «ελληνοχριστιανικός») προβάλλει τα δημοτικά τραγούδια ως ασφαλέστερα τεκμήρια της ταυτότητας του νεοέλληνα και θεωρεί ότι αυτά μπορούν να σώσουν το έθνος (και τη λογοτεχνία του) από τις ολέθριες δυτικές επιδράσεις, ιδίως δε από την επίδραση του «ανήθικου» ρομαντισμού (σημειώνω εδώ το ελληνικό παράδοξο: η δημοτική ποίηση χρησιμοποιήθηκε ως αντίδοτο στον ρομαντισμό, σε αντίθεση με ό.τι συνέβη στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία). Παρόμοια γράφει το 1869 και το 1873, ο (πρώην ρομαντικός) ποιητής Σπ. Βασιλειάδης, και το 1877 ο Εμμ. Ροΐδης (στο περίφημο δοκίμιό του «Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως», όπου υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, την προκλητική για την εποχή του θέση ότι ο χριστιανισμός ελάχιστα επέδρασε στην ελλ. δημοτική ποίηση: «Μόνα αυτού ίχνη ανακαλύπτωμεν εν τη δημοτική ημών ποιήσει ολίγα τινά ράσα, κηρία, κόλλυβα, λιβάνια και κατακλείδια».) Με εξαίρεση τον Ροΐδη, ο Ζαμπέλιος και ο Βασιλειάδης καταφέρονται εναντίον του ρομαντισμού και προτείνουν τη δημοτική ποίηση ως βάση για τη δημιουργία «αληθώς ελληνικής λογοτεχνίας», προκειμένου το έθνος να συγκεντρώσει τις υγιείς και ηθικές του δυνάμεις και να επιτελέσει τον προορισμό του στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας. Έστω και αργά, λοιπόν, η λαογραφία στην Ελλάδα εντάσσεται σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο και σαφές πολιτικό πλαίσιο.
Νομίζω πως τα ιστορικά παραδείγματα είναι αρκετά για αποκαλύψουν το είδος και την έκταση της ιδεολογικής χρήσης ενός υλικού, που αν κανείς το χειριζόταν διαφορετικά θα οδηγούσε σε άλλα δεδομένα. Για παράδειγμα, ήδη από τον 19ο αι. είχε διαπιστωθεί ότι κάποια δημοτικά τραγούδια (όπως «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού») υπήρχαν σε παραλλαγές σε όλο το βαλκανικό χώρο μέχρι τα εδάφη της σημερινής Γερμανίας• σε αντίστοιχα πορίσματα κατέληξε η έρευνα του Samuel Baud-Bovy για «Της Άρτας το γιοφύρι» (ακολουθώντας, όμως, αυτή τη γραμμή σκέψης, για ποια μοναδικότητα αισθήματος και λαϊκής δημιουργίας θα ομιλούσαμε); Αλλά, δεν είναι μόνο τα δημοτικά τραγούδια: οι εθνολόγοι και οι ανθρωπολόγοι μιλούν για κοινούς μυθολογικούς πυρήνες που ανευρίσκονται λ.χ. στους μεσογειακούς λαούς, οι οποίοι επίσης έχουν παρόμοιες συνήθειες, έθιμα και παραδοσιακές πρακτικές (δεντρολατρεία, λ.χ., λαϊκές αντιλήψεις για το ψωμί, το κρασί και το λάδι κ.ο.κ.) Από μιαν άλλη σκοπιά, λοιπόν, η λαογραφία, η μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, εκτός του να προσδιορίσει την ταυτότητά μας σε αντιδιαστολή με τους άλλους (καταδεικνύοντας τις διαφορές), μπορεί επίσης να αποκαλύψει ποια είναι τα κοινά μας στοιχεία με τους άλλους – και αυτό είναι το σύγχρονο αίτημα των μελετητών του γεωπολιτισμού σε διεθνές επίπεδο, ως αντίδραση στη «νέα παγκόσμια τάξη».
Πέρα από την ιδεολογική/πολιτική της χρήση, όμως, η λαογραφική έρευνα έδειξε ότι όντως η συντριπτική πλειονότητα των παραδόσεων και των εθίμων μπορεί ν’ αναχθεί στην αρχαιότητα – σχεδόν όλα τα ευετηριακά έθιμα παραπέμπουν σε διονυσιακές τελετές• ομοίως τα περισσότερα ταφικά έθιμα (σε μερικές περιοχές της Ελλάδας, βάζουν, λ.χ., ένα μεταλλικό νόμισμα στα δάχτυλα του νεκρού – για να μη μιλήσω τώρα για το κρασί που ρίχνουν στο χώμα πριν ξεκινήσει ένα γλέντι «για τους θεούς και για τους πεθαμένους», όπως λένε)• ομοίως οι αιματηρές θυσίες (ο κόκορας που σφάζεται στη θεμελίωση του σπιτιού ή ο «Μπέης», στη Θράκη, όπου σφάζεται ένας κριός μπροστά στο άροτρο). Λογικό δεν είναι; υπήρχε ζωή πριν από το χριστιανισμό. Αρκετά από τα προϋπάρχοντα έθιμα, η εκκλησία τα αφομοίωσε, επανερμ