. .
Σεπτέμβριος - Οκτώβριος - Νοέμβριος 2006 ( 15 ) www.stachtes.com
μόνιμες στήλες/άρθρα
i) αγριμολόγος...(ο): Δεν πάει ο νους σε Παιδεία ii) Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Σοφία Νικολαΐδου iii) Μνήμη. Ελληνομνήμων: Γορδάτος Kωνσταντίνος (περ. 1690 - περ. 1750) iv) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Βenedicite v) Δοκίμιο. Νίκος Δήμου: Ο Νέος Ψηφιακός Λόγος vi) Ξεχωρίσαμε στον Έντυπο Τύπο. Μάριος Πλωρίτης: Ιεροί παραλογισμοί
κείμενα
vii) Νίκος Βλαχογιάννης viii) Σωτήρης Παστάκας ix) Θανάσης Γιαννόπουλος x) Σωκράτης Ξένος xi) Προδημοσίευση: Λεία Βιτάλη xii) Αλέξης Σταμάτης xiii) Λίλη Μιχαηλίδου xiv) George Le Nonce xv) annaTi xvi) Πάνος Ζέρβας xvii) Εμμανουήλ Ροΐδης xviii) Μαρία Πολυδούρη xix) Τίτος Πατρίκιος xx) Διαβάστε τα κείμενα των συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) | ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση) | ΟΙ σ τ ά χ τ ε ς ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ ~ e-mail: stachtes@gmail.com
α γ
ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)
Δεν
πάει ο νους σε Παιδεία
Βλέποντας χοροστάσια και μαγαζιά με γύρο γύρο
σκουπίδια, παράγκες και σπίτια, οικισμοί και χωράφια, μάντρες οικοδομικών
υλικών, δρόμοι και μονοπάτια ριγμένα άτακτα πάνω στη γη. Το βλέμμα ξεχειλίζει
από δάση τηλεοπτικών κεραιών. Το σύγχρονο αστικό περίγραμμα της σημερινής
Ελλάδας. Το βλέμμα σταματά εκεί• δεν τολμά να απλωθεί ψηλότερα• προσγειώνεται.
Φεύγει και γυρνά σε πόλεις και χωριά και φορτίζεται από την υποδοχή σκουπιδιών
και μπαζωμάτων και προσπερνά. Η παιδεία απουσιάζει από το οπτικό πεδίο.
-----Σε ποια μονοπάτια χάθηκε αυτή η περίφημα
διακηρυγμένη Ιστορική Συνείδηση, όταν κάποια φυλλάδια όπως ένα της περιφέρειας
Αττικής αναφέρει τον Εθνικό Κήπο σαν «Διακοσμητικό πάρκο», όπου στο βλέμμα
κυριαρχούν η βρομιά, η λάσπη και η αμορφία; Κλαδιά, ξεραμένα φύλα δέντρων
ανάκατα με χαρτομάντιλα, κουτιά αναψυκτικών, χάρτινα περιτυλίγματα από σοκολάτες,
κρουασάν, σάντουιτς, τσαλακωμένα πακέτα τσιγάρων, αποτσίγαρα. Πηγαίνετε στο
ιερό νησί της Δήλου, ή λίγο έξω από τα Μετέωρα. Περάστε στον Θεσσαλικό κάμπο.
Το ίδιο άρρωστο τοπίο. Η παιδεία παντού, εκκωφαντικά απουσιάζει.
-----Παρατημένες παιδικές χαρές. Σκουριασμένες
αλυσίδες σε κούνιες που τρίζουν, η τραμπάλα σχεδόν ξεχαρβαλωμένη, το μονόζυγο
ξεβαμμένο από το χαρούμενο αρχικό του χρώμα. Τα ξύλινα καθίσματα στις κούνιες,
η τραμπάλα γεμάτα σκλήθρες. Υπαίθριες τουαλέτες που εντοπίζονται από τη δυσοσμία.
Παρκάκια με αγάλματα βρόμικα, χτυπημένα και απεριποίητα. Παγκάκια που κάποτε
είχαν τιμηθεί με χρώμα. και τα σίδερα που τα στηρίζουν• σκουριασμένα. Τονίζουν
(ανάμεσα στ’ άλλα, την απουσία των Αρχών) βροντερά την έλλειψη παιδείας.
-----Δέντρα που στέκουν αγέρωχα. Αντέχουν όσα
χρόνια και αν περάσουν • ταλαιπωρημένα, με την εμφανή προσπάθεια να δώσουν
καθαρές ανάσες στον περιπατητή. Κοιτούν από ψηλά τους λιγοστούς ελεύθερους
χώρους εγκαταλελειμμένους να γερνούν, να εγκαταλείπονται από τις αρχές. Ελάχιστοι
κάτοικοι διαμαρτύρονται ή αντιδρούν δυναμικά, δημιουργικά. Οι υπόλοιποι προστατεύονται
από τα δελτία των οκτώ και τα πρωτοσέλιδα. Απαθείς, αθώοι και αμέριμνοι θεατές
της καθημερινότητας• της ζωής. Παθητικοί θεατές απολαμβάνουν καρέ-καρέ εικόνες
του κυκλοφοριακού, της ανεργίας, των σκουπιδιών. Θεατές με την αδράνεια παραδομένου
θύματος κοιτούν αποχαυνωμένα τα όνειρά τους να γκρεμίζονται σε δολοφονικές
λακκούβες στους δρόμους, σε οργωμένα πεζοδρόμια.
-----Τα πεζοδρόμια γεμάτα εμπορεύματα, μηχανάκια,
σκουπίδια, καρέκλες και τραπέζια (οι μητέρες με παιδικό καροτσάκι;). Φρεσκοβαμμένοι
τοίχοι όμορφων δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς
γεμάτοι μουντζούρες (όχι γκράφιτι) και συνθήματα για όλα, ακόμα και για Παιδεία.
Σε στατιστική μελέτη διαβάζω ότι το 71,6% βλέπει συχνά γείτονες να πετούν
σκουπίδια στο δρόμο. Θλιβερό.
-----Εκλογές. Κραυγές μεγαφώνων, κολόνες (οι
καημένες...) γεμάτο αυθαίρετες αφίσες υποψηφίων, χορός ασταμάτητος ιδίων προσώπων
περί ιδίων ομιλούντων. Εμφανίσεις «καλλιτεχνών» στηρίζουν υποψήφιους. Αλληλοκατηγορίες,
παραπληροφορίες, «ανακαλύψεις σκανδάλων», ξεκατινιάσματα και άλλα συμπτώματα
γεμίζουν τον ατομικό μας χώρο. Ναι, ακόμα και σε αυτόν τον χώρο που ζούμε,
σε κατάσταση συνεχούς μορφωτικής απαξίωσης, ακόμη και εκεί μας πλαγιοκοπούν.
-----Δεν είμαι μηδενιστής, υπάρχουν μερικοί που
αντιστέκονται και δημιουργούν. Δεν είναι όλα μαύρα, υπάρχουν επιτεύγματα σε
όλους τους τομείς, αυτά όμως είναι η εξαίρεση. Το πολύ μικρό και ασήμαντο
αυτό άρθρο δεν μπορεί να χωρέσει όλα όσα πονούν.
Copyright©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, 4 Οκωβρίου2006.
Νίκος Δήμου: Ο Νέος Ψηφιακός Λόγος
Ηψηφιοποίηση
της γραφής και η δημιουργία του ηλεκτρονικού κείμενου έχουν συγκριθεί με την
εφεύρεση της τυπογραφίας. Άλλοι, πιο τολμηροί, όπως ο Thomas Forster θεωρούν
την επανάσταση στην πληροφορική τεχνολογία: "μία εξέλιξη στα ανθρώπινα
πράγματα πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας και πιθανότατα σημαντικότερη
από την εφεύρεση της ίδιας της γραφής. Τόσο σημαντική όσο η επινόηση της γλώσσας;
Ίσως".
---Οι επιπτώσεις και επιδράσεις μίας τέτοιας
αλλαγής είναι τόσο πολλές και πολύπλοκες, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να επισημανθούν
σε ένα κείμενο. Άλλωστε, βρισκόμαστε μόνο στην αρχή. Τέτοιες επαναστάσεις
χρειάζονται χρόνο για να επιδράσουν. Η επινόηση της τυπογραφίας μπορεί να
έγινε στα 1450 αλλά χρειάστηκαν περίπου τρεις αιώνες για να φανούν οι πρώτες
κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές της προεκτάσεις. (Διαφωτισμός - Γαλλική
Επανάσταση). Σήμερα βέβαια οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα - αλλά και πάλι,
αν δεν παρέλθουν αρκετά χρόνια, δεν θα έχει κανείς την απόσταση και την προοπτική
για να συλλάβει την έκταση ενός παρόμοιου φαινομένου.
---Εδώ μπορούμε μόνο περιληπτικά να καταγράψουμε
μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία της πληροφορικής επανάστασης στον χώρο των
κειμένων:
---Ηλεκτρονικό κείμενο ονομάζουμε ένα κείμενο
που έχει ψηφιοποιηθεί. Ας σημειωθεί ότι εκτός από κείμενα η νέα τεχνολογία
επιτρέπει την ψηφιοποίηση του ήχου, της εικόνας και της οπτικο-ακουστικής
κινούμενης εικόνας. Η παράλληλη αυτή ψηφιοποίηση επιτρέπει την σύνδεση και
ανάμιξη κειμένου, εικόνας και ήχου σε πολυμέσα.
Τι χαρακτηριστικά έχει ένα ψηφιοποιημένο περιεχόμενο (content) και ειδικότερα
ένα ηλεκτρονικό κείμενο:
---1. Αποκτά απεριόριστη διάρκεια,
δεν υπόκειται στην φθορά - γίνεται σχεδόν αιώνιο.
---2. Αποθηκεύεται εύκολα σε
πολύ περιορισμένο χώρο. Μία σαραντάτομη εγκυκλοπαίδεια χωράει σε
ένα φορητό μέσο μεγέθους γραμματοσήμου. Σε ένα δίσκο DVD, μεγέθους και όγκου
ενός CD (δίσκου ακτίνας) μπορούν να αποθηκευτούν περισσότεροι από τριάντα
χιλιάδες βιβλία. Στην ηλεκτρονική του ατζέντα, μαζί με τα ραντεβού και τα
τηλεφωνά του μπορεί κανείς να συμπεριλάβει και μια βιβλιοθήκη δεκάδων τόμων.
---3. Με την δυνατότητα αποθήκευσης
και μεταφοράς των κειμένων αλλάζει η φύση των βιβλιοθηκών και
των αρχείων. Βιβλία, περιοδικά, έγγραφα, κλπ. μπορεί να είναι αποθηκευμένα
σε ηλεκτρονική μορφή μέσα σε κεντρικούς υπολογιστές και προσβάσιμα στον καθένα
από το σπίτι, ή το γραφείο του. Το ίδιο ισχύει για τους μαθητές και τις σχολικές
βιβλιοθήκες, για τους δικηγόρους και την νομολογία, τους γιατρούς με την ιατρική
βιβλιογραφία, και γενικά κάθε είδους πληροφορία ή τεκμηρίωση.
---4. Τα ψηφιακά περιεχόμενα
είναι εύκολα μεταδόσιμα μέσω των ηλεκτρονικών δικτύων. Ήδη
το Διαδίκτυο (Internet) είναι η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου. Μπορεί να
βρει κανείς εκεί δωρεάν όλα τα κλασικά κείμενα καθώς και τα περισσότερα σύγχρονα
- μερικά με καταβολή δικαιωμάτων. Επίσης είναι απλούστατη η μεταφορά ενός
βιβλίου μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.
---5. Με τα ηλεκτρονικά ευρετήρια
είναι ευχερέστατη η έρευνα και αναζήτηση στα ηλεκτρονικά κείμενα. Π. χ. ο
"Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας" (Thesaurus Linguae Graeca - TLG)
περιέχει σε ένα CD-ROM όλα τα κείμενα της Ελληνικής γραμματείας μέχρι το 4ο
αιώνα μ. Χ. Μπορεί κανείς να αναζητήσει μία λέξη ή μία φράση: σε δευτερόλεπτα
το πρόγραμμα ανεύρεσης διατρέχει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες και δίνει αλάνθαστα
αποτελέσματα. (Ένας ερευνητής θα χρειαζόταν μία ζωή).
---6. Η ίδια ερευνητική δυνατότητα
υπάρχει και στο Διαδίκτυο. Οι μηχανές αναζήτησης (search engines)
μπορούν να διατρέξουν όλο το Internet για να βρουν μία λέξη ή ένα συνδυασμό
λέξεων.
---7. Ίσως
η σημαντικότερη ιδιότητα των ηλεκτρονικών κειμένων είναι η δυνατότητα τους
να διασυνδέονται μεταξύ τους. Η δυνατότητα αυτή καθιερώνει
ένα νέο είδος ανάγνωσης (και σκέψης) της νοηματικής (από
περιεχόμενο σε περιεχόμενο) και όχι πια της σειριακής (από σελίδα σε σελίδα).
Πρόκειται για το "Υπερκείμενο" (hypertext). Κάθε
σημαντική λέξη ενός ηλεκτρονικού κειμένου μπορεί να είναι σύνδεσμος (link)
με άλλα κείμενα, εικόνες ή ήχους. Μία αναφορά σε ένα βιβλίο με ένα κλικ μας
οδηγεί στο ίδιο το βιβλίο, η διαβάζοντας για μία σονάτα μπορούμε με ένα κλικ
να την ακούσουμε.
---8. Ο θρίαμβος
του Υπερκειμένου είναι ο Παγκόσμιος Ιστός (World Wide Web
- www). Στο Διαδίκτυο, όλα παραπέμπουν σε όλα. Κανένα κείμενο δεν είναι απομονωμένο
- όλα αποτελούν μέρος ενός απέραντου (και άπειρου) συνόλου.
---Σε χρόνο ανύποπτο ο Roland Barthes είχε περιγράψει
μία τέτοια δικτυακή πραγματικότητα οραματιζόμενος ένα ιδανικό κείμενο: "Σε
αυτό το ιδανικό κείμενο τα δίκτυα είναι πολλά και αλληλεπιδρούν, χωρίς κανένα
από αυτά να μπορεί να ξεπεράσει τα άλλα. Αυτό το κείμενο είναι ένας γαλαξίας
από σημαινόμενα, όχι μία δομή από σημαίνοντα. Δεν έχει αρχή - είναι αναστρέψιμο.
Μπαίνουμε σε αυτό από διάφορες εισόδους, καμία από τις οποίες δεν μπορεί να
θεωρηθεί ως η κυρία είσοδος. Οι κωδικοί τους οποίους κινητοποιεί απλώνονται
όσο φτάνει το μάτι, είναι απροσδιόριστοι".
---Την διακειμενικότητα κάθε κειμένου περιγράφει
και ο Michel Foucault στην "Αρχαιολογία της Γνώσης" όταν υποστηρίζει
ότι "τα σύνορα ενός βιβλίου δεν είναι ποτέ ξεκάθαρα… διότι είναι εγκλωβισμένο
μέσα σε ένα σύστημα αναφορών προς άλλα βιβλία, άλλα κείμενα, άλλες προτάσεις:
είναι ένας κόμβος σε ένα δίκτυο - ένα δίκτυο αναφορών". Αλλά πολλές και
από τις θέσεις του Jacques Derrida (όπως για την αποκέντρωση του λόγου) πραγματοποιούνται
με απροσδόκητο τρόπο στην νέα ηλεκτρονική τεχνολογία.
---Από την περιγραφή των χαρακτηριστικών που
έχουν τα ηλεκτρονικά κείμενα γίνεται σαφές ότι αλλάζει εντελώς τόσο η φύση
και η τεχνική της γραφής, όσο και η διαδικασία της ανάγνωσης.
---Για την γραφή είναι ήδη γνωστό πόσο την επηρεάζει
η χρήση ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η δυνατότητα μορφοποίησης του κειμένου,
η άνετη και εύκολη επεξεργασία, η κοπή, επικόλληση, ανασύνθεση, μετατόπιση
τμημάτων του κειμένου, το κινηματογραφικού τύπου μοντάζ των παραγράφων, η
συσσώρευση παλίμψηστων γραφών και εκδοχών, η ενσωμάτωση άλλων κειμένων ή διακειμενικών
αναφορών - όλα αυτά γίνονται ευχερή χάρη στις δυνατότητες που έχουν τα προγράμματα
επεξεργασίας κειμένου. Βιβλία όπως τα μεγάλα μυθιστορήματα του Umberto Eco
όζουν υπολογιστή - δεν θα ήταν εύκολη (ίσως και δυνατή) η σύνθεσή τους σε
χειρόγραφο.
---Η συμβίωση με τον υπολογιστή σε άλλους συγγραφείς
προκαλεί ευφορία και άλλους τους απωθεί. Ο Reynold Price βλέπει την σύνταξη
του κειμένου σαν ένα διασκεδαστικό βίντεο-παιχνίδι, ενώ η Sherry Turkle περιγράφει
ειδυλλιακά το διακειμενικό τοπίο γύρω από το γραπτό της, με τις πηγές, τις
παραπομπές, τις εναλλακτικές γραφές και τις σημειώνεις να μοιράζονται μαζί
του τη οθόνη. Αντίθετα άλλοι γράφουν για τον "εφιάλτη της οθόνης"
(Γ. Κοροπούλης).
---Άλλη μία δυνατότητα που δίνει η ηλεκτρονική
τεχνολογία, είναι για βιβλία που είναι "ανοιχτά" - έχουν δηλαδή
πολλαπλές εκδοχές στην ανέλιξη της υπόθεσής τους και εξαρτώνται από την συμμετοχή
του αναγνώστη. Ένα τέτοιο διαδραστικό κείμενο είχε ήδη δημοσιεύσει προ ετών
στο Internet ο Μίλοραν Πάβιτς.
---Επίσης η αισθητική της γραφής έχει αλλάξει
- με την δυνατότητα του υπολογιστή να διαφοροποιεί τις γραμματοσειρές και
την σελιδοποίηση κάθε γραπτού, να εισάγει εικόνες και σχέδια, διαγράμματα
και χάρτες σε κάθε κείμενο. Ο κάθε χρήστης υπολογιστή γίνεται σχεδιαστής,
επιμελητής, εκδότης, τυπογράφος και λιθογράφος. Την μεταμοντέρνα αυτή διάσταση
της ηλεκτρονικής γραφής έχει επισημάνει η Sherry Turkle.
---Όχι μόνο δεν έχουν δίκιο οι νοσταλγοί της
παλιάς τυπογραφίας που θρηνούν την απώλεια της ομορφιάς στο βιβλίο - αλλά
αντίθετα οι δυνατότητες αισθητικής παρέμβασης και δημιουργίας είναι σήμερα
πολύ περισσότερες. Υπάρχουν ήδη πολλές ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο που είναι,
κυριολεκτικά, έργα τέχνης.
---Η δικτύωση της ηλεκτρονικής γραφής δίνει στον
κάθε νέο συγγραφέα την δυνατότητα δημοσιοποίησης της δουλειάς του σε ένα ευρύτατο
κοινό, χωρίς να υποστεί την δαπάνη της έκδοσης. (Το αυτό ισχύει για κάθε δημιουργό
- ζωγράφο, μουσικό, σκηνοθέτη, κλπ.) Υπάρχουν βιβλία που κυκλοφορούν μόνον
μέσω Διαδικτύου (ή εκδίδονται πρώτα στο Διαδίκτυο και μετά σε κλασική μορφή).
Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν και τα Δικτυακά περιοδικά (fanzines) που ενσωματώνουν
σήμερα τις πιο πρωτοποριακές συλλήψεις. Περιττό να ειπωθεί ότι στο Δίκτυο
πρωτοδημοσιεύονται τα πιο συζητημένα πολιτικά κείμενα και μανιφέστα (π. χ.
του Commandante Marcos) και ότι μέσω αυτού πραγματοποιούνται οι περισσότερες
διεθνείς πολιτικές κινητοποιήσεις. (Κινήματα αντι-παγκοσμιοποίησης, Γένοβα
2000 κ.ά.)
---Ακόμα πιο πολύ επηρεάζει η πληροφορική την
τεκμηρίωση και τον εμπλουτισμό των μελετών και επιστημονικών διατριβών. Σήμερα,
προκειμένου να αρχίσει την σύνταξη μίας πραγματείας, ο μελετητής ξεκινάει
με μία αναζήτηση στο Διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι θα πάρει περισσότερα (και
νεότερα) στοιχεία από όσα θα του έδινε μία έρευνα σε βιβλιοθήκες. Επιπλέον,
μία σχετική με το θέμα ερώτηση σε μεγάλη δικτυακή βιβλιοθήκη - ή και σε δικτυακό
βιβλιοπωλείο - μπορεί να του δώσει όλη την απαιτούμενη βιβλιογραφία σε μερικά
δευτερόλεπτα.
---Η δυνατότητα των πολυμέσων ανοίγει νέους ορίζοντες
στην συγγραφή - ο δημιουργός ενός βιβλίου μπορεί, στην ηλεκτρονική του μορφή,
να ενσωματώνει εικόνες, ήχους, ακόμα και μικρά βίντεο. Πράγματα πολύτιμα για
παιδικά, διδακτικά ή βιβλία αναφοράς (reference books).
---Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι - όπως γράφουν
μερικές Κασσάνδρες - το κλασικό βιβλίο θα εξαφανιστεί και ο κόσμος θα πάψει
να διαβάζει. Όπως η φωτογραφία δεν εκτόπισε την ζωγραφική, ο κινηματογράφος
το θέατρο και η τηλεόραση τον κινηματογράφο (όλα αυτά τα είχαν ήδη προφητέψει
οι ίδιες, ή ανάλογες Κασσάνδρες) έτσι και το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν θα εκτοπίσει
το κλασικό προϊόν της τυπογραφίας. Θα συνυπάρχει δίπλα του, με διακριτό ρόλο.
Και αν μάλιστα δούμε τι συνέβη στις άλλες τέχνες, μάλλον θα υπάρξει άνθιση
του παραδοσιακού βιβλίου και όχι μαρασμός.
---Είναι σίγουρο ότι σε μία κατηγορία βιβλίων
θα κυριαρχήσει η ηλεκτρονική μορφή. Πρόκειται για τα βιβλία αναφοράς: εγκυκλοπαίδειες,
λεξικά, αρχεία, ιστορίες, corpus στοιχείων, κλπ. Εκεί, ο μικρός όγκος και
οι πολλαπλές δυνατότητες γρήγορης ανεύρεσης, μαζί με τον πλούτο της τεκμηρίωσης,
θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο. Ποιος θα ήθελε να φορτωθεί τους σαράντα τόμους
της Encyclopedia Britannica, όταν μπορεί να έχει όλα της περιεχόμενα σε ένα
δισκάκι - εμπλουτισμένα με ένα σωρό οπτικοακουστικά παραδείγματα που δεν υπάρχουν
στην τυπογραφική της μορφή;
---Φυσικά το ηλεκτρονικό κείμενο θα αλλάξει και
τις συνήθειες ανάγνωσης. Ιδιαίτερα η δυνατότητα του Υπερκειμένου, που διασυνδέει
όλα τα γνωστικά περιεχόμενα, θα οδηγήσει σε μία νέα σχέση του αναγνώστη με
το κείμενο. Είναι περίεργο πως η πληροφορική επανάσταση υλοποιεί τις θεωρίες
της Νέας Κριτικής για την σχέση συγγραφέα-βιβλίου-αναγνώστη. Την σύγκλιση
αυτών των τόσο διαφορετικών θεματικών έχει αναπτύξει ο George P. Landow στο,
κλασικό πια, βιβλίο του, Hypertext. Εκτός από το απόσπασμα του Barthes, που
διαβάσαμε στην αρχή, υπάρχει και η διάκρισή του ανάμεσα σε "συγγραφικά"
και "αναγνωστικά" κείμενα. Αν τα πρώτα είναι τα κλασικά, στατικά,
τυπωμένα κείμενα, τα δεύτερα θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είναι ηλεκτρονικά.
"Είναι αυτά που κάνουν τον αναγνώστη όχι απλά ένα καταναλωτή αλλά ένα
παραγωγό του κειμένου" . Ακριβώς - τα ηλεκτρονικά κείμενα, με την δυνατότητα
του υπερκειμένου και των συνδέσμων μετατρέπουν τον αναγνώστη από παθητικό
δέκτη, σε ενεργό διαμορφωτή του υλικού.
---Ίσως θα έπρεπε εδώ να υπογραμμίσουμε την απελευθερωτική
και δημιουργική αυτή πλευρά της νέας ψηφιακής τεχνολογίας - ιδιαίτερα απέναντι
σε όσους, όπως ο Baudrillard, την καταδικάζουν και την αναθεματίζουν. Η νέα
τεχνολογία θα επεκτείνει ακόμα περισσότερο τα οφέλη της Γουτεμβεργιανής επανάστασης,
κάνοντας την γνώση ακόμα πιο προσιτή, πιο φθηνή, πιο άμεση και δίνοντας στον
σκεπτόμενο άνθρωπο ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες για δημιουργική σκέψη.
---Κι είναι χαρακτηριστικό να θυμίσουμε σε όλους
αυτούς που απορρίπτουν την τεχνολογία, πως και το βιβλίο είναι τεχνολογικό
προϊόν - και ότι ο Γουτεμβέργιος ήταν τεχνικός, μάστορας - κι όχι διανοούμενος.
Το πνεύμα στηριζόταν πάντα στην τεχνολογία: χωρίς τα χρώματα του ζωγράφου
και τα όργανα του μουσικού, θα ήταν ανύπαρκτο.
---Τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής καταγράφηκαν
στην αρχή του κειμένου αυτού: διάρκεια, αποθήκευση, μετάδοση, διερεύνηση,
ταξινόμηση, δικτύωση. Το αποτέλεσμα αυτών των πλεονεκτημάτων, είναι ότι η
πληροφορία και η γνώση γίνονται εύκολα προσιτές στον καθένα και από οπουδήποτε.
Ένας άνθρωπος με φορητό υπολογιστή και συνδεδεμένο κινητό τηλέφωνο, έχει στην
διάθεσή του άπειρο πλήθος πληροφοριών, ακόμα κι αν βρίσκεται στην έρημο ή
στη μέση του ωκεανού.
---Με την ηλεκτρονική γραφή προχωρεί αποφασιστικά
ο εκδημοκρατισμός της γνώσης. Χάρη στην τυπογραφία, η γνώση, που ήταν προνόμιο
των ελαχίστων (ιερατείων), έγινε κτήμα των πολλών. Με την ηλεκτρονική επανάσταση
γίνεται κτήμα όλων. Κάθε δικτυωμένος χρήστης υπολογιστή είναι δυνητικά κάτοχος
του συνόλου των ανθρωπίνων γνώσεων.
---Σίγουρα υπάρχει ακόμα χάσμα ανάμεσα στην δικτυωμένη
και πληροφορικά επαρκή ανθρωπότητα και τον Τρίτο κόσμο ο οποίος δεν διαθέτει
ούτε υπολογιστές ούτε τις απαραίτητες δεξιότητες, ούτε πρόσβαση σε δίκτυο.
Όμως το χάσμα αυτό κλείνει πολύ γρήγορα. Η εξάπλωση του Internet γίνεται με
ταχύτητα μεγαλύτερη από οποιασδήποτε άλλης τεχνολογικής καινοτομίας (π. χ.
τηλεόρασης, ή τηλεφώνου). Στο τέλος του έτους 2002 ο αριθμός των δικτυωμένων
ξεπερνούσε ήδη τα 600.000.000. Οι υπολογιστές φθηναίνουν συνεχώς, ο χειρισμός
τους γίνεται πιο εύκολος (και με την επικείμενη αναγνώριση φωνής θα γίνει
απλούστατος), η πρόσβαση σε αυτούς διευκολύνεται και για τους μη κατόχους
(κοινόχρηστα κέντρα, βιβλιοθήκες, Internet Cafe), άλλα μέσα σύνδεσης στο Δίκτυο
είναι ήδη διαθέσιμα (π. χ. κινητά τηλέφωνα). Πολλές κοινωνίες κάνουν τεχνολογικά
άλματα: πριν π. χ. αποκτήσουν σταθερή τηλεφωνία αναπτύσσουν την κινητή.
---Τα μειονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής και
της δικτύωσής της είναι α) ο πληθωρισμός των πληροφοριών (information overload)
που προϋποθέτει κάποια κριτήρια διαχωρισμού της έγκυρης πληροφορίας από τα
"σκουπίδια του Διαδικτύου". β) η δυνατότητα εύκολης παραβίασης των
πνευματικών δικαιωμάτων - αντιγραφής και αναπαραγωγής κειμένων, μουσικής,
ταινιών, εικόνων κλπ. Για το θέμα αυτό ήδη υπάρχουν και παγκόσμια νομολογία
και Κοινοτικές Ρυθμίσεις.
---Πέρα από όλα αυτά, η πληροφορική και η διαδικτύωση
των κειμένων επιφέρει επανάσταση στην Παιδεία. Δεδομένου ότι είναι πια τόσο
εύκολη η άντληση της πληροφορίας, δύο βασικοί προαιώνιοι στύλοι της εκπαίδευσης
- η μάθηση και η απομνημόνευση - χάνουν την σπουδαιότητα τους. Ο καθηγητής
δεν είναι πια ο αποκλειστικός κάτοχος της γνώσης - αλλά ο σύμβουλος που πρέπει
να διδάξει την μέθοδο και να οξύνει την κρίση του μαθητή.
---Το Διαδίκτυο έχει κατηγορηθεί ότι αποξενώνει
τους ανθρώπους. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όπως και το τηλέφωνο (για το
οποίο είχε διατυπωθεί η ίδια κατηγορία) τους φέρνει πιο κοντά. Και αυτό γίνεται
κυρίως με την γραφή. Αναβιώνει η τέχνη της αλληλογραφίας. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
έχει ήδη, σε πολλές χώρες του κόσμου, ξεπεράσει σε αριθμό αποστολών το κλασικό,
που πλέον ασχολείται περισσότερο με μεταφορές και παραδόσεις αντικειμένων
(τα οποία παραγγέλλονται ηλεκτρονικά).
---Αν η Τηλεόραση είναι ο θρίαμβος της εικόνας,
το Internet είναι ο θρίαμβος της γραφής. Το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου
του είναι κείμενο. Βιβλία, αρχεία, άρθρα, αλληλογραφία, ειδήσεις, σχόλια -
αλλά και δικτυακές συζητήσεις. ---Στις ομάδες
συζητήσεων γίνονται διάλογοι για όλα τα θέματα, από τα πιο καθημερινά και
ευτελή μέχρι τα πιο υψηλά και απαιτητικά. Οι ενδιαφερόμενοι για κάθε θέμα
συγκροτούν ομίλους (newsgroups) και ανταλλάσσουν απόψεις και γνώμες. Αναβίωση
λοιπόν και της επιστολογραφίας και του γραπτού διαλόγου. Με πολυγλωσσική ποικιλία:
αν το Internet στα πρώτα του βήματα ήταν αποκλειστικά αγγλόφωνο, τώρα η Αγγλική
έχει περιοριστεί στο 40% και το ποσοστό της μειώνεται σταθερά.
---Το Διαδίκτυο είναι το αντίθετο από τα μέσα
μαζικής επικοινωνίας. Δεν είναι μαζικό αλλά εξατομικευμένο (ο καθένας κάνει
τις δικές του επιλογές) και δεν είναι μονόδρομο αλλά αμφίδρομο. Ο κάθε χρήστης,
από παθητικός δέκτης μπορεί εύκολα και φθηνά με μεταμορφωθεί σε ενεργητικό
πομπό. Τώρα μάλιστα με τα blogs (weblogs) υπάρχουν ήδη σήμερα (Φεβρουάριος
2003) πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες "προσωπικές εφημερίδες" στο
Internet.
---Ωστόσο και τα έντυπα ΜΜΕ βρίσκονται στο Διαδίκτυο.
Όχι μόνο με την καθημερινή τους έκδοση αλλά και με το αρχείο τους. Πράγμα
που σου δίνει την δυνατότητα να διαβάζεις όποια εφημερίδα θέλεις από οποιοδήποτε
σημείο του κόσμου, αλλά και να ερευνάς το αρχείο της με βάση το όνομα του
γράψαντος, το θέμα, ή και μία απλή κειμενική αναφορά.
---Η πληροφορική επανάσταση αλλάζει την ζωή μας
τόσο ριζικά όσο καμία άλλη στην ιστορία του ανθρώπου. Όπως συμβαίνει συνήθως
είναι δύσκολο γι αυτούς που ζούνε μέσα στην αλλαγή να αποτιμήσουν την έκταση
και το βάθος της - όμως, το ότι όλα μεταβάλλονται είναι σαφέστατο. Πουθενά
ίσως η αλλαγή δεν είναι τόσο έντονη όσο στο χώρο της επικοινωνίας - και ας
μην ξεχνάμε πως το βιβλίο είναι και αυτό ένα μέσο επικοινωνίας και μάλιστα
το πρώτο μαζικό.
---Θα ήθελα να κλείσω αυτή την σύντομη επισκόπηση
με ένα μικρό κείμενο που έγραψα το 1997 - ως πρόλογο για τις πρώτες ιστοσελίδες
του Ελληνικού Κέντρου Βιβλίου:
Ο Νέος Δικτυακός Λόγος
Au fond, voyez-vous, le monde est fait pour aboutir a un beau livre.
(Stéphane Mallarmé)
---Όταν ο Mallarmé είπε αυτή τη φράση, δεν μπορούσε
να υποπτευθεί πως, σε λιγότερο από έναν αιώνα, η ποιητική του παρομοίωση θα
είχε μεταβληθεί σε συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο κόσμος έχει ήδη καταλήξει
σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο απέραντο με δεκάδες εκατομμύρια αναγνώστες. Ένα
βιβλίο που περιέχει οτιδήποτε δημιούργησε και δημιουργεί η ανθρωπότητα: κείμενα,
εικόνες, ήχους - αλλά κυρίως, λόγο, γραπτό λόγο. Το μέγιστο ποσοστό του Internet
είναι λέξεις. "Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο"
- η μεταφορά που έγινε προφητεία.
---Όταν ο Sir Karl Popper χώριζε τον κόσμο σε
τρία (Κόσμος Ι: των αντικειμένων στο χώρο, Κόσμος ΙΙ: ο υποκειμενικός, των
σκέψεων και των βιωμάτων, Κόσμος ΙΙΙ: των δημιουργημάτων) δεν υποψιαζόταν
ότι σε δύο δεκαετίες ο Κόσμος ΙΙΙ θα σελάγιζε πάνω από την ανθρωπότητα σαν
δεύτερο σύμπαν. Περιέχει όλα αυτά που είχε περιγράψει ο φιλόσοφος: Επιστημονικές
θεωρίες και ποιήματα, πίνακες ζωγραφικής και κοντσέρτα, ακόμα και ταπεινά
χρηστικά εγχειρίδια, οδηγίες χρήσεως και χάρτες.
---Φυσικά, σαν δεύτερο σύμπαν, το Διαδίκτυο περιέχει
- όπως και το πρώτο - άφθονα σκουπίδια. Δεν θα κριθεί από αυτά - όπως δεν
κρίνεται η ποίηση από τους κακούς στιχουργούς. Ο επαρκής αναγνώστης μαθαίνει
να δικτυοδρομεί και να αποφεύγει την φλυαρία, την ρυπαρογραφία, την προπαγάνδα.
---Αλλά το πιο ένδοξο πράγμα στο Internet είναι
πως όλοι μπορούν να γράψουν σε αυτό το βιβλίο. Αντίθετα με τα μονόδρομα Μαζικά
Μέσα (ακόμα και το βιβλίο είναι ένα από αυτά…) που μας μεταμορφώνουν σε δέκτες,
στον Παγκόσμιο Ιστό ο καθένας μπορεί να είναι και πομπός. Έχει επέλθει μία
νέα άνθιση του Λόγου, φυτρώνουν εκατοντάδες ατομικά έντυπα, εφημερίδες, βιβλία
και περιοδικά των κυμάτων. Παλιά κλασικά κείμενα διασταυρώνονται με καινούργια,
ανατρεπτικά. Οι κυβερνοποιητές (cyberpoets) είναι οι τροβαδούροι της νέας
εποχής. Με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ξανανθίζει η τέχνη της αλληλογραφίας
---Οι δικτυωμένοι υπολογιστές είναι η μεγαλύτερη
επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού - πολύ πιο σημαντική από
την εφεύρεση της τυπογραφίας. Θα αλλάξουν (ήδη αλλάζουν) τον τρόπο που εργαζόμαστε,
που επικοινωνούμε, που ζούμε. Ξέρω ότι πολλοί βλέπουν με δυσπιστία, ακόμα
και με εχθρότητα αυτές τις αλλαγές. Αλλά ακόμα και αυτοί, δεν θα μπορούσαν
να αρνηθούν την παρουσία του Νέου Δικτυακού Λόγου.
Copyright©Νίκος Δήμου / Από την επίσημη ιστοσελίδα του www.ndimou.gr.
Μάριος Πλωρίτης : Ιεροί Παραλογισμοί
Ο - κατά Χριστόδουλον - ιδανικός άνθρωπος είναι ένα πλάσμα ά-λογο, άκριτο, άβουλο, άλαλο, δουλικό, ένα υποζύγιο.
ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ
δεν είχα καμιά διάθεση να ξανασχοληθώ με τον κ. Χριστόδουλο. Πολύ περισσότερο
που ο κ. Μανώλης Βασιλάκης συνέθεσε έναν ογκώδη τόμο 666 σελίδων, με τίτλο
«H μάστιγα του Θεού», όπου, με αξιοθαύμαστη υπομονή, συγκέντρωσε όλα τα στοιχεία
για τον βίο και πολιτεία του Μακαριότατου, και παραθέτει πλήθος κείμενά του,
που δίνουν όλο το μέγεθος των κοσμοθεωριών του.
----Ομως, ένα νεότερο πόνημά του Αρχιεπισκόπου
(που εκφωνήθηκε στα «Παύλεια» Βέροιας και δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της
Εκκλησίας, 28.6.06), αποτελεί - νομίζω κορυφαίο αριστούργημα του κατηχητικού
λόγου του. Και αξίζει να γίνει γνωστό σε ακόμα πλατύτερους κύκλους. Ιδού:
----«ΤΟ δεύτερο είδωλο του ανθρώπου (μετά τα
φρικαλέα ανθρώπινα δικαιώματα προφανώς) είναι η Λογική»... που «αποτελεί την
τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου».
----Απίστευτο αλλ' αληθές! Πριν προχωρήσει, όμως,
στην πομφολυγώδη ανάπτυξη του αφορισμού του, προσφέρει εν είδει hors d'oeuvre
ένα πελώριο μαργαριτάρι: «Από τον Θωμά τον Ακινάτη (1224-1274) και μετά, ο
δυτικός άνθρωπος επιχειρεί να εξηγήσει με τη Λογική τα πάντα, ακόμη και ό,τι
προφανώς τον υπερβαίνει».
----Αλλ' ακόμα και οι μηδενισθέντες υποψήφιοι
των AEI-TEI, γνωρίζουν ότι θεμελιωτής της τυπικής Λογικής είναι ο Αριστοτέλης
και ότι τα έργα του επηρέασαν καταλυτικά όλη την κατοπινή φιλοσοφία, μεσαιωνική
και νεότερη. Και μάλιστα, ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος Ιμμάνουελ Καντ υποστηρίζει
πως «η Λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα μπρος ή πίσω από τον καιρό
του Αριστοτέλη».1
----Αλλωστε, και ο σπουδαίος θεολόγος και φιλόσοφος
Θωμάς Ακινάτης, στην αριστοτελική διδασκαλία στηρίχτηκε, προσπαθώντας να συνδέσει
τη θεολογία με τη φιλοσοφία. Πώς τα αγνοεί - ή τα αποσιωπά - αυτά ο θεόπνευστος
διδάχος μας;
----ΑΣ έρθουμε όμως, στο corpus του αρχιεπισκοπικού
λιβέλλου, για να ρωτήσουμε: Αν η Λογική αποτελεί την «τραγωδία του ανθρώπου»,
τι είναι εκείνο που εξασφαλίζει την ευτυχία του; Αυτονόητα, το αντίθετο της
Λογικής: η πίστη, το δόγμα, το «πίστευε και μη ερεύνα», ο παραλογισμός. Αυτό,
δηλαδή, που κυριαρχούσε στον Μεσαίωνα και που το σάρωσαν η Αναγέννηση και
ο Διαφωτισμός. Εξ ου, και το αβυσσαλέο μίσος και μένος του Αρχιεπισκόπου εναντίον
αυτών των «Δαιμόνων».
----ΤΟ περίεργο όμως είναι ότι ο κ. Χριστόδουλος,
στα ατελεύτητα κηρύγματά του, μιλάει αδιάκοπα για «ελληνο-χριστιανικό πολιτισμό».
Αλλ' ακόμα κι εκείνος δεν μπορεί να αγνοεί πως ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός,
σε όλες τις εκφάνσεις του (από τη φιλοσοφία ως τις επιστήμες, από την κοινωνική
ως την πολιτική οργάνωση) διεπόταν από τον Λόγο, τη Λογική. Πριν 20 μέρες,
είχα παραθέσει την επιγραμματική διατύπωση του εγκυρότερου μάρτυρα, του Αριστοτέλη:
«Δεν δίνουμε την εξουσία σ' έναν άνθρωπο αλλά στον Λόγο, επειδή οι άνθρωποι
ασκούν την εξουσία για τον εαυτό τους και γίνονται τύραννοι». Οχι μόνο την
πολιτική εξουσία αλλά και κάθε άλλη.
----Πώς, λοιπόν, ο κ. Χριστόδουλος (και πολλοί
συν αυτώ) «παντρεύουν» τον Ελληνικό πολιτισμό που κυριαρχείται από την Λογική,
με την Ορθοδοξία, τον Χριστιανισμό γενικότερα, που βασιλεύεται από την «άγια»
μη-λογική; Δεν είναι αυτό μια γοερή αντίφαση που, αντιστάσεως μη ούσης, χρησιμοποιείται
κατά κόρον όχι μόνο από το ιερατείο αλλά και από πολιτικούς και άλλους αστέρες
των μπαλκονιών και των τηλεοπτικών παραθύρων;
----Πολύ περισσότερο που (κατά τον κ. Χριστόδουλο,
πάντα) η συνέπεια της αφειδούς χρήσης της Λογικής είναι να «αποϊεροποιηθεί
η ζωή». Δηλαδή, ο άνθρωπος και η ζωή του είναι «ιερά», αλλά έρχεται η σατανική
Λογική και γκρεμίζει τα άγια και τα όσια. Ετσι που ο άνθρωπος «καθίσταται
ον πεπερασμένο, χωρίς αξία, χωρίς προορισμό στη ζωή του, μια έμβια μηχανή,
που μπορεί να τη χρησιμοποιεί όπως αυτός νομίζει. Το χειρότερο, δηλαδή, είναι
ότι η φιλοσοφική αντίληψη της Λογικής χρησιμοποιείται και ως όπλο κατά αρχών
και αξιών, που έχουν να κάνουν με την ίδια την υπόσταση του ανθρώπου».
----Ο κ. Χριστόδουλος δεν εξηγεί ποιες είναι
αυτές οι αρχές και αξίες. Αλλά οποιοσδήποτε άνθρωπος με σώας τας φρένας, θα
τον πληροφορήσει πως βασικότατες αξίες του ανθρώπινου βίου είναι η ελευθερία
ζωής, σκέψης, έκφρασης, πράξης, δηλαδή τα ανθρώπινα δικαιώματα, που ο Αρχιεπίσκοπος
κατακεραυνώνει σε κάθε ευκαιρία. Κατ' αυτόν, όμως, η σωτηρία του ανθρώπου
έγκειται στην κατάργηση αυτών των δικαιωμάτων. Οπότε ο άνθρωπος θα ξαναγίνει
αυτό που ήταν κάτω από τυραννικά, ολοκληρωτικά καθεστώτα: μια έμβια μηχανή
(εδώ ταιριάζει ο όρος), χωρίς άλλο «δικαίωμα» παρά να πιστεύει τυφλά και να
υπακούει βουβά τους προφήτες της όποιας πίστης, να εκτελεί αδιαμαρτύρητα ό,τι
εκείνοι του επιτάζουν - και να τους χρυσώνει.
----THN απόδειξη την προσφέρει ο ίδιος σε μια
λίγο νεότερη ομιλία του στην Πολιτιστική Αμφικτυονία των Δελφών, που δημοσιεύεται
επίσης στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας (5.7.06).
----Εκεί κηρύττει ανοιχτό πια και ανελέητο πόλεμο
κατά των ανθρώπινων δικαιωμάτων. «H εκκλησία θα έλθει σε πολλές συγκρούσεις
με το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», προφητεύει. Και στη θέση τους (που
είναι μια «νομική αντίληψη»!) «εκείνη προτάσσει τη διακονία». Και τι εστί
διακονία; Μα η υπηρεσία, η αδιαμαρτύρητη εκτέλεση καθήκοντος που σου ορίζουν
άλλοι, «ανώτεροί σου. Ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα μεθοδεύουν την «κατάργηση
της ηθικής συνείδησης» και μετατρέπουν τον άνθρωπο σε «υποζύγιο του διαβόλου»!
----ΙΔΟΥ, λοιπόν, ο - κατά Χριστόδουλον - ιδανικός
άνθρωπος: ένα πλάσμα ά-λογο, άκριτο, άβουλο, άλαλο, δουλικό, ένα υποζύγιο
(κυριολεκτικά, αυτή τη φορά), που θα συμμορφώνεται ασυζητητί με τα δόγματα
και τους φετφάδες των «πνευματικών» πατέρων του.
----Ετσι και μόνο έτσι θα «ιεροποιηθούμε» όλοι,
και ο Σατανάς, ο «άρχων του κόσμου τούτου», (όπως τον ονομάζει ο Αρχιεπίσκοπος)
θα μεταναστεύσει σε κάποιον άλλον πλανήτη, για να τον «διαβολίσει» κι αυτόν
- εκτός αν βρει εκεί κάποιον άλλον Χριστόδουλο που θα του χαλάσει τα σχέδια...
_________________
1. «Κριτική του Καθαρού Λόγου», B,7.
2. «Διάλογοι», «Βήμα», 2.7.00.
Copyright©Το ΒΗΜΑ 23/07/2006 , Σελ.:
B36 / http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14820&m=B36&aa=2
Κριτική
Βιβλίου από
την Μαρία
Πετρίτση: Σοφία
Νικολαΐδου – Ο Μωβ Μαέστρος (εκδόσεις Κέδρος)
ΗΣοφία
Νικολαΐδου επιστρέφει φέτος με ένα καινούριο βιβλίο από τις εκδόσεις Κέδρος,
που φέρει τον τίτλο «Ο Μωβ Μαέστρος» και ξεκινά με ούριο άνεμο το ταξίδι του
προς τις βιβλιοθήκες μας.
«Ο Μωβ Μαέστρος» είναι η ιστορία της μοναχοκόρης ενός ροκά μπαμπά, πρωτεργάτη
της θεσσαλονικιώτικης νυχτερινής ζωής, που κληρονομεί με το στανιό την επιχείρηση
του πατέρα της και αλλάζει άρδην ζωή. Γύρω της, ως δορυφόροι, κινούνται πολλαπλοί
-σαν κατάγματα- χαρακτήρες που στήνουν τη σκαλωσιά του βιβλίου με μεθοδικό
και εμπνευσμένο τρόπο.
----Μέσα από τη δράση της καθημερινής ζωής, τα
συναισθηματικά γκελ και το πολύπλευρο ψυχολογικό αλισβερίσι μεταξύ των ηρώων
το βιβλίο μας βάζει να περπατήσουμε σελίδα τη σελίδα μέσα σε ένα λογοτεχνικό
μονοπάτι που καταλήγει σε εθνική οδό μυθιστορηματικής απόδοσης.
----Σκάβοντας βαθιά στους τόπους της ανθρώπινης
συνείδησης, η Νικολαΐδου φέρνει το μαχαίρι στο κόκαλο με ευελιξία χειρουργού
και αποφασιστικότητα εκδορέα. Εξιχνιάζει την υπέρτατη Σχέση μεταξύ κοριτσιού
και του πρώτου αγαπώντος προσώπου της ζωής του, δηλαδή του πατέρα, επιχειρώντας
μια τυφλή βουτιά στον κόσμο των συναισθημάτων και, κατ’ επέκταση, των συμπλεγμάτων.
----Με πολύ χιούμορ και με κάποιες σχεδόν κινηματογραφικές
λεπτομέρειες όπως, μεταξύ άλλων, η εξτραβαγκάν γκαρνταρόμπα του τρομερού πατέρα,
η σουρεαλιστική διακόσμηση του νυχτερινού κέντρου, η μουσική επένδυση και
τα χορευτικά του βιβλίου -η Νικολαϊδου ανήκει στο σπάνιο εκείνο είδος συγγραφέων
που κατορθώνουν να ντύνουν τα βιβλία τους με ήχους και μάλιστα στο loud-,
τα τερτίπια της νύχτας και των ανθρώπων της, τα σεντόνια με τις ανθισμένες
παπαρούνες της μαραμένης μητέρας, η συγγραφέας πλέκει τον ιστό του μυθιστορήματός
της χτίζοντας ένα σταθερό έργο που πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την τελευταία
σελίδα του.
----Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Λίζα, βάζει
ένα υποσυνείδητο στοίχημα. Πρόκειται για ένα πεισματικό στοίχημα ικανοτήτων
κι επιβίωσης που έχει ως σημείο εκκίνησης τον κόμπο στις αόρατες κλωστές που
την συνδέουν με τον πατέρα της και τερματίζει ως αποδεικτικό στοιχείο αυτοπροσδιορισμού
και σχέσεων που δρουν απελευθερωτικά.
----Ο θάνατος του «τελευταίου σουλτάνου» αποτελεί
ορόσημο τόσο για την απελευθέρωση αυτής της πολύπλοκης σχέσης, σαν ένα επώδυνο
σπυρί που σπάει και ξερνάει το κακό, όσο και για την πρόκληση ενός είδους
αναμέτρησης με το απτό παρελθόν και με τα άυλα ίχνη που αφήνει πάνω στους
ανθρώπους κάθε σπουδαία σχέση όπως αυτή. Αν κερδηθεί το στοίχημα η Λίζα θα
έχει δικαιώσει τον πατέρα της και θα του έχει απαντήσει έστω και μετά θάνατον,
θα έχει νικήσει το φόβο και θα έχει αποκαταστήσει μια ολέθρια σχέση με τρόπο
ιαματικό.
----Η Μπένια, καταθλιπτική μητέρα που λάμπει
δια της απουσίας της, είναι μια λευκή σκιά. Η ουσιαστική της σχέση με την
κόρη της αποτελείται από αποσπασματικές στιγμές αγάπης που αποτελούν περισσότερο
ονειρικό αντικείμενο αναπόλησης παρά πραγματικό βίωμα. Αν τις βάλουμε τη μια
δίπλα στην άλλη φτιάχνουμε το θολό κολάζ της λύπης και της εγκατάλειψης, που
ενοχοποιεί εσαεί τον πατέρα και βασανίζει επί μακρόν την κόρη.
----Σε αυτό το σημείο, η Νικολαΐδου τσαλακώνει
ευέλικτα το κλασικό ελληνικό μοτίβο της μάνας-ηρωίδας που αψηφά με αυταπάρνηση
τη δυστυχία της προκειμένου να αναθρέψει το σπλάχνο της όσο καλύτερα μπορεί.
Η ανατροπή της παραδοσιακής εικόνας γίνεται απλά, χωρίς κωδωνοκρουσίες και
πλεκτάνες: η πάλαι ποτέ σαγηνευτική κι ατίθαση γυναίκα είναι πλέον μια απούσα
μητέρα γεμάτη ψυχολογικά προβλήματα, σκοτωμένη από τον έρωτα, αδύναμη και
άρα δυστυχής. ----Η σχέση της με τον άντρα της
τσακίστηκε στα ύφαλα της καθημερινότητας και των διαφορών τους κι αυτά είναι
σχεδόν όλα όσα την χαρακτηρίζουν, ως σύγχρονη Έμα Μποβαρύ, μετά την πρώτη
νιότη των πάρτι και της ανέμελης ομορφιάς. Ιδιαίτερα ενδιαφέρων είναι ο τρόπος
με τον οποίο η συγγραφέας δίνει τη χαριστική βολή στο αιώνιο κλισέ. Χωρίς
να προσάπτει κάτι στη μητέρα, ούτε καν την έλλειψη στοιχειώδους προσπάθειας
για επιβίωση, την βγάζει από τον δεδομένο ενήλικο ρόλο της και την παρουσιάζει
σαν ένα αραχνοΰφαντο πλάσμα που απλώς δεν άντεξε την πραγματικότητα κι έτσι
έχασε το παιχνίδι
----Ο ακαταμάχητος μπάρμαν, ο Μωβ, ένα πολύ φιλοσοφημένο
πρεζόνι, είναι πόλος έλξης και λαμπερή πηγή συγκίνησης και γοητείας. Πρόκειται
για έναν ανατρεπτικό χαρακτήρα που παραπέμπει σε τυπικές παζολινικές φιγούρες
άλλων εποχών καθώς περιγράφεται με περιστροφικό και ανακυκλούμενο τρόπο, προσθέτοντας
έτσι ακόμη ένα θαυμαστικό στις τελικές εντυπώσεις του βιβλίου. Με το κράμα
μαγκιάς, ευαισθησίας, κυνισμού και σοφίας που βαφτίζει αυτό το μαγνητικό ήρωα,
η συγγραφέας σκηνοθετεί έντεχνα μια εναλλακτική εικόνα του ιδανικού σύγχρονου
άντρα, την οποία κλονίζει ή επαναφέρει ο ίδιος κατά περίπτωση μέσα από διφορούμενες
συμπεριφορές, αρωματίζοντας την ιστορία με γεύση ζεστού οινοπνεύματος.
----Ο «ψυ» της υπόθεσης είναι ένα από τα πιο
απολαυστικά και έξυπνα σημεία του βιβλίου, που περιγράφεται λιτά, λειτουργώντας
ως εγκεφαλικό background στην ιστορία. Τον βλέπουμε πάντα να καρφώνει με το
βλέμμα το μωσαϊκό κατά τις συνεδρίες με τη Λίζα κάνοντάς της ενοχλητικές ερωτήσεις
που της ανεβάζουν το αίμα στο κεφάλι και ταυτόχρονα την πετάνε σε βαθιά νερά
-εκεί όπου, συχνά, οι σιωπές είναι πιο εύγλωττες κι από τις ίδιες τις λέξεις
και λειτουργούν σωστικά σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης.
----Ο Ρώσος και η μπαλαρίνα είναι ένα σχεδόν
θεατρικό ζευγάρι με απίστευτα βιογραφικά. Θα μπορούσαν να αποτελούν μέλη ενός
μαγικού θιάσου που χώρισε νωρίς. Παρόλο που ο «ψυ» θα έλεγε πως τυχαία πράγματα
δεν υπάρχουν, μια αλλόκοτη συνάντηση, προσχεδιασμένη ίσως από κάποιον από
μηχανής Θεό που πιστεύει στα σκέρτσα του έρωτα, τους ενώνει ξανά. Έτσι, η
ιστορία συνεχίζεται χαϊδεύοντας τα παλιά τραύματα με καθαρό βαμβάκι και ρίχνοντας
νέο φως σε αινιγματικά σκοτάδια καθώς ένα μεταφυσικό, σχεδόν ειρωνικό, παιχνίδι
της μοίρας επιμένει να φέρνει πολύ κοντά δυο ανθρώπους που κανονικά φτιάχτηκαν
για να ζουν χώρια.
----Ο δικηγόρος-σύμβουλος είναι η πιο έντονη
πατρική παρουσία του βιβλίου, παρόλο τον πληθωρικό Ιασίδη. Από τις πρώτες
κιόλας σελίδες καταλαβαίνουμε πως αποστολή του είναι η διάσωση της κληρονόμου
του επιστήθιου φίλου του από τυχόν κακοτοπιές και άστοχες κινήσεις. Καταλήγει
να είναι πραγματικός φίλος, συμβουλάτορας κι εξαιρετικά ανθρώπινος προστάτης
καθώς η σχέση του με τη Λίζα αποδεικνύεται ισάξιου μεγέθους με τη σχέση του
με τον πατέρα της.
----Η λύση του βιβλίου έρχεται ταυτόχρονα με
τη λύση του αινίγματος που προσπαθεί να εξερευνήσει η Λίζα και που της προσφέρεται
σαν πρωτοχρονιάτικο δώρο σταλμένο από τον ουρανό, σαν κλειδάκι κρεμασμένο
σε κοριτσίστικο καρπό, που ανοίγει τις πόρτες της αυτογνωσίας και της διαπίστωσης
μιας γενετήσιας μοναξιάς που κάνει παρέα στους ανθρώπους μέχρι το τέλος της
ζωής τους.
----Η πλοκή του βιβλίου είναι έντεχνα δομημένη,
υπάρχει δυνατή δράση, καταστάσεις που εναλλάσσονται κι εμπλουτίζονται με νέα
στοιχεία, ενώ η δημιουργία έντονου συναισθήματος, καθ’ όλη τη διάρκεια της
ανάγνωσης, παραμένει αμείωτη για τον αναγνώστη. Η συγγραφέας, με λεκτικά και
νοηματικά ζιγκ ζαγκ, καθιστά τους ήρωές της οικείους, αναγνωρίσιμους, συμπαθείς.
Οι αντιθέσεις των χαρακτήρων, τόσο εσωτερικά όσο και ως προς την κοινωνική
έκφρασή τους λειτουργούν ως ευχάριστη ίντριγκα ταυτοπροσωπίας και εμβαθύνουν
στην πολυπλοκότητα των ηρώων με καλοζυγισμένο και στέρεο τρόπο. Πίσω από την
καλοφροντισμένη σκληράδα τους διακρίνεται η γλυκύτητα και πίσω από την επιφανειακή
αδιαφορία και τον κυνισμό τους ξεπροβάλλει μια αδήριτη ανάγκη για αγάπη και
αποδοχή.
----Το ύφος της Σοφίας Νικολαΐδου, που πλέον
καθίσταται όλο και πιο σαφές και χαρακτηριστικό του έργου της, καλλιεργείται
συνεχώς, κατασταλάζοντας στην αρτιότερη μέχρι σήμερα μορφή του στο Μωβ Μαέστρο.
Η τεχνική με την οποία αναπτύσσει το θέμα της στηρίζοντας το σκελετό του σε
διαδοχικούς ομόκεντρους κύκλους και κεντώντας το με ψιλή βελονιά από την αρχή
μέχρι το τέλος του βιβλίου λειτουργεί ενδεικτικά ως προς τη γενικότερη πορεία
της συγγραφέως βάζοντας, κατά συνέπεια, τον πήχη της αναγνωστικής προσμονής
ακόμα υψηλότερα.
Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες / maria_petritsi@yahoo.com
annaTi: 2 ποιήματα
Στις ονειρεμένες αστρικές δημιουργίες
Στις ονειρεμένες αστρικές δημιουργίες
στου ασυνείδητου ενστίκτου τη μνήμη
γράμματα θαρρείς πως σέρνονται,
πίσω από τις λέξεις…
τα νοήματα, υπερκορεσμός του μέλλοντος.
Μ’ ένα μολύβι μαύρο χαράζεις σπείρες
σπείρες άρρυθμες, άτακτες, απειλητικές…
συρματοπλέγματα θαρρείς ηλεκτροφόρα
το στρατόπεδο φυλούν της θάλασσας…
κι εσύ; τί κάνεις εσύ;
Χέρια που άγνωστες φορούν εκφράσεις
τάχα ν’ απλώνονται, να πέφτουν, να γελούν
ή μήπως σφίγγουν τα μάτια στις παλάμες…
κάπως, να πάψουν να βλέπουν τις υφές,
τα νήματα, που τόσο άκομψα, δημόσια
αφένονται και ερωτοτροπούν…
Ω, άγιο χέρι ξένο, που δεσμούς επιβάλλεις
κι ω, άγια επιλογής απόγνωση,
στη θάλασσα μόνιμα ή στην ξηρά για πάντα,
τον σαρκασμό, ακόμη δεν τον έμαθες,
πως οι σπείρες ορισμένος είναι τόπος σου
‘κει μέσα ζεις και ανασαίνεις ξηρά κι αφρό•
στις ονειρεμένες αστρικές δημιουργίες
στου ασυνείδητου ενστίκτου τη μνήμη
γράμματα καθώς θωρείς να σέρνονται,
πίσω από τις λέξεις…
…τα νοήματα, σ’ ένα του μέλλοντος, ίζημα
*
Οι λέξεις πάλι,
…με φόρα σύρθηκαν στον πάγο πάνω και γδάρθηκαν•
στου δέρματός τους την απένδυση, τη σάρκα άφησαν
έκθετη, ωμή, με τους χυμούς της να γυαλίζουν•
διάλυμα από δηλητήριο και αίμα…
Όταν το σύρσιμο σταμάτησε
και πληγιασμένες σηκώθηκαν,
βρήκαν πάλι πρόφαση και λόγο,
να πουν πως κανένα ατύχημα
δεν έγινε…
και άρχισαν να καμώνονται πως περπατούν δίχως πόνο…
και άρχισαν να καμώνονται πως εσύ δεν είδες καλά…
και πως το απεχθές ατύχημα, το εμπρός των οφθαλμών σου
δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια οφθαλμαπάτη…
μια οπτασία των δικών Σου τρίσβαθων επιθυμιών
στην παγωμένη Σου την στέπα…
Μα εσύ,
που ξέρεις πως τα ζωώδη σου ένστικτα,
αναίμακτες ποθούν τις λέξεις, γελάς•
με την πονηριά, ετούτης της συγκάλυψης...
και καθώς στο γέλιο σου καταλογίζεται
το σαρκοβόρο του ωμού,
-από τις υποδόρια δολοφόνες λέξεις-
αυτό, ανοίγει να γκριμάσει, ακόμα πιο πολύ
και αρχινά να γίνεται ακόμη πιο πλατύ
και ακόμη πιο τρανταχτό…
Ξέρεις, το δηλητήριο, διαβρώνει…
και εύκολα πολύ, χαράσσει χαμόγελα…
-ακόμη και στους βράχους-
Copyright©annaTi
Νίκος Βλαχογιάννης: Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια.
Σπίτια
χαμηλά, ζωές ισόγειες, δρόμοι ακόμη στο χαλίκι και το χώμα, γυναίκες που σκουπίζουν
τις αυλές, παιδιά μαθημένα στο ξύλο και το παιχνίδι στις αλάνες. Οι άντρες
μυρίζουν ιδρώτα και τσιγάρο, μιλάνε λίγο και υποκρίνονται ότι εννοούν πολλά
πίσω από τα σκληρά τους βλέμματα. Οι γυναίκες περνούν τις μέρες με το λερό
φουστάνι, τη ρόμπα με τα παράσημα της λάτρας. Τις Κυριακές πλένουν τα μαλλιά
τους, ευωδιάζουν λεβάντα, ντύνονται το μοναδικό καλό τους φόρεμα και βάζουν
στο γκάζι το καλό φαί της εβδομάδας.
----Ατραξιόν της γειτονιάς, το Σινέ Αφροδίτη,
με μια ταμπέλα-κράχτη για όνειρα αμερικάνικα, γαλλικά και πότε-πότε ελληνικά.
Ιδιοκτήτες, μια οικογένεια από τον Πόντο που αντάλλαξε τα προικιά της προσφυγιάς
της, με την αγάπη του θεάματος. Άντρας, γυναίκα και δύο παιδιά, οι απόστολοι
του νεωτερισμού, σε μια γειτονιά που διψάει για ξένο δάκρυ, δανεικό πάθος,
κλεμμένη λάμψη, για να ξεφεύγει απ’ την καθημερινότητα του χωματόδρομου. Ο
Θοδωρής, στα 14, φορτώνει τις μπομπίνες στη μηχανή προβολής, κόβει εισιτήρια,
κάνει τα πρώτα του κλεφτά τσιγάρα κρυμμένος στις μπροστινές θέσεις του σινεμά,
όσο οι δικοί του πουλάνε ψεύτικη ζωή στους θαμώνες-γείτονες. Το μυαλό του
καταγράφει ασπρόμαυρες περιπέτειες, τα πρώτα έγχρωμα φιλιά, ονόματα-μύθους
ενός κόσμου χιλιάδες μίλια μακριά από τη ζωή του. Αδυναμία του, οι άντρες
πρωταγωνιστές που κινδυνεύουν ατσαλάκωτοι, μιλούν βαριά κι ασήκωτα ακόμη και
στις πιο αδύναμες στιγμές τους και πάντα, μα πάντα, κερδίζουν τα φράγκα και
το κορίτσι.
----Στο φεγγοβόλημα του πανιού, με τις ακτίνες
από τη μηχανή προβολής να σχίζουν τη νύχτα πάνω από το κεφάλι του, ο Θοδωρής
θα δει καθισμένο στην πρώτη σειρά το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια. Κόρες διεσταλμένες,
στυλωμένες σε έναν κόσμο ιριδίζοντα, μυρωδιά από νύχτα ιδρωμένη, δέρμα ανυποψίαστο.
Το Κουρδιστό Πορτοκάλι κυματίζει στο πανί βία ξενόφερτη, μακρινή, άγνωστη-σώματα
παραδομένα στα ένστικτα, μάσκες λιγότερο σκληρές από τα πρόσωπα που κρύβουν.
Είναι μικροί για να καταλάβουν. Είναι μεγάλοι για να νιώσουν. Ο φακός θα σβήσει,
η νύχτα θα ανάψει, η γειτονιά θα επιστρέψει στη φτώχεια της-ήσυχη στην ασφάλεια
του τίποτα. Ο Θοδωρής θα κρατήσει τη μυρωδιά του μικρού, στον ύπνο του θα
πει ψέματα, μα το πρωί θα σηκωθεί με τη γεύση του ανεκπλήρωτου στο στόμα του.
----Φυλλώματα πυκνά, κλαριά που σπάνε στη ζέστη
του μεσημεριού, στρώμα οι πευκοβελόνες και πάνω ένα σύμπαν από πέτρες στοιβαγμένες
να θυμίζουν σπίτι. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια, μικρός θεός στα 10 του, στήνει
ουρανό κι αστέρια κατά τη θέληση του. Βαπτίζει στερεώματα με οικεία ονόματα,
κάθε δωμάτιο κι ένα άλλο παιδικό πρόσωπο, κάθε κρεβάτι κι ένα παραμύθι που
ακόμη δεν τέλειωσε. Στο σύμπαν που πλάθει τα μυστικά τα κρύβει η μέρα, και
τις αλήθειες τις φέρνει στο φως η νύχτα. Έτσι αντίστροφα κινείται ο κόσμος
στο μυαλό του. Αυτή τη φιγούρα που άμα θέλει φέρνει τον κόσμο τούμπα, θα αντικρύσει
ο Θοδωρής μπαίνοντας στο πέτρινο σύμπαν. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα δει
στα μάτια του τις σκιές των ηρώων που θέλει να ζήσει ο Θοδωρής, το σώμα του
θα γίνει καθρέπτης που θα ραγίσει στη βία του. Αγκάλιασμα πρόωρο. Σιωπή. Χέρια
που σφίγγουν αντί να χαϊδεύουν. Λάθος. Φιλί στυφό. Σιωπή. Δαγκώματα στο στέρνο.
Λάθος, κι ύστερα πάντα σιωπή.
----Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα αφήσει το
παρόνομα του να σκουριάσει εκεί, κάτω από τα πεύκα. Δεν θα φτιάξει ποτέ ξανά
κόσμους, ουρανός κι αστέρια θα μείνουν μισά στο μυαλό του, το πέτρινο σύμπαν
θα το παρασύρει η βροχή της ηλικίας. Ο Θοδωρής και η οικογένεια του θα φύγουν
πολύ σύντομα, αφήνοντας τη γειτονιά χωρίς όνειρα, στο έλεος του χωματόδρομου.
Αργότερα θα συναντηθούν τυχαία στο λεωφορείο της τοπικής γραμμής. Γαντζωμένοι
στο ίδιο χερούλι, θα αφήσουν τη σιωπή να πάρει το λόγο. Αυτή τη φορά κανένα
λάθος. Γαντζωμένοι στην ίδια στιγμή, θα πάρουν επιτέλους εκδίκηση για το λυγμό
που κάποτε τους ένωσε!
Copyright©Νίκος Βλαχογιάννης
Πάνος
Ζέρβας : Στη λοκάντα του μπάρμπα
Γκιουζέπε
Θεατρικός μονόλογος
Φέτος
μπήκε νωρίς ο χειμώνας σ’ όλο το βασίλειο και σ’ ολόκληρη την Ιταλία, καθώς
μου λένε οι ταξιδιώτες. Σε μας εδώ, όχι μονάχα στην Πιστόγια αλλά σε όλα τα
χωριά τριγύρω, αρχές Δεκεμβρίου ακόμα και μας έχει σαπίσει η βροχή. Χιόνισε
κιόλας δυο φορές, αλλά ευτυχώς δεν το έστρωσε… Δεν έφτανε ο πόλεμος και τα
σούρτα φέρτα με τους καρμπονάρους και τους Αυστριακούς – που κακιά ώρα να
τους εύρει και να μη βρίσκουν δρόμο να γυρίσουν στον τόπο τους, οι αγριάνθρωποι…
Τρεις φορές περάσαν αποδώ φέτος και ακόμα αυτό το έρημο και σκοτεινό 1821
δεν τελείωσε… Χτυπάω ξύλο, μη σώσουν και ξανάρθουν!
Αχ, μονάχα το καλοκαίρι είναι για τη φτωχολογιά και για τις λοκάντες. Ποιος ταξιδεύει χειμωνιάτικα; Μαριάννα, έλα κορίτσι μου από δω… Ρίξε δυο κούτσουρα στο τζάκι γιατί κοντεύει να σβήσει, γέμισε και μια κανάτα από το βαρέλι με τo κόκκινο σημάδι, φέρε μας και λίγα καρύδια, λίγες σταφίδες… Άντε γεια σου…
Λοιπόν, εντιμότατε και ευγενέστατε φίλε μου, βλέπεις, απόψε πελατεία δεν έχουμε, ακόμα και οι μπεκρήδες της Τοσκάνης φοβήθηκαν τον καιρό. Αφού δεν έχει μεροκάματο, ας καθίσουμε κι εμείς οι παλιοί συμπολεμιστές να πιούμε ένα ποτηράκι σαν άνθρωποι… και να σου πω τα καθέκαστα, τι έγινε χθες το βράδυ δηλαδή.
Κάτσε, ντε… συλλογιέμαι από πού να ξεκινήσω… Ας ξεκινήσουμε καλύτερα μ’ ένα ποτηράκι από το κοκκινέλι, είναι από το αμπέλι του Σαλβατόρε, του κουνιάδου μου. Αυτό το βαρέλι το κρατάω για την αφεντιά μου και για εκλεκτές προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας των πραματευτάδων καθώς ελόγου σου… χαχαχα… Μαριάννα, βρεγμένα ήταν τα κούτσουρα που έβαλες στο τζάκι; Μας φλόμωσε η κάπνα ρε παιδάκι μου… Κερνάς ταμπάκο; Ε, θα πάρω μια τσίκα, ο γιατρός μας ο ντοτόρε Μαντοβάνι, που τονε λέμε ντοτόρε Χάροντα, χαχα, μας κάνει κήρυγμα κάθε φορά να ρουφάμε πολύ ταμπάκο, κάνει καλό λέει στους χυμούς του οργανισμού, τους ραφινάρει. Τώρα τι σόι ραφινάρισμα κάνει, ο Θεός και η ψυχή του, αλλά τι να πω ο φτωχός, εγώ ένας αγράμματος γέρος είμαι, κι ας έχω την καλύτερη λοκάντα σ’ ολάκερη την Τοσκάνη, υπακούω λοιπόν στις διαταγές του ντοτόρε του Χάροντα. Α, να και τα καρυδάκια με τις σταφίδες. Ο καλύτερος μεζές για το κρασάκι, συμφωνείς;
Λοιπόν, χθες το σούρουπο δεν έβρεχε με τα κανάτια όπως τώρα, αλλά έριχνε εκείνο το μπίρι μπίρι το σιγαλό, που σου τρυπάει τα κόκαλα και σου γανιάζει την ψυχή… Είχα εννιά ταξιδιώτες, ήταν και καμιά δεκαριά ντόπιοι και τα πίνανε, πιασμένα όλα τα τραπέζια μου, δόξα σοι ο Θεός… Ξέρεις τώρα, εγώ την άμαξα που έρχεται την καταλαβαίνω μια λεύγα μακριά, που λέει ο λόγος, μόλις στρίψει από το μοναστήρι της Σάντα Ντομένικα. Χθες όμως δεν κατάλαβα τίποτα, θες γιατί είχα ξεγνοιάσει πως άλλος μουστερής δε θα έρθει, θες η φασαρία που γινόταν εδώ μέσα – τραγουδάγανε κιόλας ο μαστρο – Φίλιππος με τον κάλφα του, τους ξέρεις, ε; ο νεαρός παίζει και μαντολίνο, όχι σαν κι εμένα βέβαια, αλλά εγώ που να προφτάσω, είχα δυο κότες στη σούβλα και στο τσουκάλι έβραζε το χοιρινό με τα σέλινα, τα κανάτια πηγαινοερχόντουσαν, έτρεχε η Μαριάννα, έτρεχε κι ο μικρός ο Τζίνο, ναι εκείνος με τα πεταχτά αυτιά, χαχα, μόλις ταχτοποίησε τα άλογα και τις άμαξες, μέχρι κι ο μαστρο – Νικόλας, ο καλός πεταλωτής, σηκωνόταν από την παρέα του και έβαζε ένα χέρι στο σερβίρισμα, να προλάβουμε να ταΐσουμε και να ποτίσουμε τόσον κόσμο… Αχ, από τότε που έχασα την Κουϊρίνα μου, ζοριζόμαστε όταν πλακώνει πολλή δουλειά… όχι ότι ήταν η γυναίκα μου, αλλά τέτοια λοκαντιέρα δεν υπήρχε σ’ ολάκερη την Ιταλία! Η Μαριάννα, ε, καλή είναι, αλλά που να της παραβγεί…
Τι έλεγα; Α, ναι, για την άμαξα που έφτασε χθες το σούρουπο. Είχα γυρισμένη την πλάτη και γύριζα τη σούβλα με τις κότες, ξαφνικά εκεί που γινόταν τόσος ντόρος, απόλυτη ησυχία. Κι αμέσως κατόπι, φτάνει ως τον ιδρωμένο μου σβέρκο το αεράκι απέξω. Στρέφω, τι να δω; Μια σινιόρα, σινιορίνα μάλλον, στεκόταν στην πόρτα και πίσω της ένας μπάρμπας. Ψηλή, μελαχροινή, σπαθάτη… μ’ ένα πρόσωπο που τέτοιο θα ήταν της Μαντόνας – συχώραμε Μαντόνα μου… Έκανε ένα βήμα, μπήκε κι ο μπάρμπας μέσα, έκλεισε την πόρτα. Τα ρούχα τους έσταζαν, στο χωματένιο μου πάτωμα έγινε μια μικρή λίμνη… Έριξα μια ματιά στην πελατεία – άλλος στεκόταν με το ποτήρι στο χέρι κοκαλωμένος, άλλος κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα, ο κάλφας του μαστρο – Φίλιππα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, γιατί ετοιμαζόταν να βγάλει μια κορώνα – αμόοοοορε μίο…- όταν ένοιξε η πόρτα.
Έβγαλα μια κραυγή, γιατί κάηκα, καθώς κρατούσα τη σούβλα και έτρεψα να δω, το χέρι μου πήγε προς τη φωτιά, χωρίς να το καταλάβω. Του έβαλα μετά κομπρέσα κρεμμυδόψωμο ποτισμένο με κρασί και το έδεσα, αλλά ακόμα με πονάει, το άτιμο…
Σιγά σιγά ξαναγύρισε η φασαρία στη λοκάντα, αλλά τώρα πιο σιγαλά, λες και φρόντιζαν όλοι να μην ενοχλήσουν την αριστοκράτισσα σενιορίνα. Κόπηκε και το τραγούδι και το μαντολίνο… Ο Τζίνο έτρεξε να νοιαστεί τα άλογα και την άμαξα, έκανα νόημα και ήρθε ο μαστρο –Νικόλας κι έπιασε τις κότες. Οι ντόπιοι συμπτύχθηκαν κι ελευθέρωσαν ένα τραπέζι, μπροστά στο τζάκι. Έτρεξα ως την πόρτα και μετά τους οδήγησα στο άδειο τραπέζι. Η σενιορίνα και ο μπάρμπας κάθισαν στα ξύλινα σκαμνιά, άκρη άκρη, όπως κάθονται οι αριστοκράτες όταν βρεθούν σε περιβάλλον λαϊκό, τα είδαν και μες τη λίγδα – είναι αλλιώς μαθημένοι, με τα μαξιλάρια τους, με τα λινά τραπεζομάντηλα… Φως φανάρι, ήταν έξω από τα νερά τους…
Η σινιορίνα με κοίταξε ίσα στα μάτια, αχ εκείνα τα ματόκλαδα, και κείνες οι λίμνες οι σκούρες και λαμπερές, αχ και να ήμουνα νέος και πλούσιος… και να μην είχα λογοδοθεί ακόμα με την Κουϊρίνα… και με ρώτησε με μια φωνή ανήσυχη αλλά και αποφασιστική, αν αυτή εδώ ήταν η λοκάντα του σινιόρ Γκιουζέπε Μπρατσιόλι, κι αν εγώ ήμουνα ο σινιόρ Γκιουζέπε. Μόλις το επιβεβαίωσα μου λέει: «Φέρτε φαγητό και κρασί για τον σινιόρ Σεμπαστιάνο και όταν βρείτε λίγο καιρό ελάτε γιατί θέλω να σας μιλήσω». Είχα μείνει στήλη άλατος, σαν τη γυναίκα του Λωτ ένα πράγμα, αλλά είπα «εσείς είστε μούσκεμα, θα πουντιάσετε για τα καλά… δεν αλλάζετε πρώτα – και τα λέμε μετά;». Η σινιορίνα απάντησε πως δεν είχε μαζί της άλλα ρούχα. Γύρισα και φώναζα τη Μαριάννα – και σε ένα λεπτό η σινιορίνα Αλμπέρτα Ρινάλντι, έτσι τη λένε, ακολουθούσε την ξαφνιασμένη Μαριάννα στο γιατάκι της, εγώ έπιασα να μοιράζω κανάτες στα τραπέζια – και μία στο σενιόρ Σεμπαστιάνο που δεν είχε ανοίξει το στόμα του, αλλά την καλοδέχτηκε - ο μάστρο – Νικόλας έμεινε να γυρνάει τις κότες. «Καλύτερα πεταλωτής, παρά ταβερνιάρης, ε, μάστορα;» του φώναξα καθώς τον έβλεπα να ασκοφυσάει μπροστά στη φωτιά. Η λοκάντα σείστηκε από τα γέλια, τώρα που η σινιορίνα Ρινάλντι δεν ήταν μπροστά, ξαναβρήκαν όλοι τα χούγια και τα φυσικά τους. Το μαντολίνο ξανάρχισε να παίζει.
Είχα σκάσει από την περιέργεια, αλλά έπρεπε να περιμένω – δε μπορούσα να παρατήσω την πελατεία νηστική εκείνη την ώρα για να ταΐσω μιαν ώρα αρχύτερα την περιέργειά μου… Ήρθε ξανά, ντυμένη χωριατοπούλα αυτή τη φορά, χωρίς καπέλο, με τα μαύρα σγουρά μαλλιά στεγνωμένα και δεμένα πρόχειρα να φτάνουν ως τη μέση, ως και τη μπροστέλα της Μαριάννας φορούσε… κι ήταν, Μαντόνα μία, ακόμα ομορφότερη… αλλά, ας μη τα λέω αυτά και κολάζομαι, χήρος άνθρωπος…
Ε, ναι, μελαγχόλησα… Ένα τέτοιο όνειρο, σαν την Αλμπέρτα, ονειρευόμουνα όλη μου τη ζωή – επί Κουϊρίνας στα κρυφά, εννοείται… και το είδα αυτό το όνειρο ζωντανό τώρα που είμαι γέρος –σχεδόν – και φτωχός –σχεδόν, επίσης… Άντε, εβίβα, να συνεχίσω την ιστορία – ή μήπως νύσταξες και θέλεις να πας να πλαγιάσεις;
Α, έλεγα κι εγώ μήπως νύσταξες…
*
Οι ταξιδιώτες ανέβηκαν στις κάμαρές τους, οι μισοί ντόπιοι φύγαν, οι υπόλοιποι εξακολούθησαν να πίνουν – τους περιποιότανε η Μαριάννα. Ήρθε επιτέλους η ώρα να ακούσω τι ήθελε από μένα η σινιορίνα Αλμπέρτα. Αυτό που άκουσα, δεν το περίμενα: «Την πρωτομαγιά που μας πέρασε ήταν εδώ ένας ψηλός, γεροδεμένος νέος, ο Φραντσέσκο Μπενεντέτι. Έμεινε για τη νύχτα και, όπως μου είπαν, το πρωί σκοτώθηκε…». Η κοπέλα σταμάτησε να μιλάει. «Αν επιτρέπετε» είπα, «τι σας ήταν εσάς ο μακαρίτης;». Είδα τα χείλη της Αλμπέρτας να τρέμουν, και μια χοντρή στάλα δάκρυ φάνηκε στα μάτια της… Δαγκώθηκα. Η ανάμνηση του Φραντσέσκο με πόνεσε, σα να έβαζα ξανά το καμένο μου χέρι στη φωτιά… «Συχωρέστε με σινιορίνα, δεν ξαναρωτάω…» μουρμούρισα. «Τι θέλετε να σας πω;»
Η Αλμπέρτα σκούπισε τα μάτια της και είπε με σιγανή φωνή: «Πρώτα πρώτα αν είναι αλήθεια πως αυτοκτόνησε – ή μήπως τον σκότωσαν…». Απάντησα αμέσως: «Σας ορκίζομαι, σινιορίνα, σε ό,τι έχω ιερό, στο όνομα της γλυκιάς Μαντόνας, εκείνος ήταν που έδωσε τέλος στη ζωή του!». Η Αλμπέρτα έβγαλε έναν αναστεναγμό, χαμήλωσε τα μάτια και έκανε το σημείο του σταυρού. «Ο Θεός ας τον συγχωρήσει…» μουρμούρισε. Σήκωσε ξανά το κεφάλι, ήρεμη πλέον και μου είπε: «Σινιόρ Γκιουζέπε, ρωτήσατε πριν τι τον είχα τον Φραντσέσκο… Ήμαστε μαζί, στη Φλωρεντία, δυο χρόνια πάνε από τότε που… Ο Φραντσέσκο ήταν από οικογένεια πλούσια, μορφωμένος, ποιητής… ήταν όμως και καρμπονάρος, από τους αρχηγούς στη Φλωρεντία. Εκείνες τις μέρες, 16 με 21 Απριλίου, η αστυνομία αποφάσισε να τους συλλάβει και να τους εξοντώσει, είχε τα ονόματά τους, από προδοσία - και τους παρακολουθούσε από το Φλεβάρη κιόλας, όπως μου είπε ένας φίλος του Φραντσέσκο, ποιητής κι αυτός, ο Ανδρέας Κάλβος από το Τζάντε, τη μέρα που έφευγε εξόριστος για την Ελβετία…»
Η Αλμπέρτα σταμάτησε για λίγο, να βρει την ανάσα της και συνέχισε: «Μόλις άρχισαν οι συλλήψεις, ο Φραντσέσκο κατάλαβε τι τον περιμένει και πρόλαβε να εξαφανιστεί. Εμένα δε με συνάντησε πριν φύγει, άφησε όμως ένα μήνυμα στην αδερφή του, ότι θα επιστρέψει μόλις μπορέσει και πως με αγαπάει… Τους άλλους τους δίκασαν κιόλας, οι περισσότεροι καταδικάστηκαν σε θάνατο και περιμένουν μελλοθάνατοι, στα κάτεργα… Ο Ανδρέας ήταν τυχερός, επειδή είναι από το Τζάντε και έχει την Αγγλική υπηκοότητα… γι’ αυτό προτίμησαν να τον εξορίσουν, παρά να μπλέξουν με τους Εγγλέζους… Για το Φραντσέσκο όμως, δεν ξέραμε τίποτα, αν ζει, αν πέθανε… Ώσπου χθες μόλις έμαθα από κάποιον στη Φλωρεντία ότι είχε αυτοκτονήσει την Πρωτομαγιά, για να μην τον συλλάβουν… Δεν ήθελε να μου πει που συνέβησαν αυτά, αλλά στο τέλος μου είπε για τη λοκάντα στην Πιστόγια, έξω από την πύλη της Λούκας… κατάφερα να πείσω τον σινιόρ Σεμπαστιάνο, είναι θείος μου ξέρετε, αδερφός της μητέρας μου, να ξεκινήσουμε αμέσως…»
Κοίταξα το σινιόρ Σεμπαστιάνο, που κούνησε το κεφάλι επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα της ανηψιάς του, αλλά δεν είπε κουβέντα, ούτε τούτη τη φορά. Η Αλμπέρτα πήρε πάλι το λόγο και είπε, χωρίς να διστάσει: «Ήμουν σίγουρη ότι τον είχαν σκοτώσει, ίσως οι Αυστριακοί, σε κάποια από τις μάχες που έγιναν… Διάβαζα κάθε μέρα στις εφημερίδες τους καταλόγους των νεκρών καρμπονάρων, μήπως δω τ’ όνομά του, αλλά μάταια… Τώρα ζητώ από εσάς, σας εξορκίζω στο όνομα της Μαντόνας, σινιόρ Γκιουζέπε, σας ικετεύω, σας φιλώ τα χέρια -να μου πείτε με κάθε λεπτομέρεια πως πέθανε και μετά, αν γνωρίζετε, να μου δείξετε τον τάφο του. Αλήθεια, τον έθαψαν;» Η φωνή της έσπασε, με τις τελευταίες λέξεις. «Ησυχάστε» της είπα, «εγώ ο ίδιος τον έθαψα. Θα σας πάω στον τάφο του αύριο το πρωί, μόλις φωτίσει». Η κοπέλα φάνηκε να ησυχάζει λίγο.
Δε μπόρεσα να μιλήσω αμέσως… είχα ταραχτεί πολύ – και τώρα ακόμα που μιλάμε οι δυο μας, καλέ μου φίλε, είμαι ταραγμένος… τέτοια νιάτα – τριανταπεντάρης ήτανε - τέτοια ομορφιά, τέτοια λαμπερή ζωή, όλα χαμένα άδικα, με μια σφαίρα… μας τελείωσε και το κρασί… Μαριάννα, φέρε μας ένα κανατάκι ακόμα… Αχ…
*
Όταν βρήκα την ισορροπία μου, άρχισα να εξιστορώ στην Αλμπέρτα και το σιωπηλό σινιόρ Σεμπαστιάνο: «Από την πρώτη στιγμή που τον είδα κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον ταξιδιώτη. Έφτασε μ’ ένα ψαρί άλογο που δε μπορούσε σχεδόν να το κουμαντάρει – αργότερα αποκαλύφτηκε πως το είχε αρπάξει από το χωριουδάκι του Σαν Μιγκέλε, τρεις λεύγες από δω. Ωστόσο είχε λεφτά, ένα πουγκί γεμάτο χρυσά βενέτικα… Κουβαλούσε όλο κι όλο δυο πέτσινες τσάντες, δεμένες μεταξύ τους, από ακριβό δέρμα και καλό τεχνίτη. Κι ήταν με το πουκάμισο…» Κοίταξα την Αλμπέρτα δισταχτικός: «Μη με παραξηγήσετε σινιορίνα, αλλά τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά, έχουνε δει πολλά τα μάτια μου… Στην αρχή νόμισα πως ήταν ληστής, αλλά δεν ταίριαζε… Μετά, είπα θα είναι κανένας αριστοκράτης φυγόδικος, θα σκότωσε την πεθερά του, με το συμπάθιο, και κρύβεται… Μετά είδα τις δυο πιστόλες που είχε περασμένες στη ζώνη, απομέσα από το πουκάμισο και …δεν είπα τίποτα, σκέφτηκα ας πάω με τα νερά του, ώσπου να φύγει και να πάει στην ευχή του Θεού… Ζήτησε φαΐ και μια κάμαρα, αυτά που έχουμε εδώ, δηλαδή…»
Θα με ρωτήσεις τώρα εσύ, γιατί δεν ειδοποίησες την αστυνομία μόλις τον είδες έτσι, αρματωμένο και –φως φανάρι!- φυγόδικο και μ’ ένα άλογο που δεν ήταν δικό του; Ε, δε μου πήγαινε η καρδιά… Φοβόμουνα κιόλας, αλλά υπολόγιζα αν τυχόν με ρωτούσαν γιατί δεν τον μαρτύρησα να έλεγα πως με φοβέρισε με τις πιστόλες… Είπα, το λοιπόν, στη σινιορίνα Αλμπέρτα πως αν θέλει μπορούμε ν’ ανεβούμε σ’ εκείνη την κάμαρα, κατά τύχη ήταν άδεια χθες το βράδυ.
Πήρα που λες ένα λυχνάρι και μπήκα μπροστά, ακολουθούσαν η Αλμπέρτα και ο σινιόρ Σεμπαστιάνο. Φτάσαμε πάνω, είναι η κάμαρα η ακριανή, που το παραθύρι της βλέπει στην Ανατολή – την κρατάω πάντα τελευταία ή τη δίνω σε κανέναν μεγαλέμπορα – για να χρεώσω κι εγώ κάτι παραπάνω, εσάς τους μικρούς πραματευτάδες σας βάζω στις άλλες, χαχα… Αχ… Γύρισα το κλειδί και άνοιξα. Έκανα δυο βήματα προς τα μέσα, η Αλμπέρτα προχώρησε θαρρετά. «Εδώ ήταν» είπα. «Μόλις δείπνησε ανέβηκε και σε λίγο βγήκε στις σκάλες και με φώναξε. – Μπάρμπα Γκιουζέπε, μου είπε, με λένε Φραντσέσκο Μπενεντέτι, είμαι καρμπονάρος και με κυνηγάει η αστυνομία σε δύση και ανατολή. Αν με πιάσουν θα με στείλουν στην κρεμάλα ή θα σαπίσω στα κάτεργα… Α
.
.