.
.
   Σεπτέμβριος - Οκτώβριος - Νοέμβριος 2006 ( 15 )  www.stachtes.com        

μόνιμες στήλες/άρθρα

i) αγριμολόγος...(ο): Δεν πάει ο νους σε Παιδεία ii) Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Σοφία Νικολαΐδου iii) Μνήμη. Ελληνομνήμων: Γορδάτος Kωνσταντίνος (περ. 1690 - περ. 1750) iv) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Βenedicite v) Δοκίμιο. Νίκος Δήμου: Ο Νέος Ψηφιακός Λόγος vi) Ξεχωρίσαμε στον Έντυπο Τύπο. Μάριος Πλωρίτης: Ιεροί παραλογισμοί

κείμενα

vii) Νίκος Βλαχογιάννης viii) Σωτήρης Παστάκας ix) Θανάσης Γιαννόπουλος x) Σωκράτης Ξένος xi) Προδημοσίευση: Λεία Βιτάλη xii) Αλέξης Σταμάτης xiii) Λίλη Μιχαηλίδου xiv) George Le Nonce xv) annaTi xvi) Πάνος Ζέρβας xvii) Εμμανουήλ Ροΐδης xviii) Μαρία Πολυδούρη xix) Τίτος Πατρίκιος xx) Διαβάστε τα κείμενα των συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) | ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση) | ΟΙ σ τ ά χ τ ε ς ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ ~ e-mail: stachtes@gmail.com

 

αρχή σελίδας

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)

Δεν πάει ο νους σε Παιδεία

Βλέποντας χοροστάσια και μαγαζιά με γύρο γύρο σκουπίδια, παράγκες και σπίτια, οικισμοί και χωράφια, μάντρες οικοδομικών υλικών, δρόμοι και μονοπάτια ριγμένα άτακτα πάνω στη γη. Το βλέμμα ξεχειλίζει από δάση τηλεοπτικών κεραιών. Το σύγχρονο αστικό περίγραμμα της σημερινής Ελλάδας. Το βλέμμα σταματά εκεί• δεν τολμά να απλωθεί ψηλότερα• προσγειώνεται. Φεύγει και γυρνά σε πόλεις και χωριά και φορτίζεται από την υποδοχή σκουπιδιών και μπαζωμάτων και προσπερνά. Η παιδεία απουσιάζει από το οπτικό πεδίο.
-----Σε ποια μονοπάτια χάθηκε αυτή η περίφημα διακηρυγμένη Ιστορική Συνείδηση, όταν κάποια φυλλάδια όπως ένα της περιφέρειας Αττικής αναφέρει τον Εθνικό Κήπο σαν «Διακοσμητικό πάρκο», όπου στο βλέμμα κυριαρχούν η βρομιά, η λάσπη και η αμορφία; Κλαδιά, ξεραμένα φύλα δέντρων ανάκατα με χαρτομάντιλα, κουτιά αναψυκτικών, χάρτινα περιτυλίγματα από σοκολάτες, κρουασάν, σάντουιτς, τσαλακωμένα πακέτα τσιγάρων, αποτσίγαρα. Πηγαίνετε στο ιερό νησί της Δήλου, ή λίγο έξω από τα Μετέωρα. Περάστε στον Θεσσαλικό κάμπο. Το ίδιο άρρωστο τοπίο. Η παιδεία παντού, εκκωφαντικά απουσιάζει.
-----Παρατημένες παιδικές χαρές. Σκουριασμένες αλυσίδες σε κούνιες που τρίζουν, η τραμπάλα σχεδόν ξεχαρβαλωμένη, το μονόζυγο ξεβαμμένο από το χαρούμενο αρχικό του χρώμα. Τα ξύλινα καθίσματα στις κούνιες, η τραμπάλα γεμάτα σκλήθρες. Υπαίθριες τουαλέτες που εντοπίζονται από τη δυσοσμία. Παρκάκια με αγάλματα βρόμικα, χτυπημένα και απεριποίητα. Παγκάκια που κάποτε είχαν τιμηθεί με χρώμα. και τα σίδερα που τα στηρίζουν• σκουριασμένα. Τονίζουν (ανάμεσα στ’ άλλα, την απουσία των Αρχών) βροντερά την έλλειψη παιδείας.
-----Δέντρα που στέκουν αγέρωχα. Αντέχουν όσα χρόνια και αν περάσουν • ταλαιπωρημένα, με την εμφανή προσπάθεια να δώσουν καθαρές ανάσες στον περιπατητή. Κοιτούν από ψηλά τους λιγοστούς ελεύθερους χώρους εγκαταλελειμμένους να γερνούν, να εγκαταλείπονται από τις αρχές. Ελάχιστοι κάτοικοι διαμαρτύρονται ή αντιδρούν δυναμικά, δημιουργικά. Οι υπόλοιποι προστατεύονται από τα δελτία των οκτώ και τα πρωτοσέλιδα. Απαθείς, αθώοι και αμέριμνοι θεατές της καθημερινότητας• της ζωής. Παθητικοί θεατές απολαμβάνουν καρέ-καρέ εικόνες του κυκλοφοριακού, της ανεργίας, των σκουπιδιών. Θεατές με την αδράνεια παραδομένου θύματος κοιτούν αποχαυνωμένα τα όνειρά τους να γκρεμίζονται σε δολοφονικές λακκούβες στους δρόμους, σε οργωμένα πεζοδρόμια.
-----Τα πεζοδρόμια γεμάτα εμπορεύματα, μηχανάκια, σκουπίδια, καρέκλες και τραπέζια (οι μητέρες με παιδικό καροτσάκι;). Φρεσκοβαμμένοι τοίχοι όμορφων δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς γεμάτοι μουντζούρες (όχι γκράφιτι) και συνθήματα για όλα, ακόμα και για Παιδεία. Σε στατιστική μελέτη διαβάζω ότι το 71,6% βλέπει συχνά γείτονες να πετούν σκουπίδια στο δρόμο. Θλιβερό.
-----Εκλογές. Κραυγές μεγαφώνων, κολόνες (οι καημένες...) γεμάτο αυθαίρετες αφίσες υποψηφίων, χορός ασταμάτητος ιδίων προσώπων περί ιδίων ομιλούντων. Εμφανίσεις «καλλιτεχνών» στηρίζουν υποψήφιους. Αλληλοκατηγορίες, παραπληροφορίες, «ανακαλύψεις σκανδάλων», ξεκατινιάσματα και άλλα συμπτώματα γεμίζουν τον ατομικό μας χώρο. Ναι, ακόμα και σε αυτόν τον χώρο που ζούμε, σε κατάσταση συνεχούς μορφωτικής απαξίωσης, ακόμη και εκεί μας πλαγιοκοπούν.
-----Δεν είμαι μηδενιστής, υπάρχουν μερικοί που αντιστέκονται και δημιουργούν. Δεν είναι όλα μαύρα, υπάρχουν επιτεύγματα σε όλους τους τομείς, αυτά όμως είναι η εξαίρεση. Το πολύ μικρό και ασήμαντο αυτό άρθρο δεν μπορεί να χωρέσει όλα όσα πονούν.

Copyright©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, 4 Οκωβρίου2006.

 

αρχή σελίδας

Νίκος Δήμου: Ο Νέος Ψηφιακός Λόγος

Ηψηφιοποίηση της γραφής και η δημιουργία του ηλεκτρονικού κείμενου έχουν συγκριθεί με την εφεύρεση της τυπογραφίας. Άλλοι, πιο τολμηροί, όπως ο Thomas Forster θεωρούν την επανάσταση στην πληροφορική τεχνολογία: "μία εξέλιξη στα ανθρώπινα πράγματα πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας και πιθανότατα σημαντικότερη από την εφεύρεση της ίδιας της γραφής. Τόσο σημαντική όσο η επινόηση της γλώσσας; Ίσως".
---Οι επιπτώσεις και επιδράσεις μίας τέτοιας αλλαγής είναι τόσο πολλές και πολύπλοκες, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να επισημανθούν σε ένα κείμενο. Άλλωστε, βρισκόμαστε μόνο στην αρχή. Τέτοιες επαναστάσεις χρειάζονται χρόνο για να επιδράσουν. Η επινόηση της τυπογραφίας μπορεί να έγινε στα 1450 αλλά χρειάστηκαν περίπου τρεις αιώνες για να φανούν οι πρώτες κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές της προεκτάσεις. (Διαφωτισμός - Γαλλική Επανάσταση). Σήμερα βέβαια οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα - αλλά και πάλι, αν δεν παρέλθουν αρκετά χρόνια, δεν θα έχει κανείς την απόσταση και την προοπτική για να συλλάβει την έκταση ενός παρόμοιου φαινομένου.
---Εδώ μπορούμε μόνο περιληπτικά να καταγράψουμε μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία της πληροφορικής επανάστασης στον χώρο των κειμένων:
---Ηλεκτρονικό κείμενο ονομάζουμε ένα κείμενο που έχει ψηφιοποιηθεί. Ας σημειωθεί ότι εκτός από κείμενα η νέα τεχνολογία επιτρέπει την ψηφιοποίηση του ήχου, της εικόνας και της οπτικο-ακουστικής κινούμενης εικόνας. Η παράλληλη αυτή ψηφιοποίηση επιτρέπει την σύνδεση και ανάμιξη κειμένου, εικόνας και ήχου σε πολυμέσα.


Τι χαρακτηριστικά έχει ένα ψηφιοποιημένο περιεχόμενο (content) και ειδικότερα ένα ηλεκτρονικό κείμενο:
---1. Αποκτά απεριόριστη διάρκεια, δεν υπόκειται στην φθορά - γίνεται σχεδόν αιώνιο.
---2. Αποθηκεύεται εύκολα σε πολύ περιορισμένο χώρο. Μία σαραντάτομη εγκυκλοπαίδεια χωράει σε ένα φορητό μέσο μεγέθους γραμματοσήμου. Σε ένα δίσκο DVD, μεγέθους και όγκου ενός CD (δίσκου ακτίνας) μπορούν να αποθηκευτούν περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες βιβλία. Στην ηλεκτρονική του ατζέντα, μαζί με τα ραντεβού και τα τηλεφωνά του μπορεί κανείς να συμπεριλάβει και μια βιβλιοθήκη δεκάδων τόμων.
---3. Με την δυνατότητα αποθήκευσης και μεταφοράς των κειμένων αλλάζει η φύση των βιβλιοθηκών και των αρχείων. Βιβλία, περιοδικά, έγγραφα, κλπ. μπορεί να είναι αποθηκευμένα σε ηλεκτρονική μορφή μέσα σε κεντρικούς υπολογιστές και προσβάσιμα στον καθένα από το σπίτι, ή το γραφείο του. Το ίδιο ισχύει για τους μαθητές και τις σχολικές βιβλιοθήκες, για τους δικηγόρους και την νομολογία, τους γιατρούς με την ιατρική βιβλιογραφία, και γενικά κάθε είδους πληροφορία ή τεκμηρίωση.
---4. Τα ψηφιακά περιεχόμενα είναι εύκολα μεταδόσιμα μέσω των ηλεκτρονικών δικτύων. Ήδη το Διαδίκτυο (Internet) είναι η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου. Μπορεί να βρει κανείς εκεί δωρεάν όλα τα κλασικά κείμενα καθώς και τα περισσότερα σύγχρονα - μερικά με καταβολή δικαιωμάτων. Επίσης είναι απλούστατη η μεταφορά ενός βιβλίου μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.
---5. Με τα ηλεκτρονικά ευρετήρια είναι ευχερέστατη η έρευνα και αναζήτηση στα ηλεκτρονικά κείμενα. Π. χ. ο "Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας" (Thesaurus Linguae Graeca - TLG) περιέχει σε ένα CD-ROM όλα τα κείμενα της Ελληνικής γραμματείας μέχρι το 4ο αιώνα μ. Χ. Μπορεί κανείς να αναζητήσει μία λέξη ή μία φράση: σε δευτερόλεπτα το πρόγραμμα ανεύρεσης διατρέχει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες και δίνει αλάνθαστα αποτελέσματα. (Ένας ερευνητής θα χρειαζόταν μία ζωή).
---6. Η ίδια ερευνητική δυνατότητα υπάρχει και στο Διαδίκτυο. Οι μηχανές αναζήτησης (search engines) μπορούν να διατρέξουν όλο το Internet για να βρουν μία λέξη ή ένα συνδυασμό λέξεων.
---7. Ίσως η σημαντικότερη ιδιότητα των ηλεκτρονικών κειμένων είναι η δυνατότητα τους να διασυνδέονται μεταξύ τους. Η δυνατότητα αυτή καθιερώνει ένα νέο είδος ανάγνωσης (και σκέψης) της νοηματικής (από περιεχόμενο σε περιεχόμενο) και όχι πια της σειριακής (από σελίδα σε σελίδα). Πρόκειται για το "Υπερκείμενο" (hypertext). Κάθε σημαντική λέξη ενός ηλεκτρονικού κειμένου μπορεί να είναι σύνδεσμος (link) με άλλα κείμενα, εικόνες ή ήχους. Μία αναφορά σε ένα βιβλίο με ένα κλικ μας οδηγεί στο ίδιο το βιβλίο, η διαβάζοντας για μία σονάτα μπορούμε με ένα κλικ να την ακούσουμε.
---8. Ο θρίαμβος του Υπερκειμένου είναι ο Παγκόσμιος Ιστός (World Wide Web - www). Στο Διαδίκτυο, όλα παραπέμπουν σε όλα. Κανένα κείμενο δεν είναι απομονωμένο - όλα αποτελούν μέρος ενός απέραντου (και άπειρου) συνόλου.


---Σε χρόνο ανύποπτο ο Roland Barthes είχε περιγράψει μία τέτοια δικτυακή πραγματικότητα οραματιζόμενος ένα ιδανικό κείμενο: "Σε αυτό το ιδανικό κείμενο τα δίκτυα είναι πολλά και αλληλεπιδρούν, χωρίς κανένα από αυτά να μπορεί να ξεπεράσει τα άλλα. Αυτό το κείμενο είναι ένας γαλαξίας από σημαινόμενα, όχι μία δομή από σημαίνοντα. Δεν έχει αρχή - είναι αναστρέψιμο. Μπαίνουμε σε αυτό από διάφορες εισόδους, καμία από τις οποίες δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η κυρία είσοδος. Οι κωδικοί τους οποίους κινητοποιεί απλώνονται όσο φτάνει το μάτι, είναι απροσδιόριστοι".
---Την διακειμενικότητα κάθε κειμένου περιγράφει και ο Michel Foucault στην "Αρχαιολογία της Γνώσης" όταν υποστηρίζει ότι "τα σύνορα ενός βιβλίου δεν είναι ποτέ ξεκάθαρα… διότι είναι εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σύστημα αναφορών προς άλλα βιβλία, άλλα κείμενα, άλλες προτάσεις: είναι ένας κόμβος σε ένα δίκτυο - ένα δίκτυο αναφορών". Αλλά πολλές και από τις θέσεις του Jacques Derrida (όπως για την αποκέντρωση του λόγου) πραγματοποιούνται με απροσδόκητο τρόπο στην νέα ηλεκτρονική τεχνολογία.
---Από την περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχουν τα ηλεκτρονικά κείμενα γίνεται σαφές ότι αλλάζει εντελώς τόσο η φύση και η τεχνική της γραφής, όσο και η διαδικασία της ανάγνωσης.
---Για την γραφή είναι ήδη γνωστό πόσο την επηρεάζει η χρήση ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η δυνατότητα μορφοποίησης του κειμένου, η άνετη και εύκολη επεξεργασία, η κοπή, επικόλληση, ανασύνθεση, μετατόπιση τμημάτων του κειμένου, το κινηματογραφικού τύπου μοντάζ των παραγράφων, η συσσώρευση παλίμψηστων γραφών και εκδοχών, η ενσωμάτωση άλλων κειμένων ή διακειμενικών αναφορών - όλα αυτά γίνονται ευχερή χάρη στις δυνατότητες που έχουν τα προγράμματα επεξεργασίας κειμένου. Βιβλία όπως τα μεγάλα μυθιστορήματα του Umberto Eco όζουν υπολογιστή - δεν θα ήταν εύκολη (ίσως και δυνατή) η σύνθεσή τους σε χειρόγραφο.
---Η συμβίωση με τον υπολογιστή σε άλλους συγγραφείς προκαλεί ευφορία και άλλους τους απωθεί. Ο Reynold Price βλέπει την σύνταξη του κειμένου σαν ένα διασκεδαστικό βίντεο-παιχνίδι, ενώ η Sherry Turkle περιγράφει ειδυλλιακά το διακειμενικό τοπίο γύρω από το γραπτό της, με τις πηγές, τις παραπομπές, τις εναλλακτικές γραφές και τις σημειώνεις να μοιράζονται μαζί του τη οθόνη. Αντίθετα άλλοι γράφουν για τον "εφιάλτη της οθόνης" (Γ. Κοροπούλης).
---Άλλη μία δυνατότητα που δίνει η ηλεκτρονική τεχνολογία, είναι για βιβλία που είναι "ανοιχτά" - έχουν δηλαδή πολλαπλές εκδοχές στην ανέλιξη της υπόθεσής τους και εξαρτώνται από την συμμετοχή του αναγνώστη. Ένα τέτοιο διαδραστικό κείμενο είχε ήδη δημοσιεύσει προ ετών στο Internet ο Μίλοραν Πάβιτς.
---Επίσης η αισθητική της γραφής έχει αλλάξει - με την δυνατότητα του υπολογιστή να διαφοροποιεί τις γραμματοσειρές και την σελιδοποίηση κάθε γραπτού, να εισάγει εικόνες και σχέδια, διαγράμματα και χάρτες σε κάθε κείμενο. Ο κάθε χρήστης υπολογιστή γίνεται σχεδιαστής, επιμελητής, εκδότης, τυπογράφος και λιθογράφος. Την μεταμοντέρνα αυτή διάσταση της ηλεκτρονικής γραφής έχει επισημάνει η Sherry Turkle.
---Όχι μόνο δεν έχουν δίκιο οι νοσταλγοί της παλιάς τυπογραφίας που θρηνούν την απώλεια της ομορφιάς στο βιβλίο - αλλά αντίθετα οι δυνατότητες αισθητικής παρέμβασης και δημιουργίας είναι σήμερα πολύ περισσότερες. Υπάρχουν ήδη πολλές ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο που είναι, κυριολεκτικά, έργα τέχνης.
---Η δικτύωση της ηλεκτρονικής γραφής δίνει στον κάθε νέο συγγραφέα την δυνατότητα δημοσιοποίησης της δουλειάς του σε ένα ευρύτατο κοινό, χωρίς να υποστεί την δαπάνη της έκδοσης. (Το αυτό ισχύει για κάθε δημιουργό - ζωγράφο, μουσικό, σκηνοθέτη, κλπ.) Υπάρχουν βιβλία που κυκλοφορούν μόνον μέσω Διαδικτύου (ή εκδίδονται πρώτα στο Διαδίκτυο και μετά σε κλασική μορφή). Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν και τα Δικτυακά περιοδικά (fanzines) που ενσωματώνουν σήμερα τις πιο πρωτοποριακές συλλήψεις. Περιττό να ειπωθεί ότι στο Δίκτυο πρωτοδημοσιεύονται τα πιο συζητημένα πολιτικά κείμενα και μανιφέστα (π. χ. του Commandante Marcos) και ότι μέσω αυτού πραγματοποιούνται οι περισσότερες διεθνείς πολιτικές κινητοποιήσεις. (Κινήματα αντι-παγκοσμιοποίησης, Γένοβα 2000 κ.ά.)
---Ακόμα πιο πολύ επηρεάζει η πληροφορική την τεκμηρίωση και τον εμπλουτισμό των μελετών και επιστημονικών διατριβών. Σήμερα, προκειμένου να αρχίσει την σύνταξη μίας πραγματείας, ο μελετητής ξεκινάει με μία αναζήτηση στο Διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι θα πάρει περισσότερα (και νεότερα) στοιχεία από όσα θα του έδινε μία έρευνα σε βιβλιοθήκες. Επιπλέον, μία σχετική με το θέμα ερώτηση σε μεγάλη δικτυακή βιβλιοθήκη - ή και σε δικτυακό βιβλιοπωλείο - μπορεί να του δώσει όλη την απαιτούμενη βιβλιογραφία σε μερικά δευτερόλεπτα.
---Η δυνατότητα των πολυμέσων ανοίγει νέους ορίζοντες στην συγγραφή - ο δημιουργός ενός βιβλίου μπορεί, στην ηλεκτρονική του μορφή, να ενσωματώνει εικόνες, ήχους, ακόμα και μικρά βίντεο. Πράγματα πολύτιμα για παιδικά, διδακτικά ή βιβλία αναφοράς (reference books).
---Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι - όπως γράφουν μερικές Κασσάνδρες - το κλασικό βιβλίο θα εξαφανιστεί και ο κόσμος θα πάψει να διαβάζει. Όπως η φωτογραφία δεν εκτόπισε την ζωγραφική, ο κινηματογράφος το θέατρο και η τηλεόραση τον κινηματογράφο (όλα αυτά τα είχαν ήδη προφητέψει οι ίδιες, ή ανάλογες Κασσάνδρες) έτσι και το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν θα εκτοπίσει το κλασικό προϊόν της τυπογραφίας. Θα συνυπάρχει δίπλα του, με διακριτό ρόλο. Και αν μάλιστα δούμε τι συνέβη στις άλλες τέχνες, μάλλον θα υπάρξει άνθιση του παραδοσιακού βιβλίου και όχι μαρασμός.
---Είναι σίγουρο ότι σε μία κατηγορία βιβλίων θα κυριαρχήσει η ηλεκτρονική μορφή. Πρόκειται για τα βιβλία αναφοράς: εγκυκλοπαίδειες, λεξικά, αρχεία, ιστορίες, corpus στοιχείων, κλπ. Εκεί, ο μικρός όγκος και οι πολλαπλές δυνατότητες γρήγορης ανεύρεσης, μαζί με τον πλούτο της τεκμηρίωσης, θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο. Ποιος θα ήθελε να φορτωθεί τους σαράντα τόμους της Encyclopedia Britannica, όταν μπορεί να έχει όλα της περιεχόμενα σε ένα δισκάκι - εμπλουτισμένα με ένα σωρό οπτικοακουστικά παραδείγματα που δεν υπάρχουν στην τυπογραφική της μορφή;
---Φυσικά το ηλεκτρονικό κείμενο θα αλλάξει και τις συνήθειες ανάγνωσης. Ιδιαίτερα η δυνατότητα του Υπερκειμένου, που διασυνδέει όλα τα γνωστικά περιεχόμενα, θα οδηγήσει σε μία νέα σχέση του αναγνώστη με το κείμενο. Είναι περίεργο πως η πληροφορική επανάσταση υλοποιεί τις θεωρίες της Νέας Κριτικής για την σχέση συγγραφέα-βιβλίου-αναγνώστη. Την σύγκλιση αυτών των τόσο διαφορετικών θεματικών έχει αναπτύξει ο George P. Landow στο, κλασικό πια, βιβλίο του, Hypertext. Εκτός από το απόσπασμα του Barthes, που διαβάσαμε στην αρχή, υπάρχει και η διάκρισή του ανάμεσα σε "συγγραφικά" και "αναγνωστικά" κείμενα. Αν τα πρώτα είναι τα κλασικά, στατικά, τυπωμένα κείμενα, τα δεύτερα θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είναι ηλεκτρονικά. "Είναι αυτά που κάνουν τον αναγνώστη όχι απλά ένα καταναλωτή αλλά ένα παραγωγό του κειμένου" . Ακριβώς - τα ηλεκτρονικά κείμενα, με την δυνατότητα του υπερκειμένου και των συνδέσμων μετατρέπουν τον αναγνώστη από παθητικό δέκτη, σε ενεργό διαμορφωτή του υλικού.
---Ίσως θα έπρεπε εδώ να υπογραμμίσουμε την απελευθερωτική και δημιουργική αυτή πλευρά της νέας ψηφιακής τεχνολογίας - ιδιαίτερα απέναντι σε όσους, όπως ο Baudrillard, την καταδικάζουν και την αναθεματίζουν. Η νέα τεχνολογία θα επεκτείνει ακόμα περισσότερο τα οφέλη της Γουτεμβεργιανής επανάστασης, κάνοντας την γνώση ακόμα πιο προσιτή, πιο φθηνή, πιο άμεση και δίνοντας στον σκεπτόμενο άνθρωπο ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες για δημιουργική σκέψη.
---Κι είναι χαρακτηριστικό να θυμίσουμε σε όλους αυτούς που απορρίπτουν την τεχνολογία, πως και το βιβλίο είναι τεχνολογικό προϊόν - και ότι ο Γουτεμβέργιος ήταν τεχνικός, μάστορας - κι όχι διανοούμενος. Το πνεύμα στηριζόταν πάντα στην τεχνολογία: χωρίς τα χρώματα του ζωγράφου και τα όργανα του μουσικού, θα ήταν ανύπαρκτο.
---Τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής καταγράφηκαν στην αρχή του κειμένου αυτού: διάρκεια, αποθήκευση, μετάδοση, διερεύνηση, ταξινόμηση, δικτύωση. Το αποτέλεσμα αυτών των πλεονεκτημάτων, είναι ότι η πληροφορία και η γνώση γίνονται εύκολα προσιτές στον καθένα και από οπουδήποτε. Ένας άνθρωπος με φορητό υπολογιστή και συνδεδεμένο κινητό τηλέφωνο, έχει στην διάθεσή του άπειρο πλήθος πληροφοριών, ακόμα κι αν βρίσκεται στην έρημο ή στη μέση του ωκεανού.
---Με την ηλεκτρονική γραφή προχωρεί αποφασιστικά ο εκδημοκρατισμός της γνώσης. Χάρη στην τυπογραφία, η γνώση, που ήταν προνόμιο των ελαχίστων (ιερατείων), έγινε κτήμα των πολλών. Με την ηλεκτρονική επανάσταση γίνεται κτήμα όλων. Κάθε δικτυωμένος χρήστης υπολογιστή είναι δυνητικά κάτοχος του συνόλου των ανθρωπίνων γνώσεων.
---Σίγουρα υπάρχει ακόμα χάσμα ανάμεσα στην δικτυωμένη και πληροφορικά επαρκή ανθρωπότητα και τον Τρίτο κόσμο ο οποίος δεν διαθέτει ούτε υπολογιστές ούτε τις απαραίτητες δεξιότητες, ούτε πρόσβαση σε δίκτυο. Όμως το χάσμα αυτό κλείνει πολύ γρήγορα. Η εξάπλωση του Internet γίνεται με ταχύτητα μεγαλύτερη από οποιασδήποτε άλλης τεχνολογικής καινοτομίας (π. χ. τηλεόρασης, ή τηλεφώνου). Στο τέλος του έτους 2002 ο αριθμός των δικτυωμένων ξεπερνούσε ήδη τα 600.000.000. Οι υπολογιστές φθηναίνουν συνεχώς, ο χειρισμός τους γίνεται πιο εύκολος (και με την επικείμενη αναγνώριση φωνής θα γίνει απλούστατος), η πρόσβαση σε αυτούς διευκολύνεται και για τους μη κατόχους (κοινόχρηστα κέντρα, βιβλιοθήκες, Internet Cafe), άλλα μέσα σύνδεσης στο Δίκτυο είναι ήδη διαθέσιμα (π. χ. κινητά τηλέφωνα). Πολλές κοινωνίες κάνουν τεχνολογικά άλματα: πριν π. χ. αποκτήσουν σταθερή τηλεφωνία αναπτύσσουν την κινητή.
---Τα μειονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής και της δικτύωσής της είναι α) ο πληθωρισμός των πληροφοριών (information overload) που προϋποθέτει κάποια κριτήρια διαχωρισμού της έγκυρης πληροφορίας από τα "σκουπίδια του Διαδικτύου". β) η δυνατότητα εύκολης παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων - αντιγραφής και αναπαραγωγής κειμένων, μουσικής, ταινιών, εικόνων κλπ. Για το θέμα αυτό ήδη υπάρχουν και παγκόσμια νομολογία και Κοινοτικές Ρυθμίσεις.
---Πέρα από όλα αυτά, η πληροφορική και η διαδικτύωση των κειμένων επιφέρει επανάσταση στην Παιδεία. Δεδομένου ότι είναι πια τόσο εύκολη η άντληση της πληροφορίας, δύο βασικοί προαιώνιοι στύλοι της εκπαίδευσης - η μάθηση και η απομνημόνευση - χάνουν την σπουδαιότητα τους. Ο καθηγητής δεν είναι πια ο αποκλειστικός κάτοχος της γνώσης - αλλά ο σύμβουλος που πρέπει να διδάξει την μέθοδο και να οξύνει την κρίση του μαθητή.
---Το Διαδίκτυο έχει κατηγορηθεί ότι αποξενώνει τους ανθρώπους. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όπως και το τηλέφωνο (για το οποίο είχε διατυπωθεί η ίδια κατηγορία) τους φέρνει πιο κοντά. Και αυτό γίνεται κυρίως με την γραφή. Αναβιώνει η τέχνη της αλληλογραφίας. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο έχει ήδη, σε πολλές χώρες του κόσμου, ξεπεράσει σε αριθμό αποστολών το κλασικό, που πλέον ασχολείται περισσότερο με μεταφορές και παραδόσεις αντικειμένων (τα οποία παραγγέλλονται ηλεκτρονικά).
---Αν η Τηλεόραση είναι ο θρίαμβος της εικόνας, το Internet είναι ο θρίαμβος της γραφής. Το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου του είναι κείμενο. Βιβλία, αρχεία, άρθρα, αλληλογραφία, ειδήσεις, σχόλια - αλλά και δικτυακές συζητήσεις. ---Στις ομάδες συζητήσεων γίνονται διάλογοι για όλα τα θέματα, από τα πιο καθημερινά και ευτελή μέχρι τα πιο υψηλά και απαιτητικά. Οι ενδιαφερόμενοι για κάθε θέμα συγκροτούν ομίλους (newsgroups) και ανταλλάσσουν απόψεις και γνώμες. Αναβίωση λοιπόν και της επιστολογραφίας και του γραπτού διαλόγου. Με πολυγλωσσική ποικιλία: αν το Internet στα πρώτα του βήματα ήταν αποκλειστικά αγγλόφωνο, τώρα η Αγγλική έχει περιοριστεί στο 40% και το ποσοστό της μειώνεται σταθερά.
---Το Διαδίκτυο είναι το αντίθετο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Δεν είναι μαζικό αλλά εξατομικευμένο (ο καθένας κάνει τις δικές του επιλογές) και δεν είναι μονόδρομο αλλά αμφίδρομο. Ο κάθε χρήστης, από παθητικός δέκτης μπορεί εύκολα και φθηνά με μεταμορφωθεί σε ενεργητικό πομπό. Τώρα μάλιστα με τα blogs (weblogs) υπάρχουν ήδη σήμερα (Φεβρουάριος 2003) πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες "προσωπικές εφημερίδες" στο Internet.
---Ωστόσο και τα έντυπα ΜΜΕ βρίσκονται στο Διαδίκτυο. Όχι μόνο με την καθημερινή τους έκδοση αλλά και με το αρχείο τους. Πράγμα που σου δίνει την δυνατότητα να διαβάζεις όποια εφημερίδα θέλεις από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, αλλά και να ερευνάς το αρχείο της με βάση το όνομα του γράψαντος, το θέμα, ή και μία απλή κειμενική αναφορά.
---Η πληροφορική επανάσταση αλλάζει την ζωή μας τόσο ριζικά όσο καμία άλλη στην ιστορία του ανθρώπου. Όπως συμβαίνει συνήθως είναι δύσκολο γι αυτούς που ζούνε μέσα στην αλλαγή να αποτιμήσουν την έκταση και το βάθος της - όμως, το ότι όλα μεταβάλλονται είναι σαφέστατο. Πουθενά ίσως η αλλαγή δεν είναι τόσο έντονη όσο στο χώρο της επικοινωνίας - και ας μην ξεχνάμε πως το βιβλίο είναι και αυτό ένα μέσο επικοινωνίας και μάλιστα το πρώτο μαζικό.
---Θα ήθελα να κλείσω αυτή την σύντομη επισκόπηση με ένα μικρό κείμενο που έγραψα το 1997 - ως πρόλογο για τις πρώτες ιστοσελίδες του Ελληνικού Κέντρου Βιβλίου:

Ο Νέος Δικτυακός Λόγος
Au fond, voyez-vous, le monde est fait pour aboutir a un beau livre.
(Stéphane Mallarmé)


---Όταν ο Mallarmé είπε αυτή τη φράση, δεν μπορούσε να υποπτευθεί πως, σε λιγότερο από έναν αιώνα, η ποιητική του παρομοίωση θα είχε μεταβληθεί σε συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο κόσμος έχει ήδη καταλήξει σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο απέραντο με δεκάδες εκατομμύρια αναγνώστες. Ένα βιβλίο που περιέχει οτιδήποτε δημιούργησε και δημιουργεί η ανθρωπότητα: κείμενα, εικόνες, ήχους - αλλά κυρίως, λόγο, γραπτό λόγο. Το μέγιστο ποσοστό του Internet είναι λέξεις. "Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο" - η μεταφορά που έγινε προφητεία.
---Όταν ο Sir Karl Popper χώριζε τον κόσμο σε τρία (Κόσμος Ι: των αντικειμένων στο χώρο, Κόσμος ΙΙ: ο υποκειμενικός, των σκέψεων και των βιωμάτων, Κόσμος ΙΙΙ: των δημιουργημάτων) δεν υποψιαζόταν ότι σε δύο δεκαετίες ο Κόσμος ΙΙΙ θα σελάγιζε πάνω από την ανθρωπότητα σαν δεύτερο σύμπαν. Περιέχει όλα αυτά που είχε περιγράψει ο φιλόσοφος: Επιστημονικές θεωρίες και ποιήματα, πίνακες ζωγραφικής και κοντσέρτα, ακόμα και ταπεινά χρηστικά εγχειρίδια, οδηγίες χρήσεως και χάρτες.
---Φυσικά, σαν δεύτερο σύμπαν, το Διαδίκτυο περιέχει - όπως και το πρώτο - άφθονα σκουπίδια. Δεν θα κριθεί από αυτά - όπως δεν κρίνεται η ποίηση από τους κακούς στιχουργούς. Ο επαρκής αναγνώστης μαθαίνει να δικτυοδρομεί και να αποφεύγει την φλυαρία, την ρυπαρογραφία, την προπαγάνδα.
---Αλλά το πιο ένδοξο πράγμα στο Internet είναι πως όλοι μπορούν να γράψουν σε αυτό το βιβλίο. Αντίθετα με τα μονόδρομα Μαζικά Μέσα (ακόμα και το βιβλίο είναι ένα από αυτά…) που μας μεταμορφώνουν σε δέκτες, στον Παγκόσμιο Ιστό ο καθένας μπορεί να είναι και πομπός. Έχει επέλθει μία νέα άνθιση του Λόγου, φυτρώνουν εκατοντάδες ατομικά έντυπα, εφημερίδες, βιβλία και περιοδικά των κυμάτων. Παλιά κλασικά κείμενα διασταυρώνονται με καινούργια, ανατρεπτικά. Οι κυβερνοποιητές (cyberpoets) είναι οι τροβαδούροι της νέας εποχής. Με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ξανανθίζει η τέχνη της αλληλογραφίας
---Οι δικτυωμένοι υπολογιστές είναι η μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού - πολύ πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Θα αλλάξουν (ήδη αλλάζουν) τον τρόπο που εργαζόμαστε, που επικοινωνούμε, που ζούμε. Ξέρω ότι πολλοί βλέπουν με δυσπιστία, ακόμα και με εχθρότητα αυτές τις αλλαγές. Αλλά ακόμα και αυτοί, δεν θα μπορούσαν να αρνηθούν την παρουσία του Νέου Δικτυακού Λόγου.

Copyright©Νίκος Δήμου / Από την επίσημη ιστοσελίδα του www.ndimou.gr.

αρχή σελίδας

Μάριος Πλωρίτης : Ιεροί Παραλογισμοί

Ο - κατά Χριστόδουλον - ιδανικός άνθρωπος είναι ένα πλάσμα ά-λογο, άκριτο, άβουλο, άλαλο, δουλικό, ένα υποζύγιο.

ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ δεν είχα καμιά διάθεση να ξανασχοληθώ με τον κ. Χριστόδουλο. Πολύ περισσότερο που ο κ. Μανώλης Βασιλάκης συνέθεσε έναν ογκώδη τόμο 666 σελίδων, με τίτλο «H μάστιγα του Θεού», όπου, με αξιοθαύμαστη υπομονή, συγκέντρωσε όλα τα στοιχεία για τον βίο και πολιτεία του Μακαριότατου, και παραθέτει πλήθος κείμενά του, που δίνουν όλο το μέγεθος των κοσμοθεωριών του.
----Ομως, ένα νεότερο πόνημά του Αρχιεπισκόπου (που εκφωνήθηκε στα «Παύλεια» Βέροιας και δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας, 28.6.06), αποτελεί - νομίζω κορυφαίο αριστούργημα του κατηχητικού λόγου του. Και αξίζει να γίνει γνωστό σε ακόμα πλατύτερους κύκλους. Ιδού:
----«ΤΟ δεύτερο είδωλο του ανθρώπου (μετά τα φρικαλέα ανθρώπινα δικαιώματα προφανώς) είναι η Λογική»... που «αποτελεί την τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου».
----Απίστευτο αλλ' αληθές! Πριν προχωρήσει, όμως, στην πομφολυγώδη ανάπτυξη του αφορισμού του, προσφέρει εν είδει hors d'oeuvre ένα πελώριο μαργαριτάρι: «Από τον Θωμά τον Ακινάτη (1224-1274) και μετά, ο δυτικός άνθρωπος επιχειρεί να εξηγήσει με τη Λογική τα πάντα, ακόμη και ό,τι προφανώς τον υπερβαίνει».
----Αλλ' ακόμα και οι μηδενισθέντες υποψήφιοι των AEI-TEI, γνωρίζουν ότι θεμελιωτής της τυπικής Λογικής είναι ο Αριστοτέλης και ότι τα έργα του επηρέασαν καταλυτικά όλη την κατοπινή φιλοσοφία, μεσαιωνική και νεότερη. Και μάλιστα, ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος Ιμμάνουελ Καντ υποστηρίζει πως «η Λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα μπρος ή πίσω από τον καιρό του Αριστοτέλη».1
----Αλλωστε, και ο σπουδαίος θεολόγος και φιλόσοφος Θωμάς Ακινάτης, στην αριστοτελική διδασκαλία στηρίχτηκε, προσπαθώντας να συνδέσει τη θεολογία με τη φιλοσοφία. Πώς τα αγνοεί - ή τα αποσιωπά - αυτά ο θεόπνευστος διδάχος μας;
----ΑΣ έρθουμε όμως, στο corpus του αρχιεπισκοπικού λιβέλλου, για να ρωτήσουμε: Αν η Λογική αποτελεί την «τραγωδία του ανθρώπου», τι είναι εκείνο που εξασφαλίζει την ευτυχία του; Αυτονόητα, το αντίθετο της Λογικής: η πίστη, το δόγμα, το «πίστευε και μη ερεύνα», ο παραλογισμός. Αυτό, δηλαδή, που κυριαρχούσε στον Μεσαίωνα και που το σάρωσαν η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός. Εξ ου, και το αβυσσαλέο μίσος και μένος του Αρχιεπισκόπου εναντίον αυτών των «Δαιμόνων».
----ΤΟ περίεργο όμως είναι ότι ο κ. Χριστόδουλος, στα ατελεύτητα κηρύγματά του, μιλάει αδιάκοπα για «ελληνο-χριστιανικό πολιτισμό». Αλλ' ακόμα κι εκείνος δεν μπορεί να αγνοεί πως ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, σε όλες τις εκφάνσεις του (από τη φιλοσοφία ως τις επιστήμες, από την κοινωνική ως την πολιτική οργάνωση) διεπόταν από τον Λόγο, τη Λογική. Πριν 20 μέρες, είχα παραθέσει την επιγραμματική διατύπωση του εγκυρότερου μάρτυρα, του Αριστοτέλη: «Δεν δίνουμε την εξουσία σ' έναν άνθρωπο αλλά στον Λόγο, επειδή οι άνθρωποι ασκούν την εξουσία για τον εαυτό τους και γίνονται τύραννοι». Οχι μόνο την πολιτική εξουσία αλλά και κάθε άλλη.
----Πώς, λοιπόν, ο κ. Χριστόδουλος (και πολλοί συν αυτώ) «παντρεύουν» τον Ελληνικό πολιτισμό που κυριαρχείται από την Λογική, με την Ορθοδοξία, τον Χριστιανισμό γενικότερα, που βασιλεύεται από την «άγια» μη-λογική; Δεν είναι αυτό μια γοερή αντίφαση που, αντιστάσεως μη ούσης, χρησιμοποιείται κατά κόρον όχι μόνο από το ιερατείο αλλά και από πολιτικούς και άλλους αστέρες των μπαλκονιών και των τηλεοπτικών παραθύρων;
----Πολύ περισσότερο που (κατά τον κ. Χριστόδουλο, πάντα) η συνέπεια της αφειδούς χρήσης της Λογικής είναι να «αποϊεροποιηθεί η ζωή». Δηλαδή, ο άνθρωπος και η ζωή του είναι «ιερά», αλλά έρχεται η σατανική Λογική και γκρεμίζει τα άγια και τα όσια. Ετσι που ο άνθρωπος «καθίσταται ον πεπερασμένο, χωρίς αξία, χωρίς προορισμό στη ζωή του, μια έμβια μηχανή, που μπορεί να τη χρησιμοποιεί όπως αυτός νομίζει. Το χειρότερο, δηλαδή, είναι ότι η φιλοσοφική αντίληψη της Λογικής χρησιμοποιείται και ως όπλο κατά αρχών και αξιών, που έχουν να κάνουν με την ίδια την υπόσταση του ανθρώπου».
----Ο κ. Χριστόδουλος δεν εξηγεί ποιες είναι αυτές οι αρχές και αξίες. Αλλά οποιοσδήποτε άνθρωπος με σώας τας φρένας, θα τον πληροφορήσει πως βασικότατες αξίες του ανθρώπινου βίου είναι η ελευθερία ζωής, σκέψης, έκφρασης, πράξης, δηλαδή τα ανθρώπινα δικαιώματα, που ο Αρχιεπίσκοπος κατακεραυνώνει σε κάθε ευκαιρία. Κατ' αυτόν, όμως, η σωτηρία του ανθρώπου έγκειται στην κατάργηση αυτών των δικαιωμάτων. Οπότε ο άνθρωπος θα ξαναγίνει αυτό που ήταν κάτω από τυραννικά, ολοκληρωτικά καθεστώτα: μια έμβια μηχανή (εδώ ταιριάζει ο όρος), χωρίς άλλο «δικαίωμα» παρά να πιστεύει τυφλά και να υπακούει βουβά τους προφήτες της όποιας πίστης, να εκτελεί αδιαμαρτύρητα ό,τι εκείνοι του επιτάζουν - και να τους χρυσώνει.
----THN απόδειξη την προσφέρει ο ίδιος σε μια λίγο νεότερη ομιλία του στην Πολιτιστική Αμφικτυονία των Δελφών, που δημοσιεύεται επίσης στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας (5.7.06).
----Εκεί κηρύττει ανοιχτό πια και ανελέητο πόλεμο κατά των ανθρώπινων δικαιωμάτων. «H εκκλησία θα έλθει σε πολλές συγκρούσεις με το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», προφητεύει. Και στη θέση τους (που είναι μια «νομική αντίληψη»!) «εκείνη προτάσσει τη διακονία». Και τι εστί διακονία; Μα η υπηρεσία, η αδιαμαρτύρητη εκτέλεση καθήκοντος που σου ορίζουν άλλοι, «ανώτεροί σου. Ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα μεθοδεύουν την «κατάργηση της ηθικής συνείδησης» και μετατρέπουν τον άνθρωπο σε «υποζύγιο του διαβόλου»!
----ΙΔΟΥ, λοιπόν, ο - κατά Χριστόδουλον - ιδανικός άνθρωπος: ένα πλάσμα ά-λογο, άκριτο, άβουλο, άλαλο, δουλικό, ένα υποζύγιο (κυριολεκτικά, αυτή τη φορά), που θα συμμορφώνεται ασυζητητί με τα δόγματα και τους φετφάδες των «πνευματικών» πατέρων του.
----Ετσι και μόνο έτσι θα «ιεροποιηθούμε» όλοι, και ο Σατανάς, ο «άρχων του κόσμου τούτου», (όπως τον ονομάζει ο Αρχιεπίσκοπος) θα μεταναστεύσει σε κάποιον άλλον πλανήτη, για να τον «διαβολίσει» κι αυτόν - εκτός αν βρει εκεί κάποιον άλλον Χριστόδουλο που θα του χαλάσει τα σχέδια...

_________________
1. «Κριτική του Καθαρού Λόγου», B,7.
2. «Διάλογοι», «Βήμα», 2.7.00.


Copyright©Το ΒΗΜΑ 23/07/2006 , Σελ.: B36
/ http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14820&m=B36&aa=2

αρχή σελίδας

Κριτική Βιβλίου από την Μαρία Πετρίτση: Σοφία Νικολαΐδου – Ο Μωβ Μαέστρος (εκδόσεις Κέδρος)

ΗΣοφία Νικολαΐδου επιστρέφει φέτος με ένα καινούριο βιβλίο από τις εκδόσεις Κέδρος, που φέρει τον τίτλο «Ο Μωβ Μαέστρος» και ξεκινά με ούριο άνεμο το ταξίδι του προς τις βιβλιοθήκες μας.
«Ο Μωβ Μαέστρος» είναι η ιστορία της μοναχοκόρης ενός ροκά μπαμπά, πρωτεργάτη της θεσσαλονικιώτικης νυχτερινής ζωής, που κληρονομεί με το στανιό την επιχείρηση του πατέρα της και αλλάζει άρδην ζωή. Γύρω της, ως δορυφόροι, κινούνται πολλαπλοί -σαν κατάγματα- χαρακτήρες που στήνουν τη σκαλωσιά του βιβλίου με μεθοδικό και εμπνευσμένο τρόπο.
----Μέσα από τη δράση της καθημερινής ζωής, τα συναισθηματικά γκελ και το πολύπλευρο ψυχολογικό αλισβερίσι μεταξύ των ηρώων το βιβλίο μας βάζει να περπατήσουμε σελίδα τη σελίδα μέσα σε ένα λογοτεχνικό μονοπάτι που καταλήγει σε εθνική οδό μυθιστορηματικής απόδοσης.
----Σκάβοντας βαθιά στους τόπους της ανθρώπινης συνείδησης, η Νικολαΐδου φέρνει το μαχαίρι στο κόκαλο με ευελιξία χειρουργού και αποφασιστικότητα εκδορέα. Εξιχνιάζει την υπέρτατη Σχέση μεταξύ κοριτσιού και του πρώτου αγαπώντος προσώπου της ζωής του, δηλαδή του πατέρα, επιχειρώντας μια τυφλή βουτιά στον κόσμο των συναισθημάτων και, κατ’ επέκταση, των συμπλεγμάτων.
----Με πολύ χιούμορ και με κάποιες σχεδόν κινηματογραφικές λεπτομέρειες όπως, μεταξύ άλλων, η εξτραβαγκάν γκαρνταρόμπα του τρομερού πατέρα, η σουρεαλιστική διακόσμηση του νυχτερινού κέντρου, η μουσική επένδυση και τα χορευτικά του βιβλίου -η Νικολαϊδου ανήκει στο σπάνιο εκείνο είδος συγγραφέων που κατορθώνουν να ντύνουν τα βιβλία τους με ήχους και μάλιστα στο loud-, τα τερτίπια της νύχτας και των ανθρώπων της, τα σεντόνια με τις ανθισμένες παπαρούνες της μαραμένης μητέρας, η συγγραφέας πλέκει τον ιστό του μυθιστορήματός της χτίζοντας ένα σταθερό έργο που πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την τελευταία σελίδα του.
----Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Λίζα, βάζει ένα υποσυνείδητο στοίχημα. Πρόκειται για ένα πεισματικό στοίχημα ικανοτήτων κι επιβίωσης που έχει ως σημείο εκκίνησης τον κόμπο στις αόρατες κλωστές που την συνδέουν με τον πατέρα της και τερματίζει ως αποδεικτικό στοιχείο αυτοπροσδιορισμού και σχέσεων που δρουν απελευθερωτικά.
----Ο θάνατος του «τελευταίου σουλτάνου» αποτελεί ορόσημο τόσο για την απελευθέρωση αυτής της πολύπλοκης σχέσης, σαν ένα επώδυνο σπυρί που σπάει και ξερνάει το κακό, όσο και για την πρόκληση ενός είδους αναμέτρησης με το απτό παρελθόν και με τα άυλα ίχνη που αφήνει πάνω στους ανθρώπους κάθε σπουδαία σχέση όπως αυτή. Αν κερδηθεί το στοίχημα η Λίζα θα έχει δικαιώσει τον πατέρα της και θα του έχει απαντήσει έστω και μετά θάνατον, θα έχει νικήσει το φόβο και θα έχει αποκαταστήσει μια ολέθρια σχέση με τρόπο ιαματικό.
----Η Μπένια, καταθλιπτική μητέρα που λάμπει δια της απουσίας της, είναι μια λευκή σκιά. Η ουσιαστική της σχέση με την κόρη της αποτελείται από αποσπασματικές στιγμές αγάπης που αποτελούν περισσότερο ονειρικό αντικείμενο αναπόλησης παρά πραγματικό βίωμα. Αν τις βάλουμε τη μια δίπλα στην άλλη φτιάχνουμε το θολό κολάζ της λύπης και της εγκατάλειψης, που ενοχοποιεί εσαεί τον πατέρα και βασανίζει επί μακρόν την κόρη.
----Σε αυτό το σημείο, η Νικολαΐδου τσαλακώνει ευέλικτα το κλασικό ελληνικό μοτίβο της μάνας-ηρωίδας που αψηφά με αυταπάρνηση τη δυστυχία της προκειμένου να αναθρέψει το σπλάχνο της όσο καλύτερα μπορεί. Η ανατροπή της παραδοσιακής εικόνας γίνεται απλά, χωρίς κωδωνοκρουσίες και πλεκτάνες: η πάλαι ποτέ σαγηνευτική κι ατίθαση γυναίκα είναι πλέον μια απούσα μητέρα γεμάτη ψυχολογικά προβλήματα, σκοτωμένη από τον έρωτα, αδύναμη και άρα δυστυχής. ----Η σχέση της με τον άντρα της τσακίστηκε στα ύφαλα της καθημερινότητας και των διαφορών τους κι αυτά είναι σχεδόν όλα όσα την χαρακτηρίζουν, ως σύγχρονη Έμα Μποβαρύ, μετά την πρώτη νιότη των πάρτι και της ανέμελης ομορφιάς. Ιδιαίτερα ενδιαφέρων είναι ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας δίνει τη χαριστική βολή στο αιώνιο κλισέ. Χωρίς να προσάπτει κάτι στη μητέρα, ούτε καν την έλλειψη στοιχειώδους προσπάθειας για επιβίωση, την βγάζει από τον δεδομένο ενήλικο ρόλο της και την παρουσιάζει σαν ένα αραχνοΰφαντο πλάσμα που απλώς δεν άντεξε την πραγματικότητα κι έτσι έχασε το παιχνίδι
----Ο ακαταμάχητος μπάρμαν, ο Μωβ, ένα πολύ φιλοσοφημένο πρεζόνι, είναι πόλος έλξης και λαμπερή πηγή συγκίνησης και γοητείας. Πρόκειται για έναν ανατρεπτικό χαρακτήρα που παραπέμπει σε τυπικές παζολινικές φιγούρες άλλων εποχών καθώς περιγράφεται με περιστροφικό και ανακυκλούμενο τρόπο, προσθέτοντας έτσι ακόμη ένα θαυμαστικό στις τελικές εντυπώσεις του βιβλίου. Με το κράμα μαγκιάς, ευαισθησίας, κυνισμού και σοφίας που βαφτίζει αυτό το μαγνητικό ήρωα, η συγγραφέας σκηνοθετεί έντεχνα μια εναλλακτική εικόνα του ιδανικού σύγχρονου άντρα, την οποία κλονίζει ή επαναφέρει ο ίδιος κατά περίπτωση μέσα από διφορούμενες συμπεριφορές, αρωματίζοντας την ιστορία με γεύση ζεστού οινοπνεύματος.
----Ο «ψυ» της υπόθεσης είναι ένα από τα πιο απολαυστικά και έξυπνα σημεία του βιβλίου, που περιγράφεται λιτά, λειτουργώντας ως εγκεφαλικό background στην ιστορία. Τον βλέπουμε πάντα να καρφώνει με το βλέμμα το μωσαϊκό κατά τις συνεδρίες με τη Λίζα κάνοντάς της ενοχλητικές ερωτήσεις που της ανεβάζουν το αίμα στο κεφάλι και ταυτόχρονα την πετάνε σε βαθιά νερά -εκεί όπου, συχνά, οι σιωπές είναι πιο εύγλωττες κι από τις ίδιες τις λέξεις και λειτουργούν σωστικά σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης.
----Ο Ρώσος και η μπαλαρίνα είναι ένα σχεδόν θεατρικό ζευγάρι με απίστευτα βιογραφικά. Θα μπορούσαν να αποτελούν μέλη ενός μαγικού θιάσου που χώρισε νωρίς. Παρόλο που ο «ψυ» θα έλεγε πως τυχαία πράγματα δεν υπάρχουν, μια αλλόκοτη συνάντηση, προσχεδιασμένη ίσως από κάποιον από μηχανής Θεό που πιστεύει στα σκέρτσα του έρωτα, τους ενώνει ξανά. Έτσι, η ιστορία συνεχίζεται χαϊδεύοντας τα παλιά τραύματα με καθαρό βαμβάκι και ρίχνοντας νέο φως σε αινιγματικά σκοτάδια καθώς ένα μεταφυσικό, σχεδόν ειρωνικό, παιχνίδι της μοίρας επιμένει να φέρνει πολύ κοντά δυο ανθρώπους που κανονικά φτιάχτηκαν για να ζουν χώρια.
----Ο δικηγόρος-σύμβουλος είναι η πιο έντονη πατρική παρουσία του βιβλίου, παρόλο τον πληθωρικό Ιασίδη. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες καταλαβαίνουμε πως αποστολή του είναι η διάσωση της κληρονόμου του επιστήθιου φίλου του από τυχόν κακοτοπιές και άστοχες κινήσεις. Καταλήγει να είναι πραγματικός φίλος, συμβουλάτορας κι εξαιρετικά ανθρώπινος προστάτης καθώς η σχέση του με τη Λίζα αποδεικνύεται ισάξιου μεγέθους με τη σχέση του με τον πατέρα της.
----Η λύση του βιβλίου έρχεται ταυτόχρονα με τη λύση του αινίγματος που προσπαθεί να εξερευνήσει η Λίζα και που της προσφέρεται σαν πρωτοχρονιάτικο δώρο σταλμένο από τον ουρανό, σαν κλειδάκι κρεμασμένο σε κοριτσίστικο καρπό, που ανοίγει τις πόρτες της αυτογνωσίας και της διαπίστωσης μιας γενετήσιας μοναξιάς που κάνει παρέα στους ανθρώπους μέχρι το τέλος της ζωής τους.
----Η πλοκή του βιβλίου είναι έντεχνα δομημένη, υπάρχει δυνατή δράση, καταστάσεις που εναλλάσσονται κι εμπλουτίζονται με νέα στοιχεία, ενώ η δημιουργία έντονου συναισθήματος, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, παραμένει αμείωτη για τον αναγνώστη. Η συγγραφέας, με λεκτικά και νοηματικά ζιγκ ζαγκ, καθιστά τους ήρωές της οικείους, αναγνωρίσιμους, συμπαθείς. Οι αντιθέσεις των χαρακτήρων, τόσο εσωτερικά όσο και ως προς την κοινωνική έκφρασή τους λειτουργούν ως ευχάριστη ίντριγκα ταυτοπροσωπίας και εμβαθύνουν στην πολυπλοκότητα των ηρώων με καλοζυγισμένο και στέρεο τρόπο. Πίσω από την καλοφροντισμένη σκληράδα τους διακρίνεται η γλυκύτητα και πίσω από την επιφανειακή αδιαφορία και τον κυνισμό τους ξεπροβάλλει μια αδήριτη ανάγκη για αγάπη και αποδοχή.
----Το ύφος της Σοφίας Νικολαΐδου, που πλέον καθίσταται όλο και πιο σαφές και χαρακτηριστικό του έργου της, καλλιεργείται συνεχώς, κατασταλάζοντας στην αρτιότερη μέχρι σήμερα μορφή του στο Μωβ Μαέστρο. Η τεχνική με την οποία αναπτύσσει το θέμα της στηρίζοντας το σκελετό του σε διαδοχικούς ομόκεντρους κύκλους και κεντώντας το με ψιλή βελονιά από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου λειτουργεί ενδεικτικά ως προς τη γενικότερη πορεία της συγγραφέως βάζοντας, κατά συνέπεια, τον πήχη της αναγνωστικής προσμονής ακόμα υψηλότερα.


Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες / maria_petritsi@yahoo.com

αρχή σελίδας

annaTi: 2 ποιήματα

Στις ονειρεμένες αστρικές δημιουργίες

Στις ονειρεμένες αστρικές δημιουργίες
στου ασυνείδητου ενστίκτου τη μνήμη
γράμματα θαρρείς πως σέρνονται,
πίσω από τις λέξεις…
τα νοήματα, υπερκορεσμός του μέλλοντος.
Μ’ ένα μολύβι μαύρο χαράζεις σπείρες
σπείρες άρρυθμες, άτακτες, απειλητικές…
συρματοπλέγματα θαρρείς ηλεκτροφόρα
το στρατόπεδο φυλούν της θάλασσας…
κι εσύ; τί κάνεις εσύ;
Χέρια που άγνωστες φορούν εκφράσεις
τάχα ν’ απλώνονται, να πέφτουν, να γελούν
ή μήπως σφίγγουν τα μάτια στις παλάμες…
κάπως, να πάψουν να βλέπουν τις υφές,
τα νήματα, που τόσο άκομψα, δημόσια
αφένονται και ερωτοτροπούν…
Ω, άγιο χέρι ξένο, που δεσμούς επιβάλλεις
κι ω, άγια επιλογής απόγνωση,
στη θάλασσα μόνιμα ή στην ξηρά για πάντα,
τον σαρκασμό, ακόμη δεν τον έμαθες,
πως οι σπείρες ορισμένος είναι τόπος σου
‘κει μέσα ζεις και ανασαίνεις ξηρά κι αφρό•
στις ονειρεμένες αστρικές δημιουργίες
στου ασυνείδητου ενστίκτου τη μνήμη
γράμματα καθώς θωρείς να σέρνονται,
πίσω από τις λέξεις…
…τα νοήματα, σ’ ένα του μέλλοντος, ίζημα

*

Οι λέξεις πάλι,

…με φόρα σύρθηκαν στον πάγο πάνω και γδάρθηκαν•
στου δέρματός τους την απένδυση, τη σάρκα άφησαν
έκθετη, ωμή, με τους χυμούς της να γυαλίζουν•
διάλυμα από δηλητήριο και αίμα…

Όταν το σύρσιμο σταμάτησε
και πληγιασμένες σηκώθηκαν,
βρήκαν πάλι πρόφαση και λόγο,
να πουν πως κανένα ατύχημα
δεν έγινε…

και άρχισαν να καμώνονται πως περπατούν δίχως πόνο…
και άρχισαν να καμώνονται πως εσύ δεν είδες καλά…
και πως το απεχθές ατύχημα, το εμπρός των οφθαλμών σου
δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια οφθαλμαπάτη…
μια οπτασία των δικών Σου τρίσβαθων επιθυμιών
στην παγωμένη Σου την στέπα…

Μα εσύ,
που ξέρεις πως τα ζωώδη σου ένστικτα,
αναίμακτες ποθούν τις λέξεις, γελάς•
με την πονηριά, ετούτης της συγκάλυψης...
και καθώς στο γέλιο σου καταλογίζεται
το σαρκοβόρο του ωμού,
-από τις υποδόρια δολοφόνες λέξεις-
αυτό, ανοίγει να γκριμάσει, ακόμα πιο πολύ
και αρχινά να γίνεται ακόμη πιο πλατύ
και ακόμη πιο τρανταχτό…

Ξέρεις, το δηλητήριο, διαβρώνει…
και εύκολα πολύ, χαράσσει χαμόγελα…

-ακόμη και στους βράχους-

Copyright©annaTi

αρχή σελίδας

Νίκος Βλαχογιάννης: Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια.

Σπίτια χαμηλά, ζωές ισόγειες, δρόμοι ακόμη στο χαλίκι και το χώμα, γυναίκες που σκουπίζουν τις αυλές, παιδιά μαθημένα στο ξύλο και το παιχνίδι στις αλάνες. Οι άντρες μυρίζουν ιδρώτα και τσιγάρο, μιλάνε λίγο και υποκρίνονται ότι εννοούν πολλά πίσω από τα σκληρά τους βλέμματα. Οι γυναίκες περνούν τις μέρες με το λερό φουστάνι, τη ρόμπα με τα παράσημα της λάτρας. Τις Κυριακές πλένουν τα μαλλιά τους, ευωδιάζουν λεβάντα, ντύνονται το μοναδικό καλό τους φόρεμα και βάζουν στο γκάζι το καλό φαί της εβδομάδας.
----Ατραξιόν της γειτονιάς, το Σινέ Αφροδίτη, με μια ταμπέλα-κράχτη για όνειρα αμερικάνικα, γαλλικά και πότε-πότε ελληνικά. Ιδιοκτήτες, μια οικογένεια από τον Πόντο που αντάλλαξε τα προικιά της προσφυγιάς της, με την αγάπη του θεάματος. Άντρας, γυναίκα και δύο παιδιά, οι απόστολοι του νεωτερισμού, σε μια γειτονιά που διψάει για ξένο δάκρυ, δανεικό πάθος, κλεμμένη λάμψη, για να ξεφεύγει απ’ την καθημερινότητα του χωματόδρομου. Ο Θοδωρής, στα 14, φορτώνει τις μπομπίνες στη μηχανή προβολής, κόβει εισιτήρια, κάνει τα πρώτα του κλεφτά τσιγάρα κρυμμένος στις μπροστινές θέσεις του σινεμά, όσο οι δικοί του πουλάνε ψεύτικη ζωή στους θαμώνες-γείτονες. Το μυαλό του καταγράφει ασπρόμαυρες περιπέτειες, τα πρώτα έγχρωμα φιλιά, ονόματα-μύθους ενός κόσμου χιλιάδες μίλια μακριά από τη ζωή του. Αδυναμία του, οι άντρες πρωταγωνιστές που κινδυνεύουν ατσαλάκωτοι, μιλούν βαριά κι ασήκωτα ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές τους και πάντα, μα πάντα, κερδίζουν τα φράγκα και το κορίτσι.
----Στο φεγγοβόλημα του πανιού, με τις ακτίνες από τη μηχανή προβολής να σχίζουν τη νύχτα πάνω από το κεφάλι του, ο Θοδωρής θα δει καθισμένο στην πρώτη σειρά το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια. Κόρες διεσταλμένες, στυλωμένες σε έναν κόσμο ιριδίζοντα, μυρωδιά από νύχτα ιδρωμένη, δέρμα ανυποψίαστο. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι κυματίζει στο πανί βία ξενόφερτη, μακρινή, άγνωστη-σώματα παραδομένα στα ένστικτα, μάσκες λιγότερο σκληρές από τα πρόσωπα που κρύβουν. Είναι μικροί για να καταλάβουν. Είναι μεγάλοι για να νιώσουν. Ο φακός θα σβήσει, η νύχτα θα ανάψει, η γειτονιά θα επιστρέψει στη φτώχεια της-ήσυχη στην ασφάλεια του τίποτα. Ο Θοδωρής θα κρατήσει τη μυρωδιά του μικρού, στον ύπνο του θα πει ψέματα, μα το πρωί θα σηκωθεί με τη γεύση του ανεκπλήρωτου στο στόμα του.
----Φυλλώματα πυκνά, κλαριά που σπάνε στη ζέστη του μεσημεριού, στρώμα οι πευκοβελόνες και πάνω ένα σύμπαν από πέτρες στοιβαγμένες να θυμίζουν σπίτι. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια, μικρός θεός στα 10 του, στήνει ουρανό κι αστέρια κατά τη θέληση του. Βαπτίζει στερεώματα με οικεία ονόματα, κάθε δωμάτιο κι ένα άλλο παιδικό πρόσωπο, κάθε κρεβάτι κι ένα παραμύθι που ακόμη δεν τέλειωσε. Στο σύμπαν που πλάθει τα μυστικά τα κρύβει η μέρα, και τις αλήθειες τις φέρνει στο φως η νύχτα. Έτσι αντίστροφα κινείται ο κόσμος στο μυαλό του. Αυτή τη φιγούρα που άμα θέλει φέρνει τον κόσμο τούμπα, θα αντικρύσει ο Θοδωρής μπαίνοντας στο πέτρινο σύμπαν. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα δει στα μάτια του τις σκιές των ηρώων που θέλει να ζήσει ο Θοδωρής, το σώμα του θα γίνει καθρέπτης που θα ραγίσει στη βία του. Αγκάλιασμα πρόωρο. Σιωπή. Χέρια που σφίγγουν αντί να χαϊδεύουν. Λάθος. Φιλί στυφό. Σιωπή. Δαγκώματα στο στέρνο. Λάθος, κι ύστερα πάντα σιωπή.
----Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα αφήσει το παρόνομα του να σκουριάσει εκεί, κάτω από τα πεύκα. Δεν θα φτιάξει ποτέ ξανά κόσμους, ουρανός κι αστέρια θα μείνουν μισά στο μυαλό του, το πέτρινο σύμπαν θα το παρασύρει η βροχή της ηλικίας. Ο Θοδωρής και η οικογένεια του θα φύγουν πολύ σύντομα, αφήνοντας τη γειτονιά χωρίς όνειρα, στο έλεος του χωματόδρομου. Αργότερα θα συναντηθούν τυχαία στο λεωφορείο της τοπικής γραμμής. Γαντζωμένοι στο ίδιο χερούλι, θα αφήσουν τη σιωπή να πάρει το λόγο. Αυτή τη φορά κανένα λάθος. Γαντζωμένοι στην ίδια στιγμή, θα πάρουν επιτέλους εκδίκηση για το λυγμό που κάποτε τους ένωσε!

Copyright©Νίκος Βλαχογιάννης

 

αρχή σελίδας

Πάνος Ζέρβας : Στη λοκάντα του μπάρμπα Γκιουζέπε

Θεατρικός μονόλογος


Φέτος μπήκε νωρίς ο χειμώνας σ’ όλο το βασίλειο και σ’ ολόκληρη την Ιταλία, καθώς μου λένε οι ταξιδιώτες. Σε μας εδώ, όχι μονάχα στην Πιστόγια αλλά σε όλα τα χωριά τριγύρω, αρχές Δεκεμβρίου ακόμα και μας έχει σαπίσει η βροχή. Χιόνισε κιόλας δυο φορές, αλλά ευτυχώς δεν το έστρωσε… Δεν έφτανε ο πόλεμος και τα σούρτα φέρτα με τους καρμπονάρους και τους Αυστριακούς – που κακιά ώρα να τους εύρει και να μη βρίσκουν δρόμο να γυρίσουν στον τόπο τους, οι αγριάνθρωποι… Τρεις φορές περάσαν αποδώ φέτος και ακόμα αυτό το έρημο και σκοτεινό 1821 δεν τελείωσε… Χτυπάω ξύλο, μη σώσουν και ξανάρθουν!

Αχ, μονάχα το καλοκαίρι είναι για τη φτωχολογιά και για τις λοκάντες. Ποιος ταξιδεύει χειμωνιάτικα; Μαριάννα, έλα κορίτσι μου από δω… Ρίξε δυο κούτσουρα στο τζάκι γιατί κοντεύει να σβήσει, γέμισε και μια κανάτα από το βαρέλι με τo κόκκινο σημάδι, φέρε μας και λίγα καρύδια, λίγες σταφίδες… Άντε γεια σου…

Λοιπόν, εντιμότατε και ευγενέστατε φίλε μου, βλέπεις, απόψε πελατεία δεν έχουμε, ακόμα και οι μπεκρήδες της Τοσκάνης φοβήθηκαν τον καιρό. Αφού δεν έχει μεροκάματο, ας καθίσουμε κι εμείς οι παλιοί συμπολεμιστές να πιούμε ένα ποτηράκι σαν άνθρωποι… και να σου πω τα καθέκαστα, τι έγινε χθες το βράδυ δηλαδή.

Κάτσε, ντε… συλλογιέμαι από πού να ξεκινήσω… Ας ξεκινήσουμε καλύτερα μ’ ένα ποτηράκι από το κοκκινέλι, είναι από το αμπέλι του Σαλβατόρε, του κουνιάδου μου. Αυτό το βαρέλι το κρατάω για την αφεντιά μου και για εκλεκτές προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας των πραματευτάδων καθώς ελόγου σου… χαχαχα… Μαριάννα, βρεγμένα ήταν τα κούτσουρα που έβαλες στο τζάκι; Μας φλόμωσε η κάπνα ρε παιδάκι μου… Κερνάς ταμπάκο; Ε, θα πάρω μια τσίκα, ο γιατρός μας ο ντοτόρε Μαντοβάνι, που τονε λέμε ντοτόρε Χάροντα, χαχα, μας κάνει κήρυγμα κάθε φορά να ρουφάμε πολύ ταμπάκο, κάνει καλό λέει στους χυμούς του οργανισμού, τους ραφινάρει. Τώρα τι σόι ραφινάρισμα κάνει, ο Θεός και η ψυχή του, αλλά τι να πω ο φτωχός, εγώ ένας αγράμματος γέρος είμαι, κι ας έχω την καλύτερη λοκάντα σ’ ολάκερη την Τοσκάνη, υπακούω λοιπόν στις διαταγές του ντοτόρε του Χάροντα. Α, να και τα καρυδάκια με τις σταφίδες. Ο καλύτερος μεζές για το κρασάκι, συμφωνείς;

Λοιπόν, χθες το σούρουπο δεν έβρεχε με τα κανάτια όπως τώρα, αλλά έριχνε εκείνο το μπίρι μπίρι το σιγαλό, που σου τρυπάει τα κόκαλα και σου γανιάζει την ψυχή… Είχα εννιά ταξιδιώτες, ήταν και καμιά δεκαριά ντόπιοι και τα πίνανε, πιασμένα όλα τα τραπέζια μου, δόξα σοι ο Θεός… Ξέρεις τώρα, εγώ την άμαξα που έρχεται την καταλαβαίνω μια λεύγα μακριά, που λέει ο λόγος, μόλις στρίψει από το μοναστήρι της Σάντα Ντομένικα. Χθες όμως δεν κατάλαβα τίποτα, θες γιατί είχα ξεγνοιάσει πως άλλος μουστερής δε θα έρθει, θες η φασαρία που γινόταν εδώ μέσα – τραγουδάγανε κιόλας ο μαστρο – Φίλιππος με τον κάλφα του, τους ξέρεις, ε; ο νεαρός παίζει και μαντολίνο, όχι σαν κι εμένα βέβαια, αλλά εγώ που να προφτάσω, είχα δυο κότες στη σούβλα και στο τσουκάλι έβραζε το χοιρινό με τα σέλινα, τα κανάτια πηγαινοερχόντουσαν, έτρεχε η Μαριάννα, έτρεχε κι ο μικρός ο Τζίνο, ναι εκείνος με τα πεταχτά αυτιά, χαχα, μόλις ταχτοποίησε τα άλογα και τις άμαξες, μέχρι κι ο μαστρο – Νικόλας, ο καλός πεταλωτής, σηκωνόταν από την παρέα του και έβαζε ένα χέρι στο σερβίρισμα, να προλάβουμε να ταΐσουμε και να ποτίσουμε τόσον κόσμο… Αχ, από τότε που έχασα την Κουϊρίνα μου, ζοριζόμαστε όταν πλακώνει πολλή δουλειά… όχι ότι ήταν η γυναίκα μου, αλλά τέτοια λοκαντιέρα δεν υπήρχε σ’ ολάκερη την Ιταλία! Η Μαριάννα, ε, καλή είναι, αλλά που να της παραβγεί…

Τι έλεγα; Α, ναι, για την άμαξα που έφτασε χθες το σούρουπο. Είχα γυρισμένη την πλάτη και γύριζα τη σούβλα με τις κότες, ξαφνικά εκεί που γινόταν τόσος ντόρος, απόλυτη ησυχία. Κι αμέσως κατόπι, φτάνει ως τον ιδρωμένο μου σβέρκο το αεράκι απέξω. Στρέφω, τι να δω; Μια σινιόρα, σινιορίνα μάλλον, στεκόταν στην πόρτα και πίσω της ένας μπάρμπας. Ψηλή, μελαχροινή, σπαθάτη… μ’ ένα πρόσωπο που τέτοιο θα ήταν της Μαντόνας – συχώραμε Μαντόνα μου… Έκανε ένα βήμα, μπήκε κι ο μπάρμπας μέσα, έκλεισε την πόρτα. Τα ρούχα τους έσταζαν, στο χωματένιο μου πάτωμα έγινε μια μικρή λίμνη… Έριξα μια ματιά στην πελατεία – άλλος στεκόταν με το ποτήρι στο χέρι κοκαλωμένος, άλλος κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα, ο κάλφας του μαστρο – Φίλιππα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, γιατί ετοιμαζόταν να βγάλει μια κορώνα – αμόοοοορε μίο…- όταν ένοιξε η πόρτα.

Έβγαλα μια κραυγή, γιατί κάηκα, καθώς κρατούσα τη σούβλα και έτρεψα να δω, το χέρι μου πήγε προς τη φωτιά, χωρίς να το καταλάβω. Του έβαλα μετά κομπρέσα κρεμμυδόψωμο ποτισμένο με κρασί και το έδεσα, αλλά ακόμα με πονάει, το άτιμο…

Σιγά σιγά ξαναγύρισε η φασαρία στη λοκάντα, αλλά τώρα πιο σιγαλά, λες και φρόντιζαν όλοι να μην ενοχλήσουν την αριστοκράτισσα σενιορίνα. Κόπηκε και το τραγούδι και το μαντολίνο… Ο Τζίνο έτρεξε να νοιαστεί τα άλογα και την άμαξα, έκανα νόημα και ήρθε ο μαστρο –Νικόλας κι έπιασε τις κότες. Οι ντόπιοι συμπτύχθηκαν κι ελευθέρωσαν ένα τραπέζι, μπροστά στο τζάκι. Έτρεξα ως την πόρτα και μετά τους οδήγησα στο άδειο τραπέζι. Η σενιορίνα και ο μπάρμπας κάθισαν στα ξύλινα σκαμνιά, άκρη άκρη, όπως κάθονται οι αριστοκράτες όταν βρεθούν σε περιβάλλον λαϊκό, τα είδαν και μες τη λίγδα – είναι αλλιώς μαθημένοι, με τα μαξιλάρια τους, με τα λινά τραπεζομάντηλα… Φως φανάρι, ήταν έξω από τα νερά τους…

Η σινιορίνα με κοίταξε ίσα στα μάτια, αχ εκείνα τα ματόκλαδα, και κείνες οι λίμνες οι σκούρες και λαμπερές, αχ και να ήμουνα νέος και πλούσιος… και να μην είχα λογοδοθεί ακόμα με την Κουϊρίνα… και με ρώτησε με μια φωνή ανήσυχη αλλά και αποφασιστική, αν αυτή εδώ ήταν η λοκάντα του σινιόρ Γκιουζέπε Μπρατσιόλι, κι αν εγώ ήμουνα ο σινιόρ Γκιουζέπε. Μόλις το επιβεβαίωσα μου λέει: «Φέρτε φαγητό και κρασί για τον σινιόρ Σεμπαστιάνο και όταν βρείτε λίγο καιρό ελάτε γιατί θέλω να σας μιλήσω». Είχα μείνει στήλη άλατος, σαν τη γυναίκα του Λωτ ένα πράγμα, αλλά είπα «εσείς είστε μούσκεμα, θα πουντιάσετε για τα καλά… δεν αλλάζετε πρώτα – και τα λέμε μετά;». Η σινιορίνα απάντησε πως δεν είχε μαζί της άλλα ρούχα. Γύρισα και φώναζα τη Μαριάννα – και σε ένα λεπτό η σινιορίνα Αλμπέρτα Ρινάλντι, έτσι τη λένε, ακολουθούσε την ξαφνιασμένη Μαριάννα στο γιατάκι της, εγώ έπιασα να μοιράζω κανάτες στα τραπέζια – και μία στο σενιόρ Σεμπαστιάνο που δεν είχε ανοίξει το στόμα του, αλλά την καλοδέχτηκε - ο μάστρο – Νικόλας έμεινε να γυρνάει τις κότες. «Καλύτερα πεταλωτής, παρά ταβερνιάρης, ε, μάστορα;» του φώναξα καθώς τον έβλεπα να ασκοφυσάει μπροστά στη φωτιά. Η λοκάντα σείστηκε από τα γέλια, τώρα που η σινιορίνα Ρινάλντι δεν ήταν μπροστά, ξαναβρήκαν όλοι τα χούγια και τα φυσικά τους. Το μαντολίνο ξανάρχισε να παίζει.

Είχα σκάσει από την περιέργεια, αλλά έπρεπε να περιμένω – δε μπορούσα να παρατήσω την πελατεία νηστική εκείνη την ώρα για να ταΐσω μιαν ώρα αρχύτερα την περιέργειά μου… Ήρθε ξανά, ντυμένη χωριατοπούλα αυτή τη φορά, χωρίς καπέλο, με τα μαύρα σγουρά μαλλιά στεγνωμένα και δεμένα πρόχειρα να φτάνουν ως τη μέση, ως και τη μπροστέλα της Μαριάννας φορούσε… κι ήταν, Μαντόνα μία, ακόμα ομορφότερη… αλλά, ας μη τα λέω αυτά και κολάζομαι, χήρος άνθρωπος…

Ε, ναι, μελαγχόλησα… Ένα τέτοιο όνειρο, σαν την Αλμπέρτα, ονειρευόμουνα όλη μου τη ζωή – επί Κουϊρίνας στα κρυφά, εννοείται… και το είδα αυτό το όνειρο ζωντανό τώρα που είμαι γέρος –σχεδόν – και φτωχός –σχεδόν, επίσης… Άντε, εβίβα, να συνεχίσω την ιστορία – ή μήπως νύσταξες και θέλεις να πας να πλαγιάσεις;

Α, έλεγα κι εγώ μήπως νύσταξες…

*

Οι ταξιδιώτες ανέβηκαν στις κάμαρές τους, οι μισοί ντόπιοι φύγαν, οι υπόλοιποι εξακολούθησαν να πίνουν – τους περιποιότανε η Μαριάννα. Ήρθε επιτέλους η ώρα να ακούσω τι ήθελε από μένα η σινιορίνα Αλμπέρτα. Αυτό που άκουσα, δεν το περίμενα: «Την πρωτομαγιά που μας πέρασε ήταν εδώ ένας ψηλός, γεροδεμένος νέος, ο Φραντσέσκο Μπενεντέτι. Έμεινε για τη νύχτα και, όπως μου είπαν, το πρωί σκοτώθηκε…». Η κοπέλα σταμάτησε να μιλάει. «Αν επιτρέπετε» είπα, «τι σας ήταν εσάς ο μακαρίτης;». Είδα τα χείλη της Αλμπέρτας να τρέμουν, και μια χοντρή στάλα δάκρυ φάνηκε στα μάτια της… Δαγκώθηκα. Η ανάμνηση του Φραντσέσκο με πόνεσε, σα να έβαζα ξανά το καμένο μου χέρι στη φωτιά… «Συχωρέστε με σινιορίνα, δεν ξαναρωτάω…» μουρμούρισα. «Τι θέλετε να σας πω;»

Η Αλμπέρτα σκούπισε τα μάτια της και είπε με σιγανή φωνή: «Πρώτα πρώτα αν είναι αλήθεια πως αυτοκτόνησε – ή μήπως τον σκότωσαν…». Απάντησα αμέσως: «Σας ορκίζομαι, σινιορίνα, σε ό,τι έχω ιερό, στο όνομα της γλυκιάς Μαντόνας, εκείνος ήταν που έδωσε τέλος στη ζωή του!». Η Αλμπέρτα έβγαλε έναν αναστεναγμό, χαμήλωσε τα μάτια και έκανε το σημείο του σταυρού. «Ο Θεός ας τον συγχωρήσει…» μουρμούρισε. Σήκωσε ξανά το κεφάλι, ήρεμη πλέον και μου είπε: «Σινιόρ Γκιουζέπε, ρωτήσατε πριν τι τον είχα τον Φραντσέσκο… Ήμαστε μαζί, στη Φλωρεντία, δυο χρόνια πάνε από τότε που… Ο Φραντσέσκο ήταν από οικογένεια πλούσια, μορφωμένος, ποιητής… ήταν όμως και καρμπονάρος, από τους αρχηγούς στη Φλωρεντία. Εκείνες τις μέρες, 16 με 21 Απριλίου, η αστυνομία αποφάσισε να τους συλλάβει και να τους εξοντώσει, είχε τα ονόματά τους, από προδοσία - και τους παρακολουθούσε από το Φλεβάρη κιόλας, όπως μου είπε ένας φίλος του Φραντσέσκο, ποιητής κι αυτός, ο Ανδρέας Κάλβος από το Τζάντε, τη μέρα που έφευγε εξόριστος για την Ελβετία…»

Η Αλμπέρτα σταμάτησε για λίγο, να βρει την ανάσα της και συνέχισε: «Μόλις άρχισαν οι συλλήψεις, ο Φραντσέσκο κατάλαβε τι τον περιμένει και πρόλαβε να εξαφανιστεί. Εμένα δε με συνάντησε πριν φύγει, άφησε όμως ένα μήνυμα στην αδερφή του, ότι θα επιστρέψει μόλις μπορέσει και πως με αγαπάει… Τους άλλους τους δίκασαν κιόλας, οι περισσότεροι καταδικάστηκαν σε θάνατο και περιμένουν μελλοθάνατοι, στα κάτεργα… Ο Ανδρέας ήταν τυχερός, επειδή είναι από το Τζάντε και έχει την Αγγλική υπηκοότητα… γι’ αυτό προτίμησαν να τον εξορίσουν, παρά να μπλέξουν με τους Εγγλέζους… Για το Φραντσέσκο όμως, δεν ξέραμε τίποτα, αν ζει, αν πέθανε… Ώσπου χθες μόλις έμαθα από κάποιον στη Φλωρεντία ότι είχε αυτοκτονήσει την Πρωτομαγιά, για να μην τον συλλάβουν… Δεν ήθελε να μου πει που συνέβησαν αυτά, αλλά στο τέλος μου είπε για τη λοκάντα στην Πιστόγια, έξω από την πύλη της Λούκας… κατάφερα να πείσω τον σινιόρ Σεμπαστιάνο, είναι θείος μου ξέρετε, αδερφός της μητέρας μου, να ξεκινήσουμε αμέσως…»

Κοίταξα το σινιόρ Σεμπαστιάνο, που κούνησε το κεφάλι επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα της ανηψιάς του, αλλά δεν είπε κουβέντα, ούτε τούτη τη φορά. Η Αλμπέρτα πήρε πάλι το λόγο και είπε, χωρίς να διστάσει: «Ήμουν σίγουρη ότι τον είχαν σκοτώσει, ίσως οι Αυστριακοί, σε κάποια από τις μάχες που έγιναν… Διάβαζα κάθε μέρα στις εφημερίδες τους καταλόγους των νεκρών καρμπονάρων, μήπως δω τ’ όνομά του, αλλά μάταια… Τώρα ζητώ από εσάς, σας εξορκίζω στο όνομα της Μαντόνας, σινιόρ Γκιουζέπε, σας ικετεύω, σας φιλώ τα χέρια -να μου πείτε με κάθε λεπτομέρεια πως πέθανε και μετά, αν γνωρίζετε, να μου δείξετε τον τάφο του. Αλήθεια, τον έθαψαν;» Η φωνή της έσπασε, με τις τελευταίες λέξεις. «Ησυχάστε» της είπα, «εγώ ο ίδιος τον έθαψα. Θα σας πάω στον τάφο του αύριο το πρωί, μόλις φωτίσει». Η κοπέλα φάνηκε να ησυχάζει λίγο.

Δε μπόρεσα να μιλήσω αμέσως… είχα ταραχτεί πολύ – και τώρα ακόμα που μιλάμε οι δυο μας, καλέ μου φίλε, είμαι ταραγμένος… τέτοια νιάτα – τριανταπεντάρης ήτανε - τέτοια ομορφιά, τέτοια λαμπερή ζωή, όλα χαμένα άδικα, με μια σφαίρα… μας τελείωσε και το κρασί… Μαριάννα, φέρε μας ένα κανατάκι ακόμα… Αχ…

*

Όταν βρήκα την ισορροπία μου, άρχισα να εξιστορώ στην Αλμπέρτα και το σιωπηλό σινιόρ Σεμπαστιάνο: «Από την πρώτη στιγμή που τον είδα κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον ταξιδιώτη. Έφτασε μ’ ένα ψαρί άλογο που δε μπορούσε σχεδόν να το κουμαντάρει – αργότερα αποκαλύφτηκε πως το είχε αρπάξει από το χωριουδάκι του Σαν Μιγκέλε, τρεις λεύγες από δω. Ωστόσο είχε λεφτά, ένα πουγκί γεμάτο χρυσά βενέτικα… Κουβαλούσε όλο κι όλο δυο πέτσινες τσάντες, δεμένες μεταξύ τους, από ακριβό δέρμα και καλό τεχνίτη. Κι ήταν με το πουκάμισο…» Κοίταξα την Αλμπέρτα δισταχτικός: «Μη με παραξηγήσετε σινιορίνα, αλλά τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά, έχουνε δει πολλά τα μάτια μου… Στην αρχή νόμισα πως ήταν ληστής, αλλά δεν ταίριαζε… Μετά, είπα θα είναι κανένας αριστοκράτης φυγόδικος, θα σκότωσε την πεθερά του, με το συμπάθιο, και κρύβεται… Μετά είδα τις δυο πιστόλες που είχε περασμένες στη ζώνη, απομέσα από το πουκάμισο και …δεν είπα τίποτα, σκέφτηκα ας πάω με τα νερά του, ώσπου να φύγει και να πάει στην ευχή του Θεού… Ζήτησε φαΐ και μια κάμαρα, αυτά που έχουμε εδώ, δηλαδή…»

Θα με ρωτήσεις τώρα εσύ, γιατί δεν ειδοποίησες την αστυνομία μόλις τον είδες έτσι, αρματωμένο και –φως φανάρι!- φυγόδικο και μ’ ένα άλογο που δεν ήταν δικό του; Ε, δε μου πήγαινε η καρδιά… Φοβόμουνα κιόλας, αλλά υπολόγιζα αν τυχόν με ρωτούσαν γιατί δεν τον μαρτύρησα να έλεγα πως με φοβέρισε με τις πιστόλες… Είπα, το λοιπόν, στη σινιορίνα Αλμπέρτα πως αν θέλει μπορούμε ν’ ανεβούμε σ’ εκείνη την κάμαρα, κατά τύχη ήταν άδεια χθες το βράδυ.

Πήρα που λες ένα λυχνάρι και μπήκα μπροστά, ακολουθούσαν η Αλμπέρτα και ο σινιόρ Σεμπαστιάνο. Φτάσαμε πάνω, είναι η κάμαρα η ακριανή, που το παραθύρι της βλέπει στην Ανατολή – την κρατάω πάντα τελευταία ή τη δίνω σε κανέναν μεγαλέμπορα – για να χρεώσω κι εγώ κάτι παραπάνω, εσάς τους μικρούς πραματευτάδες σας βάζω στις άλλες, χαχα… Αχ… Γύρισα το κλειδί και άνοιξα. Έκανα δυο βήματα προς τα μέσα, η Αλμπέρτα προχώρησε θαρρετά. «Εδώ ήταν» είπα. «Μόλις δείπνησε ανέβηκε και σε λίγο βγήκε στις σκάλες και με φώναξε. – Μπάρμπα Γκιουζέπε, μου είπε, με λένε Φραντσέσκο Μπενεντέτι, είμαι καρμπονάρος και με κυνηγάει η αστυνομία σε δύση και ανατολή. Αν με πιάσουν θα με στείλουν στην κρεμάλα ή θα σαπίσω στα κάτεργα… Αλλά δε θα με πιάσουν! Ως εδώ ήταν, το χάσαμε το παιχνίδι, τους έπιασαν όλους στη Φλωρεντία σαν τα ποντίκια στη φάκα, εγώ ξέφυγα και τρέχω δυο βδομάδες τώρα, αλλά το κυνηγητό θα τελειώσει… Ποιητές που έγιναν επαναστάτες, γιατί όχι; Δικαιοσύνη και σύνταγμα και δικαιώματα στους πολίτες και να ενωθεί η Ιταλία και να φύγουν από το κεφάλι μας οι Αυστριακοί, γιατί όχι; Αλλά φαίνεται πως άλλο η επανάσταση στο γραφείο και στο χαρτί και στις συγκεντρώσεις των Αδερφών όπου παρλάραμε μέχρι να πήξει το σάλιο στη στόμα μας και άλλο στους δρόμους – εκεί ζορίζουν τα πράγματα… Το άλογο που έφερα το πήρα από το χωριουδάκι πάνω στο δρόμο, το τρίτο που συναντάμε φεύγοντας αποδώ, με το χτιστό πηγάδι στην πλατεία. Εσύ θα κρατήσεις το πουγκί και θα φροντίσεις να με θάψεις, για να μη με φάνε τα σκυλιά – και το κυριότερο, θα κρατήσεις αυτές τις δυο τσάντες, αν δεν τις βουτήξει η αστυνομία δηλαδή, και θα τις παραδώσεις σε όποιον φτάσει ως εδώ και με αναζητάει… Πρόσεχε, έχουν μέσα ό,τι πιο πολύτιμο έχω… -Τι έχουν μέσα; ρώτησα με τα φίδια να με ζώνουν ολούθε κι ο Φραντσέσκο έβαλε τα γέλια, ένα γέλιο που με τρόμαξε… -Ποιήματα έχουν μέσα μπάρμπα – Γκιουζέπε, είπε, όλα τα ποιήματα που πρόφτασα να γράψω… Και μια τραγωδία ενός φίλου μου από το Τζάντε, ο Ιππίας του Ανδρέα Κάλβου, ελπίζω αυτός να είναι καλά και να γλιτώσει – ο Ανδρέας, όχι ο Ιππίας…»

Ο Φραντσέσκο γελούσε κι εγώ είχα παγώσει ολόκληρος… Ήθελα να τον παρακαλέσω να λυπηθεί τη ζωή του, αλλά τι να του πω, να περιμένει λίγο καιρό ακόμα ώσπου να τον κρεμάσουν; Σκέφτηκα να πω πως αν αυτοκτονήσει θα χάσει τον παράδεισο και την αιώνιο ζωή, αλλά ντράπηκα να ξεστομίσω τέτοιες ανοησίες εκείνη τη δύσκολη ώρα, ήμαρτον Μαντόνα μία, ελέησόν με τον αμαρτωλό… Τότε γυρίζει από το παράθυρο που κοιτούσε έξω την αστροφεγγιά και μου λέει χαμογελαστός: «Δε βιάζομαι κιόλας μπάρμπα Γκιουζέπε… θα το κάνω όταν τους δω να έρχονται. Γι’ αυτό να πεις στην κοπέλα την κοκκινομάλλα αύριο το πρωί να μου ετοιμάσει ένα ζεστό μπάνιο, μη τύχει και πεθάνω άλουστος!»

Αυτές οι κουβέντες με καθησύχασαν κάπως και κατέβηκα κάτω. Μόλις κατέβηκα άκουσα φασαρία από τους στάβλους, τα άλογα ανήσυχα, άρπαξα ένα βατοκόφτη και έτρεξα να δω μήπως είχε μπει κάποιος κλέφτης. Όσο να ησυχάσουν τα ζώα, είχε γίνει το κακό… άκουσα τη Μαριάννα να τσιρίζει «πατρόνε, πατρόνε…» και έτρεξα… Αυτή η καημένη είχε ακούσει έναν δυνατό κρότο, σείστηκε λέει όλο το οίκημα, πάνω και κάτω πάτωμα, εγώ βέβαια δεν άκουσα τίποτα με τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, η Μαριάννα δεν ήξερε από πού είχε έρθει, της φάνηκε όμως πως ακούστηκε από την άλλη μεριά του διαδρόμου, όπου ήταν η κάμαρα του Φραντσέσκο. Βγήκε τότε από το καμαράκι της και προχώρησε προς τα κει. Όσο προχωρούσε, τόσο της ερχόταν στη μύτη η αποπνιχτική μυρουδιά του μπαρουτιού, ώσπου ζύγωσε πολύ και η μυρουδιά δυνάμωνε… Χτύπησε την πόρτα, καμιά απάντηση. Έσπρωξε τότε και μπήκε, τρέμοντας από το φόβο… Το λυχνάρι ήταν αναμμένο κι έτσι μπόρεσε να τον δει, πεσμένο στο πάτωμα, μέσα σε μια λίμνη από αίμα… έσκυψε πάνω του και είδε πως είχε ανοιχτά τα μάτια και βογγούσε ελαφρά και έτρεμε ολόκληρος… όλο το κεφάλι του ήταν μεσ’ στα αίματα και φαινόταν μια τεράστια πληγή στο αυτί, που είχε ανοίξει από τον πυροβολισμό… Η Μαριάννα έτρεξε να με ειδοποιήσει… ώσπου να την ακούσω από το στάβλο και να ανέβω είχε τελειώσει… Μπήκα με την ψυχή στο στόμα στην κάμαρα, αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα πια…

Τελείωσα την αφήγησή μου λέγοντας πως δεν τόλμησα να κρύψω τις τσάντες με τα ποιήματα από την αστυνομία… Ούτε τόλμησα να πω κουβέντα όταν τον άφησαν έτσι μέσα στην κάμαρα και έφυγαν, αφού μας ανάκριναν όλους, φυσικά… Ύστερα προσπάθησα να πείσω τον παπα – Εμμανουέλε να τον θάψουμε στο κοιμητήρι, αλλά αυτός δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει: «Ακούς εκεί, και καρμπονάρος και κολασμένος από το ίδιο του το χέρι! Δεν ξέρεις ότι ο Άγιος Πατέρας, ο Πάπας, τους έχει αναθεματίσει επισήμως αυτούς τους άθλιους καρμπονάρους, τους άθεους, τους αντίχριστους… Θάψτον όπου θέλεις, πήγαινε και ρίξτον στο ρέμα που πετάμε τα σκουπίδια, αλλά μακριά από το κοιμητήριο των καλών δούλων του Θεού…». Τι να κάνω κι εγώ, τον έθαψα στη μικρή αυλή πίσω από το στάβλο…

Μόλις το άκουσε αυτό η Αλμπέρτα ξεσηκώθηκε, ήθελε να πάμε εκείνη την ώρα, μες τα άγρια μεσάνυχτα… Ευτυχώς η βροχή είχε σταματήσει, το αεράκι είχε κιόλας διώξει τα σύννεφα και είχε αστροφεγγιά. Έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε και χωρίς το λυχνάρι… Επειδή στην πίσω αυλή είναι το κοτέτσι, έφτιαξα ένα γερό φράχτη γύρω γύρω στον τάφο, έβαλα κι ένα ξύλινο σταυρό απάνω – ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται – ήμαρτον Μαντόνα μία…

Μόλις φτάσαμε, η Αλμπέρτα έτρεξε, αναμέρισε το φράχτη, γονάτισε μπροστά στο σταυρό, μοιρολογούσε μέσα στη νύχτα… Έκανα να πάω να τη σηκώσω αλλά ο σινιόρ Σεμπαστιάνο με κράτησε από το χέρι. «Άφησέ την…» είπε σιγανά, κι ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή του «άφησέ την να κλάψει, μη τυχόν και το ξεπεράσει…» Το ατσάλι στη φωνή του με ξάφνιασε, γύρισα και τον κοίταξα – τότε κατάλαβα πως δεν ήταν καθόλου μπάρμπας, αλλά ένας από εκείνους τους μεγάλους που τους βλέπουμε εμείς οι φτωχοί ταβερνιάρηδες και μας κόβονται τα ήπατα… «Το ήξερες…» μουρμούρισα. Ο σινιόρ Σεμπαστιάνο στράβωσε λίγο τα χείλια, αλλά δεν άνοιξε κουβέντα μαζί μου. «Πήγαινε να πεις στη Μαριάννα να στεγνώσει γρήγορα τα ρούχα της σινιορίνας» είπε με ύφος που δε σήκωνε αντίρρηση. «Θα έρθουμε σε λίγο…» Η Αλμπέρτα έκλαιγε ακόμα και χτυπιόταν, την άκουγα ώσπου έφτασα στην πόρτα της λοκάντας…

Πράγματι, σε λίγη ώρα επέστρεψαν και οι δύο – και η Αλμπέρτα βρήκε στεγνά τα φορέματά της. Πως με ζάλισε το κρασάκι… έχει ένα ποτηράκι ακόμα, ας το πιούμε… σήμερα το πρωί που έφυγαν, η Αλμπέρτα με χαιρέτησε με ευχαριστίες – μου έδωσε κι ένα φιλί εδώ, στο μάγουλο… Ο σινιόρ Σεμπαστιάνο με κοίταξε μ’ εκείνο το ύφος που η Μαντόνα να σε φυλάει, σα να μου έλεγε κοίτα κακομοίρη μη λες κουβέντες αποδώ κι από κει… άφησε και μερικές δεκάρες και έφυγαν…

Κουράστηκες, καλέ μου φίλε; Κι εγώ… άντε, καληνύχτα


*

Τη βασική αφήγηση για τον καρμπονάρο ποιητή Φραντσέσκο Μπενεντέτι (1785-1821), φίλο και σύντροφο του Ανδρέα Κάλβου στην ποίηση και στην καρμποναρία, τη βρήκα στο βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004. Όπως μας πληροφορεί ο Mario Vitti, για πολλά χρόνια οι φιλόλογοι θεωρούσαν τον Ιππία έργο του Μπενεντέτι και όχι του Κάλβου – μιας και βρέθηκε στα χαρτιά που είχε μαζί του ο πρώτος. Αληθινά είναι και τα ονόματα του Γκιουζέπε και της Μαριάννας, καθώς και οι τοποθεσίες που αναφέρονται. Τα υπόλοιπα, μην τα πάρετε τοις μετρητοίς.

Copyright©Πάνος Ζέρβας

 

αρχή σελίδας

Σωτήρης Παστάκας: H επιστροφή του κομβίου (από την κατηγορία poiein café στη επίσημη ιστοσελίδα του poiein.gr)

«Για το άνοιγμα της θύρας πατήστε το κομβίον», διάβαζα και δεν το πίστευα. Είναι αλήθεια πως είχα πιει αρκετά ούζα στο παραλιακό ουζερί, Σάββατο μεσημέρι, κι επέστρεφα με το προσφιλές μου όχημα μεταφοράς το Τραμ, προς τα Ιλίσια πεδία των Αθηνών, όπως αποκαλούσε το προάστιο της Νέας Σμύρνης ο αγαπητός Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, αλλά και πάλι κόλλησα. Μήπως ήθελε να πει «πόρτα» και «κουμπί»; Ίνα ανοίξετε την θύρα πατήσατε το κομβίον ή Δια το άνοιγμα της θύρας πατήσατε το κομβίον, ή Για το άνοιγμα της πόρτας πατήστε το κουμπί;
----Η ΤΡΑΜ ΑΕ, έχει τοποθετήσει αυτή την επιγραφή σε κάθε άνοιγμα πόρτας των συρμών της, χωρίς να το έχω αντιληφθεί μέχρι σήμερα, παρόλο που είμαι από τους πιο τακτικούς επιβάτες της εδώ κι ένα χρόνο. Πρέπει επίσης να προσθέσω πως είμαι από τους τύπους που διαβάζουν στα μέσα μαζικής μεταφοράς, όταν δεν χαζεύω τους επιβάτες και το τοπίο. Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου με έβαλε να διαβάσω την κριτική που του έγραψε ο Μισέλ Φάϊς στον «Ελεύθερο Τύπο», ένα μικρό κείμενο σε μέγεθος γραμματόσημου, που ο μακαρίτης Ασλάνογλου το φύλαγε με αγάπη στο πενιχρό του πορτοφόλι σαν κειμήλιο. Τον είχα συναντήσει όπως κι άλλες φορές στο τρόλεϊ νούμερο 10, Σταδίου-Παναγίτσα, μια από τις αγαπημένες του διαδρομές στην πόλη, τακτικός επισκέπτης της αδελφής του στο Παλιό Φάληρο. Στο λεωφορείο επίσης ο διευθυντής στο Δαφνί Παναγιώτης Βαρδής, με τον οποίον συναντιόμασταν κάθε πρωί στις 8,30 στην πλατεία Κουμουνδούρου με κατεύθυνση το ευαγές ίδρυμα, με έβαζε να διαβάζω Λακάν στο πρωτότυπο αν και δεν γνώριζα γαλλικά, ενθαρρύνοντας με λέγοντας πως η γλώσσα δεν είναι ανασταλτικός παράγοντας για την ανάγνωση. Ο ίδιος διάβαζε τη PRAVDA, στα ρωσικά χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα και χωρίς να είναι κομμουνιστής. Μερικά χρόνια αργότερα ο Γιάννης Πατίλης μου πρότεινε να διαβάσω τον Όμηρο στο πρωτότυπο χωρίς να γνωρίζω τα αρχαία ελληνικά, με το επιχείρημα πως σε ένα μήνα ενασχόλησης με τα έπη, και χωρίς τη χρήση λεξικού, ο οποιοσδήποτε μπορεί να καταλάβει την ομηρική γλώσσα.
----Η γλώσσα είναι λοιπόν, απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της ανάγνωσης, ή η ανάγνωση είναι μια αυτόνομη λειτουργία που δεν γνωρίζει περιορισμούς; Η ανάγνωση τελικώς εξαρτάται από τη νόηση, ή το νόημα δεν της είναι και τόσο απαραίτητο; Διαβάζω επειδή καταλαβαίνω κι όταν δεν καταλαβαίνω σταματάω την ανάγνωση ή συνεχίζω την ανάγνωση άσχετα από το βαθμό κατανόησης του κειμένου;
----Όταν διαβάζω την ετικέτα ενός ξένου προϊόντος στη μητρική του γλώσσα είτε είναι φιλανδικός σολομός, γερμανική κομπόστα ή κινέζικη μπύρα, σίγουρα και επιτελώ τη λειτουργία της ανάγνωσης άσχετα αν δεν γνωρίζω τη γλώσσα της γραφής. Τα πράγματα ωστόσο περιπλέκονται όταν διαβάζω σε μια γνωστή γλώσσα, και μάλιστα όταν διαβάζω στη μητρική μου γλώσσα τίθεται ένα άλλο ερώτημα. Διαβάζω ναι, αλλά τι διαβάζω; Διαβάζω την επιγραφή της ΤΡΑΜ ΑΕ, διαβάζει ο Ασλάνογλου την Κριτική του Φάϊς και είναι υπερήφανος, την διαβάζω εγώ και ντρέπομαι για τον ενθουσιασμό του. Τι διαβάζουμε λοιπόν , όταν διαβάζουμε στη γλώσσα μας;
----Ο καθένας διαβάζει ό,τι θέλει, θα μου πείτε, κι έχετε δίκαιο. Συμφωνώ μαζί σας, από την άποψη πως η ανάγνωση είναι ανεξάρτητη ακόμα κι από την κατανόηση του κειμένου. Διαβάζω και δεν χρειάζεται να καταλάβω, ή καλλίτερα μπορώ να διαβάζω χωρίς να καταλαβαίνω, ή μάλλον να καταλαβαίνω ό,τι θέλω.
----Είχα την ατυχία πριν από χρόνια, όταν όλες αυτές οι σκέψεις για την ανάγνωση ήταν ακόμη στα σπάργανα, να ρωτήσω τον αείμνηστο Γιώργο Καραβασίλη, για το τέμπο της ανάγνωσής του, τον ρώτησα αφελώς μάλλον αν μπορεί να διαβάσει όταν είναι πιωμένος. Δεν υπήρξε φυσικά καμία απάντηση παρά μόνο ένας απαξιωτικός μορφασμός και μια νευρική κίνηση του χεριού που κρατούσε το ποτήρι με το ουίσκι. Δεν πίστευα τότε πως η ανάγνωση είναι ανεξάρτητη λειτουργία και δεν γνωρίζει περιορισμούς γλώσσας, κατανόησης, νηφαλιότητας. Δεν πρόλαβα μάλιστα να του ζητήσω συγγνώμη, ούτε να τον πληροφορήσω για την επιτυχία μου να διαβάζω μεθυσμένος. Δεν πρόλαβε ούτε καν την επιστροφή του κομβίου, αν και την είχε προβλέψει μέσα από την ποίησή του. Δεν πρόλαβα καν να τον πληροφορήσω πως είναι ένα και το αυτό ‘η καλλιέργεια του νου και η κακοποίηση του συκωτιού’ ή ελληνιστί “fortifying the mind and weakening the liver”, όπως έγραφε ο Bob Morse στο San Francisco Chronicle τη Δευτέρα 19 Μαΐου 2003.
----Χρωστάω στον φίλο Νίκο-Παύλο Νικολαίδη που με φιλοξενούσε εκείνη την εποχή στο Φρίσκο, την επισήμανση του παραπάνω άρθρου, και όχι μόνον αυτό εννοείται. Ο τίτλος του άρθρου είναι «Είμαστε πρώτοι στην κατανάλωση αλκοολούχων και βιβλίων». Σύμφωνα με μια παναμερικανική έρευνα το Σαν Φραντσίσκο ήταν εκείνη την εποχή πρώτο στην κατανάλωση αλκοολούχων (ξόδευε κάθε κάτοικος 744 δολάρια για ποτά το χρόνο) και πρώτο στην αγορά βιβλίων (266 μόλις δολάρια), κι αυτή η είδηση έδινε την αφορμή στον Bob Morse να πλέξει το εγκώμιο της πόλης και να αναρωτηθεί για τις παρενέργειες της κατανάλωσης ανάμεσα σε αλκοόλ και βιβλίο. Αν το ωράριο των βιβλιοπωλείων ήταν όμοιο με εκείνο των μπαρ; Το City lights Books παραμένει ανοικτό μέχρι τα μεσάνυχτα, αλλά το μπαρ Βεζούβιο μέχρι τις 6 το πρωί. Ένα δρομάκι τα χωρίζει, και μαντέψτε πως το λένε: Οδός Τζακ Κέρουακ.
----Πέρα και δώθε της οδού Τζακ Κέρουακ, μπαρ και βιβλιοπωλείο, πέρασε η ζωή μας Γιώργο Καραβασίλη. Εσύ το ήξερες καλλίτερα από όλους πως η ανάγνωση πάει μια χαρά με την οινοκατανάλωση. Προσοχή όμως μην τις πάρουμε μεμονωμένες. Οι παρενέργειες της ανάγνωσης αποτελούν ολόκληρο τόμο, δες τον Δον Κιχώτη. Οι παρενέργειες της οινοκατανάλωσης γεμίζουν τις ομάδες των Ανωνύμων Αλκοολικών και των Ψυχιατρείων.
----Διαβάζω την επιγραφή της ΤΡΑΜ ΑΕ, και δεν μπορώ να πιστέψω στα μάτια μου. Δεν φταίει το ούζο, δεν φταίνε τα ελληνικά μου, δεν μου φταίει η γυναίκα που είναι δίπλα μου. Η δασκάλα μου φταίει που μ’ έμαθε ανάγνωση, και για το κείμενο που διαβάσατε πάλι αυτή φταίει που μου έμαθε γραφή.

Copyright©Σωτήρης Παστάκας

αρχή σελίδας

Γορδάτος Kωνσταντίνος (περ. 1690 - περ. 1750): Eγχειρίδιον περί της των Σφαιρών χρήσεως (Βενετία, 1730) από τον "Ελληνομνήμων"

 


αρχή σελίδας

Θανάσης Γιαννόπουλος: Έξω από σένα (η ζωή συνεχίζεται)

Ο γέρος έπινε καφέ στην πίσω πλευρά του κήπου. Κάθε πρωί –νωρίς το πρωί. Για κάποιο λόγο –προτιμούσε να χαζεύει το βουνό που στεκόταν ξερό και πέτρινο, παρά να ρεμβάζει κατά τη μεριά της θάλασσας. Ποιος ξέρει; Ίσως σιχαινόταν τη θάλασσα, ίσως πάλι το πλάτσα πλούτσα των κυμάτων στα βράχια, να του έφερνε κατούρημα. Το γεγονός είναι πως έπινε καφέ στην πίσω πλευρά του κήπου και κάπνιζε κάτι βρωμερά, νυχτερινά τσιγάρα με άσπρο φίλτρο, στη μπροστινή βεράντα.
----Το χωριό δεν ήξερε πολλά για τον γέρο. Ερχόταν για μια γύρα ανεφοδιασμού στα μαγαζιά της πλατείας, μια φορά τη βδομάδα και εξαφανιζόταν στο μισάωρο με το πανάρχαιο Λάντα του, τιγκαρισμένο από πράγματα. Δεν μιλούσε σε κανέναν ο γέρος –εντάξει, μιλούσε για τα τυπικά, αλλά δεν καθόταν στο καφενείο, δεν σαχλαμάριζε περιμένοντας στην ουρά του μανάβικου –δεν είχε πολλά με τον κόσμο ο γέρος. Καλός άνθρωπος, ανθρωπάκι του Θεού, δεν ενοχλούσε κανέναν στις σύντομες επισκέψεις του. Μετά εξαφανιζόταν βιαστικά, με το Λάντα να αγκομαχάει στον χωματόδρομο που έβγαζε στην πίσω παραλία του νησιού.
----Το νησί είχε δυο πλευρές –την πίσω και την μπροστά. Τη χάλια και τη λιγότερο χάλια. Η μπροστά πλευρά ήταν η τουριστική. Εκεί που έκαναν μπάνιο οι συγγενείς των κατοίκων δηλαδή, αυτοί που γλίτωσαν από το κωλονήσι, μεγαλοπιάστηκαν στις μεγαλουπόλεις κι έρχονταν να κάνουν το κομμάτι τους. Καμιά φορά έσκαγαν μύτη και τίποτα φρικιά, παιδιά της φύσης και λοιπές οικολογικές δυνάμεις που μαγεύονταν από την ξεραΐλα του νησιού και το παρθένο τοπίο. Η καλύτερη ευκαιρία των κατοίκων για διασκέδαση ήταν τότε –αγόραζαν μέλι και λάδι από το μπακάλικο, τα άδειαζαν σε κάτι δοχεία που είχαν ξεμείνει στο ελαιοτριβείο και τα πουλούσαν για φυσικά προϊόντα. Τα μεσημέρια έβλεπαν και τζάμπα τσόντα, γιατί όλο και κάποια κοπέλα από εκείνες τις παρέες θα έκανε μπάνιο ημίγυμνη –κάποιοι είχαν πετύχει και κοπέλες ολοτσίτσιδες. Αλλά στην πίσω πλευρά του νησιού δεν πήγαινε κανείς. Τι να κάνουν εκεί; Όλο βράχια και κοτρόνες ήταν. Και η μπροστά δηλαδή –χάλια ήταν, αλλά η πίσω –τρισχειρότερα. Ανάμεσα στις δυο πλευρές στεκόταν το βουνό. Με λίγα λόγια, το νησί ήταν πέτρες που μούλιαζαν στη θάλασσα και πέτρες που καίγονταν στον ήλιο. ----Ένα πετρώδες πετράδι στη μέση του πελάγους, όπως είχε πει πριν από χρόνια ο τοπικός ποιητής. Με περιορισμένη επιτυχία βέβαια –εκδοτική ο ποιητής και τουριστική το νησί.
----Το σπίτι του γέρου είχε κήπο μπρος-πίσω. Με κάτι καχεκτικές ελιές και λίγες ντοματιές –κάποτε ο γέρος είχε φυτέψει καρπούζια, αλλά δεν έπιασαν. Στο πίσω μέρος υπήρχε και μια πανάρχαια συκιά –μακριά από το θεμέλια του σπιτιού. Σιγά το σπίτι δηλαδή –δυο δωμάτια κι ένα μπάνιο. Ζούσε παλιά ένα ζευγάρι γέρων κι όταν πέθαναν, τα ανίψια τους το πούλησαν κοψοχρονιά. Έτσι το αγόρασε ο τωρινός γέρος –κανείς δεν θυμόταν από πού είχε ξεφυτρώσει. Απλά τον είδαν να περνάει μπροστά από το φορτηγό της Μεταφορικής και μετά τον έβλεπαν να ψωνίζει, μια φορά τη βδομάδα. Αυτά ήταν όλα.
----Εκείνη τη μέρα ήταν νύχτα. Δηλαδή ήταν και μέρα το πρωί –αλλά τώρα είχε νυχτώσει. Έπεφτε μια βροχή πηχτή και σε λωρίδες –δεν έβλεπες τη μύτη σου. Ποτέ δε βλέπεις τη μύτη σου δηλαδή, αλλά με τη βροχή, ένα παραπάνω. Ο γέρος καθόταν στη μπροστινή βεράντα κι έγραφε. Κάπνιζε τα βρωμοτσίγαρα και σκάλιζε σε ένα μαθητικό τετράδιο μέχρι που τα δάχτυλά του πιάνονταν. Στο τετράδιο έγραφε:
----«ΣΙΩΠΗ. Όταν ο αέρας ουρλιάζει ή όταν το νερό πέφτει ορμητικά από τον ουρανό, τότε έχει σιωπή για μένα. Γιατί δεν ακούω παρά μόνο τις κοφτές διαταγές της επιβίωσης. Έκλεισες τα παράθυρα; Έβαλες το χαλί πίσω από την πόρτα για να μη μπάσει νερά; Και η θάλασσα γίνεται βάλτος, τα βράχια δε μοιάζουν με το πρόσωπό Της, τα φύκια δεν κουνιούνται σαν τα χέρια Της. Όταν η φύση φωνάζει, τότε είναι ησυχία για μένα. Μπορώ να κοιτάζω χωρίς να σκέφτομαι και να κοιμάμαι χωρίς να ονειρεύομαι. Η καταιγίδα είναι η ξεγνοιασιά μου, η φασαρία είναι η δική μου σιωπή. Να το θυμάμαι αυτό».
----Είχε γράψει κι άλλα στο τετράδιο ο γέρος και σε άλλα τετράδια που τα έκρυβε στο ντουλάπι, κάτω από τα ράφια της βιβλιοθήκης. Αλλά δεν είναι της ώρας να ανοίξουν αυτά.
----Ο γέρος σταμάτησε και βάλθηκε να κοιτάζει πέρα από την καταιγίδα. Ή μέσα από αυτήν –το ίδιο είναι. Σαν άνθρωπος φαινόταν αυτό το πράγμα που χάλαγε τις ευθείες γραμμές του νερού. Ο γέρος μισόκλεισε τα μάτια για να δει καλύτερα. Άνθρωπος; Με τέτοιο σκατόκαιρο; Άνθρωπος και κόντευε να φτάσει στην πόρτα της αυλής του. Ο γέρος σηκώθηκε.
----«Ποιος είναι εκεί;»
----Η βροχή είχε χάσει εντελώς το σχήμα της –αυτό δεν είναι ποτέ καλό. Ο άνθρωπος ακουμπούσε ήδη πάνω στα κάγκελα της πόρτας και ενοχλούσε τη βροχή. Αλλά δεν φαινόταν να ενοχλείται από τη βροχή.
----«Μπορώ να περάσω;» άντρας ήταν ο άνθρωπος. Ξανθός, ξεπλυμένος γενικότερα και όχι μόνο από τη βροχή. Έσπρωξε την πόρτα που σκάλωνε σε δυο μεριές και προχώρησε στο λασπωμένο κήπο χωρίς να περιμένει απάντηση.
----«Ποιος είσαι;»
----Δεν θα ήταν πάνω από 30 χρονών. Όσο πλησίαζε, ο γέρος τον έβλεπε καθαρά. Πρώτη φορά τον έβλεπε –δεν ήταν από το χωριό. Φορούσε ένα πουκάμισο που κρέμαγε, σακουλιασμένο από το νερό και χαμογελούσε.
----«Ταξιδιώτης κύριε. Φαίνεται ότι χάθηκα».
----«Ταξιδιώτης εδώ πέρα; Με τι;»
----«Ιστιοπλοϊκό. Είπα να δέσω στον όρμο εδώ πιο κάτω για να περάσει η κακοκαιρία. Αλλά μάλλον βρήκα σε κάποιο βράχο –καθώς έμπαινα. Οπότε, προσάραξα αναγκαστικά».
----Ο γέρος συνέχισε να τον κοιτάζει. Είχε μιλήσει αρκετά. Τα τελευταία χρόνια ήταν φορές που δοκίμαζε μόνος τη φωνή του για να δει πως μοιάζει. Είχε μιλήσει αρκετά –δεν ήθελε άλλο.
----«Κάθησε», του έδειξε μια καρέκλα και έμεινε όρθιος. Μια καρέκλα υπήρχε έτσι κι αλλιώς στη βεράντα.
----Ο άντρας σωριάστηκε στην καρέκλα. Στάζοντας και με γόνατα που έτρεμαν.
----«Συγνώμη, μην κάθεσαι καθόλου. Πάω μέσα να σου βρω ρούχα. Δεν μπορείς να μείνεις έτσι», ο γέρος έφυγε βλαστημώντας από μέσα του. Δεν ήθελε κόσμο και δεν ήθελε επαφές με τον κόσμο. Αλλά δε γινόταν να τον αφήσει έτσι. Δεν ήθελε άλλα κρίματα στο λαιμό του ο γέρος.
----Μετά από λίγη ώρα κάθονταν απέναντι, στο τραπέζι της βεράντας, κοιτάζοντας την καταιγίδα που δυνάμωνε. Ο γέρος είχε κατορθώσει να ψαρέψει μια ακόμα καρέκλα με τριάμιση πόδια από την κουζίνα. Έπιναν τσάι –το μάζευε ο γέρος από τους πρόποδες τους βουνού. Δεν μιλούσαν, μέχρι που ο άντρας ρώτησε…
----«Και μένεις μόνος σου εδώ πέρα;»
----Ο γέρος κούνησε το κεφάλι.
----«Πως κι έτσι;»
----Ο γέρος είχε πολλά να πει σχετικά με αυτό. Αλλά προτίμησε να ψάξει για μια απάντηση από αυτές που σταματάνε την κουβέντα…
----«Έτυχε», μουρμούρισε κοιτάζοντας μια γλάστρα με μαραμένα γαρύφαλλα.
----Ο άντρας κατάλαβε. Τράκαρε ένα από τα τσιγάρα του γέρου …
----«Δε λέει να σταματήσει», είπε για να εισπράξει την αναμενόμενη απάντηση …
----«Μπορείς να κοιμηθείς εδώ για απόψε. Έχω έναν καναπέ στο μπροστινό δωμάτιο».
----«Σίγουρα;»
----«Σίγουρα», είπε ο γέρος αλλά δεν το εννοούσε. Τέλειωσε το τσάι του και σηκώθηκε γιατί …
----«Κουράστηκα –λέω να πάω για ύπνο. Κάτσε εσύ αν θέλεις. Όσο θέλεις», είπε και βιάστηκε να χωθεί μέσα στο δωμάτιό του. Δεν θα κοιμόταν πάλι. Το ήξερε. Γκαντεμιά. Στις καταιγίδες συνήθως κοιμάται ήσυχος. Αλλά σήμερα; Με έναν ξένο μέσα στα πόδια του;
----Ξάπλωσε στο ντιβάνι χωρίς να βγάλει τα ρούχα του. Μετά, βάλθηκε να κοιτάζει το ταβάνι και το ταβάνι κοίταζε τη σβησμένη λάμπα, δίπλα –στο κομοδίνο. Σκέφτηκε την άλλη ζωή όταν βρισκόταν κι αυτός εκεί. Μια νύχτα στην προκυμαία. Μόλις είχαν σχολάσει. Έτρωγαν στην κοντινή και βρώμικη ταβέρνα. Λιμενεργάτες και επιστάτες ανακατεμένοι. «Είμαι έγκυος», του είχε πει. Σάστισε φυσικά. Πλάκα κάνεις; Τον κοίταζε ανήσυχη. Τι διάολο; Φοβόταν πως θα το πάρει; «Που είσαι ρε μικρέ; Κέρνα όλο το μαγαζί. Ότι πιούν. Θα γίνω πατέρας ρε!». Μετά θυμήθηκε πως δεν είχε πολλά λεφτά –δε γαμιέται; Θα τσόνταρε κι Εκείνη. Θα του άφηνε χρέος του μαγαζάτορα –πως τον λέγανε άραγε; Δε γαμιέται; Σήκωσε το ποτήρι. «Πιείτε στην υγειά του παιδιού μου …συνάδελφοι!». Πήγε να πει «σύντροφοι», αλλά δαγκώθηκε. Δεν ήταν ακόμα καιρός. Δεν είχε τίποτα μέσα. Το ποτήρι.
----Μετά, σκεφτόταν την άλλη ζωή χωρίς αυτόν. Τι να έκαναν άραγε; Εκείνη -μια χαρά θα ήταν. Υπέθετε γιατί δεν ήθελε να Τη σκεφτεί παραπάνω. Αλλά, τι να έκανε η κόρη του; Τελευταία φορά που την είχε δει ήταν τότε που την άφησε έξω από το σχολείο. Δυο κοκαλιάρικα ποδαράκια φαίνονταν μόνο –κάτω από την τσάντα. Κοίταζε την τσάντα κι ένα κοτσιδάκι που πεταγόταν, πάνω αριστερά. Κόντευε να δακρύσει κιόλας. Μεγάλωσε η Αριαγνή του –Αριάδνη την είχανε πει, αλλά μετά, είχε βγάλει εκείνο το βιβλίο ο Τσίρκας που ήταν πολύ της μόδας στον κύκλο του και όλοι έτσι τη φώναζαν. Κατάπιε τότε έναν κόμπο, έτσι νόμιζε, λάθος έκανε. Τριάντα χρόνια τώρα, μπορεί και περισσότερα κι ο κόμπος εκεί ήταν –φρακαρισμένος στο λαιμό του, τον ένιωθε κάθε φορά που σκεφτόταν την κόρη του. Δεν ήτανε σωστό –πήγε να σκεφτεί τη ζωή χωρίς αυτόν και πάλι στις αναμνήσεις ξέμεινε. Τι να έκανε τώρα η Αριαγνή του; Αριάδνη θα την έλεγαν πια –πάλιωσε το βιβλίο. Μπορεί να είχε σπουδάσει, δεν πρόλαβε να μάθει αν ήταν καλή μαθήτρια στο σχολείο. Βλέπεις, τον έπιασαν εκείνη τη ρημαδομέρα, την πρώτη μέρα που πήγαινε η κόρη του σχολείο. Δεν πρόλαβε να τη δει μετά, να τη ρωτήσει, πως της φάνηκε –αν ήταν καλή η δασκάλα, αν έκανε φιλενάδες. Τίποτα δεν πρόλαβε. Και η μικρή του είχε αδυναμία –φανταζόταν τα μάτια της όταν θα γύριζε σπίτι και δεν θα τον έβρισκε. Τι να της είπε Εκείνη; Τον δικαιολόγησε άραγε; Πώς να της το έφερε; Κλάματα που θα πάτησε η μικρή όταν θα το κατάλαβε!
----Πετάχτηκε στον αέρα. Κάτι ακούστηκε στο μπροστινό δωμάτιο. Εντάξει, ήταν ο άλλος που πήγαινε να κοιμηθεί. Αγριεύτηκε για μια στιγμή, τον είχε ξεχάσει. Μάλλον είχε αποκοιμηθεί, δε βαριέσαι; Πήρε ένα τσιγάρο από το κομοδίνο και άρχισε να στέλνει καπνό στο ταβάνι. Σκατοζωή.
----Την άλλη μέρα είχε έναν ήλιο εκρηκτικό. Αφού έπεσαν τα σύννεφα με τη βροχή, δεν έμεινε τίποτα να προστατέψει τους ανθρώπους από την κάψα –ο γέρος ξύπνησε ιδρωμένος. Μάζεψε τα πονεμένα κόκαλά του και παρακάλεσε να μην αρχίσουν να τρίζουν καθώς περνούσε από το μπροστινό δωμάτιο. Ο ξένος κοιμόταν του καλού καιρού. Τον προσπέρασε κι έφτιαξε καφέ στην κουζίνα. Από εκεί βγήκε στην πίσω αυλή –να βλέπει το βουνό. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τον ξένο. Όχι από ευγένεια μα από μισανθρωπία. Όσο λιγότερο τον έβλεπε, τόσο καλύτερα. Να ξυπνήσει, να πιει έναν καφέ κι αυτός και να φύγει. Αρκετά.
----Κάτι σαλιγκάρια άφηναν αραιή μύξα πάνω στις ντομάτες του. Πολύ θα ήθελε να δει μια πεταλούδα –του άρεσαν οι πεταλούδες από τότε που ήταν μικρός. Χρόνια πίσω. Αλλά συνήθως το μόνο που έβλεπε ήταν κάτι μαυριδερά, νυχτερινά πετούμενα –με σώμα σκουληκιού και φτερά που άφηναν σκόνη στον αέρα. «Κερατάδες, σκαρτέψατε μέχρι και τις πεταλούδες», σκεφτόταν γελώντας ο γέρος. Το τσιγάρο καιγόταν παρέα με τα δάχτυλά του. Πήρε τετράδιο και στυλό. Bic.
----«ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ. Δεν ωφελεί να μετανιώνω, έτσι κι αλλιώς, τίποτα δεν αλλάζει. Ούτε να παραπονιέμαι γιατί πλήρωσα ακριβά για να μην έχω τίποτα. Μόνο που σκέφτομαι –αν ήταν τώρα να διαλέξω, τι θα έκανα; Η συνδιαλλαγή είχε πάντα προδιαγεγραμμένους όρους, αλλά τι αγοράζεις στο τέλος; Αν πουλήσεις ιδανικά μέσα στα σύννεφα και ελπίδα για την επόμενη μέρα –πόσο πιάνει αυτή η πραμάτεια; Γιατί μαζί πουλάς και τη φάτσα σου στον καθρέφτη. Δεν είσαι εσύ πια –ένας γυμνοσάλιαγκας είσαι, που σέρνεται να ζήσει. Εντάξει, να μην πουλήσεις και να μην πουληθείς. Να σταθείς με την πλάτη όρθια κι ας έρθουν οι κερατάδες –φοβάσαι αλλά δε φαίνεται, κοπιάστε ρε! Τι κάνεις όμως όταν οι δικοί σου σκάβουν το χώμα κάτω στα πόδια σου, τι κάνεις που γίνεσαι νάνος όταν νόμιζες τον εαυτό σου γίγαντα; Μετανιώνεις; Σιγά μη μετανιώσω –αφού δεν αλλάζει τίποτα, έτσι κι αλλιώς. Μόνο που μου λείπουν αυτά που έδωσα για να μην έχω τίποτα. Όχι επειδή δεν έχω τίποτα –αλλά επειδή τα έδωσα και κάποιοι τα πήραν. Να τα ξεχάσω όλα αυτά πρέπει –γιατί δεν αξίζει να θυμάμαι».
----Άκουσε τον θόρυβο από το μέσα δωμάτιο. Ο ξένος είχε ξυπνήσει. Μάζεψε τα γραπτά του βιαστικά και σηκώθηκε τρίζοντας. Οι αλλαγές στον καιρό του έτρωγαν τα κόκαλα. Μπήκε στο σπίτι.
----«Καλημέρα. Να σου φτιάξω έναν καφέ», είπε στον ξένο που μόλις έβγαινε από την τουαλέτα.
----Ο ξένος χαμογέλασε και το δέχτηκε. Όσο ο γέρος ανακάτευε το ζουμί πάνω στο γκαζάκι ένιωθε τα μάτια του άλλου στους ώμους του. Από τύχη μόνο δεν του χύθηκε ο καφές και από καταραμένη συμβατικότητα, τον σέρβιρε στην πίσω αυλή. Ήδη μέτραγε στο μυαλό του τις ώρες που απέμεναν μέχρι να φύγει ο ξένος.
----«Ωραία είσαι εδώ», του είπε ρουφώντας καυτό καφέ.
----«Ναι, μια χαρά», συνέχισε το κορδόνι κοινοτυπίας ο γέρος. Μόνο «δόξα τω θεώ» δεν είπε –τα είχε κόψει τα νταραβέρια με τον ύψιστο από δεκατεσσάρων χρονών.
----«Τι θα κάνεις με το σκάφος σου;» ρώτησε ο γέρος.
----«Α, θα το συμμαζέψω μόνος –δεν είναι τίποτα. Κάτι πράγματα που χρειάζομαι θα τα βρω στη Χώρα, εργαλεία έχω … μια χαρά».
----«Εντάξει».
----«Μόνο που θέλω μια χάρη».
----«Πες το», ο γέρος θα ήθελε να μην ανησυχούσε, αλλά δεν ήταν έτσι.
----«Να με πετάξεις μέχρι τη Χώρα. Είδα, έχεις αυτοκίνητο. Αυτό –γίνεται;»
----Γίνεται. Πες το κι έγινε δηλαδή. Ο γέρος θα τον πήγαινε μέχρι το φεγγάρι προκειμένου να τον ξεφορτωθεί. Όχι ειδικά αυτόν –οποιονδήποτε.
----Το μεσημέρι τους βρήκε να ξεφορτώνουν σανίδες και σιδερικά δίπλα στο ιστιοπλοϊκό. Ο γέρος βρήκε μια ευγενική αφορμή για να καταπολεμήσει την απραξία του κι έκατσε να τον βοηθήσει. Χρόνια είχε να καλαφατίσει, αλλά τα κατάφερνε μια χαρά. Το βράδυ αναγκάστηκαν να σταματήσουν –ο ξένος θα κοιμόταν στο ιστιοπλοϊκό, ο γέρος πήρε την ανηφόρα για το σπίτι του. Κουρασμένος μετά από τόσα χρόνια. Μπορεί και να κοιμόταν καλά απόψε.
----«ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ. Δεν αξίζουν τον κόπο. Έρχονται, τους πλησιάζεις και εξαφανίζονται όπως ήρθαν. Σαν το λαχείο είναι -μόνο που κανένας αριθμός δεν κερδίζει. Αλλά εσύ ελπίζεις. Δεν αξίζουν τον κόπο. Κι αν φύγουν νωρίς δε σου παίρνουν πολλά. Αν όμως αλλάζουν οι μέρες κι αυτοί είναι εκεί –νομίζεις πως θα είναι για πάντα. Φίλοι που μοιάζουν με τον Ιανό κι εσύ αναγκαστικά θα δεις και τις δυο πλευρές. Σύντροφοι που κουράστηκαν στη μέση του δρόμου. Ακριβώς την ώρα που πήγες ν’ ακουμπήσεις στον ώμο τους, να πάρεις δύναμη –έσκυψαν και σωριάζεσαι σα χαζός. Πως διάολο αλλάζουμε έτσι οι άνθρωποι; Πτυσσόμενοι είμαστε; 10 πόντους γίνεται ο διπλανός σου, που ήτανε 2 μέτρα -και 3 μέτρα σου φαίνεται όταν στηθεί απέναντί σου».
----Ο γέρος κοιμήθηκε αμέσως όταν ακούμπησε στο μαξιλάρι. Είδε όνειρο πως ήταν μέσα σε ένα καράβι και πλησίαζε το λιμάνι. Εκεί τον περίμεναν όλοι, τους έβλεπε από την κουπαστή καθαρά, αλλά όσο πλησίαζε τόσο και λιγόστευε ο κόσμος. Λες και δεν τον έβλεπαν –γυρνούσαν την πλάτη και απομακρύνονταν. Όταν φουνταρίστηκε η άγκυρα διέκρινε την κόρη του με τα κοτσιδάκια της να του χαμογελάει. Όταν έδεναν τους κάβους την είδε να απομακρύνεται. Κούναγε το χέρι, ήθελε να φωνάξει, αλλά αυτό το όνειρο ήταν του «βωβού κινηματογράφου». Ήθελε να δώσει ένα σάλτο, να την προλάβει στην προκυμαία πριν εξαφανιστεί –αλλά δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα τα ειδικά εφέ. Ξύπνησε με τα νύχια καρφωμένα στο μαξιλάρι.
----Χωρίς να ξέρει τον λόγο ετοίμασε φαγητό και ξαναπήγε να βρει τον ξένο. Το ιστιοπλοϊκό συμμαζευόταν γρήγορα. Λίγες δουλειές είχαν μείνει, ο ξένος διασκέδασε την αμηχανία με ένα μπουκάλι ούζο που είχε ξεμείνει στο χαλασμένο ψυγείο. Θα το τσάκιζαν όταν ξεμπέρδευαν -και ξεμπέρδεψαν νωρίς το απόγευμα. Ο ξένος είχε να το λέει για το πόσο έπιαναν τα χέρια του γέρου. Είχε δουλέψει μάστορας; Ο γέρος δεν είχε τίποτα να λέει. Ξεκίνησαν να τρώνε σιωπηλοί.
----«Μένεις πολλά χρόνια εδώ στο νησί;»
----«Πολλά»
----«Αλλά δεν είσαι από δω»
----«Όχι».
----Σιωπηλοί.
----«Ήρθα πριν από 7 χρόνια, μπορεί και περισσότερο –έχω αρχίσει να ξεχνάω. Έμενα στη Γερμανία πριν, αλλά είχα περάσει από μπόλικες χώρες. Δουλειές. Εμπορικός αντιπρόσωπος. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, δεν είχα τίποτα να με κρατάει πουθενά. Το νησί το ήξερα από … διακοπές. Βρήκα το σπίτι και το αγόρασα με κάτι λεφτά που είχα στην άκρη για να περάσω τα γεράματα ήσυχος», ο γέρος έγλειψε τα χείλια του, άμαθος στις μακριές συζητήσεις.
----Ο ξένος χτύπησε το φίλτρο του τσιγάρου στο πακέτο πριν ανάψει. Χαμογέλασε -πράγμα που τον έκανε μέχρι και ανθρώπινο, με αυτά τα ξεπλυμένα μαλλιά.
----«Δυο μέρες τώρα δεν ανοίγεις το στόμα σου και τώρα είπες πέντε φράσεις μαζεμένες. Θες να μου πεις και το γιατί; Κάτι θέλεις, έτσι;»
----Ο γέρος κοίταζε κάποιο ψάρι που πηδούσε έξω από το νερό. Όχι ότι υπήρχε τέτοιο ψάρι, αλλά ο γέρος το κοίταζε πάντως.
----«Μάλλον θέλω να φύγω από το νησί. Για λίγο –έστω. Και ήθελα να πω δυο πράγματα, για να ξαναθυμηθώ να μιλάω. Αυτό είναι όλο», ο γέρος ντράπηκε αλλά ήταν αργά να το βουλώσει. Αν ξεκινήσεις το έχεις ήδη χάσει.
----«Έλα μαζί μου με το ιστιοπλοϊκό –Πειραιά, πάω».
----Ο γέρος έξυσε το κεφάλι του.
----«Θα αργήσεις και μέχρι να φτάσεις θα το έχω μετανιώσει».
----Ο ήλιος είχε βαρεθεί να τους ταλαιπωρεί και το ούζο δεν έλεγε να τελειώσει. Είπαν να καθίσουν μέχρι να τους διώξουν τα κουνούπια.
----«Στη Γερμανία πήγα κρυφά. Ήταν χούντα τότε στην Ελλάδα. Με πιάσανε το ’69 από τους πρώτους –ήμουνα οργανωμένος στο ΚΚΕ. Ξύλο, ΕΣΑ, ανακρίσεις, την κοπάνησα μαζί με δυο άλλους και φύγαμε για έξω. Δεν πρόλαβα να δω ούτε τους δικούς μου ανθρώπους. Μετά τη χούντα, περιμέναμε να φτιάξουν τα πράγματα πριν γυρίσουμε. Ήταν και οι τυπικές διαδικασίες –τελικά δεν υπήρχε λόγος να γυρίσουμε. Εγώ δηλαδή –οι άλλοι γύρισαν. Εγώ δούλευα σε μια καλή δουλειά, εμπορικός αντιπρόσωπος. Ήρθα με τη σύνταξη», λες κι εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποιούσε ο γέρος. Κοίταξε γύρω του, λες και μόλις είχε γυρίσει.
----«Οικογένεια δεν είχες;»
----«Πως -αμέ. Γυναίκα και μια κόρη. Δεν τους είδα από τότε που με πιάσανε. Όταν δραπετεύσαμε ήταν επικίνδυνο. Μετά …», ο γέρος δεν ήξερε τι να πει –ή δεν ήθελε να το πει, πράγμα που κάνει το ίδιο.
----«Και γιατί θα πας τώρα στην Αθήνα; Για να τους ψάξεις;».
----Ο γέρος σηκώθηκε. Μάζεψε τα αποφάγια …
«Νύχτωσε πια, ώρα να πηγαίνω», μουρμούρισε και άφησε τον ξένο με τις σκέψεις του δίπλα σ΄ ένα δανεικό κι αγύριστο πακέτο τσιγάρα με άσπρο φίλτρο.
----Είχε κι ένα χαρτί με το τηλέφωνο του ξένου στην Αθήνα …
----«Πάρτο κι ότι χρειαστείς ειδοποίησε με», τυπικά πράγματα.
----Πέρασαν δυο μέρες μέσα σε ετοιμασίες και το στομάχι ανακατεμένο. Ο γέρος δεν ήθελε να φύγει γιατί δεν ήθελε να φτάσει. Αλλά έπρεπε. Από τη μπροστινή βεράντα είδε το ιστιοπλοϊκό να χάνεται και η ηρεμία του είχε μπερδευτεί στην προπέλα στου ιστιοπλοϊκού. Μέχρι να φτάσει η μέρα του ταξιδιού –ζήτημα ήταν να κοιμήθηκε ένα τρίωρο.
----«ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. Δεν γίνεται να επιστρέψεις από εκεί που δεν έφυγες. Και όσοι σε ξέγραψαν θα σε αφήσουν ξεγραμμένο –έτσι είναι. Σωστός χρόνος δεν υπάρχει -πάντα θα έχεις αργήσει. Σωστός τρόπος δεν υπάρχει –γιατί δεν ήσουν εκεί κι αυτό φτάνει. Για όσους σε χρειάζονταν – δεν ήσουν εκεί . Για όσους σε κυνηγούσαν –δεν ήσουν εκεί. Και ούτε τώρα θα είσαι. Απλά ένα φάντασμα για να ξεσπάσει όποιος έχει ακόμα πίκρα μέσα του. Ή οργή, ή μίσος. Κι αφού δεν γίνεται να επιστρέψεις –γιατί γυρίζεις; Αφού σε έχουν ήδη θάψει γιατί βγαίνεις έξω; Για ένα βλέμμα από τα μάτια της κι ας μην υπάρξει τίποτα μετά. ‘Ετσι θα είναι».
----Πέρασε μαρτυρικές ώρες, διπλωμένος σε σκληρούς πάγκους, μέχρι το καράβι να δέσει στον Πειραιά. Στη διαδρομή σκεφτόταν. Είχε αγοράσει μια εφημερίδα και, κρυμμένος πίσω από το άνοιγμά της, υπολόγιζε τους δρόμους που έπρεπε να τραβήξει. Δεν ήξερε διευθύνσεις –άσε που με τα χρόνια θα είχαν αλλάξει. Ήξερε μόνο τα μέρη που έπρεπε να πάει και τους ανθρώπους που ήθελε να δει. Έφτανε.
----Και το καράβι έφτασε δηλαδή. Βγήκε με το σωρό των ανθρώπων σε μια κακή παρωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Τσεμπέρια, κοφίνια, βαλίτσες –όλα μαζί πετάχτηκαν έξω από την καταπακτή για να κυνηγήσουν ΤΑΞΙ.
----Κάθησε στο τσιμεντένιο ντοκ και περίμενε να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Τα βρώμικα νερά έκαναν παρέα στην κάφτρα του τσιγάρου –και έτσι ήταν μέχρι που δεν άκουγε αλαλαγμούς επιβατών πίσω του. Μετά ξεκίνησε να επιστρέφει.
----Το ΤΑΞΙ βρωμούσε ιδρώτα και τσιφτετέλια. Κάτι τέτοια τον αρρώσταιναν –ένιωθε ήδη να ιδρώνει και να κρυώνει από τον πυρετό. «Καισαριανή, Καισαριανή ..», με το ζόρι το άκουσε ο ταρίφας, ανάμεσα σε σόλα μπουζουκιών και παράσιτα του δέκτη, «κέντρο προς 22, με λαμβάνεις 22; Πλατεία Βικτωρίας … έτερος …», θα ήθελε να κλείσει τα αυτιά του αλλά ντρεπόταν –τον ενοχλούσαν οι περιοχές της Αθήνας που επαναλαμβάνονταν.
----Η πλατεία της Καισαριανής είχε πιτσιρίκια που έτρεχαν και ουζάδικα που βρωμούσαν φρέσκα, κατεψυγμένα ψάρια. Αν δεν έβλεπε τις τρύπες από τις Εμφύλιες σφαίρες θα νόμιζε λάθος το μέρος. Κάθισε, περίμενε, κάπνιζε. Μετά είδε τους ασφαλίτες. Βγήκαν από τα αυτοκίνητά τους και έπιασαν τρία τραπέζια στο κεντρικό ουζάδικο. Είδε και τα γερόντια που κάθισαν σε άλλο τραπέζι, μόνοι τους και παράγγειλαν κρασί σε σαμπανιέρα. Τα μάτια του δεν δούλευαν καλά πια, γι’ αυτό σηκώθηκε και πλησίασε. Κάποιος ασφαλίτης τον κοίταξε πάνω από τα μαύρα γυαλιά του –οι υπόλοιποι έγλυφαν τα λάδια από τα δάχτυλά τους. Τα γερόντια είχαν χάσει μαλλιά ή μάλλον, λίγα ήταν τα μαλλιά που απέμεναν στα κεφάλια τους. Μισόκλεισαν τα μάτια όταν τον είδαν –κόντρα στον ήλιο.
----«Ρε Αντώνη εσύ είσαι; Ζεις μωρέ;» ο φαλακρός γέρος νούμερο ένα, έδειχνε να μην πιστεύει στα μάτια του.
----Χαμογέλασε, αλλά δεν είχε διάθεση να μιλήσει.
----«Κάτσε ρε πατρίδα, κάτσε να πιούμε ένα ούζο», πρότεινε ο νούμερο δύο.
----«Όχι, περαστικός είμαι –δεν ευκαιρώ. Για μια καλησπέρα πέρασα».
----«Κάτσε μωρέ που σου λέμε. Ακόμα μας το κρατάς για τη διαγραφή;»
----«ΔΙΑΓΡΑΦΗ. Σε σβήνουν και σβήνουν ότι υπήρχε σχετικά με σένα. Σήμερα είσαι εδώ, με φίλους, παρέα, κύρος, άποψη. Αύριο δεν είσαι καν ανάμνηση. Δεν υπήρξες ποτέ. Αυτό είναι καλό, αν σε αφήσουν ήσυχο, αμόλυντο, ξένο. Κι αυτό είναι κακό αν σε αφήσουν με τη ρετσινιά στο κούτελο. Φραξιονιστής, οπορτουνιστής, ρεβιζιονιστής. Προδότης. Πουλημένος στους εχθρούς του κόμματος. Ευτυχώς, όχι δηλωσίας –σαν κι αυτούς που μείνανε μέσα, με κατεβασμένα βρακιά και σκυμμένα κεφάλια. ‘Όχι σαν αυτούς, αλλά όχι σαν κανέναν. Μόνος σου στη μέση του δρόμου, τυφλός στις γραμμές του τραίνου. Ακούς, αλλά κανένας δεν θα σου φωνάξει ‘πρόσεχε!’».
----«Δε θα κάτσω, βιάζομαι. Μόνο θέλω μια πληροφορία. Που μένει η οικογένειά μου;»
----Οι άλλοι κατέβασαν τα μάτια.
----«Η Χρύσα πέθανε Αντώνη. Κάτσε να σου τα πούμε … γιατί δεν θες; Μην κάθεσαι, τέλος πάντων… Ήταν καλή συντρόφισσα η Χρύσα, πέρασε πολλά …αλλά δεν εγκατέλειψε το κόμμα. Πήγαμε όλοι στην κηδεία της … πάνε … πόσα χρόνια ρε; Δε θυμάσαι ούτε εσύ; Ξεκούτιανες παλιόγερε …»
----«Η κόρη μου;»
----«Α, μια χαρά η Αριάδνη. Γιατρός, από τις καλύτερες! Σαν παιδί μας τη μεγαλώσαμε, αλλά κι αυτή … θείε και θείε μας έχει … α, δεν ξέρεις πόσο μας αγαπάει …»
----Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του. Ο γέρος τον κρατούσε σφιχτά από τον καρπό και με το πρόσωπο κολλημένο …
----«Που είναι το ιατρείο, λέγε. Άσε την πάρλα και λέγε!»
----Οι ασφαλίτες τον απομάκρυναν νευριασμένοι που διέκοψαν το φαγητό τους. Αλλά είχε προλάβει ν’ ακούσει τη διεύθυνση. Για τίποτα άλλο δεν τον ένοιαζε. Ξεκίνησε να περπατάει. Δεν άντεχε να ξαναπάρει ΤΑΞΙ και τα λεωφορεία τον τρόμαζαν με τον κόσμο τους. Καλύτερα με τα πόδια, να σκεφτεί, να συνηθίσει.
----Κοίταζε ακίνητος τα οικοδομικά τετράγωνα να φεύγουν πίσω του –περπατούσε χαζεύοντας, σα να λέμε. Ξένη πόλη χωρίς ανθρώπους στα ανύπαρκτα πεζοδρόμια. Έρημη, ανάμεσα στα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα. Καυτός ήλιος στη σιωπή ενός συνεχιζόμενου βουητού.
----Στο σαλονάκι του ιατρείου έτρεμε. Ευτυχώς ήταν πολύς ο κόσμος και η γραμματέας έλειπε όταν μπήκε. Κανένας δεν τον ρώτησε τίποτα, κανένας δεν του ζήτησε τίποτα. Είχε πιάσει μια θέση, πλάγια από την πόρτα του γραφείου της. Ευτυχώς, η κόρη του δεν ήταν παιδίατρος ή γυναικολόγος. Τα μάτια του πονούσαν στην προσπάθεια να τρυπήσει την κλειστή πόρτα, τ’ αυτιά του βούιζαν καθώς αγωνιζόταν να ακούσει τη φωνή της. Τώρα θα έβγαινε, σε λίγο –ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν άντεχε άλλο τρέξιμο.
----Η πόρτα άνοιξε για να βγει ένα ζευγάρι. Η γραμματέας είπε «ο επόμενος». Τζίφος.
----Η πόρτα άνοιγε και έκλεινε, οι ασθενείς λιγόστευαν. Στο τέλος έμεινε αυτός και η γραμματέας, αυτός και το ξερό του στόμα, αυτός και η τελευταία ώρα.
----«Ο κύριος;»
----«Ήθελα να δω τη γιατρό …»
----«Το όνομά σας;»
----«Με στέλνει ένας φίλος …», τι βλακείες έλεγε; Αυτά περνούσαν την εποχή της παρανομίας. Τώρα οι άνθρωποι είχαν ονόματα κανονικά.
----Βγήκε μαζί με τον τελευταίο ασθενή –εκεί που δεν την περίμενε.
----«Έχουμε άλλους Χρυσάνθη;»
----«Ο κύριος μόνο γιατρέ».
----Τον κοίταξε. Η κόρη του, όμορφη, ψηλή, χαμογελαστή. Κι αυτός μικρότερος από μύγα, πιο ασήμαντος από τα πλακάκια του δαπέδου. Έτρεμε ανεξέλεγκτα.
----«Είστε καλά κύριε;» η κόρη του πλησίασε πιο κοντά. «Χρυσάνθη φέρε ένα ποτήρι νερό».
----Ρεζίλι έγινε κι αυτή του κρατούσε τον καρπό ν΄ακούσει τον σφυγμό του. Την κοίταζε, αλλά αυτή δεν τον έβλεπε. Όπως οι γιατροί δεν βλέπουν τους ασθενείς, όπως οι συνεργειάδες δεν ξεχωρίζουν τα χαρακτηριστικά των αυτοκινήτων. Κάτι χαλασμένο θέλει φτιάξιμο, αυτό είναι όλο, άνθρωπος ή μηχανή δεν έχει σημασία, «βήξτε», «μάρσαρέ το λίγο ρε», «αναπνεύστε», «άστο τώρα ρελαντί». Μύριζε όμορφα η κόρη του, γλάστρες σε παλιά αυλή μύριζε και είχε τα μάτια Εκείνης. Τον είδε ξαφνικά και πετάχτηκε…
----«Ποιος είστε κύριε;» η γιατρός έγινε γυναίκα κάτω από το άβολο αντρικό βλέμμα. Αυτό να ήταν;
----Η Χρυσάνθη του έφερε νερό κι αυτός το ήπιε λαίμαργα.
----«Ποιος είστε;»
----Σηκώθηκε. Ήταν ψηλή –όχι ψηλότερη από αυτόν, αλλά ψηλή. Είχε όμορφο ιατρείο, καλόγουστο, σε ακριβή περιοχή. Και από πελατεία, μια χαρά τα πήγαινε. Είχε ζωή, δική της. Ότι ακριβώς έλειπε από αυτόν. Έκανε μεταβολή και έψαξε την πόρτα βιαστικός και ….
----«Συγνώμη, λάθος. Αντίο σας», άφησε στον αέρα πίσω του, ανακατεμένο με κάποια…
----«Μισό λεπτό, για καθίστε, είστε καλά;» από την κόρη του.
----Κουτρουβάλησε τις σκάλες χωρίς να κοιτάξει πίσω. Πετάχτηκε στον δρόμο χωρίς να κοιτάξει τριγύρω. Σωριάστηκε μετά από ώρα στο τραπέζι ενός ζαχαροπλαστείου χωρίς να κοιτάξει μέσα του.
----Από εκεί τον μάζεψε ο ξανθός. Μέσα στο χάσιμό του, πήρε το τσαλακωμένο χαρτί τηλέφωνο. Ο ξένος ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να τον βοηθήσει και τον βοήθησε. Τον πήρε σπίτι του, όμορφο σπίτι, απέναντι από τη θάλασσα, τον άφησε να ξεκουραστεί και το επόμενο πρωί τον πήγε μέχρι το καράβι. Χωρίς ερωτήσεις. Ο γέρος είχε ξεχάσει να μιλάει. Στο πρώτο κατάστρωμα τον απόθεσε, σε έναν πάγκο και μονάχα …
----«Θα τα καταφέρεις;», ρώτησε ο ξένος κι έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση.
----Δεν τα κατάφερε. Τον βρήκαν λίγο πριν δέσει το πλοίο στο λιμάνι –κοκαλωμένο. Ο γιατρός του πλοίου μίλησε για εγκεφαλικό –συμβαίνει σε άτομα αυτής της ηλικίας, κανένας δεν τον πήρε χαμπάρι όταν έφευγε.
----Στο πακέτο των τσιγάρων υπήρχε διπλωμένο ένα σημείωμα …
«ΑΝΤΙΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ. Δεν υπάρχει λόγος να μάθεις και να αλλάξεις τη ζωή σου. Έλειπα όταν με χρειαζόσουν, ήρθα σε λάθος ώρα. Οι δικαιολογίες δεν είναι για μας και οι δικαιολογίες δεν αλλάζουν τίποτα. Χόρεψα τον δικό μου σκοπό, ακόμα και όταν σταμάτησαν τα όργανα κι αν γύριζα τον χρόνο πίσω θα φρόντιζα να πεθάνω όταν έπρεπε –για να σου αφήσω ένα ίσκιο ήρωα και όχι να περιφέρω τη ρετσινιά μου δίπλα στις μέρες σου. Ότι δεν υπάρχει, καλά είναι να μη ζει. Για να μην προβληματίζει τους ζωντανούς –ελπίζω να καταλάβεις παιδί μου. Κι επειδή ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, καλύτερα να σταματήσει ο χρόνος».
----Κανένας δεν βρήκε το σημείωμα και η κόρη του γέρου ποτέ δεν πήγε στην κηδεία του. Ποια κηδεία δηλαδή –δημοσία δαπάνη τον κουκούλωσαν στο νεκροταφείο του νησιού που έβλεπε προς το βουνό. Και κανένας δεν διάβασε τα τετράδια που αράχνιαζαν στο ντουλάπι κάτω από τα ράφια της βιβλιοθήκης, κάτι μετανάστες τρύπωσαν στο εγκαταλελειμμένο για να γλιτώσουν από το κρύο και τους μπάτσους. Στον πρώτο χειμώνα έγιναν προσάναμμα τα τετράδια για να ζεσταθούν γυναίκες και παιδάκια και κανένας δεν έμαθε τι έλεγαν.
----Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.



Copyright©Θανάσης Γιαννόπουλος

αρχή σελίδας

Σωκράτης Ξένος : δύο ποίηματα

«ώρα ακτής»

Είδες
φύκι νερό στα δυο να κόβει
όχι πουλί
μα η φωλιά πουλί να χτίζει
όλα `ναι εδώ

Φράζω το δρόμο του μυρμηγκιού
να με διδάξει υπομονή και φορτίο
μ` αυτά τα κύματα τα λάμδα που υπολείπονται
ετοιμάζω την έναστρη νύχτα
ώρα ακτής
σβήνω της γης τα φώτα
απογειώνω νηστικό μελίσσι
στ` ακριβά κτερίσματα των αυτιών σου
Να `χεις τα τσίνορα ανοιχτά
από το Άλφα ως το Ωμέγα
μ` έναν Σείριο να ξεκινούν τα λόγια τα μαλλιά σου
της άμπωτης βότσαλο χρόνια δίχως αιώνα
να με στιλβώνεις λίγο λίγο
μ` ένα διαθέσιμο άστρο
Γιατί αν στ` άσκοπο κοιμάσαι πάλι απόψε
και σ` άλλο νου
δε ξέρω τι κόσμους
θα διαγράφει χιαστί η χαρά
και η εξόριστη από μέσα μου αντίρρηση

*

«Νυν οφθαλμοί Βαγδάτης»
Με κοιτάς μ` αυτά τα κομμάτια
τα μάτια της Βαγδάτης
Κοντά και πίσω απ` τον αυχένα
ακούω άδεια σκαλιά σύρματα ανέμους

Ω! Γυμνό ροδάκινο Στόχε υψηλέ
Με τόσα πρόθυμα κλαδιά
πόσο το μέτωπό σου ζήλεψε χώματα
Πού είν` οι αστραπές τα ποτάμια
οι γειώσεις του ήλιου
Ραγδαίες βροχές και διψάς
μα κανένα θολό νερό
δε θα σου πει την αλήθεια

Έλα να σου δείξω και της άμμου τα δώματα
τάφρους της μνήμης
σε στιγμή κόκκινου πανικού
Αρκετά `ναι να σκούξει η καρδιά της πρώτης ηλικίας

Έτσι βλέπω
Με σαράντα οφθαλμούς
στριφογυρνώ σ` ένα σεντόνι
ως μη ελεγχόμενο επεισόδιο
και πάλι
–περίεργο-
ετοιμάζομαι
αφού ακόμα κρατά κάτι απίκραντο
το βλέμμα του αγγέλου
με την αγάπη τ` αδιέξοδο να λειτουργήσω
Δε βρίσκω άλλο εξέχον κερί.

Copyright©Σωκράτης Ξένος



αρχή σελίδας

Λίτσα Χατζοπούλου: Benedicite

Ο εκπρόσωπος του θεού επί γης, ο έχων και το αλάθητο, έκανε δηλώσεις περί της επιθετικότητος του Ισλάμ. Ο ισλαμικός κόσμος αντέδρασε – και ας μη βιαστεί κανείς να σχολιάσει τοιαύτην έλλειψιν ανεκτικότητος, διότι δεν είναι πολύς καιρός που ο χριστιανικός κόσμος ήτο αναστατωμένος εξαιτίας του Κώδικα Ντα Βίντσι. Κατόπιν τούτου, ο άγιος πατέρας εξέφρασε τη λύπη του για τις προκληθείσες αντιδράσεις και που κάποιοι παρερμήνευσαν τα λεγόμενά του – πάντως, για τις δηλώσεις του καθαυτές δεν έδειξε να στενοχωριέται και βέβαια δεν ανακάλεσε ούτε λέξη.
----Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποιο ήταν το νόημα και οι προθέσεις του ποντίφικα. Θεωρώ ότι, όταν μια κρίση κινδυνεύει να παρερμηνευτεί, τότε ο εκφέρων την κρίση οφείλει να το έχει υπόψη του και να τη διατυπώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια• παρά το γεγονός ότι η ασάφεια είναι ένα από τα εγγενή χαρακτηριστικά της γλώσσας, είναι δυνατόν να διατυπωθούν σαφείς προτάσεις (και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία), αν ο ομιλητής το επιθυμεί. Αν μάλιστα αυτός ο ομιλητής έχει μιαν ορισμένη ιδιότητα, ειδικότητα και εξουσία, οφείλει να είναι διπλά προσεκτικός• κι αν γνωρίζει ότι τα λεγόμενά του θα εκληφθούν ως θέσφατο από εκατομμύρια ανθρώπων, τότε ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής πολλαπλασιάζεται αναλόγως.
----Υποθέτω ότι όλα αυτά είναι γνωστά στους φορείς ιδιοτήτων, ειδικοτήτων και εξουσιών. Συνεπώς, δυσκολεύομαι να θεωρήσω ως «άστοχη» και «ατυχή» τη δήλωση του πάπα. Όπως δεν θεωρώ «άστοχες» και «ατυχείς» τις αναλόγου περιεχομένου δηλώσεις του αμερικανού προέδρου. Κάθε φορά που ένας πολιτικός ή θρησκευτικός ηγέτης της Δύσης μιλά απαξιωτικά για το Ισλάμ, προκαλούνται αντιδράσεις, εκτοξεύονται απειλές, γίνονται επιθέσεις – λες και ο στόχος τους είναι να τροφοδοτηθεί ο ισλαμικός εξτρεμισμός.
----Έχει ήδη επισημανθεί ότι μετά την 11/9/2001, ο George W. Bush χρησιμοποιεί «οριενταλιστικό λόγο» σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. (Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον Edward Said, ο όρος «οριενταλισμός» ιδεολογικά αναφέρεται στην πολιτισμική παραγωγή στη Δύση του «Ανατολικού άλλου», η οποία θεμελίωσε το δυτικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία από τις αρχές του 17ου αιώνα• γεωγραφικά, ο οριενταλισμός κάλυψε κοινωνίες από τη Β. Αφρική ως τη Μ. Ανατολή, τη Νότια και την Ανατολική Ασία. Ο οριενταλισμός βέβαια εισεχώρησε στην επιστήμη –αρχαιολογία, ανθρωπολογία – αλλά και στη μαζική κουλτούρα – ταξιδιωτική λογοτεχνία, μυθιστόρημα, κινηματογράφος κλπ). Έτσι, η περίφημη φράση του Bush “The West and the Rest” αναπαράγει τη βασική διχοτομία: αφενός, η Δύση, δηλ. ο πολιτισμός, ο χριστιανισμός, η πρόοδος, ο νόμος και η τάξη, και αφετέρου, η Ανατολή, δηλ. η βαρβαρότητα, ο ισλαμισμός, η φεουδαρχία, η στασιμότητα, το χάος και η καταστροφή. Εκτός από τον πρόεδρο, πολλοί συντηρητικοί σχολιαστές αναβίωσαν την οριενταλιστική ρητορική, επιμένοντας λ.χ. ότι ο ισλαμισμός είναι ασύμβατος με τη δυτική-καπιταλιστική-δημοκρατική νεωτερικότητα (λησμονώντας, προφανώς, ότι ο Σαντάτ, ο προηγούμενος πρόεδρος της Αιγύπτου, σύμμαχος των Η.Π.Α. και ιδιαιτέρως προσφιλής στα αμερικανικά ΜΜΕ, ήταν επίσης μουσουλμάνος). Από την άλλη, προοδευτικοί αναλυτές ανά τον κόσμο δεν έπαυαν να υπογραμμίζουν ότι ο οριενταλισμός δεν μπορεί να επιβιώσει στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας, παραθέτοντας μια σειρά πειστικών επιχειρημάτων – χωρίς όμως να λαμβάνουν υπόψη τη στοιχειώδη διαπίστωση, την οποία γνωρίζουν ακόμη και οι περιστασιακά ασχολούμενοι με την ιστορία των νοοτροπιών: ότι μια νοοτροπία μπορεί να είναι ενεργή επί μακρών μετά την αλλαγή των κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών συνθηκών από τις οποίες εξεπήγασε και καθορίστηκε (και τούτο υποχρέωσε τους μαρξιστές ιστορικούς να ξαναδιαβάσουν προσεκτικότερα τον Μαρξ, που είχε παρατηρήσει, εν τέλει, ότι το πολιτισμικό εποικοδόμημα εξαρτάται ως ένα βαθμό από την οικονομική βάση).
----Οι σχέσεις της Ευρώπης με το Ισλάμ ήσαν παραδοσιακά εχθρικές, από τον 8ο-9ο αι. Η μουσουλμανική εξάπλωση δεν ερμηνεύτηκε ιστορικά ως η κίνηση ενός νέου ισχυρού πολιτισμού, αλλά ως γεγονός αφύσικο – ήταν η εξάπλωση ενός διαβολικού εχθρού. Το Ισλάμ ταυτίστηκε με μια δαιμονική θρησκεία• ο προφήτης του, ο Μωάμεθ, ήταν για τους δυτικούς ένας απατεώνας, ένας αισθησιακός βάρβαρος που προωθούσε τη νέα πίστη δια της σπάθης, υποσχόμενος αμαρτωλές ηδονές πριν και μετά θάνατον• οι Σαρακηνοί δεν ήταν παρά οι «μπράβοι του διαβόλου» - τρομακτικοί, διεστραμμένοι και βάρβαροι.
----Στο Μεσαίωνα, οι δυτικοί έμαθαν περισσότερα για το Ισλάμ (και σ’ αυτό συνέβαλαν και οι «θεάρεστες» σταυροφορίες - καθαγιασμένες από τον εκάστοτε πάπα, ο οποίος μοίραζε αφειδώς αφέσεις αμαρτιών στους συμμετέχοντες)• αυτή η γνώση, πάντως, δεν εξήλειψε την αίσθηση του «εχθρικού άλλου», ενώ όσοι είχαν εξοικειωθεί με τους μουσουλμάνους και είχαν αντιληφθεί την αξία του πολιτισμού τους δεν άργησαν να χαρακτηριστούν ως επικίνδυνοι αιρετικοί (χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι Ναΐτες Ιππότες• προς θεού, μην πάει ο νους σας στις διάφορες μυθολογίες που έχουν διασπαρθεί από τους απανταχού συνωμοσιολόγους).
----Οι μεταγενέστεροι δεν ξέφυγαν από το πλαίσιο των παγιωμένων προκαταλήψεων. Ο Cid – κατά κόσμον Rodrigo Díaz de Vivar – εθνικός ήρωας της Ισπανίας (11ος αι.), έγινε το σύμβολο της αντίστασης των χριστιανών επί των μουσουλμάνων, παρ’ όλο που δεν πολέμησε μόνο εναντίον των Μαυριτανών αλλά και εναντίον χριστιανών. Το Τραγούδι του Cid, ένα ανώνυμο έπος του 12ου αι., έχει στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία τη θέση και τη σημασία που έχουν στην ελληνική λογοτεχνία τα ακριτικά τραγούδια (αλλά, υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια: ο Διγενής Ακρίτης είναι μεικτού γένους, από μάνα χριστιανή και πατέρα Σύριο• ο συμβολισμός είναι σαφής και ας μην μας διαφεύγει ότι έχουμε να κάνουμε με την ανατολική Μεσόγειο). Ο Ισπανός πολεμιστής θα γνωρίσει νέες ημέρες δόξας κατά τον 17ο αι., με την τραγωδία Le Cid (1637) του Γάλλου δραματουργού Pierre Corneille. Τυχαίο; Πιθανόν. Αλλά, η συγκυρία φαίνεται ευνοϊκή. ----Επειδή, στις αρχές του 17ου αι., γεννάται η σκέψη για την οργάνωση μιας πανευρωπαϊκής σταυροφορίας εναντίον των οθωμανών (που είχαν ήδη νικηθεί από τους Ευρωπαίους στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1571). Η ιδέα, που αντιμετωπίζεται ευνοϊκά από τη Βενετία, η οποία βλέπει τις κτήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο να απειλούνται άμεσα, προϋποθέτει όχι απλώς τη συγκατάθεση του πάπα αλλά και την τοποθέτησή του ως πνευματικού ηγέτη αυτής της εκστρατείας. Ο χαρακτήρας του εγχειρήματος ήταν κυρίως πολιτικός, και ο στόχος του η δημιουργία μιας ισχυρής χριστιανικής δημοκρατίας βασισμένης στο οικουμενικό όραμα του χριστιανισμού.
----Οι ενέργειες για την οργάνωση της χριστιανικής στρατιάς (Milice Chrétienne) υπήρξαν εξαιρετικά αποτελεσματικές και γύρω στα 1624 θα μπορούσε να ξεκινήσει η μεγάλη εκστρατεία. Παρ’ όλα αυτά, ο Λουδοβίκος ΙΓ΄ ματαιώνει τελικά τη σταυροφορία και επιτάσσει τα πλοία της χριστιανικής στρατιάς. Η απόφαση του Γάλλου βασιλιά, που ώς τότε είχε υποστηρίξει το εν λόγω εγχείρημα, υπαγορεύτηκε από τον νεοδιορισμένο πρωθυπουργό της Γαλλίας, τον καρδινάλιο Ρισελιέ, εισηγητή της περίφημης raison d’état, ο οποίος είχε αντιληφθεί ότι η επιτυχία της εκστρατείας θα ενίσχυε την παπική κυριαρχία και την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους. Αλλά, η raison d’état του καρδινάλιου στόχευε στην ανάδειξη της Γαλλίας ως ηγεμονικής ευρωπαϊκής δύναμης, κι αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί στο πλαίσιο των οικουμενικών δομών της ευρωπαϊκής ιδεολογίας και γεωστρατηγικής. Έτσι, αντί να στραφεί εναντίον των απίστων, η Ευρώπη απορροφήθηκε σε εσωτερικούς θρησκευτικούς πολέμους• η συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) άφησε το γερμανικό έθνος κατακερματισμένο σε μικρά κρατίδια και τη Γαλλία στη θέση της ισχυρής ηπειρωτικής δύναμης.
----Κατά τον 18ο αι., οι όροι «μουσουλμάνοι» και «Ισλάμ» έχουν ταυτιστεί με τον όρο «Τούρκος», που με τη σειρά του σήμαινε τον απώτατο βαθμό δεσποτισμού. Το ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό είχε εμπλουτίσει τα ένδοξά του για τον μουσουλμανικό κόσμο από μυθιστορήματα όπως το Vathek του Beckford (1782): διαβολικοί σεΐχηδες με τη λάμψη του Μιλτώνειου Lucifer, αμαρτωλές ηδονές, χαρέμια, απαγορευμένες απολαύσεις. Την ίδια εκείνη εποχή, η μαζική κουλτούρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού τοποθετεί τους μουσουλμάνους πλάι στους παραδοσιακούς εχθρούς των Αμερικανών, τους Ινδιάνους, και τούτο επειδή βορειοαφρικανοί πειρατές (από το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία και την Τρίπολη – σημερινή Λιβύη) έκαναν επιθέσεις σε αμερικανικά πλοία. Οι Αμερικανοί κληρονόμησαν τις ευρωπαϊκές προκαταλήψεις για το Ισλάμ και βέβαια τις καλλιέργησαν στο πρόσφορο έδαφος της νοοτροπίας των Πουριτανών, οι οποίοι παραδοσιακά ταύτιζαν τους εχθρούς τους με τους εχθρούς του θεού: το σχήμα ήταν έτοιμο• απέμενε μόνο, στη θέση του Ινδιάνου βάρβαρου να μπει ο μουσουλμάνος βάρβαρος.
----Κατά τον 19ο αι., το «Ανατολικό Ζήτημα» και η αποικιοκρατική πολιτική της Δύσης συμβάλλουν στο θρίαμβο του οριενταλισμού. Έτσι κι αλλιώς, το ιδεολογικό οπλοστάσιο ήταν έτοιμο από αιώνες• η ταύτιση του Ισλάμ με την οπισθοδρόμηση, την καταπίεση, το φανατισμό, τη βία και την ανελευθερία παρείχε στους δυτικούς το ηθικό δικαίωμα (και την υποχρέωση, κατά μία έννοια) να «εκπολιτίσουν» τους μουσουλμάνους.
----Είτε επειδή απλώς αντιγράφουν την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, είτε επειδή αναμασούν τα παλαιά στερεότυπα, είτε επειδή είναι σε θέση να προβλέψουν κάποιες εξελίξεις, τα αμερικανικά έντυπα δεν μένουν πίσω σ’ αυτήν την υπόθεση. Ήδη το 1862, το περιοδικό Harper’s ομιλεί για τους μουσουλμάνους με τα έτοιμα σχήματα του ευαγγελικού προτεσταντισμού. Το 1895, σε άρθρο της εφημερίδας New York Tribune αναφέρεται ότι η σύγκρουση ανάμεσα στο Ισλάμ και στον χριστιανισμό είναι αναπόφευκτη, όπως ήταν και τον 7ο αι., επειδή το Ισλάμ δεν έχει αλλάξει από τότε. Στη δεκαετία του 1920, ο William Yale χαρακτήριζε το Ισλάμ ως τον «άσπονδο εχθρό της προόδου και της ελευθερίας».
----Για αιώνες, λοιπόν, το Ισλάμ υπήρξε το γενικό αναφορικό πλαίσιο για το πάσης φύσεως κακό. Αν κανείς συνέδεε μεταφορικά τον (οποιονδήποτε) εχθρό με το Ισλάμ, αυτομάτως τον απαξίωνε και τον δαιμονοποιούσε• δεν είναι τυχαίο, λ.χ., ότι ο ναζισμός χαρακτηρίστηκε ως «σύγχρονος μωαμεθανισμός». Παρ’ όλο που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο η παλαιά αντίθεση φάνηκε να αμβλύνεται ή να ξεχνιέται, η ενεργειακή κρίση της δεκαετίας του 1970 αναζωπύρωσε τα πάθη και ενεργοποίησε ξανά τα υπνώττοντα στερεότυπα. Στη δεκαετία του 1980, η ιρανική επανάσταση ήρθε να δοκιμάσει τις αμερικανικές αντιλήψεις σχετικά με το πώς ήταν και πώς θα έπρεπε να οργανωθεί ο κόσμος. Ενώ η ενεργειακή κρίση κατέδειξε την απειλή σε οικονομικό επίπεδο, η εμφάνιση του πολιτικού Ισλάμ παρήγαγε μια ιδεολογία που αμφισβητούσε τη δυτική κυριαρχία και τα 300 χρόνια της υπεροχής της. Αυτό, με τη σειρά του, προκάλεσε μια πολιτισμική αντίδραση η οποία προσωποποιήθηκε στον Χομεϊνί: και, καθώς το ιδεολογικό οπλοστάσιο είχε παραμείνει άθικτο, και τα στερεότυπα ήταν έτοιμα (και μάλιστα εμπλουτισμένα, με νέες λεπτομέρειες) δεν χρειάστηκε πολύ για να επαναληφθεί η παλαιά ιστορία των υποκαταστάσεων: ο Χομεϊνί, ο Σαντάμ, ο Μπιν Λάντεν, ο Νασράλα• το Ιράν, οι Παλαιστίνιοι, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, η Συρία, ο Λίβανος και πάλι απ’ την αρχή.
----Φυσικά, από την εικόνα που η Δύση έχει κατασκευάσει για την Ανατολή λείπουν πολλά στοιχεία – τα σημαντικότερα. Ο ισλαμικός πολιτισμός είναι έννοια ανύπαρκτη στις δυτικές πολιτικές αντιλήψεις• η φιλοσοφία του Ισλάμ αντιμετωπίζεται ως «ξένη φιλοσοφία» (που καμία σχέση δεν έχει με τη δυτική) και φυσικά ούτε λόγος για την ανάπτυξη της ιατρικής, της οπτικής και των επιστημών εν γένει την ίδια εποχή που η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στους λεγόμενους «σκοτεινούς αιώνες»• η ισλαμική τέχνη στην καλύτερη περίπτωση προβάλλεται ως εξωτική ακατανοησία (κι ας έχει εισαχθεί ο όρος «αραβούργημα» στο καλλιτεχνικό λεξιλόγιο)• και φυσικά, μην περιμένετε να είναι ευρύτερα γνωστό το γεγονός ότι εκείνοι που έσωσαν τα συγγράμματα του Αριστοτέλους και τα έφεραν στη Δύση κατά το Μεσαίωνα ήταν οι Άραβες. Ομοίως άγνωστες είναι και οι εσωτερικές διαφορές – λ.χ., τι είναι οι Σιΐτες, οι Σουνίτες, οι Δρούζοι; Μέσα στο αναφορικό πλαίσιο του αρνητικά χρωματισμένου όρου «Ισλάμ» στριμώχνεται όλη η περιοχή από το Λίβανο μέχρι το Αφγανιστάν (το Πακιστάν συνήθως μένει απ’ έξω, επειδή είναι σύμμαχος των Η.Π.Α.) Σε δημοσκόπηση του 1980, το 70% των Αμερικανών απήντησε ότι το Ιράν είναι αραβικό κράτος. Αλλά, τούτο δεν σημαίνει ότι υπάρχει ακριβέστερη αντίληψη για τους Άραβες εν γένει: αντιθέτως, θεωρούνται νομάδες και απολίτιστοι, η δε Παλαιστίνη χαρακτηρίζεται έρημος μέχρι την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.
----Όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ο Huntington μίλησε για σύγκρουση των πολιτισμών (The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order, New York: Simon and Shuster 1997), εδώ στην Ελλάδα οι αντιδράσεις περιορίστηκαν στο ότι δεν αναφέρεται ο ρόλος της ορθοδοξίας. Υπήρξαν και ορισμένοι που σχολίασαν το βιβλίο ως «μία θεωρία που θα καταρρεύσει», αποτυγχάνοντας να δουν ότι ουσιαστικά προετοίμαζε ιδεολογικά το έδαφος για τη μελλοντική πορεία της Δύσης. Το βασικό τους επιχείρημα ήταν ότι σύμφωνα με το νέο δόγμα του πολέμου που είχε διατυπωθεί εκείνη περίπου την εποχή, δεν θα γινόταν μεγάλος πόλεμος, αλλά «μικρές, περιφερειακές, ελεγχόμενες συγκρούσεις»• και πράγματι, για ένα διάστημα αυτό φαινόταν να επιβεβαιώνεται (Βαλκάνια, Αφγανιστάν, Ιράκ). Εν τούτοις, από τη στιγμή που ο Bush υιοθέτησε την οριενταλιστική ρητορική, θα έπρεπε να υποψιαστεί κανείς ότι τα πράγματα έπαιρναν άλλη τροπή. - ------Προφανώς, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις της πολεμικής βιομηχανίας δεν ικανοποιούνται με τις «μικρές συγκρούσεις»• αρκεί να διαβάσει κανείς προσεκτικά τα βιβλία του πρώην συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας και νυν καθηγητή στο Johns Hopkins Sbigniew Brzezinski (κυρίως τα Grand Chessboard: American Primacy and Its Geostrategic Imperatives, και The Choice: Global Domination or Global Leadership) για να καταλάβει ότι ο μελλοντικός ηγεμονικός ρόλος των Η.Π.Α. (και της Δύσης, κατ’ επέκταση) πιθανότατα θα περάσει μέσα από έναν μεγάλο πόλεμο – ίσως όχι παγκόσμιο, πάντως ούτε «μικρό και περιφερειακό». Και, ο πιο πρόσφορος λόγος για έναν τέτοιον πόλεμο είναι η «σύγκρουση» των πολιτισμών/θρησκειών• πρόσφορος, επειδή το σκεπτικό είναι ήδη έτοιμο και η ιδεολογία συγκροτημένη και δοκιμασμένη.
----Σ’ αυτό πλαίσιο, οι δηλώσεις του πάπα δεν συνιστούν μια ουδέτερη (έστω και εσφαλμένη) κρίση, αλλά έρχονται να ενισχύσουν το θρησκευτικό υπόβαθρο των δυτικών βλέψεων και διαθέσεων, υπενθυμίζοντας ότι υπάρχει και η καθολική Ευρώπη (όχι ν’ αφήσουμε το παιχνίδι στα χέρια των Διαμαρτυρομένων). Το Ισλάμ είναι ο προαιώνιος εχθρός, ο απόλυτος φορέας της βίας, και στην εγγενή επιθετικότητά του θα πρέπει ν’ απαντήσουμε δυναμικά: αυτό είναι το συγκινησιακό νόημα των δηλώσεων του Βενέδικτου• το μόνο που λείπει είναι η άφεση αμαρτιών προς τους σύγχρονους σταυροφόρους.

Copyright©Λίτσα Χατζοπούλου

αρχή σελίδας

Λεία Βιτάλη: "ΙΕΡΗ ΠΑΓΙΔΑ", Μυθιστόρημα. Προδημοσίευση - απόσπασμα, που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο.

ΙΕΡΗ ΠΑΓΙΔΑ. Το απόκρυφο χρονικό της Κωνσταντινούπολης

Αυτή είναι η γοητεία του παρελθόντος:
Ότι ποτέ δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος γι’ αυτό.

Ψάχνοντας μανιωδώς τα ίχνη των ανθρώπων που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο και διαμόρφωσαν τη ζωή μου, ως «Ελληνίδα με καταγωγή εκ Κωνσταντινουπόλεως διαμένουσα εν Αθήναις», δεν μπορούσα παρά να έρθω αντιμέτωπη με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Εκεί σταμάτησα. Η μυρωδιά και η φρίκη του πολέμου με έζωσαν. Κι ίσως δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι αντίκρισα μπροστά μου, σαν αληθινά φαντάσματα, εκείνες «τις σκοτεινές δυνάμεις» που ορίζουν τη «μοίρα» των ανθρώπων. Πολιτικοί και βασιλιάδες, πατριάρχες και πάπες, άρχοντες εξουσιαστές και δούλοι, ενήλικες και μικρά παιδιά είδα να χορεύουν τον χορό της επιβίωσης κατασπαράσσοντας ο ένας τον άλλον. Και για άλλη μια φορά επαληθεύτηκε ότι η ιστορία μου, η ιστορία του ανθρώπου, είναι γραμμένη με το αίμα του!
Τώρα είμαι πάλι στο σήμερα και στο εδώ. Αλλά δεν είμαι μόνη. Ξέρω ότι κι εκείνα τα αλλοτινά είναι πάλι σήμερα εδώ. Μαζί μου. Ωστόσο δεν είμαι σίγουρη για τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Για το μόνο που είμαι σίγουρη είναι πως ανακάλυψα έναν μικρό πανέμορφο πρίγκιπα, που τον είχε θαμμένο η Ιστορία, και η άλωση πέρασε πάνω απ’ το κορμί του. Αυτό άλλαξε στα μάτια μου κατά πολύ την επίσημη εκδοχή των πραγμάτων και μετέτρεψε με τρόπο μαγικό την ιστορία σε κάτι πιο… αληθινό: Σε μυθιστόρημα.

----------------------------------------------------Σαν πρόλογος

Δεν ξέρω αν έγιναν τα πράγματα έτσι ακριβώς όπως θα σας τα διηγηθώ, όμως εμείς εδώ στη Βενετιά, που επιζήσαμε απ’ όλο εκείνο το αίμα και την καταστροφή, ξέρουμε πως δεν έγιναν ούτε έτσι ακριβώς όπως τα λένε οι άλλοι. Ας πιστέψει ο καθένας ό,τι αντέχει να θεωρεί αληθινό.

Ιουστίνη,
Θυγάτηρ κυρού Λουκά
του Νοταρά,
πάλαι ποτέ Μεγάλου Δουκός
Κωνσταντινουπόλεως.

Εν Βενετία το έτος 6990 (1482) από Κτίσεως Κόσμου.

 

----------------------------------------------------ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

---------------------------Βενετία, το έτος 6966 από Κτίσεως Κόσμου*

 

Μια αλλόκοτη ανάσταση


Ομικρός μου αδελφός δολοφονήθηκε πριν πέντε χρόνια, δυο μήνες μετά που έγινε στην πατρίδα το κακό. Τώρα είναι πάλι ζωντανός!
-----Έτσι μας είπαν άνθρωποι που τον ήξεραν παλιά ―κάτι ναυτικοί δηλαδή απ’ τα βενετσιάνικα―, τότε που ο πατέρας, όποτε ήθελε κάποια εξυπηρέτηση κρυφά απ’ τον βάιλο, τους έδινε λίγα τσετίνια παραπάνω για κρασί. Ο πατέρας ήξερε ότι οι φτωχοί μπορούν να ζήσουν χωρίς λεφτά, χωρίς σπίτι, χωρίς πατρίδα, χωρίς αγάπη, αλλά δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς κρασί ― έτσι έλεγε. Εδώ στη Βενετιά που είμαστε, μετά που τα χάσαμε όλα, δεν μαθαίνουμε εύκολα τι γίνεται στην πατρίδα. Ζούμε κι εμείς σαν φτωχοί μαζί με τις δούλες μας, τον κηπουρό μας, τη μαγείρισσα και τον χοντρο-Μπραχίμ, όπως λέμε τον αράπη που μας φυλάει, αποκομμένες σ’ ένα απλό σπιτάκι κοντά στο Πόντε ντι Ριάλτο και σπάνια βγαίνουμε στον δρόμο ή στην αγορά ή συναντάμε κανέναν δικό μας. Η Άννα μας πενθεί εδώ και πέντε χρόνια για την πατρίδα, για τους γονείς μας και τ’ αδέλφια μας, για τον πύργο μας, γι’ αυτό που δεν θα ξαναβρούμε ποτέ, ίσως γιατί ποτέ δεν το είχαμε γνωρίσει πραγματικά. Πενθεί για μας που είμαστε εδώ ακόμη ζωντανοί, μα πιο πολύ πενθεί για τον εαυτό της που ακόμη, παρ’ όλα αυτά, δεν έχει πεθάνει• η Άννα πενθεί για όλα, έχουμε συνέχεια τον θάνατο γύρω μας. Αλλά δεν λέει κανείς μας να πεθάνει.
-----Την Άννα τη σεβόμαστε πολύ γιατί είναι η μεγαλύτερη αδελφή μας, ό,τι μας έχει απομείνει από την οικογένεια να μας κρατά ενωμένους εδώ στα ξένα, εκτός απ’ τον Θεό. Βέβαια, ως μεγαλύτερη, διαχειρίζεται και τα χρήματά μας στις βενετσιάνικες τράπεζες. Αυτά, τα χρήματα δηλαδή, είναι ένας λόγος που ακόμη δεν έχουμε πεθάνει. Αλλά όχι μόνον αυτό. Είναι και ένας λόγος που η Άννα έχει κατορθώσει να διατηρεί επαφές με τους Δόγηδες, τον Φραγκίσκο Φόσκαρη παλιότερα και τώρα τον Πασχάλη Μαλιπιέρο, ο οποίος είναι ο πρώτος σ’ αυτή τη «χώρα χωρίς γη» ―όπως τη λένε― που καταλαβαίνει πολύ καλά τη γλώσσα του χρήματος. Έτσι συνεννοείται θαυμάσια με την Άννα μας, παρόλο που εκείνη έχει αρνηθεί μέχρι στιγμής πεισματικά να μιλήσει τη δική του γλώσσα. Ακόμη κι εμείς δεν έχουμε μιλήσει ποτέ μπροστά της τα βενετσιάνικα, αν και ύστερα από τόσα χρόνια όλες μας μπορούμε να συνεννοηθούμε θαυμάσια σ’ αυτήν τη γλώσσα, κι εδώ που τα λέμε είναι πολύ όμορφη, στρωτή και τραγουδιστή, όχι σαν τα σλάβικα που μιλούσαν όσοι έρχονταν απ’ τα Βαλκάνια στον πύργο μας για «υψηλές, λέει, διευθετήσεις» κι έφευγαν κάθε φορά με τα πουγκιά τους γεμάτα δουκάτα ― ο πατέρας το είχε πάρει αυτό απ’ τον παππού, ήξερε να κερδίζει τον συνομιλητή του χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ξαναγυρίζω όμως στον αδελφό μου και την παράδοξη εκδοχή της… ανάστασής του.
-----Ήμουν κοντά στην πιάτσα του Γκρανκανάλ, στον περίβολο της εκκλησίας του Σαν Τζοβάνι του Ελεήμονα, και χάζευα τους πάγκους με τα ψιλοπράγματα, τα αρωματικά λάδια και τα μπαχαρικά που έφερναν απ’ την Ανατολή για το παζάρι. Το περπάτημα μέσα στη λασπουριά και τον δύσοσμο βάλτο με τα απόνερα και τα αποφάγια που πετούσαν απ’ τα παράθυρα των γύρω σπιτιών με εξουθένωνε. Αναγκαζόμουν να φοράω ψηλοτάκουνα για να μη φτάνει ο βούρκος στα πόδια μου. Τα γουρούνια που είχαν να περιφέρονται στους υποτυπώδεις δρόμους για να τρώνε τα σκουπίδια έβγαζαν τέτοια λιγωτική μπόχα που μου έφερνε εμετό. Φοβόμουν όμως να μετακινηθώ με γόνδολα μέσα σ’ αυτή τη βρομερή λιμνοθάλασσα των καναλιών. Πιο πολύ φοβόμουν μη γλιστρήσω μέσα σ’ αυτόν τον κινούμενο βούρκο. Εμείς στην Κωνσταντινούπολη μπορεί να είχαμε βρομιά και σκουπίδια στους δρόμους μας, αλλά τα σπίτια μας άστραφταν από την πάστρα και στα λουτρά του πύργου μας τα νερά δεν σταματούσαν να τρέχουν όλη μέρα. Για τα γαλλικά σαπούνια μόνο ξοδεύαμε τόσα χρήματα όσα εδώ δίνουν γι’ αυτό το ξερόπραμα που το λένε ψωμί.
-----Εκεί λοιπόν, έξω απ’ την εκκλησία, καθώς ακόμη παζάρευα σ’ έναν λένε ψωμί. πάγκο μανάβη για μερικά από εκείνα τα γλυκοφάγωτα μελωμένα ξερά σύκα απ’ την Πελοπόννησο, τον είδα να τρέχει προς το μέρος μου. Τον γνώρισα αμέσως, παρόλο που είχαν περάσει πέντε χρόνια. Ήταν ο Φωκιανός, έτσι τον είχε βαφτίσει ο πατέρας, γιατί ούτε ο ίδιος ήξερε το όνομά του• σκλάβο τον είχαν φέρει από την Αίγυπτο, για να δουλεύει κωπηλάτης στα καράβια, και τώρα κουτσός περιφερόταν στην εμποροπανήγυρη ζητιανεύοντας, με μια σχεδόν ψόφια αρκούδα, που δεν μπορούσε ούτε να γλείψει τις πληγές της απ’ τις δαγκωματιές των αδέσποτων σκύλων. Ο Φωκιανός πάντα είχε μια πολύ καλή πληροφορία για τον καθένα, που φυσικά την εξαργύρωνε με όσο πιο πολλά δουκάτα μπορούσε ― οι ταβέρνες δεν του έδιναν πια βιν βερεσέ. Αυτός μου μίλησε για τον μικρό μας Ιάκωβο, το αγόρι από την Πόλη, όπως είχε ακούσει να τον λένε. Μου ορκίστηκε στη Σάντα Μαρία, έπεσε κάτω και φιλούσε σαν δαιμονισμένος τα λασπωμένα ψηλοτάκουνά μου, ήταν ο ίδιος, λέει, μόνο λίγο διαφορετικός, αλλά όχι, δεν γινόταν να κάνει λάθος, είχε τα μάτια του στο χρώμα της δικιάς μας θάλασσας, του Αιγαίου, τον θυμόταν πολύ καλά, είχε και το μικρό μαβί σημάδι στο μέτωπο, ανάμεσα στα φρύδια, σαν άλογο που τρέχει με την ουρά να ίπταται, κι έπαιζε φλάουτο τόσο μα τόσο γλυκά, μα βέβαια ήταν αυτός, ποιος άλλος θα μπορούσε; Μόνο που έπρεπε να πάρει άλλο ένα νόμισμα, αν ήταν δυνατόν λιγάκι πιο βαρύ, ασημένιο αν υπήρχε, και για χρυσό δεν θα έλεγε όχι, θα τον βοηθούσε να θυμηθεί το μέρος που τον είχε δει. Εσείς τι θα κάνατε; Δεν θα του δίνατε;
-----Σκέφτηκα ότι αν ήταν στη θέση μου ο πατέρας ακριβώς αυτό θα έκανε. Γιατί μπορεί οι φτωχοί να ζουν χωρίς λεφτά και λοιπά και λοιπά, όπως έλεγε, αλλά καμιά πληροφορία της προκοπής δεν προσφέρουν δωρεάν σ’ αυτόν που πρέπει να τη μάθει. Ένα και μισό δουκάτο έκανε το θαύμα του. Ο αδελφός μου ήταν, λέει, σ’ εκείνη την κακορίζικη ταβέρνα πίσω από τις στεγασμένες αποθήκες του μεγάλου λιμανιού, εκεί που μαζεύονταν τις αφέγγαρες νύχτες οι ναύτες απ’ τα εμπορικά που έπιαναν στο Ριάλτο, για να μπεκρουλιάσουν μ’ ένα κομμάτι ξερόψωμο πριν να ξαναφύγουν για κάποιο λιμάνι της ανατολής, με κίνδυνο πάντα της ζωής τους γιατί, δεν ξέρω η δική σας, αλλά η δική μας εποχή ήταν σκέτη τρέλα. Από τη μια στιγμή στην άλλη, αν ήσουν στα καράβια, μπορούσες ν’ αλλάξεις δρομολόγιο για τον άλλο κόσμο με ανοιγμένο το στήθος να δείχνει το κόκκινο μέρος της καρδιάς και την κοιλιά να ξεχύνει τα σωθικά της ή με κομμένη πέρα για πέρα την κεφαλή ― τόσο πολλοί ήταν οι τούρκοι πειρατές που λυσσούσαν για τα εμπορικά της Σινιορίας στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.
-----Μα τι μπορούσε να κάνει άραγε σε κείνη τη βρωμερή ταβέρνα ο αδελφός μου, ένας αληθινός, έστω και ξεπεσμένος, πρίγκιπας;

______________
* 1458 μ.Χ.

Copyright© Λεία Βιτάλη

αρχή σελίδας

Αλέξης Σταμάτης : Απόσπασμα από το βιβλίο του "Μητέρα Στάχτη". Εκδόσεις Καστανιώτη 2005

Επιτάφιος

Ο ψάλτης - ένας αδύνατος άντρας με ωραία κορμοστασιά και καθαρή, βυζαντινή φωνή με σπάνια τσακίσματα ¬- έδωσε τον τόνο. Ήταν ένας ηθοποιός του Εθνικού θεάτρου, που αναλάμβανε κάθε χρόνο τη λειτουργία του Επιτάφιου¬. Ακολούθησαν οι κοπέλες της χορωδίας, ντυμένες στα λευκά, κρατώντας η κάθε μία τους από ένα χαρτί με το κείμενο της λειτουργίας. Οι έντονοι προβολείς πίσω από τις κάμερες και το βαν στα δεξιά του προαυλίου, χαλούσαν ελαφρά τη σκηνοθεσία, ωστόσο οι υπέροχες φωνές, το φυσικό σκηνικό του βράχου, η υπερυψωμένη θέση της εκκλησίας της Παναγίας - με την κοιλάδα στα πόδια της και με θέα στη μισή Σαντορίνη - οι εκατοντάδες επισκέπτες - ντόπιοι, Αθηναίοι, ξένοι - βυθισμένοι όλοι σε μια κατανυκτική σιωπή, το ολόγιομο φεγγάρι, ακόμα και το ελαφρύ αεράκι, όπως θρόιζε τα φύλλα των δέντρων, όλα, έφτιαχναν μια ατμόσφαιρα μεθεκτική, σχεδόν μυητική.
Η εκκλησία βρισκόταν στο κέντρο του Κάστρου. Είχαν πάει στον Πύργο, ένα χωριό στην ενδοχώρα του νησιού, συνήθεια που είχε επιβάλλει κάθε Πάσχα η Επιφανία. Ήταν μια από τις ελάχιστες παραχωρήσεις του Ηλία, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν είχε και καμία ιδιαίτερη σχέση με τα θείᬬ. Η φήμη της συγκεκριμένης λειτουργίας είχε ξεπεράσει τα όρια του νησιού, εξ ου και οι κάμερες ¬- το γεγονός κάλυπτε ένα μεγάλο ιδιωτικό κανάλι.
Λίγο πριν βγει ο Επιτάφιος, αποκαλύφθηκε σε ολόκληρή της την μεγαλοπρέπεια, η βασική αιτία που έκανε την συγκεκριμένη λειτουργία του Πύργου τόσο ξεχωριστή. Σε κάθε ταράτσα, σε κάθε στέγη, σε κάθε στενό, τα πιτσιρίκια του χωριού βύθισαν τα στουπιά τους σε τενεκεδάκια με πετρέλαιο κι ανάβοντάς τα, δημιούργησαν μια μοναδική εικόνα, η οποία - για κάποιον που θα παρατηρούσε τα τεκταινόμενα έξω απ’ τον οικισμό - θα ’μοιαζε με φλογισμένο φίδι που ελισσόταν γύρω από το χωριό περισφίγγοντάς το σ’ έναν πύρινο κλοιό.
Όταν ο Επιτάφιος βγήκε από το Κάστρο, σχηματίστηκε μία τεράστια πομπή που άρχισε να κάνει το γύρο του Πύργου, ενώ όσοι είχαν μείνει στα σπίτια ράντιζαν τους περαστικούς με κολόνιες. Η οικογένεια Καραμολέγκου ακολουθούσε κάπου στη μέση της πομπής. Η Ρηνιώ κι η μάνα της βάδιζαν δίπλα, στα δεξιά ο Μηνάς, ο Άλκης είχε μείνει κάπως πίσω, ενώ ο Ηλίας περπατούσε πιο μπροστά απ’ όλους και χάζευε τριγύρω με βλέμμα απλανές. Κοιμόταν όλο το απόγευμα κι είχε πια ηρεμήσει. Είχε ανάγκη άλλωστε απ’ όλη του την ενέργεια για το νυχτερινό του ραντεβού. Τη γιαγιά την είχαν αφήσει στην Οία με τη Λαρίσα ¬- θα ’ταν μεγάλος κόπος να μετακινηθεί. Η Επιφανία, της οποίας η λαμπάδα είχε σβήσει, έσκυψε προς την κόρη της ν’ ανάψει.
«Αυτές οι φωτιές... Μου θυμίζουν τα βαρελότα στο γάμο μου...» είπε.
«Ακόμα πετάνε στις νύφες βαρελότα;»
«Ναι... Δε θυμάσαι, στο ’χα πει, εμένα είχε αρπάξει το νυφικό από κάτω και κάναμε αμάν να το σβήσουμε».
«Αυτός ο γάμος είχε πιάσει φωτιά απ’ την αρχή». σχολίασε δηκτικά ο Μηνάς από δίπλα.

Η πομπή είχε σταθεί μπροστά σ’ ένα εκκλησάκι στη μέσα πλατεία του χωριού κι οι κοπέλες συνέχιζαν να ψάλλουν τα εγκώμια. Ο δε ψάλτης, στο «γλυκύ μου έαρ» κρατούσε τόσο πολύ το έψιλον, που η επόμενη συλλαβή νόμιζες ότι πετούσε. Η Ρηνιώ πλησίασε την μητέρα της και την έπιασε αγκαζέ, ο Ηλίας έβγαλε το κομπολόι του ¬- ακόμα κι αυτός καταλάβαινε πως ήταν άπρεπο ν’ ανάψει τσιγάρο ¬- ενώ ο Μηνάς στάθηκε πίσω από τον Άλκη και κάτι του ψιθύρισε πάνω από τον ώμο.
«Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει αύριο».
«Τι θα γίνει δηλαδή;»
«Θα δεις».
Όταν ξεκίνησε και πάλι η πομπή, κάποιος από το πλήθος πλησίασε τον Μηνά και του μίλησε. Ο Άλκης γύρισε στην αδερφή του.
«Ανήσυχη σε βλέπω...»
«Εμένα; Αυτόν τον τρελό προσπαθώ να ηρεμήσω...»
«Εσύ, καλά;»
«Εντάξει... Αύριο θα ’μαι ακόμα καλύτερα».
«Γιατί;»
«Κρατάς μυστικό; Αν και νομίζω ότι το ξέρει ένα σωρό κόσμος...»
«Φυσικά».
«Έχω γνωρίσει κάποιον εδώ. Από πέρσι που ήρθα».
Η Ρηνιώ του μίλησε για τον Ανατόλι κι ο Άλκης έκανε τον συνειρμό με τον άντρα της ανασκαφής.
«Θα τον δω αύριο. Έχει κάτι αυτός ο άνθρωπος, κάτι που δεν μπορώ να εντοπίσω κι αυτό με τρελαίνει».
«Αν είναι αυτός που είδα, έχει ένα παιδί νομίζω, ε;»
«Η μικρή; Ανιψιά του είναι».
Ένας νεαρός τους σταμάτησε ν’ ανάψει την λαμπάδα του που του ’χε σβήσει. Μόλις έφυγε ο Άλκης είπε.
«Είδες τι έγινε το μεσημέρι στην ταβέρνα;».
«Ό, τι είναι να γίνει θα γίνει Άλκη. Αφού ήρθαμε, καλά να πάθουμε. Τι νόμιζες θα περνάγαμε Πάσχα με αυγά και τσουγκρίσματα;»
«Τους φοβάμαι».
«Έχουνε κάτι κοινό οι δυο τους. Άσ’ τους να φάνε ο ένας τον άλλο… Κοίτα τον πως περπατάει μόνος του. Πάω να του μιλήσω».
«Μην του...» πρόλαβε να πει ο Άλκης, αλλά η Ρηνιώ είχε ήδη αυξήσει το βηματισμό της και πλησίαζε τον Ηλία. Το πλήθος συνέχιζε τη διαδρομή του στα στενά του χωριού σαν να διέσχιζε τελετουργικά έναν ποταμό στις όχθες του οποίου έλαμπαν μικρές διαδοχικές εστίες φωτιάς.
«Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε η Ρηνιώ τον πατέρα της που περπατούσε σκυφτός, με το βλέμμα χαμηλά.
«Τίποτα...»
«Μη μου πεις τη λειτουργία...»
«Γιατί νομίζεις πως δε τα ψάχνω εγώ τα πράγματα; Δε μ’ έχετε για φιλοσοφημένο άνθρωπο, ε; Άκου λοιπόν να μαθαίνεις. Υπάρχει κάτι που το Θεό τον κάνει μοναδικό. Δε το ’χουνε σκεφτεί πολλοί αυτό».
«Τι;»
«Ο Θεός δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να σώσει έναν άνθρωπο από το θάνατο. Ένας άνθρωπος όμως μπορεί να σώσει κάποιον άλλο από κι από βέβαιο θάνατο ακόμα. Έχει γίνει. Έχει αποδειχτεί. Ο Θεός όμως όχι. Κι αυτό τον κάνει μοναδικό».
Η Ρηνιώ έδειξε τον Επιτάφιο.
«Αυτόν εδώ όμως τον έσωσε».
«Τον έσωσε; Και που ’ντος κορίτσι μου;»
«Παντού, λένε...»
«Μπα, τον έχεις δει εσύ;»
Η Ρηνιώ δεν απάντησε.
«Πάντως εμένα το μόνο νταβαντούρι που μ’ αρέσει στη θρησκεία είν’ αυτό. Ο Επιτάφιος. Έχει μια αλήθεια. Και για μένα Ρηνιώ, η αλήθεια είναι το πιο σημαντικό πράγμα».
«Γι’ αυτό μάθαμε να τη λέμε πάντα σ’ αυτή την οικογένεια ε;» είπε η Ρηνιώ ειρωνικά.
«Μη ξαναρχίζεις…»

Η τελετή είχε τελειώσει κι ο Ηλίας με τη Ρηνιώ είχαν σταθεί στη δεξιά πύλη της εκκλησίας και συνέχιζαν να μιλούν. Τους διέκοψαν οι φωνές από κάτι πιτσιρίκια που άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο κλοτσώντας ένα μικρό μισοσβησμένο τενεκεδάκι στο δρόμο. ‘Κόλαση’ το φώναζαν μεταξύ τους, ‘‘...κατεβαίνει η κόλαση απ’ τα δεξιά...’’
Μες την οχλαγωγία, ο Μηνάς άφησε τη μάνα του και τον αδερφό του, πλησίασε τον πατέρα του από πίσω, του φύσηξε τη φλόγα, κι η λαμπάδα έσβησε.
«Sia ammazzato il Signore Padre!» είπε μισοχαμογελώντας.
Ο Ηλίας γύρισε ξαφνιασμένος.
«Τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που λες;»
Ο Μηνάς τον κοίταξε για λίγο μ’ ένα παράξενο ύφος κι άρχισε να γελάει.
«Να μας ζήσεις πατέρα. Είναι ιταλικά» μετέφρασε επίτηδες λανθασμένα η Ρηνιώ. «Το λένε τα παιδιά στα καρναβάλια στην Ιταλία».
«Καρναβάλι το πέρασες εδώ πέρα εσύ;» είπε αυστηρά ο Ηλίας στο γιο του κι ύστερα μαλακώνοντας αναρωτήθηκε «Μπορεί και να ’ναι...»
Το πλήθος είχε αρχίσει να διασκορπίζεται, οι τεχνικοί είχαν αρχίζει να μαζεύουν τα φώτα και τις κάμερες κι η οικογένεια Καραμολέγκου κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο. Τα τρία παιδιά συζητούσαν μεταξύ τους, ενώ οι γονείς προχωρούσαν μπροστά σιωπηλοί. Κάποια στιγμή ο Ηλίας γύρισε προς τη γυναίκα του και της είπε κάτι. Εκείνη σταμάτησε, έμεινε ακίνητη σαν στήλη άλατος κι έβαλε τις παλάμες της στα μάτια της. Τα παιδιά από πίσω κοκάλωσαν, ενώ ο Καραμολέγκος τους έκανε ένα επιτακτικό νεύμα να απομακρυνθούν. Ο Άλκης, η Ρηνιώ κι ο Μηνάς σκόρπισαν προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις, ενώ από μακριά, σχεδόν απ’ τη μισή Σαντορίνη, ο Πύργος, με τα εκατοντάδες τενεκεδάκια να καίνε ακόμα σε κάθε ταράτσα, σε κάθε βεράντα και σε κάθε στενό, έμοιαζε να καίγεται ολόκληρος.

Copyright©Αλέξης Σταμάτης - e-mail: bm-sruome@otenet.gr

 

αρχή σελίδας


Λίλη Μιχαηλίδου : 3 ποιήματα

*

Κάθε χωρισμός
είναι και μια οφθαλμαπάτη
ένας κατοπτρισμός
που ξεθωριάζει σιγά-σιγά

με αυτή τη σκέψη
και την πληγή νωπή
ταξίδεψα μίλια μακριά
στους λόφους μιας απόστασης
που αδυνατώ να συναρμόσω

με πληγώνει ο χωρισμός
η σκιά που σέρνεται πίσω μου
-και κάποιες φορές μπροστά μου-

στο έναστρο βάθος
ένα άλλο κενό
ανάμεσα σε μένα και στο τίποτε

θα την σκέφτομαι…
σα ζωγραφιά
μες στις παλάμες μου
κόκκινο ρόδι ξαναμμένο
στον πυρετό
----------του σκοταδιού μου

*
Το κόκκινο
λένε
είναι του έρωτα
του πάθους
της φωτιάς

από μικρή
το ψάχνω στα συρτάρια
στις συσπάσεις των χειλιών
στις μεταμφιέσεις των αισθήσεων

σε κάθε αιμορραγία του φεγγαριού
το ψάχνω ακόμα…

μ΄ αυτό γλιστρά
σχεδόν αθόρυβα
απ’ την κλειδαρότρυπα της μνήμης
μες στο λαρύγγι του μέλλοντος
κατακαίγοντας
την ανθοστήλη
----------των ψευδαισθήσεών μου…

*

σ’ ένα ξέφωτο στην Ithaca

Παγίδα μου φάνηκε
εκείνο το ξέφωτο
μες στο πυκνό δάσος

Στράγγισε ο ουρανός τούτη τη μέρα
ούτε σύννεφο, ούτε βροχή
ήλιος μονάχα
εκτεθειμένος στα μάτια μας

Σύρθηκα πιο βαθιά
θέλοντας να δω από κοντά
το φως που ανάβλυζε
μέσ’ από τις φυλλωσιές

Πρόβαλαν τα κεφάλια μας
διατηρώντας τη λάμψη
των χρωμάτων
καθώς οι αχτίνες ακουμπούσαν την αύρα τους

Περπατούσαμε
άλλοτε αργά
κι άλλοτε γοργά
να εξαντλήσουμε τα μονοπάτια
----------να προλάβουμε το μέλλον μας…

 

Copyright©Λίλη Μιχαηλίδου


αρχή σελίδας


Μαρία Πολυδούρη: 2 ποιήματα από τη συλλογή "Οι Τρίλλιες που Σβήνουν"

 

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ

Ποια μοίρα να μου ετοίμασε το πέρασμα,
ποιο πνεύμα μ’ έχει πάρει,
τη νύχτα απόψε τη φθινοπωριάτικη
μ’ ένα μεγάλο θλιβερό φεγγάρι.

Στον κήπο του Ζαππείου, φωλιά του έρωτα;
Εγώ μια σκιά που σέρνεται στο χώμα,
ένα φύλλο που πια τη ρίζα του έχασε
και που το παίρνει ο άνεμος ακόμα.

Έρημα τα δρομάκια, έρημοι οι πάγκοι του.
Το σπάνιο φύλλωμα σωπαίνει
αμφίβολα. Προ μιας στιγμής εφύγανε
οι ερωτευμένοι.

Εδώ ένας νέος σκυθρωπός ετοίμαζε
κάποια χαρά στην παθιασμένη ζωή του.
Φιλούσε ενός μικρού χεριού τα δάχτυλα
μεθούσεν η συλλοή του.

Εκεί, κάποιος ποτέ που δεν επίστεψε
ζητά απ’ τα ωραία χείλη
το μάταιον όρκο. Πόσο πιο καλλίτερα
νάτανε σιωπηλά και να τα εφίλει.

Εδώ, πάνω σ’ αυτό το αρχαίο μάρμαρο
είχε καθήσει η κόρη
κ’ ένας άντρας ξανθός σαν ήλιος, το είδωλο
της αγάπης εθώρει.

Κάποιος, μέσ’ στις σκιές που όλο βαθαίνουνε,
ένας θεός που εξιλασμό ζητούσε,
μιας παρθένας το σώμα ξέσκεπο άπλωσε
και της νύχτας τα πνεύματα καλούσε.

Στον πάγγο που το βάρος τον γονάτισε
τον έδειρε μια τρικυμία,
κλαίγανε, κλαίγαν δυο ψυχές που αρρώστησαν
και δεν τους δίνει η αγάπη τους χαρά καμμία.

Τόσα φιλιά και κρυφοαναστανέγματα
σε μια στιγμή πως σβήσαν!
Το αγέρι του φθινόπωρου δυνάμωσε
κ’ οι ερωτευμένοι φύγαν και μ’ αφήσαν.

Να, μόλις φύγαν. Μένει ακόμα το άρωμα
τριγύρω εδώ χυμένο.
- Και γω μια σκιά που δε θα με υποψιάζονταν
κανείς, τι θέλω εδώ, τι μένω;

*

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Κρυφά, βουβά τα δάκρυα του καημού
στέγνωσαν στα χλωμά τα μάγουλά μου
και στάθηκα το νόημα του χαμού
ζητώντας άθελά μου.

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
στα πλούσια, στα περήφανα στολίδια
κ’ είπα, νάταν η αγάπη τάχα αυτή;
η ζωή μην ήταν η ίδια;

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
εκεί που άλλοτε η νειότη μου ευωδούσε
κι’ άκουσα μια φωνή, μια βαρετή
φωνή που προβοδούσε.

Κ’ έμεινα εκεί στημένη, ως που σιγά
το ρώτημα σε γέλιο απολιθώθη
και το βαθύ σκοτάδι που σιγά
στα μάτια μου καρφώθη.

Καμμιά φωνή δε φτάνει απ’ τα πολλά
τα δυνατά πριν ’πο μένα πήγαν.
Οι γνωστικοί με κύτταξαν καλά
κ’ είπαν πως είμαι φάντασμα και φύγαν.

http://www.papaki.panteion.gr

αρχή σελίδας

Τίτος Πατρίκιος: 4 ποιήματα

*
Διέξοδο

Ήθελε να κερδίσει την ελευθερία της-
έτσι έλεγε τουλάχιστον,
γεμάτη περιφρόνηση γι' αυτό που ήταν ο κόσμος της
γεμάτη φόβο για ό,τι δεν ήταν κόσμος της.
Ένα διάστημα σχετίστηκε με καλλιτέχνες
κι αριστερούς διανοούμενους.
Έγκαιρα δέχτηκε πως η ελευθερία
εξαρτιόταν από οικονομικούς παράγοντες
(η ομορφιά της μόλις που άρχιζε να φθείρεται).
Παντρεύτηκε στην πρώτη σίγουρη ευκαιρία
και κάθε βράδυ, στο παγωμένο της κρεβάτι
βρίσκει πως η ζωή είναι παράλογη, εχθρική και σύντομη.

(από το Mαθητεία ξανά, Διάττων 1991)

*
Δυο Ναυαγοί

Ξύλα, κουπιά σπασμένα,
δυο ναυαγοί σ' ένα μαδέρι
παλεύοντας ποιος τον άλλονε να πνίξει...

Ήταν αυτό που απόμενε
απ' το μεγάλο στόλο της εφηβικής φιλίας.

(από το Mαθητεία ξανά, Διάττων 1991)

*
Ιακώβ Καλλιεργητής

Δούλεψε εφτά χρόνια
τη χέρσα γη του Λάβαν
κι εκείνος αντί για τη Pαχήλ
του έδωσε τη Λεία.
Δούλεψε άλλα εφτά για τη Pαχήλ.
Όταν την πήρε την αγαπούσε πάντα
όμως κι η άσκημη αδελφή της
είχε αποκτήσει πια μια θέση στην καρδιά του.
Δεκατέσσερα χρόνια, μια ζωή
για δυο γυναίκες που δε γνώρισε ποτέ.
Kοίταξε μακριά τα στάχυα
το μοναδικό καρπό του
κι είπε πως τελικά είχε κερδίσει.

(από την Προαιρετική στάση, Γνώση 1981)

*
Μυστική Ζωή

Σου μίλαγα για τη μυστική ζωή μας
μα εσύ την ήξερες από ξενόγλωσσα βιβλία.
Xρονολογίες, περιστατικά, εξηγήσεις -
μπροστά σε τέτοιες βεβαιότητες
τα μυστικά μου γίνονταν υποθέσεις εργασίας.

(από την Προαιρετική στάση, Γνώση 1981)

Copyright©Από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

αρχή σελίδας

Εμμανουήλ Ροΐδης: Πάππισα Ιωάννα. Απόσπασμα από τα προλεγόμενα.

Περί δε των κρίσεών μου περί των σημερινών τελετών της Ορθοδόξου Εκκλησίας τούτο μόνο λέγω, ότι οιαιδήποτε και αν ώσιν αι ενδόμυχοι των ανθρώπων πεποιθήσεις, μία τις εξωτερική λατρεία του θείου πανταχού και πάντοτε εκρίθη αναγκαία. Ο απλούς χριστιανός εισέρχεται εις την Εκκλησίαν ίνα παρηγορηθή ελπίζων τους αδάμαντας και σμαράγδους του Παραδείσου της Αποκαλύψεως, ο δε φιλόσοφος σκέπτεται εκεί περί του απείρου, του ιδανικού, του προορισμού του ανθρώπου και άλλων τοιούτων φιλοσοφικών κόμβων. Αμφοτέρων όμως η διάνοια ανυψούται εις θεωρίας ανωτέρας των επιουσίων περισπασμών, αμφότεροι εξέρχονται εκ του ιερού εκείνου περιβόλου κρείττονες εαυτών και κατανοούντες την αλήθειαν των λόγων του Ιησού, «Ουκ εν άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος». Αλλ' η τοιαύτη λατρεία, ίνα εκπληρώση τον σκοπόν αυτής, πρέπει να ήναι σύμφωνος προς τας ιδέας, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων, τροποποιούμενα καθ' εκάστην υπό του προοδεύοντος ή απλώς μεταβαλλομένου πολιτισμού. «Το θυσιαστήριον», λέγει ο χριστιανικώτατος Σατωβριάνδος, «πρέπει να μένη ακλόνητον, αλλά τα κοσμήματα αυτού να μεταβάλλωνται κατά τας εποχάς». Οι Δυτικοί πεισθέντες προ πολλού περί τούτου εφρόντισαν να εξορίσωσι των εκκλησιών των παν το μη συνάδον προς τας τάσεις των συγχρόνων. Η διάρκεια της λειτουργίας περιωρίσθη εις εν τέταρτον της ώρας, αι νηστείαι είναι υποφερταί, οι ιερείς εξευγενισμένοι, αι εικόνες αυτών ηδύνουσι τους οφθαλμούς και η μουσική κηλεί την ακοήν· ώστε έκαστος δύναται άνευ μεγάλου τινός κόπου ή αηδίας να είναι καλός χριστιανός. Αλλ' ημείς εκρίναμε καλόν να μείνωμεν προσηλωμένοι εις τους τύπους του μεσαιώνος ως τα οστρείδια εις τον βράχον. Η ακολουθία μας διαρκεί δύο ώρας, ως η επί του Αγίου Βασιλείου, και ουδείς ακροάται αυτής· οι ιερείς εκλέγονται εκ των «περικαθαρμάτων της γης», ως κατά τους χρόνους του Αποστόλου Παύλου, και ουδείς ακούει τας συμβουλάς αυτών· αι νηστείαι αρμόζουσιν εις μεγαλοσχήμους καλογήρους, και ουδείς νηστεύει· αι εικόνες είναι τερατόμορφοι και ουδείς ασπάζεται αυτάς· περί δε της εκκλησιαστικής ημών ρινοφωνίας κρίνω περιττόν να είπω τι ενταύθα. Εκ τούτων πάντων συμβαίνει ότι μεταξύ των άλλων χριστιανικών εθνών, μόνοι ημείς, αι ανεπτυγμέναι τουλάχιστον παρ' ημίν τάξεις, στερούμεθα, δεν λέγω της πίστεως, διότη η στέρησις αύτη κατήντησε γενικόν δυστύχημα, αλλά και πάσης εξωτερικής λατρείας, ήτις, ως ανωτέρω ερρέθη, έχει κακείνη τα καλά της, ενθυμίζουσα εις τον άνθρωπον ότι πλην των σαρκικών υπάρχουσι και άλλαι απολαύσεις. Το κατ' εμέ, οσάκις εγονυπέτησα υπό τους θόλους γοτθικής εκκλησίας, ησπάσθην εικόνα του Ραφαήλου ή έτινα το ους εις ιεράν του Μοζάρτου ή Ροσσίνι μελωδίαν, ησθάνθην αείποτε το θρησκευτικόν αίθσημα αναγεννώμενον εν τη καρδία μου και, λησμονών την εκκλησιαστικήν ιστορίαν, «e pur si muove» ανέκραξα ως ο Γαλιλαίος· ενώ ο εισερχόμενος εις τινα των ημετέρων εκκλησιών υφ' ενός μόνου καταλαμβάνεται αισθήματος, της επιθυμίας να εξέλθη. Την ορθότητα ή τουλάχιστον την αλήθειαν πάντων τούτων τυφλός μόνον ή εκουσίως τυφλώττων δύναται ν' αμφισβητήση. Αν δε υπάρχουσι παρ' ημίν φρόνιμοι άνθρωποι νομίζοντες ότι πρέπει να έχωμεν εκκλησίας ερήμους και κλήρον αναλφάβητον και καταφρονημένον, ότι η μύτη είναι το καταλληλότερον όργανον προς ανύμνησιν του Υψίστου, η «Καλοκαιρινή» ηθικόν δια τας νεάνιδας βιβλίον, και το «Εξομολογητάριον του Νικοδήμου» κατάλληλον εγκόλπιον ιερέως, περιμένω καγώ να φρονιμεύσω, ίνα συμμερισθώ την γνώμην των. Άλλοι πάλιν, καίτοι ομολογούντες ότι ταύτα δεν έχουσι καλώς, διατείνονται ουχ ήττον ότι πρέπει να μένωσιν άθικτα δι' ευγνωμοσύνην προς την λυτρώσασαν ημάς από του ξένου ζυγού Εκκλησίαν, δι ης ελπίζομεν τάχιον ή βράδιον και την πραγματαοποίησιν της «μεγάλης ιδέας», την απελευθέρωσιν δηλαδή της Ηπείρου και Θεσσαλίας. Παράδοξον όμως τη αληθεία είναι το είδος τούτο της ευγνωμοσύνης, εξ ης αντί να θεραπεύσωμεν τας πληγάς και να ενδύσωμεν κοσμίως την σώτειραν ημών Εκκλησίαν αφίνομεν αυτήν άστεγον και περιφρονημένην υπό τα κατεσπιλωμένα ράκη του μεσαιώνος· οι δε βουλόμενοι να μεταχειρισθώσιν αυτήν ως όργανον πολιτικών σκοπών λησμονούσι, φαίνεται, ότι ο καιρός των θαυμάτων παρήλθε προ πολλού, και ούτε ο ήλιος σταματά πλέον ούτε τα χωρίζοντα ημάς από των δούλων αδελφών τείχη θέλουσι κρημνισθή δια της ρινοφωνίας των ιερέων μας, ως τα της Ιεριχούς εις τον ήχον των σαλπίγγων του Ιησού του Ναυή.

αρχή σελίδας

George Le Nonce: Η Ιστορία. Από το ανέκδοτο μυθιστόρημά του «Τραγωδός των Ημερών»

Ο Δημήτρης πήρε και τη Στέλλα μαζί του στα καταστήματα, όχι τόσο επειδή του ήταν απαραίτητη στην επιλογή των ρούχων (δόξα τω θεώ, γνώριζε καλά και το γούστο και τα μέτρα του Αντώνη), αλλά μάλλον γιατί δεν άντεχε τη στιγμή αυτή να πάει μόνος του. Αν και είχε καταφέρει ώς τώρα να διεκπεραιώσει όλα τα απαραίτητα σχεδόν εντελώς μόνος, αυτές οι αγορές ένιωθε ότι θα διέλυαν την επίφαση αξιοπρέπειας που είχε κατορθώσει να κρατήσει μέσα στη θλίψη του.
---Τα μαγαζιά ήταν ολόφωτα, γεμάτα κόσμο που έτρεχε για τα χριστουγεννιάτικα ψώνια. Ωστόσο, ο Δημήτρης και η Στέλλα περπατούσαν σιωπηλοί ανάμεσα στους ανθρώπους και για πρώτη φορά δεν κοίταξε κανείς τους ούτε μία βιτρίνα. Έφτασαν γρήγορα στο πολυκατάστημα και βιαστικοί κατευθύνθηκαν στο τμήμα των ανδρικών. Το κόκκινο βελούδινο κοστούμι που είχε βάλει στο μάτι ο Αντώνης ήταν ακόμη εκεί, ευτυχώς. Το συνδύασαν με ένα κίτρινο μεταξωτό πουκάμισο, χωρίς γραβάτα – ο Αντώνης τις απεχθανόταν.
---«Θα σας πέφτει λίγο μεγάλο» είπε χαμογελαστή η πωλήτρια. «Μήπως θα ήταν προτιμότερο να πάρετε το μικρότερο νούμερο;»
---«Ευχαριστώ, δεν είναι για μένα. Και είμαι βέβαιος πως αυτό ακριβώς είναι το νούμερό του. Γνωρίζω το σώμα του καλά. Χρόνια τώρα τον αγκαλιάζω. Κάθε βράδυ. Κοιμόμαστε αγκαλιασμένοι. Δέκα χρόνια τώρα. Κάθε βράδυ.»
---Η Στέλλα πρόφτασε και τον διέκοψε σε αυτό το σημείο πριν καταρρεύσει. Του έπιασε το χέρι, ευχαρίστησε την πωλήτρια που χαμογελούσε με αδαή συνενοχή, και κατευθύνθηκε προς το ταμείο. Ο Δημήτρης πλήρωσε, περίμενε για τα ρέστα, και καθώς τακτοποιούσε τα χρήματα στο πορτοφόλι του, επανήλθε στην πραγματικότητα. Αυτού του είδους οι διεκπεραιωτικές κινήσεις πάντα τον ωφελούσαν.
---Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το τμήμα παπουτσιών. Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, διάλεξε κάτι μαύρα καστόρινα παπούτσια και ζητώντας το 44 δήλωσε στον πωλητή ότι προορίζονταν για τον πατέρα του, ώστε να αποφύγει εκρήξεις όπως αυτή που παρ’ ολίγο να τον αποσυντονίσει πέντε λεπτά πριν. Έτσι οι αγορές ολοκληρώθηκαν χωρίς σοβαρές απώλειες.
---Η Στέλλα πρότεινε να πιούνε έναν καφέ. Ο Δημήτρης απλώς την ακολούθησε στο μπαράκι της οδού Βουκουρεστίου, όπου ευτυχώς δεν είχαν πάει ποτέ με τον Αντώνη. Σκέφτηκε ότι «Βουκουρεστίου» ήταν πολύ ανάρμοστο όνομα για αυτόν το δρόμο. Θα έπρεπε να λέγεται Πράγας, ή Βιέννης, ή κάτι ανάλογο, κάτι που να ταιριάζει με τους πλανόδιους οργανοπαίχτες και τους πολυελαίους. Ο καφές ξεκίνησε εντελώς σιωπηλά. Κανείς από τους δύο δεν έβρισκε κάτι να πει, καθώς και οι δύο πάσχιζαν να αποφύγουν το μόνο για το οποίο μπορούσαν να μιλούν. Τελικά, ο Δημήτρης δεν το απέφυγε.
---«Άρχισε λοιπόν να πέφτει. Από τον πέμπτο όροφο έπεφτε χωρίς σταματημό. Έβλεπε πράγματα που δεν είχε δει ποτέ ανεβαίνοντας. Πρόσωπα που ποτέ δεν τον είχαν κοιτάξει κατάματα. Και κυρίως ήξερε. Ήξερε ότι το σώμα του θα διασπαστεί μόλις ακουστεί ο γδούπος εις τα εξ ων συνετέθη. Χωρίς πόνο θα αναβλύζει το αίμα. Ότι θα του δοθεί ένα σώμα καινούριο κι ωραίο κι όπως το ’θελε πάντα. Και οι τεθλιμμένοι συγγενείς εμβρόντητοι θα διαπίστωναν του θανάτου του το αναληθές. Κι αυτός θα ήταν επιτέλους άλλος. Αυτός και ο άλλος θα είχαν τώρα ένα σώμα καινούριο κι ωραίο κι όπως το ’θελε πάντα. Ένα σώμα. Ένα.»
---«Μα τι λες; Αφού άλλος ήταν ο θάνατος...» τον διέκοψε η Στέλλα, ακούσια συμμετέχοντας στην παράκρουση.
---«Μα και αυτός ο θάνατος υπήρξε. Και μάλιστα είχε προηγηθεί. Σου απήγγειλα απλώς ένα κομμάτι από το μυθιστόρημά του. Το άφησε ημιτελές, γιατί δεν υπήρξε ποτέ ο χρόνος. Το ανακάλυψα χτες το βράδυ και, μόνος μαζί του, κρατώντας τον από το χέρι, ξενύχτισα αποστηθίζοντας φράσεις από δω κι από κει, παραγράφους, σελίδες ολόκληρες. Και ήταν σαν να τον ακούω να μου διαβάζει μέσα στο νου μου, με την ωραία του φωνή. Μοναδική μου επιθυμία είναι τώρα να μου δοθεί ο χρόνος να το αποστηθίσω ολόκληρο ώς αύριο στις εντεκάμιση το πρωί. Αν και γνωρίζω βέβαια ότι ματαιοπονώ. Πρόκειται για πάνω από διακόσιες δακτυλογραφημένες σελίδες.»
---Η Στέλλα του έπιασε πάλι το χέρι και το έσφιξε. Δεν είπε τίποτα, άναψε μόνο ένα τσιγάρο και του το έδωσε. Έτσι συγκεντρώθηκε κι αυτός στο κάπνισμα και στον καφέ και δεν ξαναμίλησε όσο έμειναν εκεί. Η Στέλλα τον παρακολουθούσε με αγωνία, ελπίζοντας ότι κάποιο δάκρυ θα ρεύσει, ότι κάπως θα μιλήσει ο πόνος του. Αλλά ο Δημήτρης δεν δάκρυσε.
---Έφυγαν μετά από λίγο. Συγκατανεύοντας σε μια φαινομενικά αταίριαστη επιθυμία του, τον συνόδευσε στο ανθοπωλείο της γειτονιάς. Η ανθοπώλις χάρηκε που τον είδε. Ήταν μια μισότρελη, μεσόκοπη γυναίκα που περνούσε τον καιρό της κόβοντας τα κοτσάνια από κάτι μαδημένα τριαντάφυλλα που είχε χάσει κάθε ελπίδα ότι θα κατάφερνε ποτέ να πουλήσει.
«Ναι, είναι πολύ ωραίος αυτός ο κορμοράνος. Εισαγωγής. Από την Ολλανδία. Θέλει όμως προσοχή. Να του πεις να τον βάλει σε εσωτερικό χώρο, να τον βλέπει ο ήλιος, όχι όμως κατευθείαν, γιατί τον πειράζει. Και πότισμα καθημερινά. Θέλει πολύ νερό. Έχω κι εγώ έναν, και εκτός από το καθημερινό πότισμα, του ραντίζω και τα φύλλα μέρα παρά μέρα. Ξέρεις πώς του αρέσει; Έχει θεριέψει! Προχτές τον μεταφύτευσα σε μεγαλύτερη γλάστρα γιατί στεναχωριόταν εκεί κλεισμένος. Οι ρίζες του ήταν σαν φυλακισμένες. Του πήρα και γω μια γλάστρα μεγάλη σα βαρέλι. Αναγκάστηκα να πετάξω μια πολυθρόνα για να χωρέσει στο σαλόνι μου. Πλάι στο παράθυρο, αλλά κάπως πλαγίως... Γιατί, όπως σου είπα, δεν θέλει τον ήλιο κατευθείαν επάνω του... Αρρωσταίνει!»
---Ο Δημήτρης ερωτεύτηκε τόσο τον κορμοράνο που αδιαφόρησε για το γεγονός ότι προοριζόταν για ανοιχτό χώρο, με αλύπητο ηλιακό φως και αβέβαιο πότισμα. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πόσο θα ταίριαζαν τα κόκκινα άνθη του με το καινούριο βελούδινο κοστούμι του Αντώνη. Τον αγόρασε πάραυτα και, με τη βοήθεια της Στέλλα, τον μετέφερε κι αυτόν, μαζί με τα ρούχα και τα παπούτσια, στο σπίτι. Σε λίγο θα ερχόταν και ο κύριος Αγριππίδης για να κανονιστούν οι τελευταίες λεπτομέρειες.
---Το υπνοδωμάτιο παρέμενε ερμητικά κλειστό, οπότε τα ψώνια τοποθετήθηκαν στο τραπέζι της τραπεζαρίας. Ο Δημήτρης έβγαλε προσεκτικά τις καρφίτσες από το πουκάμισο και το φόρεσε σε μια καρέκλα. Ξεπακετάρισε και το σακάκι και το παντελόνι και τα άπλωσε σε μια άλλη καρέκλα. Ακούμπησε τα παπούτσια πλάι στη γλάστρα κι έφερε το ψεκαστήρι από την αποθήκη για να βρέξει τα φύλλα του κορμοράνου. Εν τω μεταξύ, η Στέλλα πήγε να πλύνει κάτι λίγα ποτήρια και φλυντζάνια στην κουζίνα.
---«Να φτιάξω καφέ, θα πιεις;» του φώναξε και χωρίς να περιμένει απάντηση άναψε την καφετιέρα. Ο Δημήτρης είχε καθήσει στο τηλέφωνο και ειδοποιούσε γνωστούς και φίλους.
---«Ναι, Διονύση μου, στις δώδεκα το μεσημέρι. Καλώς, θα σας δω εκεί λοιπόν. Ευχαριστώ. Όχι, μην ανησυχείς, είναι και η Στέλλα εδώ.»
---Πανομοιότυπες ήταν όλες οι ολιγόλεπτες αυτές συνδιαλέξεις. Η Στέλλα του είχε φέρει τον καφέ και ένα καθαρό τασάκι και περιφερόταν εδώ κι εκεί, λίγο-πολύ άσκοπα, τακτοποιώντας τάχα πότε το ένα πότε το άλλο. Μετά το όγδοο τηλεφώνημα, ο Δημήτρης σηκώθηκε και πήγε τρέχοντας στο υπνοδωμάτιο. Η Στέλλα ανησύχησε, καθώς έκλεισε πίσω του την πόρτα, αλλά ευτυχώς δεν άργησε πολύ. Κρατούσε στο χέρι του ένα κόκκινο φουλάρι. Το ακούμπησε πάνω στο βελούδινο σακάκι και τη ρώτησε αν ταίριαζε. Ήταν η ίδια ακριβώς απόχρωση.
---«Το αγαπημένο του,» της είπε. «Αν και είναι δικό μου, το φορούσε συχνά. Θα του το χαρίσω. Το είχα αγοράσει την πρώτη φορά που πήγαμε διακοπές στο Παρίσι, αλλά είναι ζήτημα αν εγώ το φόρεσα μια δυο φορές. Δεν θα μου λείψει... Άσε που πάει και με τον κορμοράνο.»
---Το στόλισε κι αυτό πλάι στα άλλα ρούχα, και τα παπούτσια, και τη γλάστρα, και επέστρεψε στο τηλέφωνο. Αλλά πριν προλάβει να σχηματίσει τον πρώτο αριθμό, χτύπησε το κουδούνι. Κατέβασε το ακουστικό καθώς η Στέλλα φώναζε «δεύτερο» στο θυροτηλέφωνο.
---Ο Αγριππίδης ήταν εκεί σε μισό λεπτό. Χοντρός, κοντός και γλοιώδης, με περισσή σοβαρότητα στο κόκκινο, ιδρωμένο πρόσωπό του, και με την υποκρισία μιας θλίψης στη στάση, μιας θλίψης που σαφώς του είχε γίνει επαγγελματική συνήθεια. Χαιρέτησε το Δημήτρη με χειραψία και ύστερα στράφηκε, όχι χωρίς κάποια έκπληξη για την παρουσία της, στη Στέλλα και υποκλίθηκε ελαφρά, καθώς η απόσταση δεν επέτρεπε ούτε χειραψίες μαζί της ούτε χειροφιλήματα. Ο Δημήτρης του είπε να περάσει, αν και αυτός ήταν ήδη πάνω από τον καναπέ. Κάθισαν μαζί στο σαλόνι. Η Στέλλα στάθηκε λίγο παράμερα, αβέβαιη αν θα έπρεπε να είναι παρούσα στη συζήτηση αυτή αλλά και απρόθυμη να αφήσει το φίλο της μόνο του με τον τελετάρχη.
---Ο Αγριππίδης ξεκίνησε άσχημα: «Αντιλαμβάνομαι, βεβαίως, κύριε Άμβροτε, το ιδιόρρυθμο της οικογενειακής κατάστασης του εκλιπόντος, ωστόσο, είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις η οικογένεια να έχει τον πρώτο...»
«Μη συνεχίζετε κύριε Αγριππίδη και μην εκτίθεστε άσκοπα, η οικογένεια του Αντώνη είμαι εγώ. Η μητέρα του είχε ευχηθεί, χρόνια πριν, σε μια άλλη κηδεία, να κλείσει τα μάτια της πριν το μοναχογιό της. Η αδελφή του δεν θέλει να ξέρει. Ο πατέρας του πέθανε πριν είκοσι χρόνια. Οι θείες του συμπονούν και συμπαραστέκονται, αναγνωρίζουν όμως πως εγώ είμαι η οικογένειά του. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ζήτημα.»
---«Όπως θέλετε. Τα οικονομικά τα έχουμε διευθετήσει, οπότε δε μένει παρά να πάρουμε τη σορό και... Α ναι, τα ενδύματα είχατε πει ότι θα τα φροντίσετε εσείς και αναρωτιέμαι αν...»
---«Εδώ είναι τα σάβανα, κύριε Αγριππίδη» είπε ο Δημήτρης και έδειξε τα ρούχα, τα παραταγμένα πλάι στη Στέλλα.
---«Κόκκινα!» φώναξε έκπληκτος ο Αγριππίδης.
---Σε αυτό το σημείο τον διέκοψε η Στέλλα. «Ήταν η τελευταία του επιθυμία, κύριε, να φορέσει αυτά ακριβώς τα ρούχα στην κηδεία του. Τα είχε διαλέξει ο ίδιος.»
---«Μάλιστα, όπως νομίζετε» ψέλλισε ο Αγριππίδης. Η Στέλλα παρατήρησε πως είχε αναψοκοκκινίσει ο χοντρός του σβέρκος. «Τί ώρα μπορούμε να περάσουμε για να παραλάβουμε τη σορό;»
---«Και τώρα μπορείτε.» είπε ο Δημήτρης. «Η αγρύπνια έχει ολοκληρωθεί από χθες. Θρήνος δεν υπήρξε. Βουβός τον ξαγρύπνησα και μόνος. Κι ας λένε, δεν παγώνουν οι αγαπημένοι νεκροί. Ζεστό ζεστό κράτησα το αγαπημένο σώμα όλη νύχτα στην αγκαλιά μου. Τώρα πάρτε τον. Στολίστε τον για την ταφή. Πάντα μου άρεσε στολισμένος. Κι ας ζήλευα...»
---Ο Αγριππίδης είχε σηκωθεί ήδη από τα μισά του παραληρήματος και η Στέλλα του είχε ανοίξει την πόρτα. Ο Δημήτρης μιλούσε ακόμα όταν, μόνη πια, τον πλησίασε και του χάιδεψε το κεφάλι. Του είπε πως ο Αγριππίδης θα επέστρεφε κατά τις εννιά με τη νεκροφόρα και τον μετέφερε, σχεδόν δια της βίας, να ξαπλώσει στον καναπέ. Η ίδια κάθησε στην πολυθρόνα, μουγγή και αόρατη όπως πριν. Και παρακολουθούσε με έγνοια τα μάτια του, που παρέμεναν ανοιχτά, γουρλωμένα, χωρίς να εστιάζουν πουθενά, αλλά εντελώς στεγνά. Της φάνηκε προτιμότερο να μην πει κουβέντα, να κάθεται απλώς εκεί και να προστατεύει.
---Δεν κουνήθηκαν ώς τις εννιά που επέστρεψε ο Αγριππίδης με τα κοράκια του. Τους άνοιξε η Στέλλα και, χωρίς λέξη, πήραν το σώμα από το υπνοδωμάτιο και τα σάβανα από την τραπεζαρία και αποσύρθηκαν. Ο Δημήτρης ήταν ακόμα ξαπλωμένος στον καναπέ.
---Όταν επέστρεψε η Στέλλα κοντά του, ανασηκώθηκε λίγο και την κοίταξε. «Με βρήκε θάνατος» της ανακοίνωσε. Σαν να μην το ’ξερε κιόλας και η Στέλλα και όλοι του οι φίλοι και γνωστοί. Επαναλαμβάνοντας ψυχαναγκαστικά την ίδια διαπίστωση, πήγε στην κουζίνα, έβαλε τρία τέσσερα παγάκια σ’ ένα ποτήρι και το γέμισε ουίσκυ.
---«Αυτά τα ποτήρια μας τα είχε φέρει η Ελένη, σε ένα χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν πριν τρία χρόνια. Δύο μας είχε φέρει. Το ένα το έσπασα ενώ έπλενα τα πιάτα. Πήγα στο μαγαζί να το αντικαταστήσω προτού το αντιληφθεί ο Αντώνης, αλλά μου είπαν πως δεν υπήρχαν πια αυτά τα ποτήρια. Φοβόμουν μη στεναχωρηθεί με την έλλειψη γυρίζοντας από το νοσοκομείο. Δεν ήξερα τότε πόσο σύντομα θα μας βρει ο θάνατος. Τώρα έχουμε ένα μόνο ποτήρι. Ένα έχω. Δεν χρειάζεται πια δεύτερο. Αλλά εσύ πρέπει να φύγεις. Είναι αργά. Λείπεις όλη μέρα από το σπίτι σου. Και θα είναι για όλους μας δύσκολη η αυριανή μέρα. Της κηδείας.» Όλα αυτά τα είπε χωρίς να παρακολουθεί ο τόνος του το νόημα των λέξεων, σαν να έλεγε μια ιστορία που κάποτε του είχαν διηγηθεί και που την είχε αποστηθίσει. Σαν να ήταν ένα ακόμα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Αντώνη, σκέφτηκε η Στέλλα. Και ίσως ήταν, πράγματι.
---«Αστειεύεσαι; Δεν έχω να πάω πουθενά. Θα μείνω εδώ, μαζί σου, όσο χρειαστεί.» του είπε, παρ’ όλα αυτά, με σπάνια αποφασιστικότητα.
---Ο Δημήτρης δάκρυσε. Και έκλαψε πολύ με την προσφορά της παιδικής του φίλης. Έκλαψε με λυγμούς, όσο δεν είχε κλάψει τόσον καιρό που περίμενε, από μέρα σε μέρα, το θάνατο του αγαπημένου του κι όσο δεν έκλαψε ούτε με τον ίδιο το θάνατο που τον βρήκε. Σαν να του χρειαζόταν μια εύκολη, καθημερινή συγκίνηση για να αφήσει τον πόνο του να μιλήσει. Χώθηκε μέσα στην αγκαλιά της και έκλαιγε ώρες ατελείωτες, ενώ εκείνη, αμίλητη, δακρυσμένη, του χάιδευε το κεφάλι.
---Και κάποτε στέρεψε. Ανασκουμπώθηκε και με φωνή αφύσικα αρράγιστη της είπε ότι θα έπρεπε να τον αφήσει μόνο.
Αν και αποφασισμένη ώς πριν από λίγο να μείνει ανένδοτη, η Στέλλα ένιωθε κιόλας ότι θα υποχωρήσει – ένιωθε ότι η παρουσία της αύξαινε τη θλίψη, την ανάμνηση, τα δάκρυα. Και το τελευταίο τουλάχιστον ήταν σίγουρα αλήθεια. Μόνος του κλαίει κανείς λιγότερο. Το ότι αυτό οφείλεται στο ότι πονά περισσότερο δεν θέλησε να της περάσει από το νου. Είπε τα τυπικά «αν χρειαστείς ο,τιδήποτε τηλεφώνησέ μου, ό,τι ώρα κι αν είναι» κι έφυγε. Ήταν κι αυτή καταβεβλημένη.
---Ο Δημήτρης δεν κοιμήθηκε. Καθισμένος πλάι στο άδειο τους κρεβάτι, κατάχαμα, διάβαζε και ξαναδιάβαζε το μυθιστόρημα.

---Στη θέση αυτή τον βρήκε το πρωί. Άυπνο για δεύτερη νύχτα. Κατά τις εννιά ήρθε η Ελένη να τον βοηθήσει να ετοιμαστεί για το νεκροταφείο. Της είχε ο ίδιος μηνύσει να ’ρθεί. Ήταν η πιο ψύχραιμη, η πιο ευαίσθητη και η πιο έμπειρη σε θανάτους φίλη. Ήταν επίσης η καλύτερη φίλη του Αντώνη εδώ και δεκαοχτώ χρόνια.
---Ο κατάλογος των προσώπων που είχε χάσει η Ελένη ήταν μακρύς. Αστειευόταν μάλιστα πως κάθε χρόνο έσβηνε και πιο πολλά ονόματα από την ατζέντα της, και όχι πια επειδή είχε τσακωθεί μαζί τους, όπως όταν ήταν νεότερη. Το γεγονός πως είχε χάσει ένα σύζυγο, δύο αγαπημένους, σχεδόν όλους τους παιδικούς της φίλους, τον αδελφό της και φυσικά και τους δύο γονείς της την έκανε ειδήμονα στα περί τους θανάτους. Η Ελένη των θανάτων ήταν λοιπόν η πιο ταιριαστή επιλογή για συνοδός του Δημήτρη στην κηδεία. Εκτός των άλλων, γνώριζε από πρώτο χέρι πού πρέπει να στέκεται κανείς, πότε να σταυροκοπιέται, πότε και πώς να χαιρετάει. Πολύτιμη επαϊων όλων των λεπτομερειών θανάτου.
---Όταν την είδε ο Δημήτρης ένιωσε σχεδόν χαρά, όσο του επέτρεπε η αϋπνία και η θλίψη του χαμού. Ένιωσε, για πρώτη φορά από τότε που ο Δημήτρης είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο, ασφάλεια. Ήταν ήδη ντυμένος και έτοιμος όταν της άνοιξε την πόρτα και είχε ήδη βάλει την καφετιέρα στην πρίζα. Δεν είπαν τίποτα, απλώς αγκαλιάστηκαν και κάθησαν στο σαλόνι, μουγγοί αλλά με απεριόριστη Κατανόηση μεταξύ τους. Μετά από λίγο ο Δημήτρης έφερε τους καφέδες. Άναψαν και οι δύο τσιγάρο. Η Ελένη των θανάτων μίλησε πρώτη.
---«Θα είναι δύσκολη, χωρίς τον Αντώνη, η ζωή σου. Πώς αντεπεξέρχεσαι;»
---«Με αξιοθαύμαστο τρόπο, πιστεύω. Κατάφερα να διεκπεραιώσω όλα τα της ταφής σχεδόν χωρίς να λυγίσω. Αντιμετώπισα ακόμα και τους συγγενείς του, που ήθελαν να μετέχουν.»
---«Η ζωή, για μια ακόμα φορά, αντιγράφει την τέχνη. Θυμάμαι, πριν χρόνια, ένα κείμενο του Αντώνη για το θάνατο. Αναφερόταν ακριβώς σε αυτό. Αποκαλούσε μάλιστα τους δακρύβρεχτους συγγενείς μετόχους του θανάτου.»
---«Μα δεν το είπα τυχαία, Ελένη μου. Το διάβαζα μόλις χτες το κείμενο αυτό.»
---«Τί λες τώρα;» τον διέκοψε έκπληκτη. «Αυτό το είχε γράψει δεκαεννιά χρονών, μου το είχε δείξει μαζί με πολλά άλλα ποιήματα, αφελή πρωτόλεια τα περισσότερα, εκείνης της περιόδου. Μετά χρόνια που του το ανέφερα, γιατί με είχε πράγματι εντυπωσιάσει εκείνο το κείμενο, από κάποιον τόσο νέο, είπε πως το είχε πετάξει. Και αυτό και όλα τα άλλα. Πως τίποτα δεν είχε μείνει από τα πολυάριθμα γραπτά εκείνης της εποχής.»
---«Αυτό που λέω εγώ, όμως, δεν είναι εκείνης της εποχής. Μάλλον επέστρεψε στο θέμα αυτό, ίσως το είχε περισώσει από τότε, ίσως το θυμόταν, πάντως το ενσωμάτωσε στο μυθιστόρημά του.»
---«Μυθιστόρημα;» Τώρα η Ελένη ήταν πιο έκπληκτη παρά ποτέ. «Ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι έγραφε μυθιστόρημα. Εκείνος παραπονιόταν που ζούσε τόσο πολύ ώστε δεν μπορούσε ούτε για ποιήματα να έχει χρόνο. Πόσο μάλλον ένα ολόκληρο μυθιστόρημα!»
---«Όχι ολόκληρο Ελένη μου. Ημιτελές. Διακόσιες δεκαεφτά σελίδες, για την ακρίβεια. Και ούτε ξέρω πότε, πώς το έγραφε. Δεν μου είχε πει τίποτα γι’ αυτό. Τώρα το πρωτοβλέπω. Με μια αίσθηση τυμβωρυχίας. Αλλά και με μια χαρά. Σαν χρέος το αισθάνομαι. Σαν κληρονομιά. Να το διαβάσω και να το μάθω καλά. Αυτό το μυθιστόρημα είναι η ζωή μας. Η ζωή που του ρούφηξε η σχέση μας, η ζωή που του ρούφηξε η αρρώστια, η ζωή που δεν τον άφησε να το τελειώσει.»
---«Ηρέμησε, Δημήτρη μου. Σκέφτηκες την πιθανότητα αυτό να είναι ένα πάρα πολύ παλιό γραπτό, που ο ίδιος αποφάσισε να παρατήσει, αλλά δεν είχε το κουράγιο να το πετάξει; Πώς είσαι τόσο βέβαιος ότι είναι πρόσφατο;»
---«Είναι το τελευτά του γραπτό. Κοίταξα το κομπιούτερ. Τελευταία φορά το δούλεψε στις 12 Οκτωβρίου. Παραμονή της εισαγωγής του στο νοσοκομείο.»
---«Ώστε έγραφε ακόμα λοιπόν!» είπε η Ελένη, με ευχαρίστηση και με θαυμασμό. Η ίδια είχε γράψει τρία μυθιστορήματα. Το τελευταίο είχε εκδοθεί πριν δέκα χρόνια και είχε θεωρηθεί αριστουργηματικό από τους κριτικούς, που το είχαν ξεδιάντροπα αποκαλέσει το σύγχρονο Μαγικό Βουνό.
---Ωστόσο, από τότε η Ελένη δεν είχε ξαναγράψει. Βιοποριζόταν, κουτσά στραβά, από μεταφράσεις. Ο Αντώνης δεν της το συγχώρεσε ποτέ: της καταλόγιζε τεμπελιά, προδοσία της τέχνης και άλλα μελοδραματικά και επέμενε πως οι, έξοχες πραγματικά, μεταφράσεις της ήταν φτηνό ερζάτς. Και ήταν ο μόνος που κατόρθωνε να της δημιουργήσει κάποια ενοχή, μια αίσθηση πως πραγματικά είχε προδώσει, αν και συνήθως του απαντούσε περιπαικτικά αναφερόμενη στη δική του παραίτηση από την ποίηση. Μιλάς για σκοινί, του έλεγε, ενώ το σπίτι σου είναι σπίτι κρεμασμένου. Η Ελένη ανατρίχιασε με την ανάμνηση της φράσης της.
---Ο Αντώνης δεν ήταν μετριόφρων. Γνώριζε πως τα ποιήματά του ήταν πολύ καλά. Όταν έγραφε. Αλλά, αντίθετα από την Ελένη των θανάτων, αυτός δεν είχε ποτέ εκδώσει τίποτα, ούτε είχε την έξωθεν μαρτυρία επομένως. Τα ποιήματά του τα είχαν δει μερικοί φίλοι του μόνο, αυστηρά επιλεγμένοι, και βέβαια, η Ελένη, που ήταν πάντα η πρώτη του αναγνώστρια. Κάθε φορά που του προσήπτε ότι δεν έγραφε ούτε εκείνος πια, την αποστόμωνε ότι έχει πολλά στο συρτάρι του που κανείς δεν ενδιαφέρεται να εκδώσει. Η ίδια η Ελένη είχε χτυπήσει πόρτες πολλών γνωστών της εκδοτών για λογαριασμό του, χωρίς πάντοτε να του το ανακοινώνει. Μάταια. Κάποτε του είχε υπαινιχθεί ότι ίσως την πρώτη του συλλογή θα έπρεπε να την εκδώσει ιδίοις εξόδοις. Του είχε διηγηθεί με πόσους κόπους η ίδια εξέδωσε τελικά το πρώτο της μυθιστόρημα ιδίοις αναλώμασιν, πληρώνοντας από πάνω καπέλο τη φίρμα του εκδοτικού οίκου. Εκείνος όμως ούτε να το σκεφτεί. Είχε ανάγκη την έξωθεν αναγνώριση πριν ξεκινήσει να περπατά. Τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών.
---«Είσαι έτοιμος;» ρώτησε η Ελένη πίνοντας την τελευταία γουλιά από τον καφέ της. Η ώρα ήταν πια περασμένες δέκα και, παρ’ όλο που η απόσταση ώς το νεκροταφείο ήταν μικρή και η τελετή ήταν προγραμματισμένη για τις δώδεκα, ήθελαν και οι δυο τους να φτάσουν από νωρίς – ο Δημήτρης ως οικογένεια του πεθαμένου και η Ελένη ως ειδήμων των ταφών, στήριγμα και οδηγός τη δύσκολη αυτή στιγμή, που οι τύποι του ξοδιού έπρεπε να τηρηθούν με ευλάβεια, ώστε να κρατηθεί ανέπαφη η ουσία της απώλειας.
---Ξεκίνησαν αμέσως. Ευτυχώς η Ελένη ανέλαβε τα πάντα. Είπε στον ταξίτζη πού πάνε, απάντησε τις αδιάκριτες ερωτήσεις του και δέχτηκε τα συλλυπητήριά του. Ο Δημήτρης, αμίλητος, είχε αγκαλιάσει τον κορμοράνο, πλάι της στο πίσω κάθισμα. Ακολουθώντας τις συμβουλές της Ελένης και του Αγριππίδη, είχε παραγγείλει και στεφάνι επίσης, αλλά επέμενε να πάνε στον τόπο της ταφής και να στήσουν εκεί τον κορμοράνο πριν αρχίσει η τελετή. Η πρώτη τους δουλειά, επομένως, μόλις έφτασαν στο νεκροταφείο ήταν αυτή. Πριν χαιρετήσουν τον Αγριππίδη, πριν κατευθυνθούν στο νεκροθάλαμο, πριν μιλήσουν με τον υπεύθυνο του καφενείου, πριν ελέγξουν το στολισμό των Αγίων Θεοδώρων.
---Περπατούσαν βουβοί ανάμεσα στους οίκους των νεκρών και τα δέντρα, ανάμεσα στους παπάδες και τις πενθούσες, και σύντομα βρέθηκαν στο φρεσκοσκαμμένο παρτέρι 77 του ενδέκατου τμήματος. Ο Δημήτρης γονάτισε, έσκαψε πλάι στον τάφο με τα χέρια, έβγαλε, με κάποια δυσκολία, το φυτό από τη γλάστρα και το μεταφύτευσε ακριβώς δίπλα στο σημείο όπου θα θαβόταν αργότερα το κεφάλι του νεκρού. Η Ελένη, όρθια λίγο πιο κει, παρακολουθούσε με χέρια σταυρωμένα. Μόλις ολοκληρώθηκε η μεταφύτευση, του έδειξε μ’ ένα νεύμα μια από τις βρύσες του νεκροταφείου. Ο Δημήτρης έπλυνε τα χέρια του με το παγωμένο νερό της γεώτρησης και σκέφτηκε όλους τους νεκρούς που αρδεύονταν από το ίδιο νερό.
---Στην είσοδο του νεκροταφείου ο Αγριππίδης είχε ήδη στήσει ένα τραπεζάκι με τη φωτογραφία του Αντώνη και κάρτες συλλυπητηρίων. Τους χαιρέτησε με θλίψη και με επισημότητα και τους συνόδευσε στο νεκροθάλαμο.

Copyright©George Le Nonce


αρχή σελίδας

ΣΤΕΙΛΤΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΜΑΣ

Αγαπητοί αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2006 οι "Στάχτες" έκλεισαν 3 χρόνια. Οι επισκέψεις αυξήθηκαν. Με χαρά δεχθήκαμε τα μηνύματά σας για έναν χώρο δημοσίευσης των κειμένων σας. Ήδη ανταποκριθήκαμε εντάσσοντας μία ακόμη ιστοσελίδα η οποία είναι, και θα παραμείνει στη διάθεσή σας. Η συγκομιδή των κειμένων άρχισε, και με χαρά βλέπουμε τα κείμενα αργά και σταθερά να πληθαίνουν. Περιττό δε να πούμε ότι η επισκεψιμότητα αυτής της σελίδας βρίσκετε διαρκώς στα ύψη!
Μπορείτε να στείλετε κείμενά σας στο stachtes@gmail.com συνοδευόμενα από ένα σύντομο (προαιρετικό) βιογραφικό. Κάποια φωτογραφία που να σας εκφράζει είναι επίσης καλοδεχούμενη. Χαρακτηρίστε τα κείμενά σας, είτε σαν ποίηση, πεζό, δοκίμιο κ.α. Μπορείτε βεβαίως να τα στέλνετε και άτιτλα!
Κάποια κείμενά σας μπορούν να δημοσιευτούν στην κύρια σελίδα κάποιου τεύχους αν το κρίνουμε εμείς, και μετά από έγκριση δική σας.

αρχή σελίδας

ΝΕΑ, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ και ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ. (συνεχή ανανέωση)

( >> 1/12/2006) Δελτίο Τύπου: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ – ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Την Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου (του Αγ. Νικολάου) στις 9.00 μ.μ. στο bar «ΜΑΚΑΡΙ», Ζ. Πηγής 125, Εξάρχεια, τηλ. 210 64 58 958 θα παρουσιαστεί το υπαρξιακό πορνογράφημα τεχνολογικής φαντασίας του Larry Cool: ΤΟΝ «ΚΑΝΕΝΑ»... ΘΑ ΤΟΝ ΦΑΩ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ!
εκδόσεις ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ, ΑΜΟΝΙ

Με αφορμή θέματα από το βιβλίο, θα κάνουν σύντομες εισηγήσεις οι:Ελένη Γκίκα (συγγραφέας – κριτικός λογοτεχνίας) για την ταυτότητα, τη γλώσσα και τις συμπτώσεις. Μάκης Ανδρονόπουλος (δημοσιογράφος) για τον ερωτισμό. Χρήστος Δημητρακόπουλος (μουσικός – μηχανολόγος) για το διαδίκτυο. Larry Cool (?) για τη δημιουργία ενός νέου συλλογικού μύθου. Θα χαρούμε να λάβετε μέρος στη συζήτηση, κι αν έχετε διαβάσει το βιβλίο ν’ ακούσουμε τα σχόλιά σας.

---

(>> 12/11/2006) Δελτίο Τύπου: Ιωσήφ Βεντούρας, ΕΒΡΑΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΕΙΡΑ: Ελληνική και Ξένη Ποίηση Διεύθυνση σειράς: Χάρης Βλαβιανός ISBN: 960-211-770-2 • Σελ.: 172 • Τιμή: € 12,50 ~ Οι Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος και το Βιβλιοπωλείο ΠΑΤΑΚΗ έχουν τη χαρά να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση του βιβλίου του Ιωσήφ Βεντούρα : ΕΒΡΑΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ, που θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2006 και ώρα 7.00 μ.μ. στο Βιβλιοπωλείο ΠΑΤΑΚΗ (Ακαδημίας 65, Τηλ. 210 3811850)

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Αλέξης Ζήρας, Δοκιμιογράφος - Κριτικός λογοτεχνίας
Σάββας Μιχαήλ, Συγγραφέας - Κριτικός λογοτεχνίας
Ανδρέας Μπελεζίνης, Φιλόλογος - Κριτικός λογοτεχνίας

---

(>> 05/11/2006) Δελτίο Τύπου: HETERON 1/2. Στο 2ο τεύχος του περιοδικού "Heteron 1/2" (Έτερον Ήμισυ),που κυκλοφορεί στα περίπτερα σ’ όλη την Ελλάδα, ο συγγραφέας και εκδότης του "Ιδεοδρόμιου" Λεωνίδας Χρηστάκης, μιλάει για εκδόσεις, επαναστατημένους νέους και δαγκωματιές. Επίσης για πρώτη φορά καταγράφονται στο στούντιο τα "Σχιζοφωνητικά", μια ιδιαίτερη απαγγελία ποιημάτων που ο Χρηστάκης εμπνεύστηκε το 1963 στις όχθες του Σηκουάνα όταν άκουσε για πρώτη φορά Γάλλους ποιητές να απαγγέλλουν με αντίστοιχο τρόπο. Το CD -δώρο μαζί με το περιοδικό- περιλαμβάνει 13 ποιήματα (μεταξύ άλλων, των Κάλβου, Κατσαρού, Μπαμπασάκη, Ρόμβου, Ράντου) σε άπταιστη σχιζοφωνητική!
Στο τεύχος υπάρχει ακόμη ένα αφιέρωμα στον Παζολίνι, με το γράμμα της Οριάνα Φαλάτσι προς τον Πιερ Πάολο (δημοσιευμένο στο "L' Europeo" το '75, μετά τη δολοφονία του) καθώς και τα "προφητικά" ενοχλητικά του κείμενα για την τότε Ιταλία, μια χώρα «που βυθιζόταν στον ευδαιμονισμό της καταναλωτικής κοινωνίας».

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 2ου τεύχους (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2006)

►Λεμόνι, του Κάτζιι Μοτότζιρο(1901-1932)
►Περί συκής... Το παρεξηγημένο δέντρο
►Disco Freaks, του Θόδωρου Γρηγοριάδη. Ο τελευταίος χορός στην παλιά επαρχιακή ντίσκο
►Η Θάλασσα, ο Ναυτικός και η Αμαρτία στην ποίηση του Νίκου Καββαδία, της Gail Holst-Warhaft / Πορεία στο νότο, παρέα με ένα νέγρο θερμαστή, του Τάσου Ψαρρά
►Ο Νίκος Eγγoνόπoυλoς και τα τοπία των πόλεων, της Ελένης Μπενίση
►Ο Γητευτής κι ο Ραψωδός, του Βένιου Αγγελόπουλου. Παραμύθια για μεγάλα παιδιά.
►Real People Gallery.
►Πιερ Πάολο Παζολίνι: Λεπτομέρειες / Το γράμμα της Οριάνα Φαλάτσι μετά τη δολοφονία του /Τα «προφητικά» κείμενα του Πιερ Πάολο
►TV Prisoner. Τρώγοντας αηδίες έρχεται η όρεξη
►Έρωτας στα χρόνια του Ίντερνετ. Stats, foto, γούστα, εμπειρίες, αγαπημένη στάση, επάγγελμα, μέγεθος.
►Θεατρικόν Μουνόπρωκτον, του Τέο Ρόμβου. Κωμειδύλλιον Εθνικόν και αθυρόστομον
►Μικρού μήκους Δράμα. Οι κυνηγοί του ονείρου
►Κλεφτές Ματιές. Εντρυφώντας στη «Do nothing» γεωργία του Fukuoka
►Ρώτα το Σώμα. Απορίες κι απαντήσεις για τον HIV
►Τι θέλει να πει ο ποιητής; Έλα να ξεδιψάσεις στα φλογισμένα μου πηγάδια

---

(>> 04/11/2006) Δελτίο Τύπου: ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ ‘urban materials’ & ‘the unknown land’ Εγκαίνια: Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2006 & ώρα 19:00 Διάρκεια: έως τις 8 Δεκεμβρίου 2006. Στην έκθεση ζωγραφικής και κατασκευών του Βασίλη Καρακατσάνη, με τίτλο, ‘urban materials’ & ‘the unknown land’, που παρουσιάζει η Αίθουσα Τέχνης Τρίγωνο από 23 Νοεμβρίου έως 8 Δεκεμβρίου 2006, εκφράζονται, μέσω μιας εικαστικής γλώσσας, οι δύο τελευταίες ζωγραφικές ενότητες του καλλιτέχνη.

Η πρώτη ενότητα ‘urban materials’ 2005 αποτελείται από σύμβολα της καταναλωτικής κοινωνίας, κάποιες βασικές συνιστώσες και άξονες της Ποπ-αρτ, όπου καταγράφεται το αστικό περιβάλλον και το συντακτικό του. Αναπαράγοντας, μέσω του προσωπικού του υφολογικού ιδιώματος τα στοιχεία ή τη συμβολική της σύγχρονης αστικής κουλτούρας, ο καλλιτέχνης έρχεται σε ένα είδος φετιχιστικής επαφής με το κάθε αντικείμενο-μοντέλο του. Τα λιτά, μονοχρωματικά, λευκά ή έντονα, φόντα των έργων, αναδεικνύουν τη φωτεινότητα και την πολυχρωμία των ‘objects’, που κυριαρχούν στο κέντρο της ζωγραφικής επιφάνειας.
Η δεύτερη ενότητα ‘the unknown land’ 2006 αφορά ένα εικαστικό ‘παραμύθι’, τοπία μιας χώρας ιδανικής μακριά από τα προβλήματα της καθημερινότητας, μια ουτοπία, ίσως ανάγκη ή όνειρο για μια αστική πραγματικότητα γεμάτη αισιοδοξία, χρώμα και αθωότητα.

Αίθουσα Τέχνης Τρίγωνο
Δροσίνη & Δ. Κυριακού 16, (εντός στοάς), Κηφισιά 14562
Τηλ. 210-6231116 Fax: 210-6233355 E-mail: gtrigono@otenet.gr

---

(κατ.25/10/2006) ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ στην παρουσίαση του βιβλίου του Μανώλη Βασιλάκη «Η Μάστιγα του Θεού»

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι: Ανδρέας Ανδριανόπουλος, Αντώνης Μανταδάκης, Νίκος Μπίστης, Γιάννης Μπουτάρης και Ιωάννης Πέτρου.Συντονιστής: Τραϊανός Χατζηδημητρίου.

Η Εκδήλωση θα γίνει την Τρίτη 31 Οκτωβρίου, ώρα 9.00 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο-πολυχώρο ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ "ΑΝΑΤΟΛΙΑ" (Δημ. Γούναρη 39, απέναντι από την Καμάρα)

 

----

(κατ.22/10/2006) Δελτίο Τύπου: Αλέξης Σταμάτης «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΦΟΥΓΚΑ» Εκδόσεις Καστανιώτη 2006.

Αθήνα, φθινόπωρο 2004. Ένας συγγραφέας βρίσκεται στο σημείο ναδίρ της ζωής του, όταν, αναπάντεχα, δέχεται μια πρόσκληση για ένα λογοτεχνικό πρόγραμμα σε μια επαρχιακή πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών. Φεύγει, πιστεύοντας ότι στον «Νέο Κοσμο» θα μπορέσει να ξεχάσει τα φαντάσματά του και να κάνει μια νέα αρχή.
Ωστόσο τα πράγματα στην Αμερική πάνε ακόμα χειρότερα. Σε μια κρίση νοικιάζει μια Φορντ και χάνεται στην ερημιά. Όταν το αυτοκίνητο χαλάει, το εγκαταλείπει κι αρχίζει να βαδίζει μόνος στο πουθενά. Κάποια στιγμή βλέπει μια μαύρη Μάστανγκ να πλησιάζει. Ο οδηγός της του συστήνεται ως Μαρσέλο Ντίαζ και τον παίρνει μαζί του.
----Στη διαδρομή μαθαίνει ότι ο Μαρσέλο έχει ξεκινήσει από το Λος Άντζελες για το Χάνιμπαλ, μια μικρή πόλη στο Οχάιο, για να συναντήσει μια γυναίκα με την οποία αλληλογραφούσε για καιρό μέσα από το Ίντερνετ. Ταυτόχρονα μέσα από τα μισόλογά του καταλαβαίνει ότι κάποιοι τον κυνηγούν. Όταν σταματούν σε μια λιμνούλα, ξαφνικά, ο Μαρσέλο παθαίνει καρδιακή προσβολή και πεθαίνει.
----Ο συγγραφέας βρίσκεται μόνος, σ’ ένα έρημο τοπίο μ’ ένα άγνωστο νεκρό. Στο μυαλό του στροβιλίζει η ιδέα μιας νέας αρχής, μιας δεύτερης ευκαιρίας, μιας λύτρωσης μέσα από ένα νέο εαυτό. Γυρίζει πίσω, τοποθετεί στην Φορντ τον νεκρό, την πυρπολεί και φεύγει για το Χάνιμπαλ με μια νέα ταυτότητα. Όμως τώρα πια δεν τον κυνηγά μόνο το παρελθόν του, αλλά κι εκείνο ενός άλλου άνθρώπου.
----Με φόντο τις αμερικανικές εκλογές, ο ήρωας μπαίνει όλο και πιο βαθιά στον Νέο Επικίνδυνο Κόσμο της σημερινής αυτοκρατορίας. Είναι πλέον ένας φυγάς στο κέντρο μιας μυστηριώδους καταδίωξης, έχοντας εμπλακεί σε μια ιστορία που τον υπερβαίνει. Μέσα από αυτή την περιπέτεια δρόμου θα έρθει σε επαφή με τα πολλαπλά πρόσωπα της Αμερικής, αλλά, το κυριότερο, θα αναμετρηθεί με τους βαθύτερούς του δαίμονες.
----Κάποιες φορές έχει κάνεις μια δεύτερη ευκαιρία να μάθει το ποιος πραγματικά είναι. Μπορεί όμως κανείς να ανταλλάξει τον κόσμο του μ’ εκείνον ενός άλλου; Μπορεί κανείς να «ξαναγράψει» την αφήγηση της ζωής του;

Επιλογή Κριτικών από τα προηγούμενα βιβλία του.

ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΑΧΤΗ «[…]Είναι γεγονός ότι η «Μητέρα Στάχτη» αποτελεί ό,τι το καλύτερο διαβάσαμε μέχρι στιγμής τη χρονιά που διανύουμε. Ένα μυθιστόρημα τέλειο από άποψη γλωσσική, εκφραστική, δομική και κατασκευαστική, που μέσα σ' αυτό το πέπλο της τελειότητας μπορεί να διαχωρίζει την ειλικρίνεια από το ψέμα, την ηθική απ' την ανηθικότητα, την ελευθερία από τη δέσμευση, χωρίς να αναδίδει κάποιο άρωμα μοναχισμού [...]»
Χρίστος Παπαγεωργίου, «Αυγή», 7.7.2005

«[…]O συγγραφέας με τις έμμονες ιδέες του (την απελευθέρωση από τα μέσα, την πορεία προς την αγάπη, την κερδισμένη αυτογνωσία), τους πειστικούς διαλόγους και τις εμπνευσμένες περιγραφές, πλέκει το εργόχειρο της μυθοπλασίας του. H «Μητέρα Στάχτη» διαβάζεται ευχάριστα, απνευστί που έλεγαν παλιά[…]»
Τάσος Χατζητάτσης «Τα Νέα», 9.4.2005

ΟΔΟΣ ΘΗΣΕΩΣ «[…] Επιτέλους, ένα θρίλερ διεθνών προδιαγραφών, κατασκευασμένο εν Ελλάδι με γνήσια, ως επί το πλείστον, γηγενή υλικά, που θα ταράξει, όπως πιστεύουμε, τουλάχιστον την εγχώρια εκδοτική αγορά. Γράφοντας εντατικά επί σειρά ετών, ο A. Σταμάτης πέτυχε, με το τέταρτο μυθιστόρημά του, ένα ανάγνωσμα μυστηρίου και δράσης, που καθηλώνει, όπως τα παλιά καλά αστυνομικά μυθιστορήματα, συνδυάζοντας ωστόσο αρετές βιβλίων τρόμου και αγωνίας πρόσφατης κοπής […]»
Μάρη Θεοδοσοπούλου «Το Βήμα», 9.11.2003


ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΛΕΦΤΗ ΜΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ «[…] Στο τρίτο και αρτιότερο μυθιστόρημα του, ο Αλέξης Σταμάτης ακροβατεί με απρόσμενη δεξιότητα στην κρίσιμη για τη μυθιστοριογραφία περιοχή του φανταστικού […]»
«Στο τρίτο και αρτιότερο μυθιστόρημα του, ο Αλέξης Σταμάτης ακροβατεί με απρόσμενη δεξιότητα στην κρίσιμη για τη μυθιστοριογραφία περιοχή του φανταστικού […]»
Μάρη Θεοδοσοπούλου "Το Βήμα", 28.4.2002

---

(κατ.21/10/2006) Διεθνής συνάντηση Ποίησης στο Σεράγεβο προς τιμή του ποιητή IZET SARAJLIC, πραγματοποιήθηκε στις 13, 14 και 15 Οκτωβρίου. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες ποιητές και ο δικός μας Σωτήρης Παστάκας (φωτογραφία).


Συμμετείχαν :Antonio Carvajal (Ισπανία), Michel Cassir e Claudia Christiansen (Λίβανος/Γαλλία), Milo De Angelis (Ιταλία), Tommaso Di Francesco (Ιταλία), Sinan Gudzevic (Σερβία/Κροατία), Barbara Korun (Σλοβενία), Ivo Machado (Πορτογαλία), Devorah Major (ΗΠΑi), Fadila Nura Haver (Βοσνία), Josip Osti (Βοσνία/Κροατία), Σωτήρης Παστάκας (Ελλάδα), Martin Reints (Ολλανδία), Abdullah Sidran (Βοσνία), Vojo Sindolic (Κροατία), Vicente Valero (Ισπανία), Marko Vesovic (Mαυροβούνιο/ Βοσνία), Mehmet Yashin (Κύπρος).

---

(κατ.3/10/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Μαραθιά «τα μυστικά του Κόλπου» του Πάνου Ζέρβα, ένα βιβλίο με επιλογή κειμένων από το ομώνυμο ιστολόγιο. (http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/) Περιέχονται 33 θέματα (ποστ) και κάθε ένα απ’ αυτά συνοδεύεται από μια πλούσια συλλογή σχολίων των επισκεπτών / αναγνωστών. Τα θέματα είναι ταξινομημένα στις ενότητες «ήτανε ‘νας παραμυθάς», «πολιτική;», «τα σκίτσα» και «τις αγάπες δεν τις κρύβω». Σελίδες 308.

Στην ίδια σειρά των εκδόσεων Μαραθιά (Μάνης 1, Αθήνα, e-mail: dmarathias@yahoo.gr ), βασισμένα σε κείμενα που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά σε ιστολόγια, κυκλοφόρησαν επίσης τα βιβλία: Πιτσιρίκος, Κουρούνα, Το Χημείο του Παρακράτους, Vista & A woman in this city.

Όλα τα βιβλία διατίθενται και από τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις του Ιανού και της Πρωτοπορίας.

(κατ.3/10/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή «ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ» της Κατερίνας Γναφάκη από τις εκδόσεις «Ύφος», με τη γενική επιμέλεια του φιλόλογου Μιχάλη Μεργούπη. Διάχυτα στις 112 σελίδες της συλλογής ο ρυθμός, η μουσική, το χρώμα, η περιπέτεια της ζωής, η κατάβαση στα άδυτα των αδύτων της ψυχής, σπαράγματα και ψίθυροι, ένας πίνακας ζωγραφικής με λέξεις, μια μυστική συμφωνία ήχων που ξεπηδάνε μέσα από το χαρτί, ένας ατέρμονος χορός, ο χορός της ύπαρξης. «Καθαρεύω και ίπταμαι βαστώντας τα ζώπυρα......Μη μ΄ αγγίζετε! Στην άλλη όχθη του ποταμού πορεύομαι να θάψω τα πτώμα- τα των οργισμένων θεών.....Στο έρεβος στέκομαι ν’ αναστήσω τη δύναμη» Η συγγραφέας του βιβλίου γεννήθηκε στα Χανιά. Αποφοίτησε από το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης και εργάζεται ως δασκάλα. ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π. Σ. ΑΪΒΑΛΗ Π.Π. ΓΕΡΜΑΝΟΥ 7 ΠΛ. ΚΛΑΥΘΜΩΝΟΣ 105 61 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ.210 3245 771

----

(κατ.3/10/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Η Λογοτεχνική Ομάδα του Πολιτιστικού Κέντρου Δήμου Πετρούπολης
διοργανώνει τον 2ο ετήσιο διαγωνισμό διηγήματος και ποίησης με ελεύθερο θέμα.
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποστέλλουν τη δουλειά τους, η οποία, για το μεν διήγημα δεν θα υπερβαίνει τις τρεις σελίδες, για τη δε ποίηση, τους τριάντα στίχους, με ψευδώνυμο, σε τέσσερα αντίτυπα τα οποία δεν επιστρέφονται, με απλή ταχυδρομική αποστολή( συστημένα αποκλείονται). Έξω από το φάκελο θα ορίζεται η κατηγορία (πεζό ή έμμετρο).Τα πλήρη στοιχεία των ενδιαφερομένων θα εσωκλείονται σε δεύτερο φάκελο (κλειστό), έξω από τον οποίο θα αναγράφεται το ψευδώνυμο.Τα κείμενα πρέπει να είναι ανέκδοτα, να μην έχουν δημοσιευτεί στο παρελθόν με οποιονδήποτε τρόπο, και να είναι γραμμένα με γραφομηχανή ή Η/Υ. Μόνο ένα έργο μπορεί να υποβληθεί από τους ενδιαφερόμενους για κάθε μια από τις δύο κατηγορίες. (Τα μέλη της λογοτεχνικής ομάδας δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό).
Κάθε αποστελλόμενο διήγημα ή ποίημα να είναι τυπωμένο στη μια πλευρά της σελίδας. Τελευταία ημερομηνία συμμετοχής στον διαγωνισμό ορίζεται η 15η Δεκεμβρίου 2006. Ως ημερομηνία αποστολής θα θεωρείται αυτή που αναγράφεται στη ταχυδρομική σφραγίδα του φακέλου.
Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα ανακοινωθούν σε ειδική εκδήλωση στις 22 Ιανουαρίου 2007, και ώρα 19:30 στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Πετρούπολης, Μπουμπουλίνας 59 και Αθ.Διάκου.
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ - ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ
Μπουμπουλίνας 59 και Αθ. ΔιάκουΤ.Κ. 132-31 Με την ένδειξη:“Διαγωνισμός Διηγήματος και ποίησης”
Υπόψη:*ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ: ΑΡΕΤΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ Πληροφορίες: (210-5020315, 694 8160002, email:selmer@in.gr)
*ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ: ΝΑΓΙΑ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΜΠΕΛΑΟΥΡΗ
Πληροφορίες:(210-5014080, 694 6564971)*Στους νικητές του διαγωνισμού, θα απονεμηθούν αναμνηστικά διπλώματα.
---

(κατ.20/09/2006) ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Μάκης Τσίτας, «Ο Κοκκινούλης» Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη. Σχήμα: 25,5 x 21,5 εκ.Ο Κοκκινούλης λατρεύει το κόκκινο χρώμα, γι' αυτό και το θέλει παντού: στα ρούχα του, στα φαγητά, στα παιχνίδια...Ακόμα και ο «κρυφός» φίλος του, ινδιανάκος είναι: το Κόκκινο Ζαρκάδι. Ένα θαυμάσιο βιβλίο για την παιδική φαντασία που χρωματίζει τη ζωή. Το κείμενο λιτό, παιγνιώδες, χιουμοριστικό. Εστιάζει σε απλά περιστατικά της καθημερινότητας που ανατρέπονται διαρκώς από την παιδική φαντασία και επιθυμία, ενώ παράλληλα η ηρεμία των περιγραφών λειτουργεί αντιστικτικά στην ένταση των εικόνων. Με την αφαίρεση, τον υπαινιγμό, την αντίστιξη, την αποφυγή διακοσμητικών στοιχείων, το κείμενοδημιουργεί το δικό του ποιητικό, εσωτερικό χώρο. Η εικονογράφηση, ρεαλιστική με στοιχεία του φανταστικού, κυριαρχείται από το κόκκινο χρώμα. Οι δυναμικές γραμμές της και η ποικιλία των γωνιών θέασης δημιουργούν κίνηση, δράση, ένταση στη σύνθεση, εναρμονίζοντάς την απόλυτα με την εκρηκτικότητα της παιδικής φαντασίας, αλλά και με τη διεγερτική επίδραση του κόκκινου χρώματος. Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά από 4 χρονών και πάνω και οι αναγνώστες θα το βρουν σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία. Εκδόσεις ΚΑΣΤΩΡ E-mail: castor@artiongraphic.gr

----

(κατ.20/09/2006) Οι Στάχτες Αγαπούν: Νίκος Κουνενές: Ω του θαύματος! μυθιστόρημα, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Μια τρομερή κρίση ταλανίζει τη σπαρασσόμενη από σκάνδαλα και έριδες Μονοπιστική Εκκλησία της Αβασκανίας, οδηγώντας τη στο χείλος της καταστροφής. Σαν από μηχανής θεός, ο υπέργηρος μητροπολίτης Ροζάριος θα βρει την περιπόθητη λύση, που θα αλλάξει όλα τα δεδομένα, μετατρέποντας την τραγωδία σε θρίαμβο. Οι ραγδαίες εξελίξεις που θα ακολουθήσουν θα εμπλέξουν στην υπόθεση δικαίους και αδίκους, τον Πρωτοποιμένα Θεόμβροτο, τον Όσιο Πρόκλο τον Τρίτο (τον Ευσεβή), την άδολη μοναχή Ματθίλδη, τον δαιμόνιο ρεπόρτερ Μάκη Σπίνο και τον ακούραστο τηλεθεατή Μελέτη. Η αποκάλυψη του θαυμαστού Ιερού Δράματος θα συντελεστεί αιφνιδίως από έναν κομπάρσο της υπόθεσης, με την απαραίτητη συνεπικουρία ... (Απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

----

(κατ.20/09/2006) Οι Στάχτες Αγαπούν: Yoko Ogawa: Η πισίνα των καταδύσεων, Ο κοιτώνας, Ημερολόγιο εγκυμοσύνης. εκδόσεις ΑΓΡΑ
"Η πισίνα των καταδύσεων" εξερευνά με συναρπαστική αδιακρισία τις πιο σκοτεινές παρορμήσεις. Η Γυόκο Ογκάουα βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις για να απεικονίσει την εφηβεία, έναν κόσμο άδολης εμμονής, όπου απογοήτευση, επιθυμία, αναζήτηση της αγνότητας, σκληρότητα ή ικανοποίηση μπορούν κάθε στιγμή να προκύψουν χωρίς να προσβάλλεται κανένας ηθικός κανόνας, και να αλλάξουν μια μοίρα προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο...
(Απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

----

(κατ.20/09/2006) Οι Στάχτες Αγαπούν: Γιάννης Μαγκλής: Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου, μυθιστόρημα, εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Έγραψε για το βιβλίο ο Ν. Καζαντζάκης: «Πολλή εντύπωση μου έκανε η δύναμη του έργου σου. Πολύ δυνατό, πλούσια γλώσσα, μοναδική ακτινοβολία, τέλεια γνώση του θέματος. Και η πλοκή με πολλή τέχνη. Είσαι ένας πεζογράφος δυνατός. Αμφιβάλλω αν υπάρχει άλλος Έλληνας που να ξέρει τόσο καλά και να περιγράφει με τόση σαφήνεια τη θάλασσα της Ελλάδας. Είναι το ωραιότερο βιβλίο που διάβασα μετά τον πόλεμο». (Απόσπασμα από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

copyright2003-2006©Logo - contents may be copied. Editor, Designer-Owner : visual artist Stratos Fountoulis / copyright2003-2004©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης Στράτος Φουντούλης

 

Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες / Brussels, Belgium