.
.
   Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριο 2006 ( 14 )  www.stachtes.com        

μόνιμες στήλες/άρθρα

i) αγριμολόγος...(ο): Yπάρχουν στιγμές,,, ii) Habent sua fata libelli. Μαρία Πετρίτση: Μανίνα Ζουμπουλάκη iii) Μνήμη. Ελληνομνήμων: Αλεξανδρίδης Δημήτριος (1784 - 1851;) iv) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Μύθοι και παραδόσεις v) Του Λόγου Ζωές. Γιάννης Μαγκλής (1909-2006) vi) Ξεχωρίσαμε στον Έντυπο Τύπο. Γιώργου Κοροπούλη: Η μεριά που χάνει

κείμενα

vii) Larry Cool viii) (διεγράφει)) ix) Νίκος Σαραντάκος x) Παύλος Μάτεσις xi) Νέστορας Πουλάκος xii) Αδαής xiii) Κώστας Ταχτσής xiv) Βαγγέλης Ραπτόπουλος xv) Μαρίνα Ροδιά xvi) Isis xvii) Έκτακτη συμμετοχή: Κριτική Βιβλίου Μανώλη Βασιλάκη xviii) Διαβάστε τα κείμενα των συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) | ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση) | ΟΙ σ τ ά χ τ ε ς ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ

 

αρχή σελίδας

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)

Υπάρχουν στιγμές...

όπου «ακούμε τα κείμενα». Πολλές και αναρίθμητες οι εντυπώσεις πως πρόκειται για «κραυγές». Ο αφηγητής, είναι φορές που είναι κραυγή. Άλλοτε ταυτίζει τον εαυτό του με αυτήν, και άλλοτε πάλι στέκει μακριά της. Από απόσταση ιχνογραφεί και καταγράφει. Ανάλογα με την όποια διάθεσή του. Η ματιά του θα μπορούσε να είναι κυνική, ρεαλιστική, ακόμα και ρομαντική, όπου η διάθεση, ή η επιλογή του εξαρτάται βεβαίως και από την δημιουργικά αλλοιωμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί και που αντανακλά στις συγκεκριμένες δομές της.
--- Τα παραπάνω θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για την εικαστική δημιουργία. Για όλες τις τέχνες. Είναι οι ίδιες εκείνες κραυγές που διασχίζουν την ψυχή του ανθρώπου-θεατή-αναγνώστη-δημιουργού.
--- Τα εργαλεία υπάρχουν και είναι διαθέσιμα. Η γραμμή, η μορφή, τα σημεία στίξης, τα χρώματα, το αινιγματικό χαμόγελο του απέναντι συνάνθρωπού μας, ο πεζόδρομος, η πείνα, η χαρά .... Αμέτρητα τα εκτελεστικά εργαλεία, αναρίθμητες οι πηγές έμπνευσης. Πολλά τα έντονα και άλλα τόσα τα «ασήμαντα» που μας περιτριγυρίζουν. Τίποτα άχρηστο. Όλα νόμιμα και διαθέσιμα για την ψυχική επεξεργασία και ανακύκλωση. Το πεδίο απεριόριστο και έγκειται στο χέρι του ικανού να αξιοποιήσει.
--- Κρίνοντας ένα δημιούργημα-έργο τέχνης αποδίδουμε την αισθητική αξία ενός φαινομενικά «άπιαστου ονειρικού» σε κάτι που δεν αποτελεί μονάχα τέχνη και αγνοούμε ότι πίσω από το αισθητικό βρίσκονται σε λειτουργία άλλα ισχυρά φαινόμενα, ίσως πανίσχυρα, το ψυχολογικό και το ανθρωπολογικό. Εκεί προσβλέπουν ευσυνείδητα ή μη ευσυνείδητα, από τον χώρο των ηλεκτρονικών και τηλεοπτικών Μέσων. Εκεί παίζεται το παιχνίδι. Η στρέβλωση εννοιών Τέχνης και «τέχνης», Καλλιτέχνης και «καλλιτέχνης πίστας». Όλοι είναι γι’ αυτούς ίδιοι. Όταν λέμε το παιχνίδι στην τέχνη, δεν εξομοιώνουμε τις έννοιες ψυχαγωγία (που είναι ζωτική και αναγκαία), ρηχός εντυπωσιασμός, ειδικά εφέ και λάγνο ξανθό χαμόγελο με την Δημιουργία-Τέχνη. Διαφορετικός ο ρόλος ανάμεσα στο παιχνίδι ψυχαγωγία-θέαμα και στο παιχνίδι-δημιουργία...
--- Απεριόριστες οι άγνωστες πτυχές-παγίδες που τίθενται, πολλά τα διλήμματα και τα ερωτήματα. Το ευρωπαϊκό πνεύμα και ο γεννηθείς από αυτό ορθολογισμός, με το οποίο είμαστε όλοι, ή σχεδόν όλοι, διαποτισμένοι, περιείχε, ευτυχώς και την αντίφαση στις προϋποθέσεις του, γιατί ταυτόχρονα οικοδόμησε μαζί της και τον γόνιμο προβληματισμό και την αμφισβήτηση.
--- Ποια εικόνα λοιπόν• ποια η καθημερινότητα που εκφράζουμε; Πως την εκφράζουμε; Υπάρχουν «τα πρέπει» ψυχισμού και αισθησιασμού; Διαλέγουμε την πνευματική μέθεξη και τον οργασμό; Θα αφεθούμε ή θα απαλλαγούμε από εθνικά, φυλετικά και βιολογικά συμπλέγματα;
--- Το αντικείμενο είναι τετριμμένο, το ξέρω. Γεμάτο κοινοτοπίες. Σύμφωνοι. Ένα θέμα γεμάτο λακκούβες και δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να δώσω επαρκείς απαντήσεις...

γιατί...

--- Είναι καλοκαίρι!

--- Ας σταθούμε κοντά σ’εκείνον τον πολύτιμο ωκεανό των μέσων και της ενοχής. Σ’ εκείνα τα άλλοθι της δημιουργίας που μας περιβάλουν. Ας δούμε κατάματα το θάρρος της έκφρασης, την καθαρότητα και την προσωποποίηση της εξομολόγησης να παίρνουν σχήμα. Ας σκεφτούμε την μεγάλη, σκληρή, αλλά και γοητευτική επίδραση της διάπλασης του δημιουργού-ποιητή. Ας ξεχάσουμε για λίγο τις μεταφορικές χρήσεις ενός ιστορικού φόντου.

--- Ας "βουτήξουμε" στην απόλαυση του ίδιου του Έργου.

--- Καλό καλοκαίρι.

Copyright©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, 28 Ιουνίου 2006.

 

αρχή σελίδας

Γιάννης Μαγκλής (1909-2006)

«...Το έργο μου αποτελείται από 26 βιβλία, τα περισσότερα πολυσέλιδα. Υπάρχει ένας κόσμος ανθρώπων διαφόρων εκεί μέσα: Ζητιάνοι, φτωχοί, πλούσιοι, άρχοντες και χαρακτήρες διάφοροι. Συνήθως αγαπώ τους αγωνιστές της ζωής... Είχα ένα νεφρό όλο κι όλο, κουρασμένο, αλλά δεν μ' εμπόδισε να πάρω τα βουνά και να χτυπηθώ με το βάρβαρο οχτρό της πατρίδας μου που μας σκλάβωσε...».
Από τα γνωστότερα έργα του είναι Οι Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου, ενώ έγραψε πολλά ακόμα βιβλία και θεατρικά έργα.
Ρεαλιστής και ανθρωπιστής, ο συγγραφέας Γιάννης Μαγκλής Απεβίωσε στα 96 του χρόνια και η ταφή του έγινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κάλυμνο. Αγαπημένος συγγραφέας ενός μεγάλου κοινού, κυρίως στις δεκαετίες ’50, ’60 και ’70, ο Γιάννης Μαγκλής ήταν πολυγραφότατος και έγραφε ως το τέλος. Διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά και μεταφράσεις συγκροτούν το συγγραφικό έργο του. Οι ιστορίες του Μαγκλή, που αναδεικνύουν τον απλό, χειρώνακτα άνθρωπο, κερδίζουν τον αναγνώστη «με τη ζωντάνια και τη συχνά ποιητική λυρικότητα των εικόνων του», σύμφωνα με τον κριτικό Αλέξη Ζήρα. «Ιδιαίτερα μάλιστα σε περιπτώσεις, όπου ο επικός ρυθμός δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα».
Από τα πολλά βιβλία του, ορισμένα απέσπασαν βραβεία, όπως το πολυδιαβασμένο «Τ’ αδέρφια μου οι άνθρωποι», το οποίο τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1958. Το 1982 τιμήθηκε με Χρυσό Mετάλλιο από τον δήμο Καλύμνου και το 1983 από την Ακαδημία Κλασικής Ποίησης της Γαλλίας. Ανάμεσα στα άλλα έργα του περιλαμβάνονται τα μυθιστορήματα «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου» (1954), «Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμη» (1962), «Ο άρχοντας» (1971) κ.ά. Μεγάλη ήταν η επίδοση του Γιάννη Μαγκλή και στο διήγημα: «Το ανθρώπινο πάθος» (1961), «Ο αγέρας χτύπαγε την πόρτα μας» (1966), «Οι Σημαδεμένοι» (1973), «Ο κύριος Κόμης» (1974), «Ματωμένη πορεία» (1976) κ.ά. Ο Γιάννης Μαγκλής είχε επίσης μεταφράσει Ντιντερό («Η καλόγρια»), Κόνραντ, Σαρτρ, Τρουαγιά κ.ά. Τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Δωρικός», «Εστία», «Καλέντης».
(από τα Νέα, Καθημερινή και Ελευθεροτυπία)

αρχή σελίδας

Γιώργος Κοροπούλης : Η μεριά που χάνει. Από τη στήλη "Επανεκκίνηση". ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Ελευθεροτυπίας - 16/06/2006

Στον Θωμά, που τον αποκαλούσαν Δίδυμο, αλλά εμείς τον γνωρίζουμε ως Απιστο, ο Ρωμανός ο Μελωδός αφιερώνει ολόκληρο Κοντάκιο: το 30 στην αρίθμηση Μάας-Τρυπάνη, δηλαδή το 21 στην αρίθμηση Κρουμπάχερ. Πολύ λογικά -γιατί ο Θωμάς (λέει παρεκβατικά, σ' άλλο Κοντάκιο, το 22 Kr, ο Ρωμανός) δεν απαρνήθηκε απλώς πλούτη, όπως ο Ματθαίος, αλλά «και την ζωήν εμίσησεν» για ν' ακολουθήσει τον Χριστό: τα 'δωσε όλα, που λέμε. Ετσι ξεχώρισε κι αυτός -όπως, στους αντίποδες, ο Πέτρος. Και με την ίδια ένταση, που φαίνεται πως τον χαρακτήριζε, με την ίδια απέχθεια για τις μερικεύσεις και τα υποκατάστατα, διεκδίκησε την υλικότητα της αγάπης του: δεν αρκέστηκε να δει, αφού τα μάτια μπορεί να γελούν, ζήτησε να ψηλαφήσει. Αυτό θεωρήθηκε ανά τους αιώνες φοβερό, εφόσον η πίστη απαξιώθηκε, αλλά έκανε τον Θωμά προστάτη άγιο της ποίησης, όπου όλο το κόλπο είναι ακριβώς «να μεταχειρίζεσαι τις σκιές σαν κάτι στερεό» (Δάντης). Εξού και ο Ρωμανός, ο τάχα δογματικός και δίχως δεύτερες σκέψεις, που όμως είναι γνήσιος ποιητής, επιφυλάσσει στον Θωμά συγκλονιστικούς στίχους -κι εντέλει του αποδίδει την υπογραφή κάτω απ' το συμβόλαιο που αποτελεί η πίστη: την υπογραφή που το καθιστά έγκυρο. «Υπεγράφη γαρ βεβαίως εμοί ο όρος ταύτης της πίστεως διά της του Θώμα χειρός• Χριστού γαρ αψαμένη ως κάλαμος γραμματέως εγένετο οξυγράφου γράφουσα πιστοίς, ένθεν η πίστις πηγάζει»... Αλλά βέβαια, για να ξαναστήσει τον κόσμο με το κεφάλι πάνω και τα πόδια κάτω, ο Θωμάς τά 'δωσε πάλι όλα, λέει ο Ρωμανός: Ετεινε την παλάμη, μολονότι «σαθρά και ακανθώδη», προς τα φριχτά σημάδια τής «ώσπερ φλογός καιομένης» πλευράς του «αναφούς» θεού. Αντέστρεψε δηλαδή το παλιό παραμύθι της βάτου -αφού «τότε μεν το πυρ ήλθεν επί την άκανθαν, νυνί δε προς το πυρ έδραμεν η βατώδης».

Ο Ρωμανός δεν θα κάνει το επόμενο βήμα μέσα στον κόσμο έτσι όπως τον παλινόρθωσε: δεν μπορούσε ούτε θα το 'θελε να φανταστεί τον Θωμά ν' απλώνει το χέρι του στο κενό. Ομως η άλλη όψη του νομίσματος που ονομάζουμε «ποίηση» περιέχει αυτήν ακριβώς την πιθανότητα, ειδάλλως εν συνόλω το νόμισμα ματαίως θα ετίθετο σε κυκλοφορία. Γι' αυτό κι ο Θωμάς, που δεν ονομάστηκε τυχαία Δίδυμος, επανεμφανίζεται σ' ένα ακόμη ποίημα, γραμμένο κάπου μετά το 428 ή το 451 μ.Χ., δηλαδή πενήντα ή ογδόντα χρόνια νωρίτερα απ' το Κοντάκιο του Ρωμανού, αλλά στο ίδιο περιβάλλον της Υστερης Αρχαιότητος: πριν από τις σταυροφορίες του Ηράκλειου, πριν καν κλείσει ο Ιουστινιανός την Ακαδημία των Αθηνών (529 μ.Χ.). Επανεμφανίζεται στη «Μεταβολή τού κατά Ιωάννην αγίου Ευαγγελίου», όπου ο Νόννος, απ' την Πανόπολη της Αιγύπτου (γνωστός χάρη στα «Διονυσιακά» του), ξαναχύνει, ας πούμε, τα λόγια του Ιωάννη σε δακτυλικούς εξαμέτρους -σαν να τ' αποδίδει στη σκιά του Ομήρου, μολονότι, από αιώνων, εκείνη η οιδιπόδεια σκιά «εις το πολύαστρον του αιθέρος τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα», όπως ξέρουμε.

Δεν πρόκειται για τη μύγα μέσα στο γάλα: Αντιδρώντας στην απόφαση του Ιουλιανού ν' απαγορεύσει σε Χριστιανούς να διδάσκουν στη δευτεροβάθμια και στην ανώτατη εκπαίδευση, οι Απολλινάριοι, πατήρ και υιός, γραμματικοί, πιστοί Χριστιανοί, δοκίμασαν να μεταφράσουν έτσι τους Ψαλμούς. Και το παράδειγμά τους δεν το μιμείται μόνο ο Νόννος. Ο επίσκοπος Πατρίκιος κι η Αυγούστα Ευδοκία, σύγχρονοί του, αναλαμβάνουν ν' αποδώσουν ολόκληρη πια τη Βίβλο σε ομηρικό στίχο... Κι αυτή η τρέλα είναι μια νόμιμη πτυχή του 4ου αιώνα, όπου όλα φαίνεται για λίγο ακόμη να παίζονται: Ο Χριστιανισμός αναμιγνύεται με αιρέσεις κι οι Εθνικοί με Χριστιανούς στα σχολεία, τα όρια των λογοτεχνικών ειδών μετατίθενται απηχώντας μια γενική κινητικότητα. Και μες στη θολούρα, όπου τ' αντίθετα συνυπάρχουν, μια ανάμικτη ελίτ, στην οποία ανήκει ο Νόννος αλλά κι ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, γράφει ποίηση -αλλά στην άλλη μεριά του νομίσματος: αυτήν που χάνει.

Σ' αυτήν τη μεριά ξανατυπώνεται η μορφή του Θωμά. Μοιάζει παράλογο κι άχρηστο, αν το δούμε ιστορικιστικά. Ισως όμως θα 'ταν καλύτερα να το δούμε -με τα μάτια του Καβάφη, ας πούμε.

αρχή σελίδας

Habent sua fata libelli (Κάθε βιβλίο έχει τη δική του μοίρα) Κριτική Βιβλίου από την Μαρία Πετρίτση: Μανίνα Ζουμπουλάκη – Αληθινή star (εκδόσεις Ωμέγα)

Το καινούριο βιβλίο της Μανίνας Ζουμπουλάκη, Αληθινή star, είναι μια χιουμοριστική και ταυτόχρονα καυστική ματιά στο star system, στο κύκλωμα των media και ειδικά σε αυτό της τηλεόρασης.
Πώς λειτουργούν τα περιοδικά, τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και η ελληνική show biz; Τι προσόντα χρειάζεται κάποιος για να επιβιώσει στον επιφανειακά λαμπερό κόσμο της ενημέρωσης στη σύγχρονη Ελλάδα; Ποιες είναι οι θυσίες που οφείλει να κάνει μια ευσυνείδητη τηλεπαρουσιάστρια για να κρατήσει την καθημερινή εκπομπή της σε κάποιο κανάλι; Ανταγωνισμός, παρασκήνιο, λυκοφιλίες, συμφεροντολογία, έρωτες, στοιχεία της καθημερινής ζωής σατιρίζονται με άμεσο και έξυπνο τρόπο και σκιαγραφούν μια πραγματικότητα που δεν είναι ορατή με γυμνό μάτι.
Η Τζένη, μια ελκυστική και φιλόδοξη παρουσιάστρια, δραστήρια και χωρίς ιδιαίτερες υπαρξιακές ανησυχίες, σύζυγος διευθυντή καναλιού, κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά της επειδή ο άντρας της, ιδιοκτήτης του καναλιού, την απατά με κάποια άλλη, η οποία διεκδικεί τη θέση της. Γύρω της υπάρχει ένα επιτελείο από συνεργάτες και φίλους που παρακολουθούν την επαγγελματική πορεία της και μοιράζονται τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της, τις χαρούμενες και τις δύσκολες στιγμές της. Οι μεταξύ τους σχέσεις αλλάζουν μορφή και χαρακτήρα ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων και μεταβάλλουν τους μεταξύ τους δεσμούς οι οποίοι αναπτύσσονται είτε τυχαία είτε εσκεμμένα, εξυπηρετώντας και κατευθύνοντας την εξέλιξη της ιστορίας.
Η φιλοδοξία και ο ναρκισσισμός της ηρωίδας φαίνεται να είναι ο κεντρικός άξονας κάθε ενέργειάς της. Οι επιδιώξεις της κινητοποιούν ακούραστα τους μηχανισμούς άμυνας και τις προσπάθειές της να επιβιώσει και να επιβληθεί σ’ένα περιβάλλον που άλλοτε την καταθλίβει και άλλοτε φαίνεται να την πληροί απολύτως. Το ζητούμενο όμως ποιο είναι τελικά; Η δόξα ή η προσωπική της πληρότητα; Η εκπομπή και η δημοσιότητα ή η γενικότερη ιδέα της επαγγελματικής δραστηριότητας που ικανοποιεί και καθιστά κάποιον ενεργό μέλος μιας σύγχρονης κοινωνίας; Οι άνθρωποι ή το γυαλί;
Η πορεία της ηρωίδας είναι γεμάτη εκπλήξεις και ανατρεπτικά στιγμιότυπα, καθώς ανακαλύπτει σταδιακά τον εαυτό της και το κρυμμένο μέχρι ώρας πρόσωπο της κοινωνίας που την περιβάλλει. Μπαίνοντας σε κίνδυνο, αντιμετωπίζοντας αντίξοες καταστάσεις και δυσοίωνες προοπτικές, βιώνοντας πρωτόγνωρα συναισθήματα και απρόσμενες απογοητεύσεις, κατορθώνει για πρώτη φορά να βγει από τις ναρκισσιστικές κι επιφανειακές αντιλήψεις της και να δει την πραγματική εικόνα ενός κόσμου που μέχρι τώρα θεωρούσε δεδομένο κι εύκολο. Καταλήγει να είναι το υποχείριο ενός περιβάλλοντος που πίστευε πως χειρίζεται.
Η ενηλικίωση δεν είναι ζήτημα χρόνου αλλά εμπειριών. Η γνώση κάποιου τομέα αποκτάται και καθίσταται χρήσιμη μόνον όταν ο εν λόγω τομέας πάψει να έχει μυστικά, όταν μέσα από αυτόν ανακαλύπτει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό. Η ηρωίδα, αν και ενήλικη, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά ενός μάλλον φαιδρού ανθρώπου ο οποίος αναγκάζεται ξαφνικά να παλέψει με δικά του όπλα ενάντια σε όσα θεωρούσε μέχρι πρότινος συμμάχους του και να αναθεωρήσει ολόκληρη τη ζωή του. Καθ’οδόν την βλέπουμε να μεταμορφώνεται σε μια γυναίκα που προβληματίζεται, παλεύει, παίρνει αποφάσεις και ρίσκα, αναθεωρεί και αλλάζει κατεύθυνση, αποκομίζει κέρδος από τις εμπειρίες και αξιοποιεί τα λάθη της.
Η φιλία είναι ένα θέμα που παίρνει πολύπλευρες διαστάσεις και εξερευνάται με κάθε δυνατό τρόπο στο ανά χείρας βιβλίο. Βλέπουμε απόψεις και στιγμιότυπα από καταστάσεις φιλίας και έρωτα, φιλίας και συνεργασίας, φιλίας και ανταγωνισμού, σχέσεις ελπιδοφόρες που άλλοτε καταλήγουν να ευεργετούν και άλλοτε να καταρρακώνουν τους ήρωες που τις βιώνουν.
Οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται με τόλμη και ευαισθησία. Βλέπουμε διάφορους τύπους ανθρώπου να παρελαύνουν μπροστά μας και παρακολουθούμε όχι μόνο τις κινήσεις αλλά και τον τρόπο σκέψης τους. Συχνά μας ξαφνιάζουν με τις αντιδράσεις και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τη ζωή, εντούτοις παραμένουν πάντοτε απολύτως ανθρώπινοι και κερδίζουν την συμπάθεια και την κατανόησή μας ακόμα και όταν είναι βυθισμένοι στην υπερβολή.
Το χιούμορ της Ζουμπουλάκη, διάχυτο σε κάθε σελίδα, είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο δίνει το γενικότερο στίγμα του κειμένου. Το ύφος είναι ανάλαφρο και χαριτωμένο, ακόμα και στα σημεία που αποδίδονται κάπως πιο δραματικά. Οι διάλογοι που παρεμβάλλονται είναι έξυπνοι και λιτοί και συχνά μετατρέπονται σε προσωπικές σκέψεις του ομιλούντος. Λογοπαίγνια, αναφορές σε διάσημα πρόσωπα, μικρές υστερίες, αστεία και ανέκδοτα κρατούν το μάτι του αναγνώστη σταθερά καρφωμένο πάνω στη σελίδα και δημιουργούν μια ευχάριστη και πολύχρωμη ατμόσφαιρα.
Συχνά, το λεξιλόγιο που συναντάμε ξεφεύγει από τη συνήθη λογοτεχνική γλώσσα παραπέμποντας σε γλώσσα χρονογραφήματος και σε μερικά σημεία σε καθαρά καθομιλουμένη. Είναι ζωντανό, ορμητικό, έξυπνο και διασκεδαστικό. Προσδίδει στο κείμενο μια χροιά ανεμελιάς και καθημερινότητας, το καθιστά απλό, γνώριμο και απολαυστικό διευκολύνοντας την άμεση επαφή του αναγνώστη με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που περιγράφονται. Η χρήση ξενόγλωσσων όρων είναι συχνή χωρίς όμως να ξενίζει ή να δυσκολεύει, αφού η Ζουμπουλάκη βρίσκει και πάλι τη χρυσή τομή και δεν υπερβαίνει τα κοινώς αποδεκτά όρια.
Το κείμενο, στο σύνολό του, είναι ένα παζλ από έννοιες, λέξεις και εικόνες με τις οποίες ερχόμαστε σε επαφή σε καθημερινή βάση, και ως επί το πλείστον τυχαία, μέσω της τηλεόρασης και των περιοδικών, και κατά συνέπεια μας είναι οικείο ως προς τη μορφή και τις εκφράσεις του. Έχοντας εδώ τα κατάλληλα ερεθίσματα, αναγνωρίζουμε σκηνές μιας τηλεοπτικής καθημερινότητας που άλλοτε μπορεί και να μας περνούσαν απαρατήρητες, τώρα όμως μας κάνουν να χαμογελάμε σαν να συμμετείχαμε προσωπικά σε αυτές.
Αυτό το βιβλίο είναι ένα ταξίδι στο παρασκήνιο της μικρής οθόνης και του λαμπερού κόσμου που μας ψυχαγωγεί καθημερινά. Βλέπουμε μιαν άλλη όψη του και μαθαίνουμε κατά κάποιο τρόπο μερικά από τα κρυμμένα μυστικά του, που, εάν τα γνωρίζαμε κάπως νωρίτερα, μπορεί και να βλέπαμε με άλλο μάτι όλα και όλους όσοι κάθε μέρα συνοδεύουν απλώς, και μάλλον επί τροχάδην, το πέρασμά μας από τον πρωινό καφέ στη μεσημεριανή ή βραδινή συνταγή της ημέρας.

Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες

αρχή σελίδας

Larry Cool: Απόσπασμα από το τέταρτο κεφάλαιο «Hotel Μαρακάϊμπω» την 9η παράγραφο «Πώς σύνηψα ερωτικόν δεσμόν μετά της ξανθής εφήβου» Από το βιβλίο Τον «Κανένα»... θα τον φάω Τελευταίο.Εκδόσεις Τυφλόμυγα & Αμόνι

Μίαν νύκτα, μετά από οξείαν λογομαχίαν και ανταλλαγήν βαρειών φράσεων με την Πηνελόπην, εκαθήμην τεθλιμμένος παρά του bar πίνων οίνον bordeaux, όταν ήκουσα όπισθέν μου αγγελικήν φωνήν ψιθυρίζουσαν:
----Κύριε, μην στρέφησθε διότι θα υποψιασθώσιν οι υπόλοιποι θαμώνες... Είμαι δεκατεσσάρων ετών, πρωΐμως ανεπτυγμένη, και τήκομαι εκ της καύλας. Θέλετε να με γαμήσητε;
---Αιφνιδιασθείς εστράφην και είδον ωραιοτάτην νεαράν ξανθήν, καλύπτουσα τους οφθαλμούς υπό σκοτεινών ομματοϋαλίων, λέγουσα τεταραγμένη:
----Μην στρέφησθε!
----Δεσποινίς, ποία είστε;
----Κύριε, ο χρόνος επείγει! Την δωδεκάτην του μεσονυκτίου επιστρέφουσιν εις την οικίαν οι αυστηροί γονείς μου και πρέπει να μ’ εύρωσιν εις την κλίνην μου. Διαθέτω μόνον μίαν ώραν! Κατελάβατε;!
----Μα... δεσποινίς!
----Δεν έχει, μα και ξεμά! Θα με γαμήσητε ή ν’ απευθυνθώ αλλαχού;!
----Λίαν καλώς, θα καταβάλλω πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως ικανοποιήσω το αίτημά σας. Ακολουθήσατε μοι παρακαλώ!
---Έλαβον την κλείδαν του ιδιαιτέρου boudoir από την Μαγδαληνήν και ανέβημεν εις τον πρώτον όροφον.
---Εισελθόντες εις το δώμα εγυμνώθημεν εν βία, και η δροσερά νεάνις με το μυώδες δέμας δορκάδος έλαβεν μεταξύ των χειρών αυτής τον φαλλόν ως λατρευτικόν αντικείμενον, αναφωνούσα δια βραχνής φωνής προδιδούσης βρασμόν ασιγάστου πόθου.
----Πούτσος! Α, επιτέλους πούτσος!
----Παρακαλώ, δεσποινίς μου, συγκρατήθητε!
----Ω, κύριε εάν εγνωρίζετε οπόσην ανάγκην τον έχω! Βαδίζω εις το δρόμον και το βλέμμα μου προσηλώνεται άκουσα εις το εξόγκωμα των γεννετικών οργάνων των περισκελίδων των ανδρών. Αυνανίζομαι πολλάκις ημερησίως, και τας νύκτας βλέπω αναίσχυντα όνειρα παθαίνουσα πολλαπλές ονειρώξεις!
---Εις την θέαν του εν πλήρη ακμή ευρισκομένου νεανικού δέματος κατελήφθην υπό παραφόρου σαρκικού πόθου -ιμέρου ανημέρου- κι επέπεσα επί της σφριγηλής της σαρκός ως καταιγίς επί ερήμου, ως διψαλέος εις πηγήν, εισδύσας άνευ περιστροφών εις την γενναίαν κόρην δι’ ευγενικών, πλήν όμως επιμόνων ωθήσεων. Είχον απολέσει πάσαν αίσθησιν χρόνου, όταν εις μίαν ολιγόλεπτον ανάπαυλαν είπον:
----Θαυμάζω την τόλμην σας και εκτιμώ βαθύτατα τον αυθορμητισμόν σας αξιαγάπητε δεσποινίς, αλλά πέραν τούτων, ομιλήσατέ μοι ολίγον και περί της οικογενειακής σας καταστάσεως, πού διαμένετε, πώς ονομάζεστε, εις ποίαν σχολικήν τάξιν υπάγετε, κλπ.
----Κύριε, οι καιροί ου μενετοί· Θουκυδίδης, άλφα, 142! Πηδήξατέ μοι και πάλιν σας παρακαλώ!
----Δεν θέλετε να μάθητε τουλάχιστον το ιδικόν μου όνομα, το όνομα του ανδρός μετά του οποίου συνουσιάζεσθε;!
----Χάνομεν τον χρόνον μας, κύριε! Εδώ ήλθον δια να γαμηθώ και ουχί δια να συνάψω δημοσίας σχέσεις! Ζητώ έναν ακαταπόνητον κτηνώδη πούτσον, και σείς φλυαρείτε!
----Ζητείτε και ευρήσετε· Λουκάς, ΙΑ.9!
----Αμ’ έπος αμ’ έργον· Ηρόδοτος, ΙΙΙ.135! Dictum factum.
----Μετά χαράς διαπιστώνω αγαπητή μου, ότι αμφότεροι διαθέτομεν κλασσικήν παιδείαν!
----Τι κάθεσαι και μού λές, χριστιανέ μου! Εγώ σφύζω εκ της καύλας!
---Και λέγουσα ταύτα με παρέσυρεν εκ νέου εις τας ιλιγγιώδεις δίνας της ηδονής. Η υπόλοιπος ώρα διήλθεν με συνουσίαν συνεχήν ως ίγδισμα -κοινώς στουμπάνισμα των αιδοιοχειλέων, με αδιάπτωτον ως εν θερμώ σφυρηλασίαν, μ’ εντατικήν ως παλινδρόμησιν μηχανικού εμβόλου καταπόνησιν.
---Όταν το Big Ben έκρουσεν, ντάν-ντάν-ντάν.., την δωδεκάτην του μεσονυκτίου, η σφριγώσα δορκάς -η αισθησιακή Σταχτοπουτανίτσα- ετινάχθη έντρομος εκ της κλίνης, και ενδυθείσα τάχιστα, εξήλθεν δίχως ν’ απαντήση εις το ερώτημα μου, εάν και πότε ήθελεν συνευρεθώμεν εκ νέου!
---Ούτως, ως κεραυνός εν αιθρία, ενεφανίσθη εν τη ζωή μου η εκρηκτική δεκαεξαέτις (14) καλλονή, ούσα η προκλητική ενσάρκωσις του ζωώδους ερωτικού ενστίκτου και... ηράσθην!
---Ηράσθην αυτήν σφόδρα. Το σύμπαν απέκτησεν αιφνιδίως την μορφήν της, άπαντα δε τα κύτταρα του σώματός μου επόθουν αποκλειστικώς αυτήν. Πώς, πού θα την επανεύρισκον;
---Κατά τας επομένας νύκτας υπήγον εν τω κέντρω διασκεδάσεως, αλλά προς μεγάλην μου απογοήτευσιν η μικρά δεν ενεφανίσθη. Την τρίτην κατά σειράν νύκτα η προσηνής miss Magdalene μού προσεκόμισεν μειδιώσα ιδιόχειρον σημείωμα το οποίον έγραφεν:

---“Αγαπητέ κύριε,
---Εάν θέλητε να με γαμήτε, τότε πρέπει να εξασφαλίσητε διακριτικήν οικίαν εις τα περίχωρα της πόλεως όπου θα σας ---επισκέπτωμαι οσάκις έχω καύλας!”

---Τι να έκαμνον; το πενιχρόν μου ημερομίσθιον δεν επήρκει δι’ ενοικίασιν δευτέρας οικίας... Κατόπιν σφοδράς ψυχικής συγκρούσεως, μετά από αλλεπαλλήλους και οδυνηράς αμφιταλαντεύσεις, κατίσχυσεν ο ανίκητος εις την μάχην έρως, εγκαταλιπών σύζυγον υιόν και οικογενειακήν εστίαν, εγκαθισταθείς εν τη μοναχική οικία της Sunning Field Road.
---Έκτοτε, η θάλλουσα νεάνις μ’ επεσκέπτετο ανειδοποιήτως, αφικνουμένη πάντοτε βιαστική και ανήσυχος ως κυνηγημένη έλαφος, εισερχομένη δε εγυμνώνετο ασθμαίνουσα μη δυναμένη να ομιλήση εκ του πόθου και της ταραχής, και πίπτουσα εις την κλίνην με ανοικτά τα σκέλη ήντλει απλήστως ηδονήν επί μίαν ή δύο ώρας εκ του ακάμπτου φαλλού, αναχωρούσα και πάλιν αιφνιδίως άνευ εξηγήσεων και αποχαιρετιστηρίων ασπασμών!
---Έζων μόνον δια ταύτας τας συναντήσεις. Το ενδιάμεσον διάστημα, συνήθως δύο ή τριών ημερών, αλλά και ενίοτε εβδομάδων, διήρχετο βασανιστικώς, έγκλειστος εν τη οικία, αναμένων παρά τη συσκευή του τηλεφώνου, αυνανιζόμενος τόσον με την ανάμνησιν την προηγουμένης συνευρέσεως όσον και με την προσδοκίαν της επομένης.
---Επί ένα έτος, όσον δηλαδή διήρκησεν τούτος ο ιδιότυπος ερωτικός δεσμός κι ο εγκλεισμός μου εις την οικίαν, δεν συνωμιλήσαμεν ποτέ, δεν έμαθον ουδέ το όνομα, μήτε κάποιο άλλον στοιχείον περί της δεκατετραέτιδος ερωμένης μου. ---Η αμιγώς σεξουαλική μας σχέσις διεκόπη βιαίως την νύκτα εκείνην κατά την οποίαν επλήγην υπό του παραξένου ονείρου -ιού όπως τον εχαρακτήρισεν η άγνωστος εράστρια- λησμονήσας τα πάντα!



αρχή σελίδας

Αλεξανδρίδης Δημήτριος (1784 - 1851;): Αμπουλφέδα Ισμαήλ Βασιλέως Απαμείας, εκ των Γεωγραφικών πινάκων περιγραφή...(Βιέννη, 1807) από τον "Ελληνομνήμων"

 


αρχή σελίδας

Νίκος Σαραντάκος: Οι νύμφες. Διήγημα από τη συλλογή Μετά την αποψίλωση διηγήματα (1987, β' έκδ. 1989) εκδ. Σύγχρ.Εποχή

Η περιοχή λεγότανε Στρατώνες και στρατώνες είχε• στις παρυφές της πόλης, ένας ανήφορος μακρύς επήγαινε τ' απάνου προς το λόφο των Νυμφών, καταπώς τόνε βάφτισε ένας δήμαρχος που 'βρισκε το παλιό τ' όνομα, το τούρκικο, απαράδεχτο• ένθεν και ένθεν ήτανε παραταγμένα τα στρατόπεδα, κόσμος πολύς: κάτω χαμηλά οι μαύροι, τα τεθωρακισμένα παναπεί, από δεξιά, κι οι πεζικάριοι αριστερά• λίγο πιο πάνω οι λυβίτες τους και οι «μοδίστρες» του Εφοδιασμού-Μεταφορών, απέναντι το Τεχνικό, πιο πάνω ένας λόχος του Μηχανικού και φάτσα του η Μοίρα του Πυροβολικού, η 145. Τελευταίο, σαν ο ανήφορος είχε φτάσει πια στο ύψωμα, το 366 Τάγμα, το Μηχανοκίνητο. Ύστερα, ο λόφος πράσινος κι όμορφος την άνοιξη, καημούς γεμάτος.
---Το δρόμο τον ανεβοκατέβαιναν τα βράδια ταξιά που πηγαινόφερναν φαντάρους εξοδούχους, κάνα τζιπάκι αξιωματικού ή καμιά καναδέζα, το αιώνιο όπελ του «Πι και Φι» του ταβερνιάρη που 'φερνε κι έπαιρνε παραγγελίες στα φαντάρια, και ζευγαράκια που καταφεύγανε στο λόφο για ρομάντζα και για τ' αποδέλοιπα, το πιο πολύ με μηχανάκια. Σαν πέρναγε καμιά καλή, είτε μηχανή, είτε κοπελιά, οι σκοποί που γειτόνευαν με το δρόμο ξεσπούσανε σ' ενθουσιώδεις κι άγριες μαζί ιαχές, κάτι από θαυμασμό και κάτι από ζήλια. Ύστερα φαίνεται ήρθανε φαντάροι λιγότερο εκλεκτικοί ή πιο χαρμανιασμένοι και από τότε καθιερώθηκε να ζητωκραυγάζουνε το κάθε μηχανάκι, μέχρι και παπί, και το κάθε θηλυκό, μακάρι να 'τανε και θείτσα. Συνήθως οι φωνές ξεστράτιζαν σε άγρια, χοντρά πειράγματα, που 'χαν να κάνουν με τα τεκταινόμενα εκεί ψηλά, μα οι εποχούμενοι απλά πατούσαν πιο πολύ το γκάζι και χάνονταν μιαν ώρα αρχύτερα. Αυτά, το σούρουπο, γιατί σα νύχτωνε, οι μηχανές κατέβαιναν φουλαριστές και δεν προλάβαινες μήτε να δεις ποιοι τις καβαλάνε.
---Κόσμος πεζός, από πολίτες, δεν κυκλοφόραγε στο δρόμο αυτόν, πέρα απ' την Πρωτομαγιά που πήγαιναν οι αστοί να πιάσουνε το Μάη, την Καθαρή Δευτέρα για τα Κούλουμα και αριά και πού κανένα κυριακάτικο απομεσήμερο τίποτα γριές για χόρτα. Τις πιο πολλές τις ώρες ήρεμος δρόμος ήτανε κι οι Νύμφες μένανε στην ησυχία τους μέχρι να την ταράξει. το απόβραδο, της μηχανής το αλαζονικό το μουγκρητό και του σκοπού τ' απελπισμένο «χάιντε».
---Οι Νύμφες ήρθανε κομμάτι αργότερα, κατακαλόκαιρο, τέλια του Ιούνη• όχι εκείνες οι παλιές, οι μυθολογικές, που χάρισαν στο λόφο τ' όνομα του, πάν' αυτές• μιλάμε για τις άλλες. Αν και το πότε ακριβώς πρωτοφανήκαν, αυτό δεν έχει κρατηθεί μες τα φαντάρικα κατάστιχα, κι οι γνώμες, όπως είναι φυσικό, στα πηγαδάκια μέσα στους θαλάμους πριν το σιωπητήριο, διαφέρουνε πολύ η μια απ' την άλλη• το σίγουρο είναι, πάντως, πως με τον Ιούλη οι Νύμφες είχαν πια φανεί.
---Ήσανε τρεις• πιασμένες χέρι-χέρι, παίρναν, λίγο πριν τα μεσάνυχτα χτυπήσουν, την ανηφοριά, με χασκογέλια και τραγούδια της αγάπης, ή ψιλοκουβεντιάζοντας συναμετάξυ τους, μα έτσι που η κουβεντούλα τους ν' ακούγεται —ξεπίτηδες— απ' τις σκοπιές• και κάθε νύχτα, αριστερά ήταν η ξανθιά η Λενιώ, στη μέση η καστανή η μικρή η Λεμονιά κι από δεξιά ψηλομελάχρινη η Χάιδω• πως έτσι δα τις λέγανε, όρκο κανείς δεν παίρνει• κάποιος το κυκλοφόρησε, κάποιοι τόνε πίστεψαν, διαδόθηκε, έμεινε —αλλά το πιο πολύ, Νύμφες τις λέγαν οι φαντάροι σα μιλούσανε γι' αυτές. Το όνομα αυτό, τους το 'χε δόσει ο δεκανέας Λαζαρίδης, ο γραφέας του ΛΕΜ, που σαν πολίτης ήταν δικηγόρος. Βέβαια αυτός δεν φύλαγε σκοπιές• μα μέρα παρά μέρα έκανε βάρδια τηλεφωνητής υπηρεσίας και ήταν απ' τους πρώτους που πήρανε τις κοπελιές χαμπάρι, σαν έβγαινε έξω κατά τις εντεκάμιση πριν πέσει για ύπνο για να καπνίσει το τελευταίο τσιγαράκι κάτ' από τ' αστέρια• τις είδε μια, τις είδε δυο, είδε που πήγαιναν κατά το λόφο των Νυμφών, τις βάφτισε έτσι• και τ' όνομα, αν και αρχαιόπρεπο, έπιασε κι απλώθηκε σ' όλη τη γειτονιά, άσχετο που πολλοί φαντάροι το παράφραζαν αθέλητα σε «νύφες».
---Φόραγαν φουστανάκια καλοκαιρινά, λευκά ή κίτρινα μες το σκοτάδι να φαντάζουν, χτυπούσανε τα τακουνάκια τους πάνω στην άσφαλτο, το γέλιο τους δρόσιζε τον αγέρα, δε θέλει και πολύ, ξετρελάθηκαν τα φαντάρια• μαθεύτηκε σε όλα τα στρατόπεδα το νέο και σύντομα, τσούρμο ολάκερο μαζεύονταν στα σύρματα σαν ήταν ώρα να κάνουν πέρασμα οι μικρές, συναγερμός γινόταν.
---Και, σαν περνούσαν, ανάλαφρες, χαρμόσυνες, γοργοπατούσες, σα χάδι ή σα φύσημα απ' αγέρι μες την κάψα, χωρίς λεφτό να κοντοστέκουνται, μα πάντα με φωνές και γέλια, παιχνιδιάρες, ανάσταση γινότανε στα σύρματα• και όχι με σκουξίματα ή με φωνοκόπι, παρά με χαμογέλια, τραγουδάκια, ερωτιάρικα σφυρίγματα, με πειράγματα αντρίκια και σεμνά, ήσυχα κι όμορφα τις παρακολουθούσαν οι φαντάροι απορροφημένοι, σα να προσεύχονται να πεις.
---Ύστερα, σαν είχαν πια χαθεί, κάπως ξεμεθούσαν οι από μέσα, κι οι πιο παλιοί σπάγανε το κεφάλι τους, ετούτο το πρωτόφαντο να ξεδιαλύνουν: τι στην ευχή γυρεύουν μες τη νύχτα, σε τέτιαν ερημιά οι τρεις κοπέλες. Γιατί, άμα το καλοσκεβόσουν, κοριτσάκια ήταν σχεδόν η μεγαλύτερη, αυτή που τηνε βγάλαν Χάιδω, μπορεί και να 'χε πατημένα τα είκοσι, αλλά η Λεμονιά, το χέρι βάζαν στη φωτιά, μέρα δεν ήταν πάνω απ' τα δεκαεφτά, το 'χε κι ο δόκιμος ο γιατρός αυτό βεβαιωμένο, σαν τον φώναξαν μια βραδιά που 'χε υπηρεσία να δει το αξιοπερίεργο. Να πεις πως πήγαιναν επάνω για να βρουν τ' αγόρια τους, μια και για κείνες τις δουλιές ανέβαιναν οι «γκόμενες» στο λόφο, δεν έστεκε• αν ήταν έτσι, θα ξεκίναγαν μαζί, ζευγάρια, κι αν πάλι θέλανε να το κρατήσουνε κρυφό και όντως είχανε αγόρια, σίγουρα δε θα κάναν τέτιον σαματά ιδιότροπο, να ξεσηκώνουν όλα τα στράτα της πόλης, φως φανάρι αυτό. Αλλά αν δεν ήταν για το πονηρό, τι στο θεό γύρευαν στα όρη και στα βουνά μες τ' άγρια μεσάνυχτα; Είπε ο καθένας τα δικά του, κανείς δεν ήβρε μιαν εξήγηση να στέκει, απόμεινε μυστήριο, το πρώτο.
---Το δεύτερο μυστήριο, ακόμα μεγαλύτερο, ήταν το άλλο που κανείς φαντάρος δεν τις είχε δει ποτέ να κατεβαίνουνε αργότερα, απ' το λόφο. Μόνο πήγαιναν, πίσω δε γύριζαν. Και όμως τ' άλλο βράδι, την ώρα τη γνωστή, πάλι φουριόζες ανηφόριζαν, χωρίς ανθρώπου μάτι να τις έχει δει να κατεβαίνουν και το παράλλο βράδι τα ίδια, κι ούτω καθεξής. Πολλοί φαντάροι δεν το πίστεψαν αυτό• είπαν πως ο σκοπός, το τρίτο νούμερο, από τη νύστα του ζαβλακωμένος, δεν θα τις ξεδιάκρινε ως κρυφοκατεβαίναν μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Οι πιο επίμονοι μάλιστα ξενύχτησαν, και όχι μοναχά για μια νυχτιά και όχι ένας-δυο• παρέες ολάκερες, αρματωμένοι με ραδιάκια και καφέ ενάντια της νύστας, καρτέρεψαν να δουν τις Νύμφες να γυρίζουν, κόπος άδικος• κι όμως ο δρόμος κείνος, στο λόφο των Νυμφών μόνο επήγαινε: αριστερά και δεξιά του είχε πεδία βολής, λαγκάδια κι ερημιές• μέρος κατοικημένο πιο πέρα δεν υπήρχε, κι ευθεία μπροστά, στα είκοσι χιλιόμετρα, η Βουλγαρία. Πού χάνονταν, κανείς δε μπόρειε ν' απαντήσει. Βέβαια, ο διαβιβαστής ο Ρέλιας, το αντράκι, ο ψευτόμαγκας, είπε πως «σίγουρα» θα βρίσκουνε τους γκόμενους τους εκειπάνω τα κορίτσια και, άκου φίλε μου, θα κατεβαίνουνε αφού χαράξει μ' αυτοκίνητα. Τον πρόγκηξαν αμέσως και το βούλωσε, γιατί κανένας μας δεν ήθελε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, να διανοηθεί πως ήταν δυνατό οι Νύμφες να 'χουνε παρτίδες μ' άντρες —τις βλέπαμε, για πάρτη του ο καθένας, σαν μικραδελφές μας. Καμπόσοι ωστόσο βάλθηκαν να σημειώνουν τους αριθμούς απ' τ' αυτοκίνητα που ανεβοκατέβαιναν το δρόμο μας• μα γρήγορα κουράστηκαν, βαρέθηκαν, δε βγάλαν τίποτα, τα παράτησαν κι έτσι δε μάθαμε πώς γύριζαν οι Νύμφες από το βουνό.
---Ύστερα, είχαμε και τ' άλλο το παράξενο: ποιες άραγε ήτανε οι Νύμφες; Πράμα αλλόκοτο: εκεί που στον καθένα κάτι θύμιζαν, μιανού της μίας η φωνή, άλλου της αλληνής το πρόσωπο ή της τρίτης η περπατησιά, κανείς δε βρέθηκε που να τις έχει συναντήσει έξω, κάτω στην πόλη —να πεις δα πως ήταν και καμιά μεγάλη, δυο δρόμοι ήταν, τρεις πλατείες και καμπόσα στέκια. Επιστρατεύτηκαν οι ντόπιοι, δεν τις είχαν ματαδεί, ούτε κι οι πιο πολυπερπατημένοι, μήτε κι ο Μελετζής με τ' όνομα που είχε παρεδώσε με όλα τα γυμνάσια και τα λύκεια του νομού. Ρωτήθηκαν διακριτικά γνωστές γνωστών, φίλες, αδερφάδες, ξαδέρφες απ' τα κοντινά κεφαλοχώρια, τζίφος —δε βγήκε τίποτα το θετικό. Κάτσαμε και σκεφτήκαμε ποιος είχε πρωτοπεί πως ξέρει τα ονόματα τους, πως λέγουνται Χάιδω, Λενιώ και Λεμονιά, στίψαμε το μυαλό μας, βρήκαμε πως αυτός που το διάδοσε ήτανε ο Μπίτσικας, ο τηλεφωνητής της Μοίρας• αλλά ο Μπίτσικας στ' ανάμεσα είχε φύγει με μετάθεση, κι εκτός αυτού ήτανε ψεύτης με πατέντα, το δίχως άλλο από την κοιλιά του το 'χε βγάλει• έκατσε κάποιος και του έγραψε στη νέα του μονάδα ζητώντας του πληροφορίες, απάντηση δεν πήρε, τρίτο μυστήριο λοιπόν.
---Θα πεις, γιατί δεν κάναμε το πιο απλό, να τις ρωτήσουμε τις ίδιες δηλαδή. Μη δεν μας είχαν δόσει κάποιου είδους θάρρος μ' όλο αυτό το συχνοπέρασμα; Δε λέω, ίσως. Ίσως ακόμα και να θέλαν έτσι να δόσουν αφορμή να τους μιλήσουμε, κάποια συγκεκριμένα άτομα από μας εννοείται, όχι όλο το τσούρμο. Ίσως. Έλα όμως που δε θέλαμε με τίποτα να το ρισκάρουμε; Σκιαζόμασταν μην κάποια μας πρωτοβουλία τις τρομάξει και κόψουν τα περάσματα τους τα τόσο πολύτιμα• γιατί όλοι μας το θέλαμε να 'ρχουνται κάθε νύχτα, να περνάν, κι ας έμενε το πέρασμα τους γρίφος άλυτος. ---Αφήσαμε λοιπόν τις αγωνίες και τις έρευνες και το παραδεχτήκαμε πως έτσι είναι. Σα νύχτωνε, σαν έφτανε η ώρα, στηνόμασταν πίσω από τα σύρματα, συντεταγμένοι, με λαχτάρα, κι απέ, έχοντας πάρει πια την ευλογία, κινούσαμε για τη σκοπιά ή για το θάλαμο ξαλαφρωμένοι, άλλοι άνθρωποι, καλοί. Και τούτο, σκέβουμαι, είναι μυστήριο διπλό και τρίδιπλο, ανώτερο απ' όλα τ' άλλα αυτής της ιστορίας. Πώς δηλαδή, τόσον καιρό, κανείς δε σκέφτηκε να τις πειράξει άσκημα τις κοπελιές, να τις προσβάλει ή να τις πάρει στο κατόπι ή ό,τι άλλο, που ανάμεσα μας, όσο και να πεις, είχαμε και λουλούδια σπάνια, που, αν ήτανε αλλιώς τα πράματα, ήσανε ικανοί αν ποτέ πέρναγε γυναίκα νύχτα έξω απ' τους στρατώνες μοναχή της, να ξεμπουκάρουν με την ξιφολόγχη εφόπλου και να την οδηγήσουνε αιχμάλωτη πίσω από κάνα τολ δια τα περαιτέρω —γι' αυτό άλλωστε και πράγματι δε βλέπαμε θηλυκό ασυνόδευτο ποτέ, πέρα από τις Νύμφες φυσικά. Αλλά μ' αυτές, το είπαμε, ήταν αλλιώς. Αυτές λες και μας είχαν μαγεμένους, λες και σκορπούσαν κάποιο μαγικό βοτάνι που μας μεταμόρφωνε, κι ακόμα και τον πιο τσαμπουκαλή τον έκανε σεμνό σα σκολιαρόπαιδο. Γιατί, τις ώρες κείνες φερνόμασταν αλλιώτικα και συναμεταξύ μας: ούτε γαμοσταυρΐδια, ούτε σπρωξίματα, ούτε καυγάδες, τίποτα, παρ' όλο που να βρεις θέση καλή στα σύρματα ήταν υπόθεση μεγάλη την ώρα που θα πέρναγαν εκείνες.
---Μ' αυτά και μ' αυτά, πέρασε το σκληρό το καλοκαίρι όμορφα, ούτε που μας φάνηκε. Είναι ωραίο, εκεί στην ξενητιά και μες τη μοναξιά που βρίσκεσαι, να έχεις κάτι τι, όσο μικρό κι ασήμαντο, να σε κρατάει• κι οι Νύμφες τελικά μας κράταγαν, μας καλοκράταγαν μάλιστα. Όλη τη μέρα τις καρτερούσαμε, όλη τη νύχτα τις νειρευόμασταν τι όνειρα βλέπαμε, κανείς δε μπόραγε να θυμηθεί ακριβώς μετά• ήτανε πάντως όνειρα όμορφα, αγαπησιάρικα. Και πέρναγε ο καιρός.
---Έπειτα πήρα πια την άδεια μου, την κανονική, είκοσι μέρες. Ξέχασα που 'μουνα φαντάρος. Σαν γυρνούσα πίσω, αντί να έχω πάθει ταραχή όπως τις άλλες τις φορές, παρηγοριόμουν με των κοριτσιών τη θύμηση• έφτασα μέσα ώρα έντεκα παρά, το βράδι, γρήγορα ντύθηκα, ταχτοποιήθηκα, σάμπως να πήγαινα για ραντεβού, ώρα εντεκάμιση ήμουνα στα σύρματα.
---Τότες το έμαθα το πένθιμο το νέο. Πως, λέει, μια νύχτα, πεντέξι μέρες πριν, εκείνος κει ο Ρέλιας, το τσογλάνι, που ήταν ο μοναδικός ανάμεσα μας που δεν είχε πάρει από καλό μάτι όλη την ιστορία, αυτός λοιπόν, εκεί που πέρναγαν οι Νύμφες από μπρος του, πηδάει τα σύρματα με αγριοφωνάρες λέει, και τις παίρνει στο κυνήγι —να τις τρομάξει ήθελε, να τις τσακώσει, ν' αστειευτεί, δεν ξέρουν κείνο που ξέρουν είναι πως πριν πεις κρεμμύδι, τον είχαν τον δικό σου αρπάξει οι άλλοι και τόνε κάνανε τουλουμιαστόν στο ξύλο, απ' όλες τις μονάδες τόνε δέρναν, με αντιπροσωπείες, εικοσιπέντε μέρες πήρε αναρρωτική. Ναι, αλλά η ζημιά είχε πια γίνει. Με το που βγήκε ο βέβηλος στο δρόμο τους, οι Νύμφες χάθηκαν σα να πέταξαν κι ούτε κανείς επρόφτασε να δει προς τα πού πήγαν λες κι ανελήφθησαν εις ουρανούς, γιατί ο Ρούσης απ' το 366, που φύλαγε σκοπός κείνη την ώρα πάνω, στην κορφή του δρόμου, παίρνει όρκο στου πατέρα του τα κόκκαλα πως από μπρος του δεν τις είδε να περνούνε.
---Όπως και να'ναι, χάθηκαν γιατί την άλλη μέρα, να ανηφορίζουν δε φάνηκαν, όσο κι αν το ξενύχτησαν όλοι, μια και κάτι τέτιο το φοβόντουσαν• ούτε και την επόμενη, ούτε και την παραπάνω, ούτε ποτέ• οι Νύμφες είχαν φύγει...
Για ένα διάστημα μας είχε πιάσει πένθος και καημός, κι όλο για τούτο κουβεντιάζαμε και γι' άλλο τίποτα• έπειτα πάψαμε και να το συζητάμε, όχι επειδή μας κόπηκε το ενδιαφέρον, μα, κάπως σα να μην τ' αντέχαμε. Δε λέω, κουβέντες γίνονται ακόμα• τέτια πράγματα δεν ξεχνιούνται εύκολα, μαθές. Προχτές, να πούμε, ο σιτιστής του Λόχου Διοικήσεως, ο Τσούβαλης, έλεγε κάτι θεωρίες δικές του• πως, λέει, οι Νύμφες «συμβολίζανε» την έξω, την πραγματική ζωή, που περνάει και περνάει και φεύγει και μεις μένουμε αμανάτι θεατές της. Πως ξεσκέπαζαν, έλεγε, εκείνο το καλό, το άξιο κομμάτι που 'χει ο καθένας μέσα του κρυμμένο, όσο βαθιά και να 'ναι, και πως για τούτο όλοι, έξω από έναν, φερθήκαμε έτσι εντάξει, έλεγε. Είπε ακόμα ο Τσούβαλης και άλλα, αλλόκοτα σαν που τα λεν οι μορφωμένοι μπόλικα, για «απωθημένα», «όνειρα εφηβικά», «προσεξουαλικές μνήμες» κι άλλα τέτια —όρεξη να 'χεις να τ' ακούς. Και, τελειώνοντας, είπε ότι οι Νύμφες δε χάθηκαν δα κι ολότελα: σαν είσαι μόνος, κατάμονος μιλάμε, και νιώθεις μόνος, ολομόναχος κι από το σπίτι σου μακριά πολύ, όταν είσαι στο τσακ για να σαλτάρεις άσκημα, τότες, αν βρίσκεσαι σιμά στο δρόμο ώρα βράδι, οι Νύμφες θα περάσουν. Όχι πια για όλους• για λιγοστούς• για σένα που σου κόψανε την άδεια, γι' αυτόν που τον παράτησε η λεγόμενη και μαύρη τόνε δέρνει απελπισία, τον άλλο που του ήρθε δεύτερη μετάθεση για τόπο ακόμα πιο μακριά απ' το σπίτι του, για κείνον που υπηρετάει φυλακές ή για τον άλλονε που του 'χουν κάνει οι αξιωματικοί τη ζωή αβίωτη• αυτός μονάχα θα τις νιώσει και θα ξαλαφρώσει, έλεγε ο Τσούβαλης, οι άλλοι, οι πολλοί, όχι, κι ούτε θα τον πιστέψουν, αν πάει —που δεν θα πάει— να τους το διηγηθεί. Ναι, έτσι έλεγε ο σιτιστής.
---Κι αυτό το τελευταίο που έλεγε, σωστά το έλεγε, γιατί και γω ο ίδιος το 'χω δοκιμάσει. Όσο για τ' άλλα, τι να πω, δεν ξέρω• ίσως και να 'χει δίκιο• ίσως πάλι, ίσως να ήταν τίποτα κορίτσια ντόπια που πήγαιναν για ν' ανταμώσουνε τ' αγόρια τους• ποιος ξέρει.



Copyright©Νίκος Σαραντάκος

αρχή σελίδας

Παύλος Μάτεσις: Το Στρατόπεδο Αυτοσυγκεντρώσεως.

σκέτς εγκαινίων
Αξιέραστη πελατεία, περάστε. Είσοδος δωρεάν. Διανυκτερεύουμε. Και προγραμματίζω παννυχίδες διαρκείας χιλιετιών ¬ ακόμη.
Είμαι ο διασκεδαστής της συνοικίας σας. Και της υφηλίου σας. Δεν είναι ακριβώς «καμπαρέ» το μαγαζί μας, πρώην θάλαμος καυσαερίων είναι, αλλά το διακοσμήσαμε, έγινε ψυχαγωγείον δι' οικογενείας. Ο εισερχόμενος αμείβεται. Θα δείτε πώς. Πόσο.
Κοινό μου μορφωμένο, είσαι ένα κοινό καθόλου κοινό. Δεν καταδέχεσαι τα κοινά, ούτε τον κοινό νου, ούτε την κοινή λογική, περάστε. Θα ψυχαγωγηθούμε με συναισθήματα καλής οικογενείας.
Στην είσοδο θα υπάρχει σημαία. Σημαία ευκολίας. Ή σημαίες διαφόρων ηπείρων, για διαβατήριο. Θα τους ψάλλουμε τον διεθνή εθνικό ύμνο που αρχίζει με: ω σημαία θνησιμαία και του έθνους προκυμαία παντού ίπτασαι ακμαία και λοιπά.
Πρεμιέρα με πάρτι για το τρίτο χιλιάρικο μ.Χ. Να χαιρετήσουμε τη χιλιετία. (Ή μήπως να μας αποχαιρετήσει; Φημολογείται πως θα συνεχίσει δίχως εμάς, ο πλανήτης, λένε, έχει οργανώσει απορριπτική διαδικασία μας και έξοδό μας. Έξοδος δωρεάν).
Η αρχική χιλιετία μας έκανε πρεμιέρα με τη γέννηση βρέφους που εδηλώθη ¬ και εδήλωσε ¬ υιός Θεού. Εγώ θα είμαι ολιγαρκέστερος. Δηλώνω κομπέρ σας. Μόνο. Αμοιβή με την ώρα. Αμοιβή δική σου δηλαδή, ελλογιμώτατε θεατή μου, επειδή το πρόγραμμα της ρεβύ είσαι εσύ. Θα το πάμε ολονυχτία. Θα σε ξενυχτήσω.
Ο Θεούλης, καλός ή κακός, καλώς ή κακώς, έπλασε την ημέρα. Για τα κορόιδα. Σαν εσένα. Τη νύχτα μου την εμπιστεύτηκε εμένα. Ο χρυσός μου. Η ημέρα μυρίζει ιδρώτα. Η νύχτα μοσχοβολάει φόνο. Σαν κι εμένα.
Αναρχικός; Εγώ; Με πληγώνεις, χρυσέ μου πελάτη μου. Η αναρχία έγινε μόδα. Και οι μόδες είναι για άτομα μειωμένης νοημοσύνης.
Αναρχικός γίνεται αυτός που δεν κατάφερε να γίνει αστός.
Η αναρχία, εράσμιε πελάτη μου, είναι το όπιο του λαού. Όπιο του καλού κόσμου είναι η μοναρχία. Η Αμερική είναι το όπιο των απανταχού κυβερνήσεων, αλλά και των Αμερικανών. Η ηρωίνη δεν γνωρίζω ποιανού όπιο είναι, πάντως όχι του κύκλου μου, είναι τεκμήριο απουσίας φαντασίας.
Το πρόγραμμά μου θα είσαι εσύ, σου το είπα; Και το θέμα μου. Το απαιτείς από καιρό. Χιλιετίες τώρα. Το κατάστημα, θεατή μου καλλιεργημένε, σου έχει τάξει ένα σκετς με φόνο. Αυθεντικόν. Το έχουμε προ-αναγγείλει σε όλες τις εφημερίδες και σε όλα τα επιτελικά ανακοινωθέντα. Μας το έχουν διαφημίσει ¬ ευγενής χορηγία ¬ τοιχοκολλήσει, προγραμματίσει, όλες οι κυβερνήσεις κάθε υφηλίου, σκετς μετά φόνου. Και όχι φόνου λαϊκίστικου, τύπου Πεκακά, Ουτσεκά, Φτουκακά. Φόνου από ανία. Δική σου.
Επειδή τα εφτά σου θανάσιμα αμαρτήματα είναι τρία: βλακεία, πενία και ανία. Πάσχεις κυρίως από το τρίτο. Διότι και ούτε πολεμάς και διότι έχεις πάρα πολύν καιρό να νικήσεις. Βλέπεις, σε απογοήτευσε και η ιδεολογία σου. Η οποία προπολεμικά (προ ποιου πολέμου;) ήταν μια πόρνη επιμελής, αρτιμελής και νοικοκυρεμένη, σε δεχόταν με λαμέ τουαλέτα. Τώρα σε δέχεται στην τουαλέτα (του Δήμου). Μία, διάτρητη, οιονεί κυρία.
Είναι αναγκαίο, φίλε θεατή, για εναρκτήριο λάκτισμα χιλιετίας, να έχουμε πάλι γέννηση Θεού; Δεν προτιμάς καλύτερα να την εγκαινιάσουμε με φόνο πελάτου; Τον δικό σου, ας πούμε; Δεν θα είναι θεραπεία για την ανία;
¬ Όχι, δεν θα το επωμισθώ εγώ ιδιοχείρως, εγώ βαριέμαι αποχωρισμούς, βιασμούς, βομβαρδισμούς, μεταλλάξεις και τέτοια παιδικά παιχνίδια. Θα προβούμε σε κάτι πιο... εκλεπτυσμένο. Πιο... αιώνιο.
¬ Φιλοδοξείς, πονηρούλη, να εκτελεστείς προσωπικά από μένα!! Αθώε τύπε! Μα, μαρτύρησα εγώ πότε, ποιος, και από ποιόν;
Λοιπόν: Το πρόγραμμά μας. Θα εκτελείται μουσική. Και ένας πελάτης. Θα γίνεται με λοταρία. Ημερομηνία άδηλη. Κάποιο βράδυ. Στη λοταρία, χρυσέ μου θεατή, τον λαχνό θα τον τραβάς εσύ, όχι εγώ. Και αν ποθείς να είσαι εσύ ο λαχνός, να μου προσέρχεσαι κάθε βράδυ. Και πού θα σου πάω, κάποιο βράδυ θα βγάλεις από την κληρωτίδα το όνομά σου, δεν μπορεί να είσαι μόνιμα εκτός τύχης. Γίνε μόνιμος θαμώνας. Και κάποια στιγμή θα κληρωθείς: το θύμα της βραδιάς. Θα σε καταστήσω διάσημο. Μπορώ να σου τραγουδάω και κάτι θορυβώδες μετά, ή κατά: Κάτι νοσταλγικό: του στυλ, καθιστή στην κουπαστή ιππαστί σαν τραβεστί μικροαστή ¬ κάτι παρεμφερές.
Ξέχασα να το ανακοινώσω στο διαφημιστικό: το πρόγραμμα εκφωνείται σε γλώσσα αμερικανική. Διανθισμένο με σουξέ γνωστού κλασικού βάρδου «να ζει κανείς; Ή να μη ζει κανείς;», άσματα από τον Εμφύλιο Πόλεμο και την Εμφυλία Δημοκρατία. Διανοούμενοι, εν συνεχεία, θα προβούν στην αρμόδια αποσοδόμηση.
¬ Λιποταχτείς; Ψάχνεις γύρω για ξύλο, να το χτυπήσεις; Ματαιοπονείς. Τώρα όλα τα ξύλα είναι πλαστικά. Και το τίμιο ξύλο.
Όμως, ένας μόνο φόνος, είναι ασφαλές αντίδοτο για την ανία; Θα προτιμούσα κάτι ομαδικό ¬ βλέπεις, εγώ, ως κομπέρ και ως άνθρωπος, ονειροπολώ κάτι ομαδικό, πρωτοποριακό, χιτλερικό, κοινωνικό. Εάν εργάζομαι σκληρά αποταμιεύω, κόψω το τσιγάρο και το φόρο, τότε θα μπορέσω να αγοράσω ένα αεροπλάνο, μεταχειρισμένο, και έξι χιλιάδες κιλά κόκα (μην πάει ο νους σας στην κόκα-κόλα), έχω κολλέγα εξ Αλβανίας. Άλλωστε ελπίζω να το έμαθες: η κυβέρνηση τοποθέτησε στα σύνορα Αλβανοφύλακες. Κι έτσι, τώρα πλέον, οι Αλβανοί (σας) δεν θα μπορούν πλέον να δραπετεύουν. Θα μείνουν κοντά σας. Για πάντα σας.
Θα απογειωθώ, λοιπόν, στον ουρανό το γαλανό τον αττικό, και θα του κάνω έναν ψεκασμό, έξι χιλιάδων κιλών. Κόκα άχνη. Φαντάζεσαι τον Παρθενώνα μεταποιημένον σε κουραμπιέ;
Σ' ερεθίζω; Εμένα όχι, δεν είμαι ολιγαρκής.
Εγώ άλλα ονειροπολώ (ονειροπωλώ). Στα εθνικά σου γενέθλια, θα ήθελα να έχω τα χρήματα ν' αγοράσω ένα κουταλάκι του γλυκού και μερικές χιλιάδες κιλά ηρωίνη. Ή, αν δεν βρω στην αγορά, να ψώνιζα υδροκυάνιο, έχω κολλέγα εξ Αλβανίας και Κολομβίας. Και να πήγαινα πικ-νικ στη λίμνη Μαραθώνος. Να έριχνα μέσα μεθοδικά τα ψώνια μου, να τα διαλύσω απαλά με το κουταλάκι του γλυκού ¬ για σένα. Από μένα για σένα. Αφιερωμένο εξαιρετικά.
Όνειρα. Με τόσο ΦΠΑ και ΙΚΑ που απαιτείται για αγορά τέτοιων ειδών πολυτελείας, αυτά είναι όνειρα για Αμερικάνους, όχι για κομπέρ σε καμπαρέ.
Πάντως, έτσι θα ζούσα πια βίον αθόρυβο, στην πλέον αθόρυβη πρωτεύουσα του κόσμου. Θα με έκαναν άραγε εθνικό ευεργέτη; Μπα. Αυτά, μόνο αν είσαι ποδοσφαιριστής σου τα επιδαψιλεύει το Έθνος. Πάντως μία καλή κουβέντα πάντα είναι καλόδεχτη.
Ποθείς και συ ν' ακούσεις καλή κουβέντα; Από μας; Μην περιμένεις. Διότι τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματά σου, αθώε μου, είναι ένα: εμείς οι άλλοι.
Μην κλαις. Δεν είναι της μόδας.

Copyright©Παύλος Μάτεσις και Τα Νέα


αρχή σελίδας

Λίτσα Χατζοπούλου: Μύθοι και παραδόσεις

Με αφορμή ένα post του «Ροΐδη» (ψευδώνυμο ενός σύγχρονου blogger Ροΐδη...)

Πριν από μερικές μέρες, ο Ροΐδης καταπιάστηκε με το θέμα της διδασκαλίας λαογραφικών παραδόσεων (δέστε εδώ), υποστηρίζοντας ότι δι' αυτών μπορεί να συντηρούνται ρατσιστικές νοοτροπίες. Φυσικά, οι αντιδράσεις ήσαν αναμενόμενες: ανωνύμως και επωνύμως, ο Ροΐδης κατηγορήθηκε, με τη συνήθη φρασεολογία, ότι επιζητεί να ισοπεδώσει τα ιερά και τα όσια.
Το βρήκα εξαιρετικά διασκεδαστικό. Διότι, η λαϊκή παράδοση θεωρείται, από τους διαφωνούντες με τον Ροΐδη, ως το νάμα της φυλής, το απολύτως αληθές, σωστό και ωραίο. Αποκαλύπτει την ταυτότητά μας, τη μοναδικότητά μας και «άλλα ηχηρά παρόμοια». Και φυσικά, όποιος κατηγορεί τη λαϊκή παράδοση, ουσιαστικά είναι ανθέλλην.
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Και αυτά τα πράγματα είναι πολλά: κατ’ αρχάς, πότε μας προέκυψε (και εν Ελλάδι και διεθνώς) αυτή η ιστορία με τη λαϊκή παράδοση; Ποιος ήταν ο ρόλος της; Σε τι μπορεί να χρησιμεύει; Πώς μπορούμε να τη χειριστούμε – πέραν του να διοργανώνουμε φολκλορικού τύπου αναπαραστάσεις παλαιών εθίμων; Πλείστα όσα ερωτήματα, και δεν ξέρω αν χωράνε σ’ ένα post.
Η λαογραφία, η μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, συνδέθηκε στην Ευρώπη με δύο παραμέτρους – το ρομαντισμό και τη δημιουργία εθνικών κρατών. Οι ρομαντικοί βρήκαν στα δημοτικά τραγούδια, λ.χ., την καλύτερη επιβεβαίωση των θεωριών τους περί εμπνεύσεως, γλώσσας, γνησιότητας και ορμητικής έκφρασης συναισθημάτων. (Είναι δε ειρωνικά ενδιαφέρον ότι οι μπαλλάντες του Ossian, ενός κέλτη βάρδου, που λατρεύτηκαν από τους άγγλους ρομαντικούς, αποδείχτηκαν αργότερα πλαστές, επινοημένες από τον «εκδότη» τους, τον James Macpherson). Ωστόσο, η γένεση του λαογραφικού ενδιαφέροντος δεν είναι προϊόν του ρομαντισμού. Παράγεται από την αλληλεπίδραση ποικίλων παραγόντων που διαρκεί αρκετά χρόνια και εκδηλώνεται για πρώτη φορά στα 1774, όταν εκδίδεται η δίτομη ανθολογία του γερμανού διαφωτιστή Herder, με τίτλο «Παλαιά λαϊκά τραγούδια». Ο Isaiah Berlin έχει αναλύσει με εξαιρετική σαφήνεια τούτο το παράδοξο: αν και διαφωτιστής, ο Herder υποστηρίζει πως κάθε λαός έχει τη δική του ιδιοσυγκρασία, τα δικά του νοοτροπικά, κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τα οποία διαμορφώνονται από μια σειρά αντικειμενικών παραγόντων, όπως το κλίμα και η γεωγραφική θέση. Αυτός ο ισχυρισμός όμως αντιστρατεύεται τη θεμελιώδη αρχή του Διαφωτισμού ότι υπάρχουν καθολικές αρχές, που ισχύουν για όλους τους ανθρώπους• αν μη τι άλλο, ο Herder επιμένει ότι το γούστο, η συγκίνηση, η έκφραση συναισθημάτων δεν υπόκεινται σ’ αυτήν την αρχή.
Είναι γνωστό ότι ο Herder αργότερα θεωρήθηκε πρόδρομος του ναζισμού. Στην πραγματικότητα, ασχολήθηκε με τον προσδιορισμό του «γερμανικού έθνους» (δεν τον ονομάζω «εθνικιστή», επειδή σήμερα ο όρος έχει φορτιστεί αρνητικά – όμως στην πραγματικότητα του 18ου-19ου αι., η υποστήριξη της δημιουργίας εθνικών κρατών ήταν μια επιλογή προοδευτική, αν αναλογιστεί κανείς ποιο ήταν το κυρίαρχο πολιτικό-πολιτειακό μοντέλο και τι ακριβώς επεδίωκε η Ιερά Συμμαχία). Και, δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία αυτή ξεκίνησε από τη Γερμανία, που με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας είχε διασπαστεί σε μικρά κρατίδια• έτσι, ο εντοπισμός των κοινών πολιτισμικών χαρακτηριστικών θα αποσαφήνιζε ποιο είναι το γερμανικό έθνος, συνεπώς θα όριζε εκ των πραγμάτων τα εδάφη που αυτό θα έπρεπε να περικλείει (αντίστοιχη εξέλιξη είχαμε και στην Ιταλία, επίσης διασπασμένη σε μικρά κρατίδια, που φτάνει στην ενοποίησή της στα μέσα περίπου του 19ου αι.)
Η λαογραφία, λοιπόν, ακόμη κι αν γεννήθηκε από το γνήσιο και αμερόληπτο ενδιαφέρον για τον προσδιορισμό των κοινών χαρακτηριστικών ενός λαού, συνδέθηκε άμεσα με πολιτικές και γεωπολιτικές ανάγκες και επιλογές. Τούτο δεν καθιστά ύποπτο το περιεχόμενό της (επιμένω στη διάκριση μεταξύ «ουσίας/περιεχομένου» και «χρήσης», για να συνεννοούμαστε), όμως καταδεικνύει μια πραγματικότητα: αν προορίζεις μια δραστηριότητα για συγκεκριμένο σκοπό, τότε θα υπερτονίσεις κάποια στοιχεία της και θα παραβλέψεις άλλα.
Για να έρθουμε στα καθ’ ημάς, όπου συμβαίνουν διάφορα παράδοξα. Η λογική προσδοκία είναι ότι ανάλογος θα ήταν ο ρόλος του λαογραφικού ενδιαφέροντος και στην περίπτωση της Ελλάδας, αφού ισχύουν και οι δύο προϋποθέσεις: η κυριαρχία του ρομαντισμού και η δημιουργία ενός εθνικού κράτους. Όμως, δεν έγινε έτσι ή τουλάχιστον δεν ξεκίνησε έτσι το πράγμα. Ο σταθερός ιδεολογικός άξονας αναφοράς, τόσο της ελληνικής επανάστασης όσο και του ελληνικού κράτους, ήταν η αρχαιότητα (κυρίως δε, η περίοδος από τους περσικούς πολέμους μέχρι τα χρόνια του Αλεξάνδρου• είναι γνωστό ότι ο νεοελληνικός Διαφωτισμός θεωρούσε τον Αλέξανδρο ως καταστροφέα της αρχαίας δημοκρατίας). Έτσι, παρ’ όλο που υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον για τα δημοτικά τραγούδια στα προεπαναστατικά χρόνια, η παράμετρος της λαϊκής παράδοσης δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την ίδρυση του κράτους. Η ελληνική ρομαντική ποίηση, αν και ξεκινά από διαφορετική αφετηρία, καταλήγει να είναι καθαρολογική και συντηρητική αισθητικά και ιδεολογικά, εφόσον, μέσω των πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών, συνδέεται άμεσα με την πολιτική αναγκαιότητα.
Η θεωρία του Fallmerayer, ο οποίος απέρριψε την ιδέα της καταγωγής των νεότερων Ελλήνων από τους αρχαίους, ανακίνησε βέβαια το ζήτημα, αλλά οι πρώτες αντιδράσεις των Ελλήνων λογίων κινήθηκαν επίσης στον άξονα της αρχαιότητας. Μετά το 1850 άρχισε να διευρύνεται το πεδίο ώστε να περιλάβει και τη λαϊκή παράδοση. Ήταν φυσικό, επειδή εκείνη την εποχή ο Κων. Παπαρρηγόπουλος διατυπώνει το περίφημο σχήμα της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα, δια του Βυζαντίου, στη σύγχρονη εποχή. Έτσι, με δεδομένο πλέον το ιδεολογικό πλαίσιο, η λαογραφία εκλήθη να παράσχει τις απαιτούμενες αποδείξεις (βλ., λ.χ., τη Μελέτη επί του βίου των νεωτέρων Ελλήνων του Ν. Γ. Πολίτη το 1871, όπου οι παρούσες παραδόσεις των νεοελλήνων ανάγονται σε αντίστοιχες των αρχαίων, ενώ εξετάζεται και η επιβίωσή τους στα βυζαντινά χρόνια). Ο Ν. Γ. Πολίτης, όμως, δεν ήταν ο πρώτος: ήδη από το 1852 ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (που εισήγαγε τον όρο «ελληνοχριστιανικός») προβάλλει τα δημοτικά τραγούδια ως ασφαλέστερα τεκμήρια της ταυτότητας του νεοέλληνα και θεωρεί ότι αυτά μπορούν να σώσουν το έθνος (και τη λογοτεχνία του) από τις ολέθριες δυτικές επιδράσεις, ιδίως δε από την επίδραση του «ανήθικου» ρομαντισμού (σημειώνω εδώ το ελληνικό παράδοξο: η δημοτική ποίηση χρησιμοποιήθηκε ως αντίδοτο στον ρομαντισμό, σε αντίθεση με ό.τι συνέβη στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία). Παρόμοια γράφει το 1869 και το 1873, ο (πρώην ρομαντικός) ποιητής Σπ. Βασιλειάδης, και το 1877 ο Εμμ. Ροΐδης (στο περίφημο δοκίμιό του «Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως», όπου υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, την προκλητική για την εποχή του θέση ότι ο χριστιανισμός ελάχιστα επέδρασε στην ελλ. δημοτική ποίηση: «Μόνα αυτού ίχνη ανακαλύπτωμεν εν τη δημοτική ημών ποιήσει ολίγα τινά ράσα, κηρία, κόλλυβα, λιβάνια και κατακλείδια».) Με εξαίρεση τον Ροΐδη, ο Ζαμπέλιος και ο Βασιλειάδης καταφέρονται εναντίον του ρομαντισμού και προτείνουν τη δημοτική ποίηση ως βάση για τη δημιουργία «αληθώς ελληνικής λογοτεχνίας», προκειμένου το έθνος να συγκεντρώσει τις υγιείς και ηθικές του δυνάμεις και να επιτελέσει τον προορισμό του στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας. Έστω και αργά, λοιπόν, η λαογραφία στην Ελλάδα εντάσσεται σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο και σαφές πολιτικό πλαίσιο.
Νομίζω πως τα ιστορικά παραδείγματα είναι αρκετά για αποκαλύψουν το είδος και την έκταση της ιδεολογικής χρήσης ενός υλικού, που αν κανείς το χειριζόταν διαφορετικά θα οδηγούσε σε άλλα δεδομένα. Για παράδειγμα, ήδη από τον 19ο αι. είχε διαπιστωθεί ότι κάποια δημοτικά τραγούδια (όπως «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού») υπήρχαν σε παραλλαγές σε όλο το βαλκανικό χώρο μέχρι τα εδάφη της σημερινής Γερμανίας• σε αντίστοιχα πορίσματα κατέληξε η έρευνα του Samuel Baud-Bovy για «Της Άρτας το γιοφύρι» (ακολουθώντας, όμως, αυτή τη γραμμή σκέψης, για ποια μοναδικότητα αισθήματος και λαϊκής δημιουργίας θα ομιλούσαμε); Αλλά, δεν είναι μόνο τα δημοτικά τραγούδια: οι εθνολόγοι και οι ανθρωπολόγοι μιλούν για κοινούς μυθολογικούς πυρήνες που ανευρίσκονται λ.χ. στους μεσογειακούς λαούς, οι οποίοι επίσης έχουν παρόμοιες συνήθειες, έθιμα και παραδοσιακές πρακτικές (δεντρολατρεία, λ.χ., λαϊκές αντιλήψεις για το ψωμί, το κρασί και το λάδι κ.ο.κ.) Από μιαν άλλη σκοπιά, λοιπόν, η λαογραφία, η μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, εκτός του να προσδιορίσει την ταυτότητά μας σε αντιδιαστολή με τους άλλους (καταδεικνύοντας τις διαφορές), μπορεί επίσης να αποκαλύψει ποια είναι τα κοινά μας στοιχεία με τους άλλους – και αυτό είναι το σύγχρονο αίτημα των μελετητών του γεωπολιτισμού σε διεθνές επίπεδο, ως αντίδραση στη «νέα παγκόσμια τάξη».
Πέρα από την ιδεολογική/πολιτική της χρήση, όμως, η λαογραφική έρευνα έδειξε ότι όντως η συντριπτική πλειονότητα των παραδόσεων και των εθίμων μπορεί ν’ αναχθεί στην αρχαιότητα – σχεδόν όλα τα ευετηριακά έθιμα παραπέμπουν σε διονυσιακές τελετές• ομοίως τα περισσότερα ταφικά έθιμα (σε μερικές περιοχές της Ελλάδας, βάζουν, λ.χ., ένα μεταλλικό νόμισμα στα δάχτυλα του νεκρού – για να μη μιλήσω τώρα για το κρασί που ρίχνουν στο χώμα πριν ξεκινήσει ένα γλέντι «για τους θεούς και για τους πεθαμένους», όπως λένε)• ομοίως οι αιματηρές θυσίες (ο κόκορας που σφάζεται στη θεμελίωση του σπιτιού ή ο «Μπέης», στη Θράκη, όπου σφάζεται ένας κριός μπροστά στο άροτρο). Λογικό δεν είναι; υπήρχε ζωή πριν από το χριστιανισμό. Αρκετά από τα προϋπάρχοντα έθιμα, η εκκλησία τα αφομοίωσε, επανερμηνεύοντάς τα (λ.χ., η πρακτική της δεντρολατρίας δεν εξέλιπεν, ακόμη και σήμερα οι άνθρωποι κρεμάνε τάματα σε «ιερά δέντρα», μόνο που αυτά τα ιερά δέντρα συνδέονται πλέον με κάποιον άγιο, φύονται σε περιβόλους ναών κλπ.), άλλα δεν κατάφερε να τα καταπολεμήσει και απλώς τα ανέχθηκε (λ.χ. το καρναβάλι, την πρωτομαγιά).
Φυσικά, όσοι τηρούν αυτά τα έθιμα, σπανίως γνωρίζουν την προέλευση και την ιστορία τους – τα τηρούν διότι έτσι έμαθαν από τους παππούδες τους. Όσοι όμως ανάγουν τη λαϊκή μας παράδοση σε θέσφατο, γνωρίζουν άραγε το πραγματικό της περιεχόμενο; Αναρωτιέμαι - ο Ροΐδης θα δεχόταν τα επικριτικά σχόλια που δέχτηκε, αν λ.χ. αντί για τους θρύλους που παρέθεσε, επέλεγε να αναφερθεί σε παραδόσεις/έθιμα όπου είναι εμφανής η πίστη στη μαγική λειτουργία των αντικειμένων (κυρίως στα αποτροπαϊκά έθιμα); Φαντάζομαι ότι αυτά θα καταδικάζονταν συλλήβδην ως ανόητες προλήψεις. Και τι συμβαίνει με συνήθειες που εμπλέκουν χριστιανικά σύμβολα; Όταν, λ.χ., ζυμώνεις ψωμί, πρέπει «σταυρώσεις» το ζυμάρι, δηλ. να «χαράξεις» επάνω του με το χέρι σου το σημείο του σταυρού, και μετά να το αφήσεις να φουσκώσει• επίσης, λένε ότι αν θέλεις να φτιάξεις προζύμι, πρέπει να βουτήξεις στο νερό ένα κλωνί βασιλικό που θα τον έχεις πάρει από την εκκλησία στις 14 Σεπτεμβρίου, διαφορετικά το προζύμι δεν φουσκώνει (φυσικά, φουσκώνει, χημική αντίδραση γίνεται, το έχω δοκιμάσει άπειρες φορές): λοιπόν, αυτά είναι επίσης ανόητες προλήψεις ή όχι;
Οι παραδόσεις, οι μύθοι, οι θρύλοι, ό,τι τέλος πάντων περιλαμβάνεται στον όρο «λαϊκή παράδοση», αντανακλούν τη νοοτροπία, τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις περασμένων εποχών. Ακολουθώντας το μίτο τους, μπορείς να κινηθείς μέσα στο λαβύρινθο του παρελθόντος για να διαπιστώσεις συνέχειες ή ασυνέχειες, σχέσεις και αλληλεπιδράσεις. Πρωτίστως είναι υλικό για μελέτη (το αν κανείς τις τηρεί ή όχι είναι προσωπική υπόθεση), και ως τέτοιο υπόκειται επίσης σε κριτική, σε ανάλυση, σε αξιολόγηση. Το γεγονός ότι κάποιος επισημαίνει πώς χρησιμοποιήθηκε μια αντίληψη, μια ιδέα, μια θεωρία, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι περιφρονεί ή απορρίπτει αυτήν την ιδέα. Αυτονόητο, θα μου πείτε. Ναι, αυτονόητο. Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε.
______
Πηγές:
Isaiah Berlin, Οι ρίζες του ρομαντισμού, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου, Αθήνα: Scripta 2000
Isaiah Berlin, Κόντρα στο Ρεύμα. Δοκίμια για την Ιστορία των Ιδεών, μτφ. Μαρία Ν. Καστανάρα, Αθήνα: Scripta 2003
Robert Graves, Η Λευκή Θεά, Αθήνα: Κάκτος 1998
Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος, Αθήνα 1852
Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ; Σκέψεις περί ελληνικής ποιήσεως, Αθήνα 1859.
Δικηγόρου Πάρεργα. Οι Καλλέργαι – Λουκάς Νοταράς. Δραματικά δοκίμια Σ. Ν. Β[ασιλειάδη], Αθήνα 1869 (ο πρόλογος)
Σ. Ν. Βασιλειάδης, Γαλάτεια στο Αττικές Νύκτες, Ι, Αθήνα 1873

Copyright©Λίτσα Χατζοπούλου

αρχή σελίδας

Νέστορας Πουλάκος: Εκεί Που Πάγωσε ο Χρόνος : Ότι Απόμεινε Από την Ευτυχία του Τζο Άρνες [11 – 21 / 05 / 06]

Μη τόπος, μη χρόνος. Παρελθόν και μέλλον σε σύγχυση. Επιβιώνει μόνο το αστρικό παρόν, ο μόνος δρόμος απόδρασης. Ο τελευταίος χαιρετισμός στου πλανήτες του Γαλαξία, λίγο πριν όλα γίνουν σκόνη. Το μόνο που απόμεινε σε αυτή την απελπισμένη πτήση είναι η έκκληση για ένα θεϊκό σημάδι, ένα μήνυμα από τον χειριστή της μοίρας, μια απροσδόκητη παρέμβαση..”

Στην αίθουσα αναμονής αποσκευών του ελληνικού αεροδρομίου, ένας ψηλός άντρας, με μακριά ατίθασα μαύρα μαλλιά, περιμένει απόλυτα ήρεμος την έλευση των δικών του πραγμάτων. Είναι στα μαύρα ντυμένος, sport σακάκι, προσεγμένο πουκάμισο με το ανάλογο παντελόνι και με τη κλασσική ζώνη με την ασημί αγκράφα. Οι καουμπόικες μπότες, του δίνουν έναν αέρα απελευθερωτικό, ασυμβίβαστο, χωρίς πρέπει και μη. Κάποιος του είχε πει ότι τα παπούτσια σκιαγραφούν τη προσωπικότητα του ανθρώπου που τα φορά, και αυτός το πήρε πολύ στα σοβαρά. Έγινε ψυχολόγος υποδημάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να βρει αυτά που του ταιριάζουν πραγματικά. Πάντοτε είχε εμμονές με τα μικροπράγματα που του γλυκαίνουν την ζωή.

Επιστρέφουμε στην αίθουσα αναμονής. Οι βαλίτσες του αργούν, είναι μάλλον από τους τελευταίους. Κάνει το τελευταίο τσιγάρο Camel που του έχει απομείνει στο μαλακό πακέτο, που του άρεσε πάντα να αγοράζει. Η ίδια μάρκα τσιγάρων από τα λυκειακά του χρόνια, όταν έβλεπε τα πρώτα του western από τον John Ford και τον Sergio Leone. Μια γλυκιά κοπέλα παραδίπλα του ζητά φωτιά. Της ανάβει το τσιγάρο και του χαμογελά πονηρά. Εκείνος όμως δεν αντιδρά, όπως θα έκανε συνήθως. Η επιστροφή του μετά από τόσα χρόνια στον τόπο που πληγώθηκε ήταν για αυτόν δύσκολη. Ας όψεται η καριέρα -που ανοιγόταν μπροστά του- και οι γονείς του, που τόσο του είχαν λείψει. Η πτήση που είχε πάρει σχεδόν μεθυσμένος από το Καράκας κάποιες μέρες πριν, ήταν κάτι που πάλευε μέσα του καιρό τώρα. Αλλά το μεσκάλ λειτούργησε πολύ φαίνεται, κι ας ήταν νοθευμένο κι όχι αυθεντικό όπως το έπινε ο ήρωάς του, ο Geoffrey Firmin. Ούτε κι ο ίδιος δεν ξέρει πόσες μέρες ταξίδευε, ήταν τόσο χάλια ψυχολογικά, που τα χάπια που του είχε δώσει εκείνος ο περίεργος μιγάς στο μπαράκι τότε, το βράδυ πριν τη πτήση για μόλις ένα δολάριο, τον είχαν κάνει να ταξιδεύει σε έναν μη τόπο, μη χρόνο.


Επιτέλους οι αποσκευές του έφτασαν. Δυο μαύρες δερμάτινες βαλίτσες γεμάτες αναμνήσεις χρόνων. Τοποθετεί τα γυαλιά ηλίου του στο στέρνο του. Είναι έτοιμος να μυρίσει έναν αέρα, που είχε υποσχεθεί κάποτε να μην ξαναμυρίσει ποτέ. Εκείνο το βράδυ, που γυμνός από συναισθήματα και με μια καρδιά να πάλλεται μεταξύ ζωής και θανάτου, είχε γευτεί το τελευταίο ποτό από εκείνον τον θηλυκό διάβολο.. Τι σκέφτεται πάλι! Βρίσκεται στο αίθριο του αεροδρομίου. Κοντοστέκεται πριν πάει στον χώρο στάθμευσης, στον οποίο η αδερφή του τον είχε ενημερώσει, ότι είχε αφήσει τον αγαπημένο του σκαραβαίο, πιο καινούριο από ποτέ. Βαριανασαίνει. Δεν αντέχει, κι όμως. Τόσα χρόνια μετά, τόσες λίγες στιγμές μαζί της, τόσο έντονα συναισθήματα. Ούτε και με τον χρόνιο εφηβικό του έρωτα έτσι! Ήταν η τελευταία του ελπίδα για να μείνει στον άχρωμο τόπο που ζούσε. Να γευτεί τον αστείρευτο έρωτα που τόσο επιθυμούσε. Έχουν περάσει τόσα χρόνια, τόσες εμπειρίες, τόσες γυναίκες, τόσες αυτοκαταστροφές, τόσες ευκαιρίες να την ξεχάσει. Κι όμως.. Είχε ξεχάσει τον τόπο του καθώς προχωρούσε στο αμάξι. Του φαινόταν ξένος. Ένιωθε ξένος. Ένιωθε αναλώσιμος για μια ακόμη φορά.

Πλησιάζει τον χώρο στάθμευσης. Παρατηρεί ένα ζευγάρι να διαπληκτίζεται. Νοσταλγεί. Πόσο καιρό έχει να κάνει κάτι τέτοιο.. Μια γυναικεία γκρίνια, ένα μήνυμα, ένα "σ' αγαπώ", ένα "μου έλειψες", ένα "μωρό μου", ένα ερωτικό καβγαδάκι γιατί "κοίταξα μια άλλη".. Χρόνια! Κι όμως τη θέλει ακόμα.. Που να 'ναι άραγε; Τι να κάνει; Eίναι ακόμα ερωτευμένη με αυτόν ή κάποιος τυχερός αγγίζει τα χείλη του στα απαλά, τα τρυφερά, τα δικά της χείλη, τα σχεδόν μωρουδίστικα που τα λάτρεψε από τη πρώτη στιγμή και τα χάρηκε τόσο λίγο. Βρίσκει το αγαπημένο του κατσαριδάκι. Ίδιο όπως τότε. Να γυαλίζει το μαύρο του τρίχωμα, να λαμπυρίζουν τα μαύρα του δερμάτινα καθίσματα και το cd player, που του είχε πάρει δώρο ο θείος του ο ροκάς, ο Θού, να παίζει αιώνια τη φωνή που λάτρεψε όσο καμία άλλη : Barry White και Love Song για κείνην, στο δρόμο προς το αεροδρόμιο από αυτή τη πλατεία των δυτικών προαστίων που του ζήτησε να φύγει - τότε ξημερώματα Σαββάτου- γιατί "δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή".. Αχ! αναφωνεί. Θυμάται πως έφυγε από αυτό το σημείο και πως γύρισε. Είναι πλέον ο Τζο Άρνες, ο τελευταίος της "γκόνζο" δημοσιογραφίας, που γυρνάει τον κόσμο και γράφει για αυτά που βιώνει, που ζει μέσα του, που μάχεται για τα ιδανικά του, που πίνει τα λεφτά του, που καπνίζει τα πνευμόνια του, που "φτιάχνει" το μυαλό του για να μη θυμάται όταν δεν πρέπει αυτά που δεν πρέπει, που τρέχει να προλάβει τη τελευταία καρδιά που του δόθηκε, που τρέχει να προλάβει να δώσει και τη δική του, που εκσπερματώνει σε γυναικεία κορμιά που δε θέλει αλλά και θέλει χωρίς πάλι να θέλει τόσο ώστε να δώσει τη καρδιά του εκεί που καταλήγουν τα υγρά του. Για αυτόν ο έρωτας είναι σπέρμα και αγάπη μαζί. Άρα τι ψάχνει; Αυτό το ελάχιστο που ένιωσε τότε, που έχασε γρήγορα, που δεν ξεχνά ποτέ..

Μπαίνει στο αμάξι που τόσο λάτρεψε και τόσο τον συντρόφεψε σε όλες του τις ευτυχισμένες στιγμές, είτε αυτές του προκαλούσαν γέλιο, είτε απέραντη θλίψη σε μια Ανταρκτική χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Βάζει μπροστά τη μηχανή. Ακούει τον ήχο της. Θυμάται τότε :


“σήμερα, η ζωή μου όλη σήμερα, χθες αλλιώτικα σκεφτόμουνα, το αύριο ονειρευόμουνα.. η ζωή που περνά και χάνεται, η στιγμή που ποτέ δε πιάνεται, μάτια μου.. μια στιγμή και μ' αφήνεις μόνον μου, να σε δω κι ας τελειώσει ο χρόνος μου”. Σκέφτεται τη δική του μούσα, όπως και ο Καβάφης. Την δική του, τη Λου του. Λου την έλεγαν. Την λένε; Τότε που είχε παγώσει ο χρόνος για αυτόν, που σκεφτόταν εκείνη, με το υπέροχο χαμόγελο.. Ναι, εκείνο που τα γλυκά της ουλάκια φαίνονταν, τα μικρά της δοντάκια ξεπρόβαλαν ξαφνικά. Τα λάτρεψε, έστω και λίγο. Το λάτρεψε έστω και λίγο το χαμόγελο της Λου. Κάπου εκεί πάγωσε οριστικά ο χρόνος, πριν τόσα χρόνια στις 14 του Απρίλη..

“Θες στ' αλήθεια; Ναι.. Να φτιάξω μια ιστορία για μένα! Αυτό που μου έμαθε η αιώνια ματιά μου θέλω να το μεταλλάξω, να διατηρήσω ένα βλέμμα, μια κραυγή, μια ξινή μυρωδιά. Είμαι πολύ καιρό απ' έξω. Πολύ καιρό απών. Πολύ καιρό έξω από τον κόσμο. Άσε με να μπω στην ιστορία του κόσμου έστω και για να κρατήσω ένα μήλο! Κοίτα αυτά τα φτερά, εκεί, στο νερό ήδη εξαφανίστηκαν. Κοίτα, τα σημάδια στην άσφαλτο και η γόπα, ο αρχέγονος ποταμός έχει ξεραθεί και μόνο οι σημερινές στάλες βροχής τρέμουν ακόμα. Κάτω ο κόσμος, πίσω από τον κόσμο!”


Το μαύρο γυαλιστερό κατσαριδάκι κατευθύνεται στη δεξιά λωρίδα αυτού του μεγάλου αυτοκινητόδρομου, που θυμάται ο Τζο, ότι φτιάχτηκε κάποια περίοδο μεγάλης οικονομικής ακμής για τη χώρα του. Ποια; Ποιανού; Είχε από καιρό αποποιηθεί οποιαδήποτε ταυτότητα, που να τον ορίζει πολίτη σε μια χώρα. Είχε ξεχάσει, τον είχαν ξεχάσει. Οι πιο πολλοί τουλάχιστον, του γύρισαν τη πλάτη, μετά και την ιστορία του στο Ναϊρόμπι λίγα χρόνια πριν. Δεν τον πολύ-ένοιαζε όμως. Γύρισε πίσω για ορισμένα πράγματα, παρολαυτά είναι μάταιο να μη σκέφτεται όλα αυτά που τον έχουν πονέσει!


Βλέπει τη ταμπέλα : "Έξοδος 9..". Τι θυμήθηκε πάλι! Εκείνο το καυτό πρωινό του Ιουλίου, που με έναν φίλο του διέσχιζαν αυτή την έξοδο, μετά από ένα πολύωρο ταξίδι γεμάτο ουσίες απ’ τα βόρεια, εκείνη τη παραθαλάσσια πόλη που παραθέριζαν για καιρό, όταν ένα τηλεφώνημα τους καλούσε σε κάποιο όμορφο νησί. Ανοίγει το ράδιο, το βλέπει που ξαφνικά φωτίζεται. Παίζει με τους σταθμούς για να παρατηρήσει αν κάποιοι έχουν παραμείνει στον αέρα από τότε.. Ακούει μια βαριά φωνή, αντρική, στην ιταλική γλώσσα, να αναφωνεί : “.. felicita..”. Κι όμως ναι..

«Ήταν σε εκείνο τον υπέροχο χώρο των βιβλίων και των τεχνών στο κέντρο της πόλης. Είχαν μόλις δει μια ταινία για τον Θεό, τον άνθρωπο, την εκδίκηση, την αγάπη, σε έναν σινεφίλ κινηματογράφο. Του πρότεινε να πάνε μετά εκεί, και αυτός δέχτηκε. Δε μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα, απολύτως τίποτα. Ήταν κάτι σαν ορμή από τα βάθη της ψυχής του, που του έλεγε να μην αντιστέκεται απέναντί της. Σε καμιά περίπτωση. Δεν του είχε ξανατύχει ποτέ πριν παρόμοιο συναίσθημα! Θυμάται ακόμα ότι ανέβαιναν τα μαρμάρινα σκαλιά αυτού του χώρου για να πάνε στο καφέ-εστιατόριο που διέθετε, και της αναπαρίσταναι με παιδική χαρά, την αγαπημένη του σκηνή, στον ίδιο χώρο, που είχε δει σε μια ταινία λίγο καιρό πριν. Εκείνη γελούσε και το απολάμβανε, κρατώντας στα χεράκια της πάντα την κατάλληλη τσάντα, κάνοντάς την μια μικρή κουκλίτσα..»

Το τραγούδι τελειώνει και ο Τζο, αυτός ο περίεργος τύπος που νομίζεις ότι μόλις έχει γυρίσει από κάποιον ακατανόητο προορισμό, ανασύρει στη μνήμη του όλο και πιο έντονα τις σκηνές από εκείνο το πρώτο, ερωτικό βράδυ του με την Λου..

«Μόλις είχαν παραγγείλει μερικές υπέροχες -όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια- λιχουδιές και έπιναν τις πρώτες γουλιές από τις παγωμένες μπύρες τους. Εκείνος προσπαθούσε να κάνει τα πάντα για να την εντυπωσιάσει. Εκείνη πάλι προσπαθούσε συνεχώς να τον προσγειώνει, όπως συνέβη και σ' όλες τις προηγούμενες φορές που είχαν συναντηθεί. Του έλεγε και τη προσωπική της περιπέτεια, για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της. Όμως αυτός είχε σκοπό να τη κερδίσει και τίποτε άλλο. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχε να νιώσει ότι πετάει στα σύννεφα. Είχε καιρό, αν όχι ποτέ του, να δει έναν φτερωτό άγγελο μπροστά του να του προσφέρει ένα κάψιμο στα χείλη, έναν δυνατό χτύπο στην καρδιά, ένα ακαριαίο θάνατο λίγων λεπτών με μόλις ένα βλέμμα. Φανταζόταν ότι αν είχε περάσει μαζί της ακόμα πιο πολλά, ίσως η καλύτερη λύση να μην ήταν η φυγή του, αλλά κάτι διαφορετικό.. Λίγο σκοτεινό, λίγο μακάβριο.. Ένα εβένινο κρεβάτι με λίγα κρίνα πάνω του ίσως! Την ακούει να γελάει δυνατά, να απολαμβάνει αυτό που συνέβη εκείνη τη στιγμή. Είχε μόλις κάνει το “κομμάτι” του στον σερβιτόρο, μόνο και μόνο για να κρατήσει ένα λεπτό αιώνιας χαράς στα μάτια του, βλέποντας αυτήν της την αντίδραση. “- Εεεε.. Συγνώμη, ένα λεπτό μόνο! Μήπως έχετε κάποιο κερί; Θέλω, ξέρετε, να κάνω ερωτική εξομολόγηση, εδώ, στην δεσποινίδα και θέλω ατμόσφαιρα. - Δυστυχώς, φίλε, δεν έχουμε, μα δεν σε φοβάμαι εσένα έχεις το κατάλληλο στυλάκι για αυτό που θες. - Το “παίζει” δύσκολη όμως, πρέπει να κάνω κάτι για αυτό. - Δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι..”.


Είχε μόλις λυγίσει η πρώτη της αντίσταση. Θα τα κατάφερνε, το πίστευε. Την ήθελε τόσο! Παίζει μαζί της, με μια στιχομυθία για το φιλί. Αυτή μπλοκάρει. Ακούγεται μια βαριά, αντρική φωνή, στην ιταλική γλώσσα : “..felicita..”. Ένα κόκκινο φως πέφτει στο πρόσωπό της, εκείνος χαμογελά από ευτυχία. Την πλησιάζει, εκείνη κοντοστέκεται, εκείνος την αγκαλιάζει όλο πάθος και την φιλά βαθιά. Την κρατάει να μη του φύγει. Δε θέλει να του φύγει, είναι ευτυχισμένος τώρα. Του λέει “τι μου έκανες τώρα..”, της απαντάει με ένα φιλί.»

Εκεί πάγωσε ο χρόνος της ευτυχίας στο μυαλό του, σε εκείνο το φιλί. Δε μπορεί να θυμηθεί αν πότε ξανά ένα φιλί, τον είχε βυθίσει στο πυθμένα της φαντασιακής ευτυχίας τόσο πολύ.. Ο Τζο Άρνες έφτασε μόλις στο πατρικό του. Διαπιστώνει ότι του έχει ξεφύγει ένα δάκρυ ή μήπως ήταν πάντα εκεί, παγωμένο όπως οι αναμνήσεις του για την Λου, χρόνια τώρα;

“Όταν ένας άντρας αγαπάει κάποια γυναίκα, δε μπορεί να έχει το μυαλό του πουθενά αλλού. Θ' αλλάξει τον κόσμο για το καλό που βρήκε. Αν είναι κακιά εκείνος δεν το βλέπει, λάθος εκείνη δε μπορεί να κάνει. Γυρίζει την πλάτη στους φίλους, αν την κακολογήσουν. Ξοδεύει και την τελευταία του δεκάρα, προσπαθεί να κρατήσει αυτό που χρειάζεται. Είναι έτοιμος να αφήσει όλες του τις ανέσεις και να κοιμηθεί στη βροχή, αν εκείνη του πει ότι εκεί πρέπει να γίνει.. Σου έδωσα όλα όσα είχα, για να κρατήσω εσένα, την πρώτη μου αγάπη. Μωρό μου, σε παρακαλώ, άσχημα μη μου φέρεσαι. Όταν ένας άντρας αγαπάει κάποια γυναίκα, δε μπορεί να έχει το μυαλό του πουθενά αλλού.”


Κάθεται στο καμαράκι των εφηβικών και φοιτητικών του χρόνων. Εκείνο που τον συντρόφεψε στις πρώτες δύσκολες στιγμές της επανάστασής του. Εκείνο που έκρυψε τους έρωτες του. Εκείνο που θυμάται τη πρώτη φορά που έκανε έρωτα, που έκλαψε για την εφηβική του αγάπη, που έκανε χόρτο, που ήπιε και έμεινε αναίσθητος για ώρα, που άκουγε Barry White βλέποντας τον έναστρο, καλοκαιρινό ουρανό της Αθήνας παρέα με τους μικρούς έρωτές του, την Ζυλ και την Μο. Του φαίνονταν όλα τόσο περασμένα, μα συνάμα τόσο νοσταλγικά και γλυκά που ήταν έτοιμος να πεθάνει και να αναστηθεί -όπως ο Ιησούς, στον οποίο καθόλου δεν πίστευε- ταξιδεύοντας σε εκείνα τα άδολα χρόνια, εκείνα τα γεμάτα έρωτα και χαμόγελα και δίψα για κάτι αιώνιο και παντοτινό, για μια γυναίκα με μάτια να λαμπυρίζουν, για έναν κόσμο που θα κυριαρχεί η ειρήνη και η αδελφοσύνη, για μια ζωή που θα πίνεις και θα γελάς, που θα συνουσιάζεσαι και θα κλαις από ηδονή.

«”..I can take my eyes of you, i can take my mind of you..”, τραγουδούσε ο σκαραβαίος, καθώς έσκιζαν τον γλυκό, ανοιξιάτικο αέρα, εκείνον τον νυχτερινό που τον ερωτεύεσαι και παράλληλα ερωτεύεσαι όλο και πιο πολύ τα μάτια που έχεις απέναντί σου, είτε είναι μαύρα, καστανά, μελί, γαλάζια ή πράσινα. Η Λου καθόταν στο κάθισμα του συνοδηγού. Του κρατούσε το χέρι, του το χάιδευε με τόση τρυφερότητα. Την κοίταζε και έλιωνε. Σε κάθε φανάρι τη φιλούσε όλο και πιο πολύ. Ευχόταν, σχεδόν, να συναντούσαν μόνο “κόκκινα” μέχρι τον προορισμό τους. Να την φιλούσε όλο και πιο πολύ, όλο και πιο έντονα, μέχρι να την κουράσει και να τον σιχαθεί. Δεν τον ενδιέφερε καθόλου να ακολουθήσει κάποια συγκεκριμένη τακτική, προκειμένου να “κολλήσει” μαζί του, όπως έκανε με τόσες άλλες, όπως γίνεται κάθε φορά στο ξεκίνημα των σχέσεων, με σκοπό εκείνο το μίζερο χέρι εξουσίας που πρέπει να έχει κάποιος από τους δύο. Ούτε ήθελε να της προσποιηθεί κάποιον άλλον, ούτε να της πει εκείνα τα μικρά ψεματάκια -το αλατοπίπερο για να σε θαυμάσει και να σε ερωτευτεί το πρόσωπο που σε ενδιαφέρει-, ούτε να κρατήσει κάποια απόσταση επειδή ήταν ακόμη αρχή, ούτε τίποτα από όλα τα καθιερωμένα κάθε φορά. Ήξερε κάτι απλό : την ήθελε σαν τρελός. Του είχε κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση στα εσώψυχά του, που δεν λογάριαζε τίποτα. Θα τα έλεγε όλα τόσο χύμα και τσουβαλάτα, που σιγά-σιγά διαπίστωνε ότι δεν λογάριαζε ούτε και την συμπεριφορά της ίδια της Λου. Τόσο λαχταρούσε να τα βγάλει όλα από μέσα του και να της τα δώσει απλόχερα, κι ας κόμπλαρε η ίδια και ας μπερδευόταν κι ας οτιδήποτε.

Έφτασαν εκεί που δεν έπρεπε όμως. Όταν ο Τζο φτάνει στον προορισμό του, ακόμη και για τις πιο απλές αποστάσεις, ένιωθε ένα απέραντο κενό. Πάντα του άρεσε η διαδρομή, ποτέ το τέρμα. Για αυτό και δεν ολοκλήρωνε ποτέ τίποτα στην ζωή του. Για αυτό και στα ταξίδια, του άρεσαν οι διαδρομές για το “μέρος” -το πήγαινε και το έλα-, ποτέ αυτό καθαυτό το “μέρος”. Για αυτό και του αρέσει ο θάνατος, εκείνοι οι μικροί θάνατοι στους οποίους επιδίδεται καθημερινά, γιατί απολαμβάνει το ταξίδι της ψυχής του στον Άδη, στον Παράδεισο ή στην Κόλαση. Και εύχεται αυτό το ταξίδι να είναι μακρινό, γιατί ξέρει πολύ καλά ότι εκεί όταν βρεθεί θα θέλει να ξαναπεθάνει.. Έτσι λοιπόν, όταν την έβλεπε να απομακρύνεται από τον μικρό, μαύρο σκαραβαίο του, ένιωθε κάτι περίεργο.


Ότι δεν θα την ξαναένιωθε στην αγκαλιά του, ότι δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ τα μάτια της, ότι τον πρόδιδε και του έπαιρνε πίσω αυτό το ελιξίριο ευτυχίας που του χάρισε λίγες ώρες πριν.

Τον καληνύχτισε και τον φίλησε σχεδόν ηδονιστικά. Ένιωσε ένα ρίγος, μια αίσθηση απεραντοσύνης της χαράς, ένα ζεστό άγγιγμα στην καρδιά. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το αγαπημένο του καμαράκι. Καθώς απομακρυνόταν, την παρατηρούσε ότι του χαμογελούσε μέσα από το θαμπό τζάμι του παραθύρου της. Ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που όμως έκρυβε κάτι βαθύτερο, όπως κατάλαβε εκ των υστέρων, που θα τον συνέθλιβε και θα τον έκανε να φύγει μια.. όχι όμως και για πάντα, όπως τελικά αποδείχθηκε. Σε εκείνο το χαμόγελο πάγωσε ο χρόνος για τον ηρώα μας. Τον άνθρωπο που μπορείς να λατρέψεις και να μισήσεις ταυτόχρονα. Τον άνθρωπο που λατρεύει να ερωτεύεται και αγαπά το να μισεί τρυφερά κάποια γυναικεία ύπαρξη, που τον έχει συνεπάρει. Αυτόν τον ψηλό άντρα με το στραβό τσιγάρο στην άκρη του στόματός του, που κοιτώντας τον θεωρείς ότι ο διάβολος τον έχει κυριεύσει και του έχει υποδείξει να λατρεύει τον Θεό. Τον Τζο Άρνες, που όταν είδε το χαμόγελο της Λου, έκλαιγε σα μικρό παιδί μέχρι να πιει το αγαπημένο του southern στο μπαλκόνι του σπιτιού του, ώστε να κάνει ένα γλυκό, θανατερό ταξίδι στον Μορφέα.. μέχρι την επόμενη μέρα, τότε που η χώρα του, του θύμιζε μια Ανταρκτική, και αυτός έπρεπε να πάει στην έρημο ώστε να μην κρυώνει από το μίσος της αγάπης που έζησε..».

“Γεννηθήκαμε σ' έναν ερειπωμένο κόσμο. Οι πόλεμοι είχαν τελειώσει. Γεννηθήκαμε μετά τη δόξα, μετά τα ιδανικά. Θρησκεία μας ήταν η απελπισία και πάθος μας η περιφρόνηση. Οι γυναίκες φορούσαν λευκά σαν νύφες, κι εμείς, παιδιά του αιώνα, ντυμένα στα μαύρα σαν ορφανά, τις κοιτούσαμε με άδεια χέρια και τη βάσφημία στα χείλη. Ζούσα σ' αυτή την έρημο, ντυμένος το μανδύα του εγωϊσμού, όταν ξαφνικά.. την συνάντησα!”

Το ξημέρωμα τον βρίσκει αποκοιμισμένο στη πολυθρόνα της βεράντας του.


Με τον ήλιο να του φωτίζει το πρόσωπο και με εκείνο το δροσερό καλοκαιρινό αεράκι του ξημερώματος να διαπερνάει το ταλαιπωρημένο -από καταχρήσεις- κορμί του. Ανοίγει τα μάτια του απότομα, κάπως βάναυσα εξαιτίας εκείνης της ηλιαχτίδας που καρφώνεται κατευθείαν εκεί. Ένα άδειο μπουκάλι κυλάει δίπλα από τα πόδια του. Το τασάκι είναι γεμάτο από αποτσίγαρα και στάχτες. Κοιτάζει το πακέτο και παρατηρεί ότι του έχει απομείνει ένα τελευταίο, στραβοκαμωμένο τσιγάρο. Εκείνη τη στιγμή ρίχνει ένα βλέμμα στην Αθήνα, που απλώνεται στα πόδια της θέας του, και βαριανασαίνει.. Με το ασημένιο zippo του ανάβει εκείνο το καταραμένο τσιγάρο και συνάμα προσπαθεί να αποσπάσει μια τελευταία γουλιά από το μπουκάλι με το ουίσκι. Αυτό ήταν. Ξύπνησε για τα καλά τώρα. Ήταν ώρα για μια βόλτα στο κέντρο και μια συνάντηση με τους καινούριους του εργοδότες.

Το μαύρο σκαραβαίο διασχίζει τους δρόμους του κέντρου μετά από πολλά χρόνια. Είναι σχεδόν άδειοι. Όλοι είναι διακοπές βλέπεις. Διακοπές ε; Είχε ξεχάσει και αυτόν τον όρο. Αφού πίστευε πως όλα αυτά τα χρόνια κάτι σαν σε διακοπές ζούσε. Το κέφι του έκανε και παράλληλα δούλευε στους δικούς του ρυθμούς ίσα-ίσα για να βγάζει τα ποτά, τα τσιγάρα και τα κεράσματα στις γυναίκες που κάθε βράδυ του έκαναν συντροφιά. Και αν δεν είχε και αυτές δεν ήξερε τι θα έκανε. Ήταν ένα καλό ακροατήριο, πέρα από όλα τα άλλα. Εντελώς ξένες με όλη τη σημασία της λέξης προς αυτόν, τους έλεγε τα όνειρα του, καυχιόταν για τα επιτεύγματα του στις δημοσιογραφικές αποστολές που διεκπεραίωνε, έκλαιγε στο στέρνο τους για τους χαμένους έρωτές του.. Ναι, ναι, ιδίως για αυτόν τον τελευταίο..

«Το επόμενο πρωί τον βρήκε ξύπνιο από πολύ νωρίς. Χωρίς να είχε κάτι να κάνει. Απλά ήταν τόσο γεμάτος από υπερένταση εξαιτίας της προηγούμενης νύχτας, είχε τόση ενέργεια συγκεντρωμένη μέσα του από την ευτυχία που κατέκλυζε το κορμί του, που ένιωθε πως θα μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο μέσα σε λίγα λεπτά. Ο έρωτας ε; Πόσο δυνατό μπορεί να σε κάνει. Πόσο Θεός μπορείς να είσαι για όσο διαρκέσει. Πόσο ψύχραιμα και καθαρά και προπάντων με το χαμόγελο στα χείλη, σα πεντάχρονο παιδάκι, μπορείς να αντιμετωπίσεις οτιδήποτε μπορεί να σου παρουσιαστεί εκείνη τη στιγμή.


Θυμάται ακόμα, ότι ντύθηκε βιαστικά και έτρεξε γρήγορα για να πιει έναν καφέ σε εκείνη την αναρχική πλατεία του κέντρου. Όταν έφτασε εκεί, έπινε τον αγαπημένο του φραπέ, κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, πείραζε συνεχώς τις σερβιτόρες, που ήταν καλές του φίλες από τα χρόνια του πανεπιστημίου, γελούσε δυνατά και απολάμβανε όσο τίποτε άλλο αυτή την ευτυχία. Είχε ήδη μιλήσει δύο φορές με τη Λου. Του είχε στείλει και μήνυμα. Του μιλούσε και στο τηλέφωνο γλυκά, που τον έκανε να λιώνει όλο και πιο πολύ. Αλλά αυτός δεν είχε ανάγκη. Είχε βρει την δική του όαση μέσα σε αυτήν καυτή έρημο των χρόνων που διένυσε. Όταν την έβλεπε να χαμογελά, φτερούγιζε τόσο πολύ η ψυχή του που νόμιζε ότι απογειώνεται για κάπου μακριά, σε μια χαμένη Ατλαντίδα ερωτευμένων ψυχών. Γύρισε σπίτι του. Είχε συνάντηση για ούζα με τον αγαπημένο του ξάδερφο. Έναν παράξενα ωραίο τύπο, με τη δική του ιστορία στον χώρο της αυτοκαταστροφής, για εκείνους τους σκληρούς ανθρώπους, που αποκαλούνται γυναίκες. Αν και έπεσε η διάθεση του, όταν του αρνήθηκε μια απογευματινή συνάντηση λίγο πριν αναχωρήσει για τη δουλειά της, είχε μια βραδινή κάλυψη ενός μουσικού γεγονότος κάποιου φεστιβάλ, σε κάθε του γουλιά, κάθε σταγόνα που άγγιζε το λαρύγγι του, ένιωθε ότι έβλεπε το πρόσωπο της, ότι όλος του ο κόσμος εκείνη τη στιγμή ήταν δικός της.
Η υπόλοιπη μέρα κύλησε με μπόλικη παρέα, άφθονο γέλιο και πολλές συζητήσεις. Τότε άρχισαν και τα πρώτα πειράγματα των φίλων του, όταν έκατσαν στο στέκι τους για ένα κρασί. Τον χαζό-ενοχλούσαν και μειδιούσαν μαζί του, όταν ο Τζο έκανε μια κίνηση που δύσκολα θα έκανε άλλες εποχές. Αρνήθηκε να ακολουθήσει την Άνι, σε μια ακόμη υγρή συνάντηση στο δωμάτιό της, από τις πολλές που είχαν κατά καιρούς. Εκείνη νευρίασε, οι φίλοι του χαίρονταν που τον έβλεπαν ερωτευμένο τελικά και εκείνος έτρεχε για να προλάβει να πει στην Λου του “καλή δουλειά”. Η εικόνα του ήταν γενικά τελείως χαζοχαρούμενη. Ανέβλυζε όμως έναν ερωτισμό και μια διάθεση για ένα ατελείωτο παιχνίδι.

Ενώ περιφερόταν από μπαρ σε μπαρ με τους φίλους του κάνοντας τρέλες, του καρφώθηκε στο μυαλό μια ιδέα. Προμηθεύεται μια αγαπημένη του ορχιδέα και κατευθύνεται σε εκείνη τη πλατεία, που πρωτοσυνάντησε λίγο καιρό πριν το ερωτικό χαμόγελο της Λου.


Ήταν τόσο χαρούμενος που θα την έβλεπε έστω και για λίγα λεπτά, πριν κοιμηθεί κατάκοπη από τη δουλειά. Και ένα δευτερόλεπτο να ήταν δίπλα της, νόμιζε πως διένυε μια αιωνιότητα. Ήταν απερίγραπτη η κατάστασή του! Κάπου εκεί όμως αρχίζει η κατάσταση να μυρίζει κατακλυσμό. Παρατήρησε κάτι μαύρα σύννεφα να περιφέρονται πάνω από το κεφάλι του. Η Λου δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα, ούτε καν στα μηνύματά του. Και ξαφνικά έχασε το κόσμο κάτω από τα πόδια του..»

Ο Τζο έχει κάτσει στην ίδια καφετέρια με τότε. Μόνο που τώρα είναι τελείως αλλαγμένη. Δεν έχει και κανέναν γνωστό. Είχε προλάβει όμως να γνωρίσει τον καινούριο του αρχισυντάκτη, με τον οποίον συμφώνησαν σε ότι θέματα συζήτησαν. Και το κυριότερο; Ανέλαβε την πλήρη κάλυψη κάθε αποστολής του δημοσιογραφικού οργανισμού στο εξωτερικό, καταφέρνοντας αυτό που ήθελε : και να βρίσκεται στην χώρα του μερικές μόνο μέρες τον χρόνο και να συνεχίζει τις ατελείωτες ονειροπολήσεις του, περιδιαβαίνοντας τον κόσμο. Επιτέλους η χρόνια δημοσιογραφική του πάλη αναγνωρίζεται και στη χώρα του. Και αυτή τη φορά έχει και όσα χρήματα θέλει ώστε να πίνει όχι μόνο τον Βόσπορο αλλά και τη λίμνη της Κουανουαουάκ, το αγαπημένο μέρος του Πρόξενου, του ηρώα του Malcom Lowry. Διαβάζει την εφημερίδα του..

«Μπροστά από τα μάτια του πέρασε το αμάξι της Λου. Δίπλα της καθόταν ένας άντρας. Ο Τζο έμεινε για λίγες στιγμές αποσβωλομένος. Με γρήγορες κινήσεις πέταξε την ορχιδέα σε μια περαστική και μπήκε στον σκαραβαίο του. Ακολούθησε διακριτικά το αμάξι της Λου. Το έβλεπε να σταθμεύει σε έναν λόφο λίγα μέτρα πιο πάνω. Κλασσικό μέρος για ζευγαράκια. Τους έβλεπε να βγαίνουν και να μιλούν σε πολύ κοντινή απόσταση. Τότε κατάλαβε ποιος ήταν αυτός. Εκείνη το χρόνιο κόλλημα της, που δεν μπορούσε να το ξεπεράσει καιρό τώρα και το οποίο ήταν η δικαιολογία της αρχικής της διστακτικότητας. Ο Τζο ήταν σχεδόν άσπρος στο πρόσωπο. Είχαν παγώσει οι εκφράσεις του. Τα μάτια του είχαν πάρει ένα θλιμμένο σχήμα. Τα χέρια του έτρεμαν. Τότε την είδε να γράφει κάτι στο κινητό της. Του έρχεται μήνυμα : "φύγε, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή..". Προφανώς απαντούσε στα μηνύματα του ενώ την περίμενε ακόμα. Την πήρε τηλέφωνο.


Του το έκλεισε. Εκείνος της είπε κάτι. Μετά από λίγο φιλιούνταν με πάθος. Ο Τζο ξέσπασε σε κλάματα. Ότι είχε, το χάσε. Δίκιο είχαν τα συναισθήματα του το προηγούμενο βράδυ. Ποτέ δεν έφτανε στο προορισμό του. Γιατί χθες το έκανε, και της επέτρεψε να γυρίσει σπίτι της. Έπρεπε να την πήγαινε βόλτα μέχρι το φεγγάρι, ίσως και πιο μακριά, να ταξίδευαν συνεχώς, ώστε να του κρατούσε και να του χάιδευε το χέρι μέχρι να γεράσουν μαζί.. ταξιδεύοντας!

Ο Τζο γύρισε στο καμαράκι του, σχεδόν άδειος από συναισθήματα. Της έγραψε ένα μήνυμα “σε ευχαριστώ πολύ”. Απλά.. και ειρωνικά. Κάτι φτηνά μηνύματα που του έστειλε λίγες μέρες μετά, και αυτά ύστερα από δική του πρωτοβουλία, ήταν σαν ένα κακό αεράκι που απλά φύσηξε από μπροστά του. Και κακό γιατί του περιέγραψε την άφεση των χειλιών της στα δικά του εκείνο το βράδυ, ως "ανώριμη και μη λογική". Όμως ο Τζο βρισκόταν ήδη πολύ μακριά. Είχε ήδη φτάσει σε έναν ουτοπικό προορισμό. Δεν ήξερε ούτε και ο ίδιος πόσες ώρες ταξίδευε από εκείνο το ξημέρωμα, όταν κατευθυνόταν στο αεροδρόμιο, ακούγοντας τον Θινί να τραγουδά “δεν είναι ο έρωτας τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα” και κλαίγοντας με κάτι αντρικούς λυγμούς.. Όταν του ήρθαν αυτά τα μηνύματα, πρέπει να ήταν σε ένα αεροδρόμιο κάποιας παγωμένης χώρας..»

Ο Τζο γυρίζει σπίτι του για το τελευταίο μεσημεριανό φαγητό με τους γονείς του. Το επόμενο πρωί φεύγει και πάλι από την χώρα του. Επόμενος προορισμός του η Άλμα Άτα. Άγνωστο το πόσο θα παραμείνει εκεί. Μέχρι να τελειώσουν οι ταραχές ίσως.. Το τελευταίο του βράδυ το πέρασε και πάλι μοναχικά. Ένα καλό μπουκάλι ρούμι και άφθονα πούρα. Κάποια στιγμή ακούει “τώρα τι να σου πω, τι να μου πεις κι εμένα, έτσι όπως παίξαμε και οι δυο με ζάρια ρημαγμένα, τα φέραμε από δω, τα φέραμε από κει, τώρα ξανά στο τίποτα, στο γενικά εσύ, νύχτες δίχως όνομα, νύχτες χωρίς ΣΚΟΠΟ, χαμένοι από χέρι, χαμένοι και οι δυο, ανόητες αγάπες, ΑΝΟΗΤΑ ΦΙΛΙΑ, λόγια, λόγια, λόγια ΨΕΥΤΙΚΑ”. Αμέσως βρίσκει τις τελευταίες επιστολές που είχαν ανταλλάξει ένα μήνα περίπου μετά από εκείνη τη θυελλώδη σχέση. Θυμάται ότι της είχε κάνει μια ολόκληρη κατάθεση ψυχής, και εκείνη του απάντησε σε τρεις γραμμές.


Τουλάχιστον όμως τότε του παραδέχτηκε ότι τον είχε παρατήσει για εκείνον τον τύπο. Του έχουν απομείνει μόλις δύο ώρες πριν αναχωρήσει η πτήση του. Είναι νωρίς το πρωί. Αυτή η επίσκεψη του στον τόπο που τον έκανε άνθρωπο, με αδυναμίες και πάθη, του έφερε αναμνήσεις δυνατές και έντονες. Πρέπει να κάνει κάτι τελευταίο. Βρίσκει μια παλιά του ατζέντα. Παίρνει τηλέφωνο σε εκείνον τον αριθμό που του είχε δώσει τότε. Μπορεί να μένει ακόμη εκεί, αναρωτιέται. Το σηκώνει το τηλέφωνο ένα μικρό κοριτσάκι, με μια πολύ γλυκιά φωνή. Ο Τζο μένει αμίλητος. Δεν απαντάει στην ερώτηση “ποιος είναι;”. Προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Τότε παίρνει το ακουστικό ένας άντρας. Ο Τζο, αν και διστακτικός, ζητάει να μάθει αν είναι εκεί η Λου. Ο άντρας την φωνάζει. Την ακούει. Είναι αυτή. Η ίδια ερωτική φωνή μετά από τόσα χρόνια. Ο Τζο δεν απαντάει. Εκείνη τελικά το κλείνει.

Ο Τζο Άρνες έχει μείνει με το ακουστικό στο χέρι. Κατευθύνεται προς την βεράντα του. Μυρίζει το αυγουστιάτικο αεράκι. Είναι ευτυχισμένος. Αυτή την υπέρόχη μέρα άκουσε τη φωνή της μετά από χρόνια. Παράλληλα διαπίστωσε ότι έχει σύζηγο και παιδί. Τελικά συνέχισε μαζί του, από ότι φαίνεται. Γελάει δυνατά.. Όσο πιο δυνατά μπορεί. Με όλη του τη ψυχή. Με όλο του το είναι. Με όλο του τό πάθος. Γελάει με τον γελοίο εαυτό του. Γιατί; Σπατάλησε το μυαλό του, τη καρδιά του, τα πάντα του, όλα αυτά τα χρόνια για έναν απλό άνθρωπο. Ξενιτεύτηκε, μισήθηκε, ξεχάστηκε για μια κοινή γυναικεία συμπεριφορά. Εκείνη που φοβάται να προχωρήσει μπροστά και να ζήσει νέες εμπειρίες, μένοντας προσκολημμένη στα παλιά, είτε αυτά ήταν καλά είτε κακά. Σύρθηκε, ξευτιλήστηκε, ξεψύχησε για μια γυναίκα που έχει σύζηγο και παιδί, ενώ αυτές είχε για σύζηγο το μπουκάλι με το μεσκάλ και για παιδί τα ατελείωτα άφιλτρα τσιγάρα σκεπτόμενος εκείνην, σε εκείνους του βαλτώδεις τόπους της Βολιβίας.


Πλησιάζει τα κάγκελα του μπαλκονιού. Τα ανεβαίνει. Κοιτάζει κάτω. Κοιτάζει ψηλά. Χαμογελάει. Πηδάει.. Λίγο πριν πέσει όμως.. πετάει μακριά. Έχει βγάλει φτερά. Ναι! Είναι ένας φτερωτός άγγελος! Χαμογελά και κατευθύνεται στο άγνωστο, σε μια νέα όμορφη μούσα, που τον περιμένει για να του πιάσει το χέρι και να τον οδηγήσει στο όνειρο, ξέρετε, στην Ουτοπία της Σκέψης και στην Ατλαντίδα της Ψυχής..

“Κάποιος πέφτει κάτω από έναν ουρανοξύστη. Ενώ πέφτει λέει : Μέχρι εδώ όλα πάνε καλά, μέχρι εδώ όλα πάνε καλά, μέχρι εδώ όλα πάνε καλά...Το θέμα όμως δεν είναι η πτώση αλλά η τελική πρόσκρουση!”

Αφιερωμένο Στην "Λ",
στην οποία ανήκει η ιστορία,
αλλά ουσιαστικά τίποτε από το περιεχόμενο
!

----

Σημ. Ι : Η ιστορία “Εκεί που Πάγωσε ο Χρόνος” βασίζεται, εν μέρει, σε πραγματικά γεγονότα. Οι χαρακτήρες του Τζο και της Λου(όπως και όλοι οι παράπλευροι) είναι αληθινά πρόσωπα. Οποιαδήποτε όμως ομοιότητα επιχειρηθεί με πραγματικά πρόσωπα, θα είναι άκαρπη, γιατί η ολοκληρωτική αλήθεια βρίσκεται μόνο στο μυαλό του συγγραφέα.

Σημ. II : Το όνομα του Τζο Άρνες, το εμπνεύστηκε ο γράφων, από την ταινία "America, America" του Elia Kazan.

Σημ. III : Τα αποφθέγματα που συγγράφηκαν, πάρθηκαν από τις εξής ταινίες(κατά χρονολογική σειρά) : "No Budget Story" του Ρένου Χαραλαμπίδη, "Der Himmel Uber Berlin" του Wim Wenders, "The Crying Game" του Neil Jordan, "Les Enfants Du Siecle" της Diane Kurys και "La Haine" του Matthieu Kassovitz. Τα σκίτσα ανήκουν στον Θάνο Ανεστόπουλο

Copyright© Νέστορας Ι. Πουλάκος.| nespoulakos2000@yahoo.gr | vakxikon.blogspot.com

αρχή σελίδας

Αδαής : Για το καλό της

Τη συνάντησε τυχαία στο δρόμο μετά από δέκα τόσα χρόνια. Δεν είχε αλλάξει. Όχι στα δικά του μάτια. Παρέμενε η Αυγή των νεανικών τους χρόνων, η Αυγή των ονείρων του, η γυναίκα που τον πλήγωσε σχεδόν θανάσιμα, που του σκότωσε το παρόν και το μέλλον του. Η γυναίκα που παντρεύτηκε τον καλύτερό του φίλο.
---Ο Γιώργος, η Αυγή, ο Αποστόλης ήταν αχώριστοι απ’ τα παιδικά τους χρόνια. Μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, έζησαν τις ίδιες ζωές. Και τα δύο αγόρια τότε, και οι δύο άντρες μετά, ήταν ερωτευμένοι με την Αυγή. Ο Αποστόλης το έδειχνε με κάθε τρόπο, το εξέφραζε ανοικτά, ενώ ο Γιώργος, ντροπαλός καθώς ήταν δεν μπόρεσε ποτέ να εκφράσει αυτά που ένιωθε, αν και η Αυγή ήξερε. Τον ήξερε!
---Ως γνωστό, οι γενναίοι συνήθως ή οι πιο ικανοί, κερδίζουν το παιχνίδι, έτσι κάποια μέρα ο Γιώργος έμαθε ότι Αποστολής και Αυγή τα είχαν φτιάξει (τι είχαν φτιάξει; Δε βγαίνει νόημα.), και κάποια άλλη ότι σύντομα θα παντρεύονταν. Μαθαίνοντας αυτό το τελευταίο ένιωσε κάτι να ραγίζει μέσα του, τον πόνο να καταλαμβάνει την ψυχή και το σώμα του, την τρέλα να διεισδύει στο μυαλό του. «Όχι, δε θα περάσει αυτό», σκεφτόταν. «Δε θα περάσει!» Αλλά, απ’ την άλλη τι μπορούσε να κάνει. Να τσακωθεί με το φίλο του, αυτό δε γινόταν, να εκφράσει τα αισθήματά του στην Αυγή, γι’ αυτό ήταν πια αργά. Τι να κάνει;
---Έφυγε! Εγκατέλειψε τη μικρή επαρχιώτικη πόλη και κατέβηκε στην Αθήνα, αποφασισμένος να χαθεί στο ανθρωπομάνι. Έσμιξε με το πλήθος των μυρίων του υποκόσμου, σκλήρυνε, έγινε ένας άνθρωπος χωρίς αισθήματα. Στον άθλιο κόσμο όπου σκότωνε το χρόνο και την ψυχή του έγινε γνωστός σαν ο «Παγοκόφτης», ο αμίλητος φονιάς, ο ικανός να φέρει σε πέρας αποτελεσματικά την κάθε αποστολή. Αλλά, όσο κι αν η καρδιά σκλήραινε, όσο κι αν το έγκλημα γινόταν γι’ αυτόν τρόπος ζωής, όσο κι αν, όσο κι αν, κάπου βαθιά μέσα του ένιωθε να καίει μια φλόγα. Η φλόγα της τρυφερής και παντοτινής του αγάπης για την Αυγή. Μιας αγάπης που δεν έλεγε να ξεχαστεί στο πέρασμα του χρόνου. Λεηλάτησε δεκάδες κορμιά, αλλά τρυφερά, άλλα με βία, το είδωλο όμως της Αυγής δεν άφηνε στιγμή την σκέψη του. Δε θα μπορούσε ποτέ να αγαπήσει κάποια άλλη. Η καρδιά του ανήκε σε κείνη. Μόνο σε κείνη. Μόνο η Αυγή θα μπορούσε να κάνει το θηρίο και πάλι άνθρωπο, να γαληνέψει την ψυχή του, να τραβήξει το σαρκίο του απ’ το βούρκο.
---«Θα είναι δυστυχισμένη. Είναι δυστυχισμένη. Το ξέρω. Το νιώθω!» σκεφτόταν συχνά πυκνά σε στιγμές μοναξιάς αφόρητης. «Εγώ κι ο Αποστόλης είμαστε άνθρωποι της ίδιας φάρας, σκληροί και ξεροκέφαλοι, αλλά θαρρώ πως εγώ ποτέ δε θα έκανα κάτι που θα την πλήγωνε. Δε μας ήξερε, η κακομοίρα, δε μας ήξερε. Δεν ήξερε τι κάναμε όταν δεν ήμασταν μαζί της, δεν ήξερε για τις εφηβικές ληστείες και τα ναρκωτικά, δεν ήξερε ότι ο Αποστόλης κάποια νύχτα σκοτεινή βίασε την αδελφή της. Τίποτα δεν ήξερε…».
---Οι σκέψεις αυτές έρχονταν ξανά και ξανά στο μυαλό του Γιώργου. Όσο κι αν προσπαθούσε να τις διώξει αυτές επέμεναν. Γίνονταν βραχνάς, εφιάλτης. Ούτε στο αλκοόλ δεν μπορούσε να της πνίξει, ούτε και στα βογκητά των ιδρωμένων γυναικών. «Πρέπει να λυτρωθώ… Πρέπει να λυτρωθώ…» μονολογούσε. Να λυτρωθεί, αλλά πως;
---Ο καιρός περνούσε, τα χρόνια περνούσαν κι ο Γιώργος, που δεν έπαψε ούτε στιγμή να μαθαίνει τα νέα της Αυγής από κάποιους κοινούς γνωστούς, βούλιαζε όλο και περισσότερο στη θλίψη. Έτσι, όταν έμαθε ότι ο Αποστολής τη χτυπούσε - κι εκείνη αλλά, και την κόρη που είχαν αποκτήσει -, έγινε πραγματικά ψυχικό ράκος. Περπατούσε και παραμιλούσε, διέσχιζε κουρελής τους δρόμους μόνιμα μεθυσμένος, ουρλιάζοντας σαν το σκυλί στους περαστικούς, πάντα έτοιμος για καυγά ή και για κάτι χειρότερο. Μέχρι που κάποιο χάραμα σ’ ένα καπηλειό, κατέρρευσε. «Απ’ το αλκοόλ» είπαν κάποιοι. «Από νευρικό κλονισμό» δήλωσαν οι γιατροί.
---Νοσηλεύτηκε για μερικές βδομάδες σε μια ιδιωτική κλινική, αφού το σήκωνε η τσέπη του. Σιγά σιγά με τα φάρμακα και την ηρεμία που του προσφέρονταν σε αφθονία εκεί, γαλήνεψε. Όταν βγήκε ήταν αποφασισμένος να κόψει το αλκοόλ και όλες τις κακές συνήθειες, να πάρει τη ζωή στα χέρια του και να κατακτήσει εκείνη που δικαιωματικά του ανήκε.
Έτσι, επέστρεψε στην πόλη του. Αξιοποιώντας τα χρήματα που κέρδισε με κάθε τρόπο τα προηγούμενα χρόνια, άνοιξε μια κλασάτη καφετέρια. Στο δρόμο που περνούσε ακριβώς από μπροστά της, εκεί συνάντησε την Αυγή, μετά από δέκα, όπως είπαμε, χρόνια. Στην αρχή ένιωσαν κι οι δύο αμήχανα, αλλά μετά ρίχτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Η Αυγή έκλαιγε, κι εκείνος απλά της χάιδευε τα μαλλιά και δε μιλούσε.
---Σαν στέγνωσαν τα δάκρυα, την οδήγησε μέσα στην καφετέρια. Κάθισαν σ’ ένα απομονωμένο τραπέζι και άρχισαν να μιλούν για τις ζωές τους, για τους λάθος δρόμους τους. Ο Γιώργος της απέκρυψε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτά που έκανε, όλα εκείνα τα χρόνια. Έφτιαξε για χάρη της, αλλά και για δική του, μια άλλη ζωή, καλύτερη, φανταστική, και της τη σέρβιρε στο πιάτο των αναμνήσεων. Αντίθετα, η Αυγή του είπε τα πάντα για τη δική της. Τη ζωή της που ήταν πόνος, τη ζωή της που ήταν δάκρυ. Η μόνη της μόνιμη χαρά ήταν η κορούλα της, η Νανά, που «είναι πανέξυπνο» υποστήριξε, κοριτσάκι. Παρόλο της τον πόνο ωστόσο, τον Αποστόλη τον αγαπούσε, τον αγαπούσε ακόμη, κι ας μη θύμιζε πια σε τίποτα το αγόρι με το οποίο μαζί μεγάλωσαν.
---Ο Γιώργος την άκουγε. Την άκουγε σιωπηλός και σκεφτόταν: «Τι κι αν τον αγαπάει ακόμη; Τι κι αν δε θέλει, όπως λέει, να χωρίσει; Απλά, αυτή η ιστορία πρέπει κάποτε να τελειώσει. Και θα τελειώσει!»
---Τις επόμενες μέρες, τις επόμενες βδομάδες, ο Γιώργος επισκεπτόταν συχνά το σπίτι του ζευγαριού, αλλά κι εκείνοι περνούσαν τακτικά απ’ την καφετέρια. Ο Αποστόλης χάρηκε πολύ που είδε ξανά τον παλιό του φίλο. «Μας ενώνουν τόσα πολλά» σκεφτόταν, χωρίς να ξέρει όμως, πόσα πολλά κιόλας τους χώριζαν. Η Αυγή; Η Αυγή, απλά ένιωθε καλύτερα, χαμογελούσε λίγο πιο συχνά, και λίγο λίγο, βήμα το βήμα, άρχισε να νιώθει όλο και πιο κοντά στο Γιώργο. Σκεφτόταν ότι ήταν ένας δικός της άνθρωπος. Ότι αυτός δεν άλλαξε. Ότι νοιαζόταν για το καλό της. Εξάλλου κι εκείνος όλο «για το καλό της» μιλούσε. Μέσα της πήρε να ξυπνάει ένα ξεχασμένο συναίσθημα, μια αφηρημένη και θολή ανάμνηση για κάτι… για κάτι… για τι; Δεν ήξερε! «Λες να τον ερωτεύτηκα;» Την ξάφνιασε η σκέψη της, αλλά την έκανε κιόλας να χαμογελάσει.
---Κάποιο χάραμα… Κάποιο χάραμα συνέβηκε κάτι που θα τα άλλαζε όλα, για πάντα. Ο Αποστόλης επιστρέφοντας μεθυσμένος από μια κοντινή πόλη, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο έκανε βουτιά σ’ ένα γκρεμό διακόσιων τόσων μέτρων και ανεφλέγη. Ο θάνατός του ήταν ακαριαίος.
---Ο Γιώργος και η Αυγή θρήνησαν πολύ για το χαμό του, αλλά το γεγονός αυτό δεν τους εμπόδισε στο να συνεχίσουν με τη ζωή τους. Έτσι, τρία χρόνια αργότερα, βρέθηκαν παντρεμένοι, κι όλοι είχαν να λένε «τι ταιριαστό ζευγάρι!» ήταν, και να επαναλαμβάνουν, σχεδόν μονότονα, ότι «το Γιώργο έπρεπε να διαλέξει απ’ την αρχή η Αυγή!» Ήταν όντως ένα ταιριαστό και ευτυχισμένο ζευγάρι. Είχε ο ένας απόλυτη εμπιστοσύνη στον άλλο, αγαπιόντουσαν με πάθος. Όσο για μυστικά, δεν είχαν μεταξύ τους. Ή, μάλλον, είχαν… Ένα τοσοδούλη μυστικό που ο Γιώργος δε θέλησε ποτέ να αποκαλύψει στην Αυγή: «Τα φρένα στο αμάξι του Αποστόλη ήταν χαλασμένα». Όχι, αυτό το μυστικό δεν έπρεπε να το μάθει η Αυγή… Για το καλό της!

αρχή σελίδας


Κώστας Ταχτσής : απόσπασμα από "Το τρίτο στεφάνι" σσ. 170-172, εκδόσεις Εξάντας.

[...] Όταν επαναλήφθη η συνεδρίαση, σηκώθηκε ο εισαγγελέας κι ανέλυσε την υπόθεση απ’ την αρχή, κι όταν έφτασε στο ρόλο που του είχε παίξει ο Δημήτρης, τον έπιασε υστερία σα νά ‘ταν προσωπικός εχθρός του, σά νά τού’χε σκοτώσει τον πατέρα του. Διάβασε μ΄έμφαση όλες τις καταδίκες απ’ το ποινικό μητρώο του, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν φυσικό να τρέφει άσβεστο μίσος εναντίον της κοινωνίας. «Δηλαδή υμών, κύριοι ένορκοι, και της εννόμου τάξεως, και κατά μείζονα λόγον και των οργάνων της εννόμου τάξεως!...Πόσες φορές δε θά’ χει σκεφθεί, ώς άλλος Καλιγούλας, ότι είναι κρίμα που δεν έχουν όλοι οι αστυνομικοί ένα κεφάλι για να τους το κόψει πέρα για πέρα!... Φανταστείτε τώρα αν θ’ άφηνε ανεκμετάλλευτη μια τόσο λαμπρή ευκαιρία να τους εκδικηθεί όλους εν τω πρόσωπα του ατυχούς θύματος, και μάλιστα χωρίς να υποστεί ο ίδιος καμμιά συνέπεια. Όπως του φάνηκε δηλαδή αξιότιμοι κύριοι ένορκοι...Τον ακούσατε... Τον ακούσαμε όλοι μας... Με την ορυσθείσα εξ ευτελών επιφυλλίδων ρητορεία του και την εμπαθή ευγλωττίαν τού οποίου του, υποδαύλισε τον ευνόητο πόθον εκδικήσεως του Γκάτσου κατά του εραστού της συζύγου του, ο οποίος ήτο βεβαίως ένοχος μοιχείας, αλλ’ ήταν αυτός αρκετός λόγος για να το πληρώσει με την ζωήν του; Εις ποίον αιώνα ζούμε; Και του υπέβαλε την ιδέαν του φόνου, αξιότιμοι κύριοι ένορκοι! Δεν το ομολογεί ρητώς ο Γκάτσο από κακώς εννοούμενο αίσθημα αλληλεγγύης, αλλ’ έχομε πάντα λόγον να το συναγάγωμεν από την διαδικασία. ’Καθάρισέ τον το μπινέ!’ του είπε.’Ρίξ’ του! Εγώ είμ’ εδώ. Θά ΄ρθω μάρτυρας. Έχεις ελαφρυντικά. Θα σ΄ αθωώσουν...’ Διότι μπορεί να μην τον σέβεται, αλλά τον γνωρίζει τον Νόμον, αξιότιμοι κύριοι ένορκοι. Μας το είπε ο ίδιος κατά την απολογίαν του. Είναι τω όντι κωμικότατον ότι ο άνθρωπος αυτός, όστις καταπατεί και τον ανθρώπινον και τον θείον Νόμον με εξ΄ίσου ελαφρά την συνείδησιν, έχει το θράσος να επικαλείται τους Νόμους της κοινωνίας, την οποίαν περιφρονεί και βδελύσσεται... ‘Καθάρισέ τον’! του ατυχούς θύματος, εξεδίκειτο, όχι μόνον τους απηνείς διώκτας του, αλλά και ολόκληρο την κοινωνίαν της οποίας αποτελούν ακοίμητο φρουρό – δηλαδή εμένα, εσάς – επειδή φοράμε καθαρά πουκάμισα!...» Τέλος ζήτησε να κηρύξουν τον Γκάτσο ένοχο φόνου εκ προμελέτης μ’ ελαφρυντικά, και το Δημήτρη συνεργό και ηθικό αυτουργό. [...]

αρχή σελίδας


Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Απόσπασμα από το τελευταίο του βιβλίο «Φίλοι», Εκδόσεις Κέδρος 2006.

Με τον Aντρέα μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά και κάναμε στενή παρέα πριν ακόμη πάμε στο σχολείο. Έμενε στο επόμενο ακριβώς στενό από το δικό μου, κοντά στο σημερινό σταθμό του μετρό και στις προσφυγικές πολυκατοικίες –που όταν ήμασταν παιδιά ήταν παράγκες– του Aγίου Aντωνίου, στο Περιστέρι. Όλο αυτό το χαμένο, όπως η Aτλαντίδα, σκηνικό έχει μείνει στη μνήμη μου σαν παραμύθι. Συνοικία λαϊκή και κόκκινη, που το ποτάμι, ο Kηφισός, την οριοθετούσε ως σύνορο φυσικό. Aπό εκεί και πέρα άρχιζε ένας άλλος κόσμος. Yπήρχαν ασφαλώς ένα σωρό εργάτες και μικροαστοί κι εκεί απέναντι, αλλά υπήρχαν και εκείνοι με τα πολλά λεφτά. Kαι παραδόξως νιώθαμε ότι εμείς περνούσαμε καλύτερα, μάλλον επειδή ανήκαμε σε ένα σύνολο πιο σφιχτό και αλληλέγγυο. Tο καταλληλότερο κλίμα για να γεννηθεί μια αληθινή φιλία ανάμεσα σε πρίγκιπες της δυτικής όχθης.
Oι θετοί γονείς του Aντρέα ήταν ένα θρησκόληπτο άτεκνο ζευγάρι προχωρημένης ηλικίας, που είχαν βρει το έκθετο στο κατώφλι τους και το υιοθέτησαν. O δικός μου πατέρας πάλι πήγε από εγκεφαλικό όταν ήμουν ακόμη μωρό, και η μάνα μου με μεγάλωσε μόνη, δουλεύοντας σε ένα κατάστημα οπτικών. Aν δεν υπήρχαν τα οικογενειακά μας ναυάγια, η φιλία μας δεν θα στέριωνε ποτέ σε τέτοιο βαθμό. Bοήθησε ασφαλώς και το γεγονός ότι είχαμε αντίθετους, συμπληρωματικά αντίθετους κι όχι απλώς διαφορετικούς χαρακτήρες. O Aντρέας ήταν από τότε οξύθυμος και επιθετικός και κυριολεκτικά ασυγκράτητος, ενώ η αυτού μεγαλειότης μου έχει κάτι το πράο και ήπιο, είμαι σαφώς πιο γλυκός. Σε σύγκριση με τον Hλία βεβαίως, ακόμη κι εγώ ήμουν λύκος κανονικός, αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.
Kάπου ανάμεσα στην πέμπτη και την έκτη γυμνασίου, ο Aντρέας πήγε, θυμάμαι, και βρήκε την πραγματική οικογένειά του. Tα ίχνη του πατέρα του ήταν χαμένα από καιρό, αλλά η μάνα και τα δυο αδέλφια του είχαν ένα ψιλικατζίδικο σε μια επαρχιακή πόλη αρκετά μακριά από την Aθήνα. H καρδιά του θα πρέπει να μάτωσε γνωρίζοντάς τους, γιατί επί χρόνια μετά απέφευγε να τους ξαναδεί. «Aργότερα, άσε με, θα το κάνω αργότερα!» κλοτσούσε κάθε φορά που του υπενθύμιζα την υποχρέωσή του. Aλλά κι εκείνοι δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια από τη μεριά τους. Έπρεπε να πεθάνουν πρώτα, ύστερα από καμιά δεκαριά χρόνια, οι θετοί του γονείς, σχεδόν ο ένας πίσω από τον άλλον, για να αρχίσει ο Aντρέας να πηγαίνει κάπως πιο τακτικά στη μάνα του. H ζωή, ως γνωστόν, απεχθάνεται το κενό.
Όσο για τον Hλία, θα πρέπει να είχαμε γνωριστεί τη χρονιά που έγινε το πραξικόπημα της 21ης Aπριλίου. «Iστορικές στιγμές», όπως θα έλεγε αργότερα και η Λίνα. H μεγάλη Iστορία δεν μπορεί παρά να επηρέαζε με χίλιους δυο τρόπους τις μικρές προσωπικές μας ιστορίες. Kαι αντιστρόφως, τουλάχιστον σύμφωνα με τη θεωρία του χάους, όπου αρκεί να σαλέψει μια πεταλούδα τα φτερά της εδώ για να καταποντιστεί το Tόκιο. Kι όμως, στο μυαλό μου τα γεγονότα μοιάζουν με ανεξάρτητα ερημικά νησάκια ριγμένα στο πέλαγος. Πιέζω τον εαυτό μου να μεταφερθεί νοερά στα μέσα της ιστορικής εκείνης χρονιάς που συναντήσαμε τον Hλία, και δεν βρίσκω τίποτε το ιστορικό. Φταίει η τρυφερή μας ηλικία ασφαλώς, παιδάκια ήμασταν. Aκόμη και κάτι που είχε συμβεί μόλις ένα με ενάμισι μήνα νωρίτερα, την ίδια εκείνη αποφράδα ημέρα κατά την οποία η κωμικοτραγική εκδοχή του μυθικού φοίνικα, το χουντικό πουλί, χτυπούσε τα βαριά φτερά του πάνω από την Eλλάδα, δεν μου φαίνεται και τόσο αυθεντικό.
H καταγωγή του μπαμπά μου ήταν από την Ξάνθη, και η μαμά, που δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τα πεθερικά της, βρήκε την ευκαιρία να κόψει σχεδόν τελείως μαζί τους μετά το θάνατό του. O δικός της μπαμπάς είχε έρθει από τη Σμύρνη το '22 με την καταστροφή και είχε παντρευτεί μια επίσης προσφυγοπούλα, αλλά από την Πόλη. O παππούς ήταν υπάλληλος στο Δήμο Περιστερίου, και μόλις χάσαμε τον μπαμπά φρόντισε να αποτανθεί σε ένα φίλο του, που ήταν κι εκείνος Mικρασιάτης. Kι έτσι η μαμά βρήκε τη δουλειά στο κατάστημα οπτικών του κυρίου Nτίνου. O τελευταίος έμελλε να της σταθεί κυριολεκτικά σαν πατέρας, αφότου πέθαναν οι γονείς της. Kαλύτερο αντικαταστάτη του δεν θα μπορούσε να έχει επιλέξει ο μακαρίτης ο παππούς μου. Eκείνο το βράδυ είχαμε πάει καλεσμένοι στο εξοχικό του αφεντικού και μελλοντικού προστάτη της στη Λούτσα με το αμάξι του παππού και της γιαγιάς. Kαι επιστρέφοντας, τα χαράματα της μοιραίας ημέρας που βγήκαν τα τανκς στους δρόμους της Aθήνας, είχαμε πέσει πάνω τους. Θυμάμαι τη μαμά να το αφηγείται τα επόμενα χρόνια, αλλά ο ίδιος δυσκολεύομαι να ανακαλέσω κάτι χειροπιαστό. Kοιμόμουν, λέει, στο πίσω κάθισμα, με το κεφάλι μου ακουμπισμένο στα πόδια της, και υποτίθεται ότι ξύπνησα από τη φασαρία και είδα τη σκηνή πίσω από τα τζάμια του αυτοκινήτου. Aλλά η ανάμνηση με τις ερπύστριες που στριφογυρίζουν αργά και απειλητικά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πλαστή και να την έχω κατασκευάσει εκ των υστέρων, κλέβοντας ίσως εικόνες από κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής.
Iστορικές στιγμές, εκατό τοις εκατό.

αρχή σελίδας

Μαρίνα Ροδιά: Υπερπόντια Ταξίδια 1

Yπάρχει ένα καράβι όπου δεν ισχύει ο νόμος της βαρύτητας ή, μάλλον, ο νόμος αυτός ισχύει αντιστρόφως. Μόλις επιβιβάζεται ο ταξιδιώτης σε αυτό το καράβι, μια δύναμη πανίσχυρη σαν μαγνήτης τον τραβά προς τα πάνω φέρνοντάς τον ταυτόχρονα σε ύπτια θέση, τον οριζοντιώνει δηλαδή και τον ανεβάζει ψηλά με τέτοιο τρόπο ώστε να βρίσκεται σε κλάσμα δευτερολέπτου καρφωμένος με την πλάτη στην οροφή του σαλονιού. Ο τρόπος αυτός να ταξιδεύει κανείς είναι αρκετά πρωτότυπος και ξεκούραστος, μια και το ταβάνι του σαλονιού αυτού του καραβιού είναι ντυμένο, σε όλη του την επιφάνεια, με βελούδινο μαλακό στρώμα.

Το πρόσωπο κοιτάζει αναγκαστικά προς το κρυστάλλινο δάπεδο του καραβιού, διάφανο και πεντακάθαρο. Ταξιδεύοντας λοιπόν, ο επιβάτης είναι υποχρεωμένος να βλέπει διαρκώς τη θάλασσα, εκτός κι αν κλείσει τα μάτια. Το θέαμα είναι υποβλητικό και ανανεώνεται διαρκώς, οπότε, μια και δε νυστάζει, σπάνια αποφασίζει να τα κλείσει.

Αν η θάλασσα είναι γαλήνια, μπορεί να διακρίνει ως τα απύθμενα βάθη, να καμαρώνει όλα τα θαλασσινά πλάσματα, να βλέπει παράξενα ψάρια με καρούμπαλα, αστακούς να ζευγαρώνουν, αστερίες να τρέχουν σα δαιμονισμένοι, θεόρατα καβούρια, καταχθόνιες σμέρνες, κυματιστά σαλάχια, καρχαρίες τρικάταρτους, φύκια σα θεόρατα δέντρα να τρέχουν χωρίς ρίζες, κι άλλα πολλά και θαυμαστά. Συχνά, η θάλασσα γίνεται πολύχρωμη εξ αιτίας των χρωματιστών κοπαδιών από ψάρια πορτοκαλιά, καφετιά, μοβ ή κιτρινοπράσινα.

Αν η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη, αυτό που βλέπει ο ταξιδιώτης είναι μονάχα η επιφάνειά της η ταραγμένη, που πάλλεται ανάμεσα στο λευκό του αφρού και το σκούρο μπλε, παίζοντας με μυριάδες παράξενα σχήματα.

Όταν το καράβι ταξιδεύει νύχτα, υπάρχουν ειδικοί προβολείς που φωτίζουν δυνατά και τότε η εικόνα της θάλασσας είναι συναρπαστική, επειδή -έχει δεν έχει φουρτούνα- ο βυθός είναι ορατός πεντακάθαρα.

Απολαμβάνοντας αυτό το υποχρεωτικό θέαμα, που εναλλάσσεται με άτακτο ρυθμό, οι ταξιδιώτες δεν αντιλαμβάνονται καθόλου τη διάρκεια του ταξιδιού καρφωμένοι όπως είναι στο ταβάνι. Ο χρόνος εξαφανίζεται δηλαδή, όσο κρατάει το ταξίδι τους.

Δε βρίσκονται πολλοί άνθρωποι στον κόσμο πρόθυμοι να ταξιδέψουν με αυτό το καράβι και θεωρούν όσους το προτιμούν τρελούς κι αλλοπαρμένους. Οι περισσότεροι δεν αντέχουν το μηδενισμό του χρόνου και των αποστάσεων. Χρειάζονται το χρόνο και τις αποστάσεις για να δικαιολογούν την ύπαρξή τους. Ο χρόνος είναι ανθρώπινο δημιούργημα κι ο άνθρωπος δεν τον αποχωρίζεται εύκολα. Η απόσταση χωρίζει, όπως πιστεύουν πολλοί άνθρωποι που επιζητούν να ζουν απομακρυσμένοι, χωρισμένοι ο ένας από τον άλλο.

Στο καράβι που αντιστρέφει το νόμο της βαρύτητας, η απόσταση που διανύει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μηδενίζεται, επειδή δεν υπάρχει χρόνος για να την υπολογίσει κανείς. Ακόμη, η απόσταση των ανθρώπων που είναι καρφωμένοι στην οροφή του καραβιού είναι μηδενική μεταξύ τους, μια και είναι κολλημένοι ο ένας με τον άλλο και όλοι μαζί επάνω στο βελούδινο στρώμα. Αυτό τρομάζει τον κοινό άνθρωπο, που θέλει να νιώθει τον εαυτό του ως κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Η ανάσα και η μυρωδιά του διπλανού ενοχλούν, έτσι τον έχουν διδάξει.

Το καράβι αυτό ταξιδεύει σπάνια και πάντα τα δρομολόγιά του μένουν μυστικά για να μην ενοχλείται ο λαός, οι παπάδες και οι κυβερνήσεις. Ανακοινώνονται ιδιαιτέρως στους ενδιαφερόμενους και διαδίδονται με μεγάλη μυστικότητα. Το πώς βρίσκονται νέοι επιβάτες, αφήνεται στους παλιούς ταξιδευτές, στους γνώστες αυτής της ιδιαίτερης εμπειρίας. Αυτοί ανακαλύπτουν εκείνους που θα συνεχίσουν τα παράξενα -για τους υπόλοιπους- ταξίδια.

Η αναγνώριση γίνεται μονάχα με ένα βλέμμα. Φτάνει ένας σπινθήρας βλέμματος για να αναγνωριστούν οι άνθρωποι που διαφέρουν, οι πρωτοπόροι.

Με τον καιρό, λένε, η βαρύτητα θα εξαφανιστεί εντελώς από τον πλανήτη και τίποτα δε θα μας κρατά στην αναγκαστική όρθια στάση και τόσο μακριά μεταξύ μας. Οπότε, αυτό το καράβι είναι μια πρόγευση από το μέλλον του ανθρώπου και, όπως όλα τα μελλούμενα να συμβούν, προκαλεί φόβο και ανησυχία στον πολύ κόσμο. Λένε ακόμα, πως είναι κατασκεύασμα τρομοκρατών ή ότι πίσω του κρύβονται σκοτεινά συμφέροντα.

Η αλήθεια είναι ότι το καράβι αυτό απλώς υπάρχει και ότι υπήρχε από πάντα. Αυτό όμως είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό. Για να το εννοήσει κάποιος, χρειάζεται να κάνει πρώτα ένα ταξίδι μαζί του. Και πώς να αποφασίσει ένα παρόμοιο ταξίδι όταν βρίσκεται με τις πατούσες καρφωμένες στο χώμα; Πώς να ταξιδέψει κοιτάζοντας τη θάλασσα, αφού, ακόμα κι όταν βρίσκεται μέσα της, θάλασσα γι αυτόν δεν υπάρχει;

αρχή σελίδας

Isis: Vielle Rose


Μερικές φορές οι καρέκλες μου γίνονται έμμονη ιδέα… Οπως ο Σκαρίμπας που στις "Τρεις άδειες καρέκλες" του, προσπαθεί να εντοπίσει τις τρεις κυβγίες… Και συνήθως, στο μυαλό μου μία καρέκλα συνδέεται πάντα με κάποια γυναίκα… Που είτε κάθησε πάνω της, είτε την περιμένει να καθήσει…
--- Σήμερα, η εικόνα ήταν μιας λεπτής ψηλής κοπέλας, με μακρυά μαλλιά που φορούσε ένα κιμονό… καθόταν ελαφρώς στο πλάι και το ένα της πόδι ήταν μαζεμένο στο στήθος της, ακουμπώντας πάνω στην καρέκλα… Επινε καφέ και σχεδίαζε σε ένα χαρτί άνθη δαμασκηνιάς, δράκους και σύννεφα… Το κιμονό ανοιχτό, έπεφτε δίπλα της, σε πλούσιες πτυχώσεις, ακουμπώντας στο πάτωμα… Της άρεσε τόσο το χρώμα του, που λυπόταν να σχεδιάσει πάνω του οτιδήποτε…
--- Ισως μόνο κάτι απόλυτα μίνιμαλ σε μαύρο… Το vielle rose είναι ένα χρώμα τόσο σύνθετο, που αν του προσθέσεις οτιδήποτε άλλο, θα το καταστρέψεις… Θα δείξει μουντό, θα μοιάζει άχρωμο μπροστά σε όλα τα υπόλοιπα…. Ενώ το vielle rose πρέπει να μένει καθαρό, να ξυπνάει αναμνήσεις, να δημιουργεί νέες εικόνες…. Πολυκαιρισμένοι τοίχοι νεοκλασσικών, κεραμίδια που έχουν "ξασπρίσει" στον ήλιο, δαντέλες σε ρομαντικά φορέματα μιας άλλης εποχής…
--- Ή μπορεί ακόμα να είναι και τριαντάφυλλα που ξεθωριάζουν από το έντονο ροδί, πάτωμα από πέτρα που αναπνέει και παραμένει ζεστή κάτω από τα πόδια σου… Μερικά κοχύλια, χείλη γυναικεία που περιμένουν να φιληθούν, πριν αποκτήσουν το έντονο κόκκινο της έξαψης..
--- Κυρίως όμως είναι η ροδοζάχαρη που λιώνει στο στόμα… που η γεύση και η μυρωδιά της είναι τόσο ευαίσθητη, ευάλωτη ακόμα και στη γεύση του νερού…
--- Το κορίτσι κατέβασε το πόδι απ' την καρέκλα… σηκώθηκε και το κιμονό για μια στιγμή ανέμισε πίσω της καθώς ανέβαινε την εσωτερική σκάλα… Ισως τελικά στο κιμονό αυτό, αρκούν για στολίδι τα μακρυά κοκκινοκάστανα μαλλιά της που πέφτουν σε μπούκλες πάνω του …
--- Η καρέκλα έμεινε άδεια κάτω.. τραβηγμένη στο πλάι, σημάδι πως το κορίτσι ονειρεύτηκε πάνω της σε vielle rose….

αρχή σελίδας

Κριτική του Μανώλη Βασιλάκη στο τελευταίο βιβλίο του Ανδρέα Ανδριανόπουλου: «Κατερίνα Σφόρτσα», εκδόσεις Libro, σελ. 396

Η αμαζόνα Κατερίνα Σφόρτσα

Τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο τον αντίκρισα από κοντά για πρώτη φορά πριν από πολλά χρόνια –ήταν υπουργός– σ’ ένα υπόγειο να ψάχνει. Αρκετές φορές έκτοτε τον ξανασυνάντησα στο ίδιο μέρος, να ψάχνει. Απορούσα –και ήθελα να τον ρωτήσω αλλά δεν το τόλμησα– τι σόι Έλληνας πολιτικός είναι αυτός που ψάχνει για κάποια σπάνια βιβλία στο υπόγειο του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, αφού οι σύγχρονοι Έλληνες πολιτικοί διαβάζουν μόνο τα βιβλία που (τους) γράφουν και η εποχιακή επιδημία των βιβλιοπαρουσιάσεών τους (συνήθως με τα άρθρα ή και τις συνεντεύξεις τους) στόχο έχει τη δημοσιότητα και την υπενθύμιση της παρουσίας τους και συνέπεια τον αφανισμό κάποιων δέντρων για το μουτζουρωμένο χαρτί (ο Ευ. Βενιζέλος έχει αφανίσει ολόκληρο δάσος). Όταν διάβασα το τελευταίο του βιβλίο, ένα «μυθιστόρημα της Αναγέννησης» όπως το χαρακτηρίζει, με τίτλο Κατερίνα Σφόρτσα (εκδ. Libro), ζήτησα να τον συναντήσω. Από το 2002 που είχα διαβάσει το καταπληκτικό έργο του Θόδωρου Ιωαννίδη Φρειδερίκος Β΄ (μεσαιωνική μυθιστορία, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες) είχα να διαβάσω ελληνικό βιβλίο τέτοιων αξιώσεων. Η πρώτη ερώτηση που του έθεσα ήταν γιατί δεν το έγραψε και δεν το εξέδωσε κατευθείαν στα αγγλικά, αφού θα είχε καλύτερη τύχη απευθυνόμενο σε ένα μεγάλο κοινό και περισσότερο πεπαιδευμένο, επειδή πιστεύω ότι του αξίζει καλύτερη τύχη. Εν συνεχεία επεσήμανα ότι θα ήταν ακριβέστερος ο χαρακτηρισμός μυθιστορία και όχι μυθιστόρημα, πράγμα που ελπίζω να λάβει υπόψη του στην επόμενη έκδοση. Από τη βιβλιογραφία που παραθέτει και από την «ανάκριση» στην οποία τον υπέβαλα συνάγεται το συμπέρασμα ότι η μυθιστορία του είναι προϊόν μελέτης και μόχθου. Για να μπορέσει κανείς να παρακολουθήσει αυτό το μωσαϊκό, αυτή τη σύνθεση με εκλεκτές ψηφίδες της ιστορίας των ιταλικών κρατιδίων και τις αναφορές στο ευρύτερο, συνεχώς μεταβαλλόμενο, ρευστότατο περιβάλλον της υπόλοιπης μεσαιωνικής Ευρώπης, όπου αναπτύσσεται η μυθιστορία του, χωρίς να χάσει τον ειρμό ή να καταντήσει βαρετό και αδιάφορο, θέλει πολλή γνώση και ταλέντο. Διάλεξε λοιπόν μια δύσκολη εποχή σε ένα πολυσύνθετο περιβάλλον, και «εκτός ύλης» για το ελληνικό κοινό, και θέλησε να ζωγραφίσει (χρησιμοποιώ εσκεμμένα το ρήμα) έναν πολύ δύσκολο και αινιγματικό χαρακτήρα, την Κατερίνα Σφόρτσα• και τον ζωγράφισε με τρόπο εξαιρετικό, δηλαδή αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει πινελιές και ερμηνείες – μην παρεξηγηθώ, δεν άφησε κάτι ημιτελές, αλλά το έκανε ανεπαισθήτως ίσως επηρεασμένος από το αίνιγμα της Τζοκόντας. Στηριγμένος στις μελέτες της γερμανίδας ιστορικού τέχνης Magdalena Soest, η οποία διατύπωσε την άποψη ότι η Μόνα Λίζα του Da Vinci δεν είναι το πορτρέτο της συζύγου τού Francesco del Giocondo, αλλά η Κατερίνα Σφόρτσα – και όχι μόνο λόγω της μεγάλης ομοιότητάς της με μια άλλη προγενέστερη προσωπογραφία της από τον φλωρεντινό ζωγράφο Lorenzo di Credi (1458-1537). Ο συγγραφέας θέλει τη Σφόρτσα μούσα του Da Vinci με ένα δραματικό τρόπο: Αφού περιγράφει την καταστροφή τού έως τότε απόρθητου τείχους της πολιορκημένης στο Ραβαλντίνο Κατερίνας Σφόρτσα από τον Καίσαρα Βοργία, χάρις στην ευφυΐα και τις συμβουλές του νεαρού τότε μηχανικού και καλλιτέχνη Da Vinci, θα μας δώσει αργότερα την εικόνα του Λεονάρντο («επίσημου ζωγράφου του δούκα του Μιλάνου», σύμφωνα με την επιγραφή της εκκλησίας όπου ετάφη) να ζητά, με τη μεσολάβηση του Νικολό Μακιαβέλι, συνάντηση με τη Σφόρτσα, την οποία πείθει να ποζάρει «σαν είδος εξιλέωσης για τη συμμετοχή [τ]ου στην καταστροφή [της]». Κι αυτή, όταν ενέδωσε, να του απαντά: «Δεν έχω αντίρρηση. Θέλω μοναχά μια υπόσχεση από μέρους σου. Η ζωγραφιά θα παραμείνει δική σου. Θα την έχεις παντού μαζί. Ακόμα κι όταν ταξιδεύεις. Όσο ζεις, δεν θα την αφήσεις από τα μάτια και τα χέρια σου». Έτσι πράγματι συνέβη με την Τζοκόντα, ώσπου ο Λεονάρντο πέθανε το 1519 στο Cloux της Γαλλίας και ο πίνακας πέρασε στα χέρια του βασιλιά Φραγκίσκου I για να καταλήξει στο Λούβρο.
Η Σφόρτσα ήταν γόνος της οικογένειας που ηγεμόνευε στο Μιλάνο επί ένα σχεδόν αιώνα, μια από τις γυναίκες-αμαζόνες. Γυναίκες-θρύλοι, γυναίκες με τρομερή ισχύ (ορισμένες από τις οποίες ηγήθηκαν και στρατιωτικών επιχειρήσεων), όπως η Μαρία Στούαρτ, η Μαργαρίτα του Ανζού, η Αικατερίνη των Μεδίκων, η Ελεονόρα της Ακουϊτάνης κ.ά. σημάδεψαν την εποχή τους. Η δούκισσα ή Μαντόνα του Φορλί και της Ίμολα Κατερίνα Σφόρτσα (1463-1509), η γυναίκα-πολεμίστρια, η Λέαινα της Ρομάνια*, «σκόρπιζε το δέος, το φόβο, και την ανησυχία σε όσους είχαν την ατυχία να την αντιστρατευθούν. Ένα αληθινό θηλυκό-αρσενικό, όπως ήταν η ακριβής απόδοση της ονομασίας “βιράγκο”» (virago), όπως την χαρακτήριζαν. «Ήταν αφέντρα, δούκισσα, πολέμαρχος και γυναίκα». Αλλά ήταν και μια «αχόρταγη ερωτική μηχανή». Κάποτε έγραψε: «Αν πρόκειται να πεθάνω, θα πεθάνω σαν άνδρας». Στον ταραχώδη βίο της απέδειξε ότι σε εποχές μεγάλης ρευστότητας μπορεί να κατακρημνίζεσαι από την κορυφή και να ξεκινάς ξανά από το μηδέν, πάλι όμως για την κορυφή. Oι επίμονοι ηγέτες ξεκινούν κάθε φορά και πάλι από την αρχή. Με υπομονή και πάθος. Πολιορκημένη το 1488 από τους Ορσί οι οποίοι δολοφόνησαν τον σύζυγό της Τζιρόλαμο Ριάριο και κρατούσαν ομήρους τα παιδιά της, ζωσμένη με ατσάλινο θώρακα και το γυμνό ξίφος στο δεξί χέρι, από την κορυφή των τειχών σήκωσε με το άλλο χέρι το φόρεμά της και τους έδειξε τα απόκρυφά της κραυγάζοντας: «Αξιολύπητοι προδότες, νομίζετε πως δεν έχω τα προσόντα να κάνω κι άλλα παιδιά από εκεί που βγήκαν αυτά που κρατάτε;». Κι αμέσως τα κανόνια της ξέρασαν φωτιά κι ατσάλι εναντίον τους καταστέλλοντας την εξέγερση. Παντρεύτηκε τρεις φορές, είχε 11 παιδιά και αμέτρητους εραστές.
Στη διάρκεια της ηγεμονίας της άλλαξαν τέσσερις ουσιαστικά πάπες και συνακόλουθα η πολιτική στα «παπικά κράτη» της Ρομάνια: Σίξτος IV (1471-1484), Ιννοκέντιος VIII (1484-1592), Αλέξανδρος VI (1492-1503), Πίος III (1503-1503), Ιούλιος II (1503-513). Η Σφόρτσα αποπειράθηκε να δηλητηριάσει τον τρομερό πάπα Αλέξανδρο VI, πατέρα του περιβόητου Καίσαρα Βοργία. Ο αδίστακτος αυτός τυχοδιώκτης ήταν ένα από τα πολλά νόθα παιδιά που απέκτησε με τις ερωμένες του ο Πάπας. Από επίσκοπος της Παμπλόνα και εν συνεχεία αρχιεπίσκοπος της Βαλένθια, και αφού δολοφόνησε τον αδελφό του, έγινε στρατιωτικός διοικητής των στρατευμάτων του Ποντίφικα πατέρα του και όργωσε με πολυαίμακτες επιχειρήσεις τις πόλεις-κρατίδια της κεντρικής Ιταλίας μαζί με τον γαλλικό στρατό. Λόγω των θηριωδιών του θεωρήθηκε τέρας και βδέλυγμα για ολόκληρη την Ιταλία• αυτόν είχε ο Μακιαβέλι στο μυαλό του όταν περιέγραφε βάναυσες πράξεις και καταστάσεις. Στους Βοργίες και τη γαλλική εισβολή αντιστάθηκε πολεμώντας σαν τίγρις η ανυπότακτη ανδρογυναίκα Σφόρτσα. Επ’ ευκαιρία να σημειώσομε ότι δεν έχουμε μόνο εμείς το μονοπώλιο στο Κούγκι και το Αρκάδι. Το ίδιο έκανε με παρότρυνσή της ο διοικητής της στον πύργο του Ραβαλντίνο. Τελικώς η Σφόρτσα έπεσε αιχμάλωτη στα χέρια του Βοργία και βιάστηκε κτηνωδώς από τον ίδιον, τον θεωρούμενο και σαν τον ωραιότερο άνδρα της Ιταλίας. Λίγο μετά τον θάνατό της, ο αγαπημένος της μικρός γιος Τζιοβανίνο, ο Τζιοβάνι των Μεδίκων, έγινε ένας λαμπρός πολεμιστής, εθνικός ήρωας και έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Giovanni delle Bande Nere. Ο εγγονός της και γιος του Τζιοβάνι, ο Κοσίμο Ι των Μεδίκων, έγινε Μέγας Δούκας της Τοσκάνης.
Για την αφήγηση ο συγγραφέας επινοεί μια αιχμάλωτη μικρή Τσιριγώτισσα (Χαρά Λεοντσίνη), από τα ενετοκρατούμενα Κύθηρα, η οποία δόθηκε ως «δώρο» στον Λορέντσο των Μεδίκων και τελικώς βρέθηκε υπηρέτρια και παραμάνα στην υπηρεσία της Κατερίνας Σφόρτσα. Φροντίζει, ακόμη, να οικονομήσει και μια ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά στο Δουκάτο των Αθηνών, χώρο δράσης της αιματοβαμμένης Καταλανικής Εταιρείας των «στρατιωτών της τύχης», στην οποία μετά την εγκατάσταση, ύστερα από 180 χρόνια ιταλικής και καταλανικής κατοχής, ορθόδοξου αρχιεπισκόπου, αυτός κάλεσε τους Τούρκους να καταλάβουν την πόλη και να διώξουν τους καθολικούς Λατίνους… Μετά την επιστροφή της αφηγήτριας στα Κύθηρα, ο συγγραφέας με τα μάτια της γριάς πια Λεοντσίνη περιγράφει την ιστορία της θρυλικής Σφόρτσα σε μια Ιταλία όπου η ιστορία γράφεται με αλλεπάλληλους καταστροφικούς κυκλώνες που κάθε τόσο μεταβάλλουν το τοπίο ανάμεσα στις πόλεις-κρατίδια των Σφόρτσα και των Βισκόντι του Μιλάνου, των Μεδίκων της Φλωρεντίας, των δόγηδων της Βενετίας, των ηγεμόνων της Μπολόνια, της Γένοβας, της Νάπολης, του Ρίμινι, της Φαέντσα, του Φορλί, της Μπρέσια, της Πάρμας, της Κρεμόνας…, τις φονικότατες ισορροπίες των «θεοπλάνων» της παπικής εξουσίας και τις αιματηρές κατακτητικές της προσπάθειες, τις συνωμοσίες, δολοπλοκίες, φρικαλεότητες, ενώ το ελληνικό νησί πλήττεται από μια μεγάλη φυσική καταστροφή και συνεχώς σείεται η γη και δεν λέει να ηρεμήσει. Τα θέλει όλα να συμβαίνουν σε ένα ασταθές, ρευστότατο περιβάλλον, όπου τίποτε δεν έχει μείνει όρθιο. Και πώς αλλιώς να αποδώσει κανείς εκείνη την ταραγμένη εποχή (και τα φονικά πάθη των πρωταγωνιστών της) που σημάδεψε τη μελλοντική πορεία της Ευρώπης; Από τα παθήματα της Σφόρτσα και τις συγκρούσεις της με την παπική υπερεξουσία έως την Τσιριγώτισσα την οποία υποβλέπει η ορθόδοξη εκκλησία, ο συγγραφέας σημειώνει: «Όλους, τελικά, κάπου τους στριμώχνει η Εκκλησία».

[*] Επίτηδες χρησιμοποιώ τη λέξη Ρομάνια αντί της Ρωμανίας που χρησιμοποιεί ο Α. Ανδριανόπουλος για την περιοχή της κεντρικής Ιταλίας. Διότι οι αμαθέστατοι ή ημιμαθέστατοι ελληνορθόδοξοι οι οποίοι αθλούνται όχι στην μυθιστορία αλλά στην παραληρηματική παραϊστορία, είναι πιθανόν να εγείρουν και εκεί αυτοκρατορικές διεκδικήσεις. Μας αρκούν οι διεκδικήσεις επί της «Ρωμανίας» του Μεταλληνού, του Ρωμανίδη, του Χαραλαμπίδη, του Παπαθεμελή, του Καρατζαφέρη και του ηγέτη τους Χριστόδουλου.

αρχή σελίδας

ΣΤΕΙΛΤΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΜΑΣ

Αγαπητοί αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2006 οι "Στάχτες" έκλεισαν 3 χρόνια. Οι επισκέψεις αυξήθηκαν. Με χαρά δεχθήκαμε τα μηνύματά σας για έναν χώρο δημοσίευσης των κειμένων σας. Ήδη ανταποκριθήκαμε εντάσσοντας μία ακόμη ιστοσελίδα η οποία είναι, και θα παραμείνει στη διάθεσή σας. Η συγκομιδή των κειμένων άρχισε, και με χαρά βλέπουμε τα κείμενα αργά και σταθερά να πληθαίνουν. Περιττό δε να πούμε ότι η επισκεψιμότητα αυτής της σελίδας βρίσκετε διαρκώς στα ύψη!
Μπορείτε να στείλετε κείμενά σας στο stachtes@2stratos.com συνοδευόμενα από ένα σύντομο (προαιρετικό) βιογραφικό. Κάποια φωτογραφία που να σας εκφράζει είναι επίσης καλοδεχούμενη. Χαρακτηρίστε τα κείμενά σας, είτε σαν ποίηση, πεζό, δοκίμιο κ.α. Μπορείτε βεβαίως να τα στέλνετε και άτιτλα!
Κάποια κείμενά σας μπορούν να δημοσιευτούν στην κύρια σελίδα κάποιου τεύχους αν το κρίνουμε εμείς, και μετά από έγκριση δική σας.

αρχή σελίδας

ΝΕΑ, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ και ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ. (συνεχή ανανέωση)

(κατ.05/07/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Κατερίνα Χρυσανθοπούλου. Η Γυναίκα που έγραφε για τον Άντρα, εκδόσεις Κέδρος (μυθιστόρημα, σελ.: 400, τιμή: 16 €, ISBN: 960-04-3146-9, Φεβρουάριος 2006)

«Η Γυναίκα Που Έγραφε Για Τον Άντρα» είναι ερωτογράφημα. Αφηγείται, με έντεχνη τολμηρότητα, μια ιστορία ερωτικού πάθους, η οποία για την ηρωίδα γίνεται το μέσον να αντιληφθεί την ύπαρξή της ως κοινωνικού ανθρώπου, ικανού να δημιουργεί και να συμμετέχει στη ζωή. Πρόκειται για μια εύστοχη ψυχογραφία μιας ερωτευμένης γυναίκας, σ’ ένα κείμενο το οποίο πραγματεύεται την ιδιότητα της «μοναδικότητας» και της «κτητικότητας» που χαρακτηρίζει κάθε σχέση ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα όπως τις βιώνουν οι πρωταγωνιστές της.

Το βιβλίο, με υπαινικτικό αλλά απολύτως ζωντανό τρόπο, αναπαράγει μια ολόκληρη εποχή: τις αισθητικές και ηθικές τάσεις του πρώτου τετάρτου του 20ου αιώνα που επηρέασαν τα διεθνή καλλιτεχνικά πράγματα. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον ελευθερίας, το 1926 στο Παρίσι, η Σάρα, μετά από σύντομη καριέρα μοντέλου, προσλαμβάνεται ως γραμματέας στις εκδόσεις Αλτερέ. Θα δουλέψει στη Σελέμπρ, τη σειρά του οίκου η οποία εκδίδει ερωτογραφήματα. Με αφορμή τη σχέση την οποία θα συνάψει με τον εργοδότη της και τα συναισθηματικά διλήμματα τα οποία θα αναγκαστεί να επιλύσει, θα διανύσει μια διαδρομή προς την προσωπική της χειραφέτηση.

Παράλληλα με το συναισθηματικό πορτραίτο της ηρωδίας, το έργο αποτελεί και ένα σχόλιο πάνω στην ερωτική λογοτεχνία. Το φόντο της ιστορίας είναι τα ίδια τα ερωτογραφήματα. Εντάσσοντας στο κείμενο αποσπάσματα άλλων ξένων συγγραφέων, είτε ήδη μεταφρασμένα στα ελληνικά, είτε μεταφραζόμενα πρώτη φορά σε αυτό το κείμενο, το θέμα της «μοναδικότητας», το οποίο στην ερωτική σχέση προσεγγίζεται στην ψυχολογική του διάσταση, τίθεται και στον τομέα της πνευματικής δημιουργίας: όλες οι ιστορίες για τον έρωτα, πραγματικές ή ιστορημένες σε μιαν αφήγηση, όσο σημαντικές και «μοναδικές» κι αν είναι για τους πρωταγωνιστές τους, είναι, στο κάτω κάτω της γραφής, παρόμοιες – ή, έστω, ανάλογες.

---

(κατ.20/06/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα & Αμόνι κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του Larry Cool, Τον «Κανένα»...Θα τον φάω τελευταίο!!!
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ : Την ΤΕΤΑΡΤΗ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ στις 7.30 μ.μ ο Larry Cool σάς προσκαλεί στην παρουσίαση του μυθιστορήματός του ΤΟΝ «KANENA»... ΘΑ ΤΟΝ ΦΑΩ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ!!! «Ούτιν εγώ πύματων έδομαι» (Οδ.ι369) εκδόσεις, Τυφλόμυγα-Αμόνι
που θα γίνει στην ΒΙΚΤΩΡΟΣ ΟΥΓΚΩ 15, ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ, ΤΗΛ. 210 52 27 711
(στάση metro Μεταξουργείο, έξοδος Δηληγιάννη) στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Futura. Μετά από μια σύντομη εισήγηση του Larry θα επακολουθήσει συζήτηση.
Θα προσφερθεί ψωμί ζυμωμένο από τον συγγραφέα! Θα παίξει ακορντεόν και θα διαβάσει αποσπάσματα ο Γιώργος Κουλούρης.
Μπορείτε να το προμηθευτείτε με τρεις τρόπους:
Από τα κεντρικά βιβλιοπωλεία των Αθηνών (ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ, ΙΑΝΟΣ, ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ, ΑΝΤΙΠΟΛΙΣ κλπ) και στα υπόλοιπα να το παραγγείλετε.
Ταχυδρομικά με αντικαταβολή, 15 ευρώ για την Ελλάδα. Στείλτε το όνομα και τη διεύθυνσή σας στο larrycool@tellas.gr και θα σάς το ταχυδρομήσω. Και σε λίγες μέρες με πιστωτική κάρτα από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, του ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ http://www.books.gr, του ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ http://www.papasotiriou.gr , του ΑΝΤΙΠΟΛΙΣ http://www.thebookstore.gr, ή στο http://www.anemologio.com

---

(κατ.20/06/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Ζόρντι Ναδάλ: Όλα τόσο κοντά. Μετάφραση:Ευστρατία Σοφού.
Από τις εκδόσεις GEMA κυκλοφόρησε η εξαιρετική νουβέλα του Ισπανού συγγραφέα Ζόρντι Ναδάλ.
«Όλα τόσο κοντά», λέει ο συγγραφέας. «Στο ύψος της καρδιάς», απαντά ο αναγνώστης του βιβλίου. Ένας έρωτας από μικρούς κόκκους άμμου που γλιστρούν μέσα από τα χέρια μας σαν απαλό χάδι. Ένας έρωτας εσωτερικός που διαλέγεται με το αγαπημένο πρόσωπο και τον οποίο ο συγγραφέας επιθυμεί να μοιραστεί με όλους εμάς.
Πινελιές από τον Ταγκόρε, τον Χαλίλ Ζιμπράν , τον Πέδρο Σαλίνας, ανάμεσα σε κόρνες αυτοκινήτων και το φρενήρη ρυθμό ζωής ενός ανθρώπου του 21ου αιώνα. Ένα αφήγημα ασυνήθιστο, πέρα από το χρόνο. Μια στιγμή του απείρου.
Ο ποιητικός λόγος στην υπηρεσία μιας ιστορίας απόλυτου έρωτα που ο Ζόρντι Ναδάλ αφηγείται μέσα από τον ιδιότυπο τρόπο του να βλέπει τον κόσμο.
Ο Ζόρντι Ναδάλ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη. Έχει ζήσει και εργαστεί στην Ισπανία, τη Γερμανία και τις Η.Π.Α. Ήταν στέλεχος σημαντικών ισπανικών εκδοτικών οίκων. Σήμερα εργάζεται στον εκδοτικό οίκο Planeta – Agostini. Διδάσκει στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων και είναι βοηθός διευθυντή στο master για την έκδοση βιβλίων του Πανεπιστημίου του Alcala. Έχει πάθος με τη γερμανική λογοτεχνία και τους αφορισμούς, στοιχεία που συναντά κανείς σε αυτό το πρώτο λογοτεχνικό του έργο.

---

(κατ.02/06/2006) ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ: Το διαδικτυακό περιοδικό Poetica Net Την Τρίτη 6 Ιουνίου 12 το μεσημέρι οργανώνει στον ΙΑΝΟ Συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του νέου ηλεκτρονικού περιοδικού για την ΠΟΙΗΣΗ. Θα μιλήσουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και Τιτίκα Δημητρούλια

---

(κατ.27/05/2006) ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ: Οι Εκδόσεις ΓΝΩΣΕΙΣ σας καλούνστην παρουσίαση του βιβλίου του Μανώλη Βασιλάκη «Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» (πολιτικής βιογραφίας του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου). Το Βιβλίο θα παρουσιάσουν (κατ' αλφαβητική σειρά) οι Γεώργιος Κουμάντος, Λεωνίδας Κύρκος, Στέφανος Μάνος, Νίκος Σηφουνάκης, Μιχάλης Σταθόπουλος. Συντονιστής: Ριχάρδος Σωμερίτης. Η Εκδήλωση θα γίνει στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20) την Τρίτη 6.6.2006, ώρα 12 το μεσημέρι.

---

(κατ.20/05/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Ιωάννης Λάζαρης: Θαμμένη Ελλάδα. Eκδόσεις "ΔΑΥΛΟΣ" ~ Η διαταγή των χριστιανών βυζαντινών αυτοκρατόρων ήταν ρητή: «ες έδαφος φέρειν» κι από τότε (δ΄ αι. μ.Χ.) και για πολλούς αιώνες μανιασμένα πλήθη ρασοφόρων ισοπέδωναν ο,τιδήποτε θύμιζε τον ωραιώτερο Πολιτισμό, που γεννήθηκε ποτέ στη Γη.
Βασικός τους στόχος ήταν η Ελλάδα και οι ναοί της. Γκρέμισαν κι ισοπέδωσαν όσους ελληνικούς ναούς τους επέτρεπαν οι ελάχιστες μεσαιωνικές τεχνικές τους γνώσεις και στη θέση τους έκτισαν χριστιανικούς. Ολόκληρες πόλεις έχασαν την ελληνική φυσιογνωμία τους κι απέκτησαν μορφή βυζαντινότροπη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επί χιλιετίες κατοικούμενη Θεσσαλονίκη, στην οποία δεν υπάρχει ούτε για δείγμα κατάλοιπο κάποιου αρχαίου ελληνικού ναού αντιθέτως όμως, υπάρχουν πάμπολλοι χριστιανικοί ναοί.
Για όσους ναούς δεν είχαν τις δυνατότητες να γκρεμίσουν, τους κατέστρεφαν μερικώς -όσο μπορούσαν- και τους μετέτρεπαν σε χριστιανικούς. Ούτε ο Παρθενώνας διέφυγε του μίσους τους, ο οποίος μετετράπη σε... Παναγία Αθηνιώτισσα.
Το βιβλίο αυτό, που περιέχει εκατοντάδες έγχρωμες φωτογραφίες από ένα μεγάλο μέρος της Ελλάδας, αποτελεί ένα φωτογραφικό οδοιπορικό των θλιβερών καταστροφών των ελληνικών ναών από τους χριστιανούς. Σκοπό έχει την αφύπνιση των σε πνευματική αφασία κι εθνικό κώμα ευρισκομένων νεοελλήνων.

----

(κατ.19/05/2006) ΛΑΒΑΜΕ από τον Χρήστο Φασούλα την εξής επίστολή: Μέσα από το σάιτ μου, έχει ξεκινήσει ένας διαγωνισμός. Ο καθένας από τους επισκέπτες έχει τη δυνατότητα να κερδίσει ένα βιβλίο («Ο Έρωτας Δεν Κάνει Για Πιλότος», ασφαλώς, προς το παρόν το... κατάστημα δεν διαθέτει άλλο).
Κάθε 15 μέρες, οι Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ θα προσφέρουν από ένα αντίτυπο του μυθιστορήματος στην τυχερή ή τον τυχερό που...

Μάλλον όχι, δεν είναι θέμα τύχης. Ούτε κληρώσεις θα 'χουμε ούτε τζόγο. Απλώς, καλείστε να διαβάσετε όσο... αντέξετε από την εισαγωγή και τα 4 πρώτα κεφάλαια που υπάρχουν στο σάιτ και να γράψετε μέσα σε 100-150 λέξεις -το πολύ- την άποψή σας για την εξέλιξη του χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα, του Χάρη. Η αξιολόγηση των κειμένων θα γίνει με αυστηρά... υποκειμενικά κριτήρια!

Όσο για σας που -ξέρω ότι- έχετε διαβάσει το βιβλίο, δεν βαριέσαι, ακόμα και το... ευγενές κλέψιμο επιτρέπεται!

Θερμή παράκληση: Προωθείστε το σε όσους φίλους σας μπορείτε.

Ευχαριστώ

Χρήστος Φασούλας

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ: http://www.fasoulasonline.com ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ: http://www.fasoulasonline.com/diag.html

----

(κατ.10/05/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Οι Εκδόσεις Γνώσεις γιορτάζουν την εκδοτική επιτυχία της πολιτικής βιογραφίας του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, δηλαδή του βιβλίου με τίτλο «Η Μάστιγα του Θεού» (συγγραφέας Μ. Βασιλάκης), το οποίο από τη στιγμή που κυκλοφόρησε βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις των πωλήσεων.
Σε αντίθεση με την πολιτική πρακτική του Αρχιεπισκόπου (ο οποίος αποστέλλει ανώνυμα πολιτικά φυλλάδια), ταχυδρόμησαν επωνύμως προς τους ιερείς και μοναχούς, τους ιεράρχες (πατριάρχες, αρχιεπισκόπους, μητροπολίτες), της Ελλάδας και του εξωτερικού, το συνημμένο ενημερωτικό φυλλάδιο.
Η ενημέρωση 11.000 περίπου ιερωμένων για τις «πνευματικές» και πολιτικές επιδόσεις του προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας είναι χρέος. Ιδιαίτερα αυτή τη στιγμή που ακριβώς, προκειμένου να τους αποπροσανατολίσει από όσα αποκαλύπτει για τον Αρχιεπίσκοπο το βιβλίο «Η μάστιγα του Θεού» και το ήδη αποσταλλέν στον ιερό κλήρο φυλλάδιο, σκοπίμως εστιάζει την προσοχή τους στην ταινία «Κώδικας Ντα Βίντσι» προσπαθώντας να τους συσπειρώσει προς αυτή την κατεύθυνση. Ο «Λύκος» όμως είναι άλλος: ο «Κώδικας Χριστόδουλος» με τον «αριθμό του θηρίου 666», δηλαδή όσα γράφουν για τον Αρχιεπίσκοπο το φυλλάδιο που έχουν στα χέρια τους οι κληρικοί και το βιβλίο «Η Μάστιγα του Θεού».
---

(κατ.09/05/2006) ΛΑΒΑΜΕ: Το νέο περιοδικό "ΘΕΑ" - Θέματα Επιστημών του Ανθρώπου - Τετραμηνιαία επιθεώρηση φιλοσοφικού, επιστημονικού, πολιτικού λόγου και καλλιτεχνική παρέμβασης.

Η ΘΕΑ είναι πολυφωνικό περιοδικό. στις σελίδες του θα δημοσιεύονται κείμενα που εκφράζουν πολλά ρεύματα σκέψης διαφορετικές προσωπικές απόψεις. Αποβλέπει στην πληρέστερη αξιοποίηση του ελληνικού επιστημονικού και λογοτεχνικού δυναμικού των Βρυξελλών και του Βελγίου, καλλιεργώντας την έρευνα και την εκλαΐκευση ταυτόχρονα. Μεταξύ άλλων, οι στόχοι του είναι η ανάπτυξη της συμβολής των Ελλήνων του Βελγίου κυρίως, στην επιστημονική σκέψη, στην επιστημονική και πολιτιστική έρευνα του σύγχρονου ανθρώπου· ιδιαίτερο βάρος θα δοθεί στην αξιοποίηση της αρχαίας και της νεότερης ελληνική γραμματείας, στην ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, η ζωογόνηση του θρησκευτικού προβληματισμού κ.α. Οι Στάχτες τους εύχονται κάθε επιτυχία.

---

(κατ.16/04/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Μανώλης Βασιλάκης, Η Μάστιγα του Θεού, Eκδόσεις ΓΝΩΣΕΙΣ, σελίδες 666.


666 ΣΕΛΙΔΕΣ με τον λόγο και τα έργα του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, του πολίτη με αριθμό ταυτότητας 666 974 (βλ. σελίδα 666). Το βιβλίο παρουσιάζει τις ιδεοληψίες και τα κατορθώματα μιας δεύτερης επταετίας αφού ευλαβώς υπηρέτησε την πρώτη. Αναλύει το ιδεολόγημα της Ελληνορθοδοξίας, ημίονο που ίππευσε ο «Εθναπόστολος» προκειμένου να εισπηδήσει στην πολιτική, η οποία δεν είναι παρά μεταμφίεση του κακοφυούς και κακόφημου Ελληνοχριστιανισμού μετά την πτώση του καθεστώτος της «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών» το 1974. Ανατέμνει τα ιδεολογήματα που συγκροτούν τη μυθολογία της «Ελλάδας Ελλήνων Ορθοδόξων» και την καταγωγή τους. Χαρτογραφεί τις αναχρονιστικές δυνάμεις, όλου του φάσματος, οι οποίες σε πολιτικό αλλά και θεωρητικό επίπεδο συνήργησαν και συνεργούν στην κραταίωση, τη διάχυση και τις μεταστάσεις του φαινομένου, κορυφαία έκφραση του οποίου είναι ο αρχιεπισκοπικός πολιτικός λόγος και οι εξουσιαστικές και εθναρχικές αξιώσεις του. Παρακολουθεί σχολαστικά τον δάνειο θεωρητικό λόγο του (αναμηρυκαστική μωροθεολογία), την εθνολαϊκιστική δημαγωγία και τις πολιτικές παρεμβάσεις του. Παρουσιάζει όλη την πορεία του και ειδικότερα το χουντικό παρελθόν του με ανέκδοτες φωτογραφίες και ντοκουμέντα, όπου η «έκπληξη» είναι ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος. Αποκαλύπτει το σατανικό «Σχέδιο Μυρμηκολέων», αλλά και το «Σχέδιο Χαμαιλέων» που συνήθως εφαρμόζει ο Χριστόδουλος. Μετά πάσης λεπτομερείας παρουσιάζει τη Μαύρη Ελλάδα, όπως εκφράστηκε με την Απάτη των Ταυτοτήτων. Και ολοκληρώνεται με την εκτενή παρουσίαση του «κύριου είδους προς εξαγωγή που διαθέτει η χώρα μας», το οποίο «δεν είναι άλλο από την Ελληνορθοδοξία», σύμφωνα με τη ρήση του Χριστόδουλου. Δηλαδή με την αναλυτική παρουσίαση των σκανδάλων του 2005. Μια συναρπαστική περιήγηση στoν θαυμαστό κόσμο της Ελληνορθοδοξίας και την «εθναποστολή» που έχει καταντήσει μάστιγα για τη χώρα μας.

---

(κατ.16/04/2006) ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ του Larry Cool: Με μεγάλη χαρά σας ανακοινώνω ότι δύο φίλοι θα εκδώσουν τον Μάιο το μυθιστόρημά μου, με τίτλο: ΤΟΝ ΚΑΝΕΝΑ ΘΑ ΤΟΝ ΦΑΩ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ!Ούτιν εγώ πύματον έδομαι (Οδ.ι369)
Οι εκδοτικοί οίκοι, MODERN TIMES - ΟΞΥ – ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ – ΠΑΤΑΚΗΣ – ΚΕΔΡΟΣ – ΑΓΡΑ – ΩΚΕΑΝΙΔΑ – ΠΟΛΙΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ – ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ – ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ – ΕΜΠΕΙΡΙΑ – SCRIPTA – ΨΥΧΟΓΙΟΣ – ΝΕΦΕΛΗ – ΛΙΒΑΝΗΣ – ΑΓΚΥΡΑ – ΕΣΤΙΑ – ΡΟΕΣ – ΚΟΧΛΙΑΣ – ΕΚΚΡΕΜΕΣ – ΑΠΟΠΕΙΡΑ – ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ – ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ – ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ – ΔΙΗΓΗΣΗ - κλπ,αρνήθηκαν να εκδώσουν αυτό το μυθιστόρημα. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε κάποιος απ’ αυτούς, «αξίζει να εκδοθεί, αλλά δυστυχώς δεν μπορούμε να το εντάξουμε στο πρόγραμμά μας».
Το μυθιστόρημα, ΤΟΝ ΚΑΝΕΝΑ ΘΑ ΤΟΝ ΦΑΩ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ, είναι άγριο –και στη γλώσσα και στο περιεχόμενο. Δεν είναι κάποιο συμβατικό μυθιστόρημα για να το βάλουν μέσα στη μηχανή του κιμά όπου σπρώχνουν την λογοτεχνία οι έμποροι του είδους για να βγάλουν χρήματα.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΌΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο Larry ξυπνά ένα πρωί και δεν θυμάται τίποτε. Ούτε καν τ’ όνομά του. Είναι κυριολεκτικά, ο Κανένας!
Περιπλανώμενος σε μια άγνωστη, ζοφερή μητρόπολη και προσπαθώντας να βρει ποιος είναι και τί τού συμβαίνει, ανακαλύπτει μια προηγμένη τεχνολογικά –αλλά και εξαθλιωμένη- κοινωνία η οποία αντιμετωπίζει μια πρωτοφανή απειλή. Τα πράγματα και οι άνθρωποι χάνουν αιφνιδίως το βάρος τους και πετούν στο διάστημα. Για να μην διαλυθούν στο χάος κατασκευάζουν ένα απέραντο δίκτυο ασφαλείας που τους συγκρατεί καλύπτοντας ολόκληρο τον πλανήτη.
Ο Larry αναζητώντας ταυτότητα και νόημα μέσα σ’ αυτόν τον παρανοϊκό κόσμο όπου κάθε ανθρώπινη αξία και βεβαιότητα συντρίβονται, παρασύρεται σ’ έναν κυκεώνα από ιλαροτραγικές περιπέτειες με τρομοκράτες, επιθεωρητές ασφαλείας, εικονικά όντα, κλπ.
Στο τέλος, και καθώς η μητρόπολη διαλύεται, ανακαλύπτει πως ό,τι έζησε –δηλ. ο ζοφερός τεχνολογικός κόσμος και οι περιπέτειές του μέσα σ’ αυτόν- ήταν ένας μύθος του ίδιου του τού μυαλού. Αφού λοιπόν όλα είναι μια διήγηση, ο Larry αναζητεί και βρίσκει την πρώτη εκείνη λέξη με την οποία θ’ αρχίσει η ιστορία ενός άλλου –πιο φωτεινού αυτή τη φορά- κόσμου.

---

(κατ.16/04/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Επιμέλεια: Σύσση Καπλάνη "Τα σ’ αγαπώ που άντεξαν" Εκδόσεις Άγκυρα.

Τις ερωτικές ιστορίες μέσα από τις επιστολές εξήντα έξι προσωπικοτήτων
θα βρείτε στο βιβλίο αυτό. Γράμματα αγάπης, έρωτα, ζήλιας, μίσους, πάθους, υποκρισίας, που πολιτικοί, συγγραφείς, ποιητές, ζωγράφοι, Έλληνες και ξένοι έστειλαν κάποια στιγμή σε εκείνον ή εκείνη που διεκδικούσαν, ή που ήταν ήδη το νόμιμο ταίρι τους.

Ο γραπτός λόγος ήταν παλαιότερα κυρίαρχο μέσο επικοινωνίας, αλλά και στην περίπτωση των διαπροσωπικών σχέσεων που τόσο οι κοινωνικές ή οι πραγματικές αποστάσεις τον επέβαλλαν, πρωταγωνιστούσε.

Ερωτικά γράμματα ανθρώπων που μέσα από αυτά η έξωθεν καλή μαρτυρία τους επιβεβαιώνεται–, ή κι άλλα που έρχονται να ανατρέψουν το δημόσιο ατσαλάκωτο προφίλ τους.

Εκείνη την τόσο ιδιαίτερη και προσωπική στιγμή κατάθεσης της ψυχής του στο χαρτί καθένας τους αποκαλύπτεται, ξεγυμνώνεται, εφόσον άγεται από το συναίσθημά του, ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι φανερό πως η λογική έχει κι εδώ τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.

---

(κατ.16/04/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Ελένη Λαδιά: Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων Εκδόσεις GEMA

Από τις εκδόσεις GEMA κυκλοφόρησε το βιβλίο «Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων», της γνωστής και βραβευμένης συγγραφέως Ελένης Λαδιά Η συγγραφέας κάνει μια διαδρομή στο χρόνο περιδιαβαίνοντας το χώρο του αρχαίου κοιμητηρίου του Κεραμεικού. Με ερέθισμα την παροντική μορφή των αρχαίων μνημείων του, μας ταξιδεύει στα Ψυχομαντεία της αρχαιότητας, μας μιλά για τον υποχθόνιο κόσμο του Άδη και των νεκρών, μας αφηγείται -σα να ήταν μόλις χθες - τις πεποιθήσεις για την ψυχή και τα ήθη και έθιμα για τους νεκρούς.
Με συμβούλους τους αρχαίους συγγραφείς, από τον Όμηρο έως τον Πλούταρχο, αλλά και τους νεότερους μελετητές, μας πληροφορεί για το μέγιστο θέμα της ψυχής. Το αίτημα του συγχρόνου ανθρώπου παραμένει το ίδιο με του παλιού: τι συμβαίνει με τη μεταθανάτια περιπέτεια της ψυχής; Υπάρχει η ψυχή και με ποια μορφή; Τι έλεγαν τα Ψυχομαντεία και τα Ονειρομαντεία για όλα αυτά τα κεφαλαιώδη ζητήματα, που απασχολούν τη σκέψη κάθε ανθρώπου; Όλα ακόμη είναι εδώ: οι επιτάφιες στήλες, το πλοιάριο στον Αχέροντα, το μαγευτικό Αμφιαράειο, η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη, οι αρχαίες μνήμες.

Το σχεδιασμό της έκδοσης καθώς και τα σκίτσα, έκανε ο Στέργιος Δελιαλής.
Η Ελένη Λαδιά γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχαιολογία και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Τα πιο γνωστά λογοτεχνικά της έργα είναι: Χάλκινος ύπνος, Αποσπασματική σχέση, Η θητεία, Τα άλση της Περσεφόνης, Η Χάρις, Ποταμίσιοι έρωτες.
Έχει τιμηθεί με Β' Κρατικό Βραβείο (1981) για τον Χάλκινο ύπνο και με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1991) για την Ωρογραφία.
Διηγήματά της έχουν μεταφρασθεί στα σλοβενικά, γαλλικά και αγγλικά. Το μυθιστόρημά της Χι ο Λεοντόμορφος στα σερβικά και Η Χάρις στα ρουμάνικα. Οι Ομηρικοί ύμνοι σε μετάφραση Δ. Π. Παπαδίτσα - Ελένης Λαδιά έχουν μεταφραστεί στα φινλανδικά.
Άρθρα και μελετήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της χώρας. ΕΚΔΟΣΕΙΣ GEMA: Σπευσίππου 1, 106 75 Αθήνα, τηλ.: 210- 7258350, fax: 210- 7222072, e-mail: gemadesigns@yahoo.gr

---

(κατ.28/03/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερα πρωτότυπου εκπαιδευτικού προγράμματος πανελλαδικής εμβέλειας, που έφτιαξε η εταιρεία Education Promotion Service, ο γνωστός συγγραφέας Μάκης Τσίτας ξεκίνησε σειρά επισκέψεων σε πολυπολιτισμικά σχολεία. Η αρχή έγινε από το νομό Αττικής, ενώ σειρά έχουν οι νομοί Φθιώτιδας, Αχαΐας και, Κορινθίας. Στόχος των επισκέψεων αυτών είναι η επαφή των μαθητών με τη σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία.
Με αφορμή τα βιβλία του συγγραφέα, «Τ’ όνομά μου είναι Δώρα» (Ελληνικά Γράμματα), «Η Δώρα και ο Οδυσσέας» (Ελληνικά Γράμματα), «Δε μου αρέσει το γάλα!» (Ψυχογιός), και «Ποιανού είναι αυτή η σούπα;» (Ψυχογιός), τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να συνομιλήσουν μαζί του για τη διαδικασία παραγωγής ενός βιβλίου, (από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι την έκδοσή του), αλλά και να εκφράσουν τις απορίες τους σχετικά με τα βιβλία αυτά, καθώς επίσης να «συνεργαστούν» μαζί του δημιουργώντας πρωτότυπες, δικές τους ιστορίες!
Η σημασία αυτής της προσπάθειας είναι μεγάλη, καθώς, όπως έχει δηλώσει ο κ. Τσίτας, «αν τα παιδιά καταλάβουν, ότι το διάβασμα είναι πάνω απ΄ όλα ευχαρίστηση και όχι κάτι βαρετό, γίνονται φίλοι του βιβλίου. Έτσι προετοιμάζουμε τους μελλοντικούς αναγνώστες και, γιατί όχι, τους αυριανούς συγγραφείς».
Φαίνεται ότι την άποψή του αυτή συμμερίζονται πολλά πολυπολιτισμικά - και όχι μόνο - σχολεία, αφού ήδη έχουν πραγματοποιηθεί σ’ αυτά πολλές και επιτυχημένες εκδηλώσεις.
Τις εκδηλώσεις διοργανώνει η διαφημιστική εταιρεία ΕPS, (Education Promotion Service). Η εταιρεία εκδίδει το περιοδικό Student's Guide, έναν οδηγό για τη διεθνή
εκπαίδευση, το οποίο κυκλοφορεί εδώ και 5 χρόνια. Μεταξύ των πελατών της EPS είναι πρεσβείες, διεθνείς επιχειρήσεις και σχολεία.

Όσα σχολεία επιθυμούν, μπορούν ακόμα και τώρα να δηλώσουν συμμετοχή στο πρόγραμμα, επικοινωνώντας με την Education Promotion Service στα τηλέφωνα 210.7014014 και 6942.088522.
Χορηγός επικοινωνίας των εκδηλώσεων είναι η παιδική εφημερίδα «ΑΚΑΤΑ ΜΑΚΑΤΑ»

Ο συγγραφέας: Ο ΜΑΚΗΣ ΤΣΙΤΑΣ γεννήθηκε το 1971 στην Αξό Γιαννιτσών. Σπούδασε δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη και ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα κι εργάζεται στο χώρο των εκδόσεων. Κείμενά του(διηγήματα,θεατρικά,ποιήματα), συμπεριλήφθηκαν σε ανθολογίες και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα μονόπρακτά του «Στην πλατεία» και «Η τηλεόραση» παίχτηκαν στο Θέατρο των Καιρών σε σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη. Συνεργάστηκε στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας του Χριστόφορου Χριστοφή «Βασίλισσα Μαϊμού». Διηγήματά του μεταφράστηκαν στα εβραϊκά, στα γερμανικά, στα ισπανικά και στα αγγλικά.

Έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία του: 1) «Πάτυ εκ του Πετρούλα», Εκδόσεις Καστανιώτη 1996 και εκδόσεις Υediot Aharounot (Ισραήλ) 1997 2) «Τ’ όνομά μου είναι Δώρα», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2003. 3) «Η Δώρα και ο Οδυσσέας», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2004. 4) «Δε μου αρέσει το γάλα!», Εκδόσεις Ψυχογιός 2005. 5) «Ποιανού είναι αυτή η σούπα;», Εκδόσεις Ψυχογιός 2005. 6) «Χριστούγεννα στο Νηπιαγωγείο» Εκδόσεις Σαββάλα 2005. Education Promotion Service Βασ. Κωνσταντίνου 2, 11635, Αθήνα Τηλ.- Fax: 210.7014014, e-mail: eduservice@ath.forthnet.gr

---

(κατ.28/03/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Διεθνείς διακρίσεις για τον ποιητή Δημήτρη Π. Κρανιώτη, ιατρό ειδικό Παθολόγο από τη Λάρισα, για την τελευταία του ποιητική συλλογή «Νοητή Γραμμή», που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2005:
Μάρτιος 2006: Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης με τα ποιήματά του «Ιδανικά», «Ψευδαισθήσεις» και «Το τέλος» είναι στην τελική λίστα των υποψηφιοτήτων στις Η.Π.Α. για το βραβείο «Muses Prize» για το «Καλύτερο Ποίημα της Χρονιάς» για το 2005. Το ποίημά του «Το τέλος» είναι επίσης στην τελική τετράδα υποψηφιοτήτων του βραβείου «Μuses Prize» για το «Καλύτερο Τραγικό Ποίημα της Χρονιάς» για το 2005.Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι ο μοναδικός ποιητής εκτός Η.Π.Α. που είναι στην τελική λίστα των 13 υποψηφιοτήτων του αμερικάνικου περιοδικού «Muses Review», διεκδικώντας το βραβείο «Μuses Prize» για το 2005 επίσης στις κατηγορίες «Καλύτερος Ποιητής της Χρονιάς» και «Καλύτερο Ποιητικό Βιβλίο της Χρονιάς» για το βιβλίο του «Νοητή Γραμμή», το οποίο περιέχει και ποιήματά του μεταφρασμένα στα αγγλικά και στα γαλλικά.

---

(κατ.08/03/2006) Tο δέκατο όγδοο βιβλίο του Bαγγέλη Pαπτόπουλου, με τον τίτλο ΦIΛOI, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Kέδρος», τέλη Φεβρουαρίου 2006. «Στην εγωιστική μας εποχή, λένε ότι οι αληθινές φιλίες τείνουν να χαθούν, αλλά εμείς αποτελούσαμε εξαίρεση...»
Aπό τους μικρασιάτες πρόσφυγες και τις δυτικές συνοικίες της δικτατορίας, στα βόρεια προάστια των Oλυμπιακών Aγώνων. Kι από τις αριστερές διαδηλώσεις της μεταπολίτευσης, στην αντιτρομοκρατική υστερία των ημερών μας. Iστορικές στιγμές, αλλά και έρωτες, γάμοι, χωρισμοί και κηδείες, σχέσεις με γονείς, αδέλφια και παιδιά, μια βασανιστική ασθένεια, ένα τηλεπαιχνίδι που διαφημίζει τη διαφήμιση και μια σχεδόν ιδανική φιλία που κρατάει ακόμη. Το κείμενο πάρθηκε από την ιστοσελίδα του συγγραφέα.

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

copyright2003-2006©Logo - contents may be copied. Editor, Designer-Owner : visual artist Stratos Fountoulis / copyright2003-2004©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης Στράτος Φουντούλης

 

Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες / Brussels, Belgium