.

.
   Μάρτιος - Απρίλιος - Μάιος 2007 ( 17 )  www.stachtes.com        

απόψεις, κριτική, ματιές, επεμβάσεις

i) αγριμολόγος...(ο): (απουσιάζει) ii) Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Σάκης Σερέφας: Θα γίνω ντιζέζ iii) Μνήμη. Βενιαμίν Λέσβιος (1759/1762-1824) iv) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Pervigilium Veneris v) Δοκίμιο. Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Αρχαία ελληνικά, η θαυματουργή γλωσσική... φραπελιά! vi) Άποψη. Κώστας Κουτσουρέλης: Μυθιστόρημα και αγορά vii) Οδός Ευρυπίδου. Σωτήρης Παστάκας: ήθη και έθιμα της αγοράς - Περικλής Κοροβέσης, Πολιτισμική Αριστερά viii) Ξεχωρίσαμε στον Έντυπο Τύπο. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μιλάει για την «Επιθεώρηση Τέχνης», τη μετεμφυλιακή Αριστερά, τις αναζητήσεις του τότε, τα λάθη του σήμερα ix) Μόνιμη συνεργασία Περιοδικό HETERON ½: Θόδωρος Γρηγοριάδης : «Cafe Beckett»

λογοτεχνικά κείμενα

x) Σωτήρης Σελαβής xi) Σοφία Νικολαΐδου xii) Δημήτρης Μανής xiii) Φαίδων Θεοφίλου xiv) Γιώργος Κεντρωτής xv) Νίκος Λέκκας xvi) Δημήτρης Βαρβαρήγος xvii) Γρηγόρης Πανταζόπουλος xviii) deProfundis xix) Κώστας Σπηλιώτης xx) Γιάννης Γκέκας xxi) Χρυσούλα Βακιρτζή xxii) Διαβάστε τα κείμενα των συνεργατών μας (Α-Κ)+(Λ-Ω) | ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση) | ΟΙ σ τ ά χ τ ε ς ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ

2003 - 2007 : 4 Χρόνια Στάχτες

αρχή σελίδας

Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Αρχαία ελληνικά, η θαυματουργή γλωσσική... φραπελιά!

Μία «έρευνα» για την «προσφορά» των αρχαίων ελληνικών στην «ουσιαστικότερη εκμάθηση» των νέων...

Στις 23/1/2007 το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εξέδωσε δελτίο τύπου (pdf) σχετικό με «έρευνα» που πραγματοποίησε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.) για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο, με αφορμή την εβδομαδιαία αύξηση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος. Το δελτίο τύπου του ΥΠ.Ε.Π.Θ. σημειώνει πως «τα αποτελέσματα της έρευνας είναι συντριπτικά υπέρ του μαθήματος, δικαιώνοντας ταυτόχρονα την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να αυξήσει τη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας από το σχολικό έτος 2005-2006», ενώ η ανακοίνωση του Π.Ι. που ακολουθεί αμέσως παρακάτω επιβεβαιώνει - προς «εμπέδωσιν»! - το ίδιο συμπέρασμα, ώστε να μην υπάρξει καμία αμφισβήτηση: «Τα συντριπτικά υπέρ του μαθήματος ποσοστά της έρευνας δικαιώνουν την εκτίμηση της Πολιτείας για την πολλαπλή ωφελιμότητα της συστηματικής διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας στο Γυμνάσιο και δίνουν οριστική απάντηση σε όσους -εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας- επιμένουν να ζητούν τον εξοβελισμό του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα των Γυμνασίων και σε όσους αμφισβητούν τη σημαντική προσφορά του στην ουσιαστικότερη εκμάθηση της νέας ελληνικής γλώσσας, στον περαιτέρω εμπλουτισμό του λεξιλογίου των μαθητών, όπως και στην ανάπτυξη της κριτικής τους σκέψης.»

Η παράθεση των συμπερασμάτων και μόνο είναι ενδεικτική του ότι έχουμε να κάνουμε με μία «έρευνα» που συνιστά στην πραγματικότητα εργαλείο πολιτικής και όχι επιστημονική εργασία. Μιλάμε για «εργαλείο πολιτικής» γιατί η «έρευνα» που πραγματοποιήθηκε είχε στόχο να δικαιώσει μία πολιτική απόφαση για την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, γι' αυτό και απροσχημάτιστα κινήθηκε προς αυτήν την κατεύθυνση. Το λογικό θα ήταν πρώτα να 'χε πραγματοποιηθεί μία έρευνα κι έπειτα να ακολουθούσαν τα βελτιωτικά μέτρα με βάση τα πορίσματα αυτής. Εδώ η διαδικασία ήταν ακριβώς η αντίστροφη και ο στόχος προκαθορισμένος: έπρεπε με κάθε τρόπο να δικαιωθεί η πολιτική του Υπουργείου. Επιπλέον μιλάμε για «έρευνα» που δεν αποτελεί επιστημονική εργασία, για τον απλούστατο λόγο πως δεν πρόκειται καθόλου για έρευνα, παρά για μία κοινή δημοσκόπηση, με ερωτήσεις που εκμαιεύουν τις «αυτονόητες» απαντήσεις και είναι κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των πορισμάτων που το Υπουργείο επιθυμεί. Αν προστεθεί εδώ και η «οριστικότητα» της «έρευνας», που κατακεραυνώνει, σύμφωνα με το Υπουργείο, κάθε αντίθετη άποψη, η «επιστημονικότητα» εμπεδώνεται! Κι είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς κατόρθωσε η «έρευνα» να μας δώσει τα συμπεράσματα που προαναφέρθηκαν, όταν η αυξημένη σε διδακτικές ώρες διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών εφαρμόστηκε μόλις μία σχολική χρονιά. Δηλαδή, μέσα σε μία χρονιά τα αποτελέσματα της βελτιωμένης χρήσης της νεοελληνικής χάρη στην αρχαία ήταν τόσο εμφανή, ώστε να εξαχθεί και το ανάλογο «οριστικό» πόρισμα; Και σε ποια απτά δεδομένα στηρίζονται τα αντίστοιχα συμπεράσματα, πέρα από την προσωπική εκτίμηση των ελάχιστων (345) φιλολόγων που συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια; Υπάρχουν δηλαδή συγκεκριμένες δραστηριότητες που αποδεικνύουν ότι πράγματι οι μαθητές βελτίωσαν τα νέα ελληνικά τους χάρη στα αρχαία; Κι αν έχουν έτσι τα πράγματα, γιατί δεν γίνεται κι ένα ακόμη βήμα: να αυξηθούν περαιτέρω οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων, ώστε να μιλούν όλοι τέλεια τη νέα ελληνική;(!) Εφόσον λοιπόν υπάρχει πλέον η «έρευνα» (η οποία δεν υπογράφεται καν απ' τους ερευνητές που την εκπόνησαν!) που αναδεικνύει τις θεραπευτικές ιδιότητες των αρχαίων ως γλωσσικής... φραπελιάς, θα 'ταν ολέθριο σφάλμα αυτά να μην «αξιοποιηθούν»!

Πέρα όμως από τα προηγούμενα, το Υπουργείο μαζί με το «εκτελεστικό του όργανο», το Π.Ι., θύματα της δικής τους αθεράπευτης ψύχωσης, αντιμάχονται, σαν άλλοι Δον Κιχώτες, κινδύνους ανύπαρκτους, που ορθώνονται μόνο στην φαντασία τους. Ποιοι είναι εκείνοι που ζητούν «τον εξοβελισμό του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα των Γυμνασίων»; Προσωπικά, δεν γνωρίζω κανέναν. Κι αν ίσως υπάρχουν κάποιοι, συνιστούν μικρό ποσοστό, που δεν δικαιολογεί τέτοια «πολεμική» τακτική. Ο εξοβελισμός του μαθήματος δεν είναι το ζητούμενο. Η αξία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας είναι αναγνωρισμένη σε παγκόσμιο επίπεδο. Το δυστύχημα ωστόσο είναι πως στη χώρα μας, επί σειρά δεκαετιών, η έμφαση δεν δίνεται στις ιδέες και στα ανθρωπιστικά μηνύματα που εκπέμπουν τα ελληνικά κείμενα παλαιότερων περιόδων, αλλά στον τύπο, και μάλιστα σε μια πολύ συγκεκριμένη διάλεκτο, την αττική του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώνα. Πάνω σ’ αυτό είναι ενδεικτικότατη και η ορολογία του Π.Ι., το οποίο δεν αναφέρεται στο κείμενό του στην «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία», παρά μόνο στην «Αρχαία Ελληνική Γλώσσα»! Κι εκτός του ότι αυθαίρετα επιμένουμε να θεωρούμε ως «Αρχαία Ελληνική Γλώσσα» μόνο την αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, η ύπαρξη στοιχειώδους μέτρου και λογικής στη διδασκαλία έστω της Γλώσσας και όχι της Γραμματείας παραμένει ζητούμενο, αν αναλογιστεί κανείς πως οι ώρες που διαθέτονται για τα νέα ελληνικά είναι λιγότερες από τις ώρες για τα αρχαία! Αυτός ο παραλογισμός είναι ο κατακριτέος, αυτή η υπερβολή, και τίποτα περισσότερο.

Στο σημείο αυτό βρισκόμαστε μπροστά στο αυτονόητο, το οποίο όχι μόνο δεν στηρίζεται από καμία ερευνητική προσπάθεια εκ μέρους του ΥΠ.Ε.Π.Θ., αλλά και στο οποίο επιμελώς δεν γίνεται καμία αναφορά: αν στόχος είναι η «ουσιαστικότερη εκμάθηση της νέας ελληνικής γλώσσας» (σ.σ.: αυτή η «ταπεινή» σημειώνεται με πεζά αρχικά γράμματα και όχι με κεφαλαία, όπως η «άλλη», η περισπούδαστη!) και ο «εμπλουτισμός του λεξιλογίου των μαθητών», ποιος θα μας εξηγήσει επιτέλους γιατί δεν επιλέγεται για τον σκοπό αυτό η ενίσχυση της διδασκαλίας της νέας ελληνικής γλώσσας, αντί για της αρχαίας; Αλήθεια, γιατί κανένας απ' όσους μαθαίνουν ιταλικά ή γαλλικά δεν χρειάζεται απαραιτήτως τα λατινικά; Πάντως το ίδιο το δελτίο τύπου του ΥΠ.Ε.Π.Θ. μάς χαρίζει γλωσσικά απολιθώματα - «βρικόλακες», που απαξιώνουν τη φυσική εξέλιξη της γλώσσας: «υπουργείον», «υπ' όψιν», «εισήχθησαν», «υπεβλήθησαν», «απεστάλησαν»: η «ζωντάνια» της νέας ελληνικής σ’ όλο της το μεγαλείο, «χάρη» στην επαρκή γνώση της τυπολογίας της αρχαίας!

Αναφορικά με την «ανάπτυξη της κριτικής σκέψης», χρειάζεται να μας διευκρινίσει το ΥΠ.Ε.Π.Θ. αν η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι η μόνη που μπορεί να την πετύχει. Χώρια δε που για μία ακόμη φορά θα πρέπει να επισημάνουμε πως τον ουσιαστικότερο ρόλο στην ανάπτυξη της κρίσης τον διαδραματίζουν τα διανοήματα, όχι η τυπολογία. Κοντά σ' αυτά αν προσθέσουμε κι ένα τελευταίο συμπέρασμα του Π.Ι., πως «η μαθητεία στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα βοηθάει καταλυτικά στη συνειδητοποίηση της πολιτιστικής ταυτότητας και προσφέρει σημαντική υπηρεσία στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης», θα ρωτούσαμε το «σεβαστόν Υπουργείον» αν υπάρχει άλλο μάθημα που κατεξοχήν συμβάλλει προς την κατεύθυνση αυτή. Η απάντηση φυσικά είναι θετική, και αναφερόμαστε βεβαίως στο μάθημα της Ιστορίας. Θα πρέπει όμως εδώ και πάλι να μας εξηγήσει το Υπουργείο αν η Ιστορία, ως σχολικό μάθημα, κατορθώνει ν' ανταποκριθεί στην αποστολή της, ιδίως από τη στιγμή που η αύξηση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών άφησε χωρίς αντικείμενο τους καθηγητές των ξένων γλωσσών και τους θεολόγους, και οδήγησε το Υπουργείο στην απόφαση να διδάσκουν οι συγκεκριμένοι κλάδοι καθηγητών, αν και μη σχετικοί με το αντικείμενο, το μάθημα της Ιστορίας στο Γυμνάσιο.

Τέλος, για τα ερωτήματα της «έρευνας» που διερευνούν αν οι δύο ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα ήταν επαρκείς για το μάθημα των αρχαίων ελληνικών και αν η αύξηση των ωρών συνέβαλε στην αποτελεσματικότερη κάλυψη της ύλης, την ίδια θετική απάντηση θα έδιναν και όλοι οι άλλοι καθηγητές διαφορετικών ειδικοτήτων για τις ανάγκες των μαθημάτων τους. Ας ξανατεθεί όμως διαφορετικά το ερώτημα, επιστρεφόμενο στο Υπουργείο: οι δύο ώρες διδασκαλίας της νεοελληνικής γλώσσας είναι αρκετές για να βελτιώσουν οι μαθητές τη χρήση της νεοελληνικής;

Η θλιβερή «έρευνα» του Υπουργείου και του Π.Ι. δεν πετυχαίνει τίποτα περισσότερο από το να συντηρεί και να αναπαράγει τις ιδεοληπτικές εμμονές εκείνων που συστηματικά κινδυνολογούν και προβλέπουν το τέλος της ελληνικής γλώσσας (η οποία, αν και δεν χάθηκε ούτε επί τουρκοκρατίας, «κινδυνεύει» τώρα!), προσποιούμενοι ότι επιθυμούν τη διατήρηση της «παράδοσης», αν και στην πραγματικότητα δεν νοσταλγούν παρά μόνο την ξύλινη τυπολογία της καθαρεύουσας των μαθητικών τους χρόνων (αυτήν ξέρουν, αυτήν εμπιστεύονται!). Κι επειδή η τάση αυτή συνδέεται και με τη νοσταλγία του πολυτονικού συστήματος τονισμού, η υπεράσπιση του οποίου τελευταία γίνεται όλο και μαχητικότερη, μένει να δούμε πότε θα μας προκύψει και η ανάγκη για την επίσημη επαναφορά του πολυτονικού μέσα από τις «έρευνες» του Π.Ι. . Εδώ όμως θα χρειαστεί να επιμείνουμε.

Copyright©Γιάννης Στρούμπας
Φιλόλογος - 3ο Γενικό Λύκειο Κομοτηνής
Δημοσίευση κειμένου: http://anorthografies.blogspot.com/2007/03/blog-post.html

Σχετικά κείμενα:

* Γρηγόρης Καλομοίρης (Γ. Γραμματέας ΟΛΜΕ ), Θέμης Κοτσιφάκης (μέλος του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ), Παύλος Χαραμής (πρόεδρος ΚΕΜΕΤΕ/ΟΛΜΕ), "Ερευνητικές λαθροχειρίες του Παιδαγωγικού"), εκπαιδευτικό δίκτυο ενημέρωσης AlfaVita, 24.1.2007.

* Αντώνης / Gazakas (φιλόλογος - Δράμα), "Αλήθεια, Ποια Είναι η Αλήθεια;", μπλογκ Μέσα στη Νύχτα, 24.1.2007.

* Γιάννης Παπαθανασίου (φιλόλογος - Θεσσαλονίκη), "«έλλειμα παιδείας»", μπλογκ Συζήτηση για τη διδασκαλία της γλώσσας στο Γυμνάσιο, 24.1.2007.

αρχή σελίδας

Κώστας Κουτσουρέλης: Μυθιστόρημα και αγορά

ΜΕ ΜΟΝΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ την λυρική ποίηση, της οποίας φανερώσεις δεν λείπουν από καμμία εποχή και κανέναν πολιτισμό, τα υπόλοιπα μείζονα λογοτεχνικά είδη δύσκολα μπορούν να διαχωριστούν από την ιστορική περίοδο που τα γέννησε ή κατά την οποία έφτασαν στην μέγιστη τους ακμή. Ο περιορισμός τους στον χρόνο και τον χώρο είναι κατά κάποιο τρόπο το κύριο χαρακτηριστικό τους. Ορισμένα από αυτά, παράδειγμα η τραγωδία, εμφανίζονται σχετικά νωρίς στο ιστορικό προσκήνιο, για να περιπέσουν αργότερα στην αφάνεια, και να επανεμφανιστούν με τους Νέους Χρόνους. 'Αλλα, όπως το έπος, μολονότι διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις περισσότερες παραδόσεις, απουσιάζουν σχεδόν ολότελα σε ορισμένες: η περίπτωση της σινικής γραμματείας. 'Αλλα, τέλος, έχουν ταυτιστεί στην συνείδησή μας με μία και μόνη γραμματολογική περίοδο: ο φιλοσοφικός διάλογος μας παραπέμπει σχεδόν εξ ορισμού στην Αρχαιότητα, το δοκίμιο στην μεταναγεννησιακή σκέψη.

Η περίπτωση του μυθιστορήματος δεν αποτελεί εξαίρεση. Γνωστό ως είδος δευτερότερης σημασίας στους αρχαίους Έλληνες και τους Λατίνους, αλλά και στους λαούς της 'Απω Ανατολής, το μυθιστόρημα θα αποκρυσταλλώσει τα κύρια χαρακτηριστικά του μόλις στην Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα. Έκτοτε, ακολουθώντας μια πορεία θριάμβου, θα εγκατασταθεί στο επίκεντρο του λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, όπου θα παραμείνει ακλόνητο έως τις μέρες μας.

Ποια είναι όμως τα αίτια που κατέστησαν δυνατό αυτόν τον θρίαμβο; Πολλοί επιχείρησαν να τον εξηγήσουν αποδίδοντάς τον στα ενδιάθετα γνωρίσματά του είδους. Έτσι εξήραν λ.χ. την ικανότητα του μυθιστορήματος να προσαρμόζεται στις ανάγκες της ρεαλιστικής αφήγησης, την πολυφωνικότητα των ανθρώπινων προσώπων και ομάδων που το κατοικούν, την μορφολογική του ευπλασία και αντισυμβατικότητα, κ.ο.κ. Μολονότι ενδιαφέρουσες, συχνά και γοητευτικές, καμμιά από αυτές τις εξηγήσεις δεν είναι αληθινά πειστική. Ο ασύγκριτος ρεαλισμός των ομηρικών επών, η κοινωνική πολυπρισματικότητα του αριστοφανικού ή του σαιξπηρικού δράματος, η ακραία πολυδιάσπαση του ίδιου του λυρικού Εγώ στους ρομαντικούς και τους νεωτερικούς, τέλος, η εκπληκτική ποικιλία των παραδοσιακών στιχουργικών και μετρικών μορφών, δείχνουν ότι η επική, η λυρική και η δραματική ποίηση δεν στερούνται διόλου τις ιδιότητες εκείνες που έχουμε μάθει να θεωρούμε τυπικά μυθιστορηματικές. Αντιθέτως μάλιστα, ήταν οι εκπρόσωποί τους που καλλιέργησαν πρώτοι τις ιδιότητες αυτές στην εντέλεια, πολύ προτού τις ανακαλύψουν για λογαριασμό τους οι μυθιστοριογράφοι.

Η δεσπόζουσα θέση του μυθιστορήματος πρέπει επομένως να αποδοθεί αλλού: όχι στις ενδιάθετες αρετές του ως είδους, αλλά σ' εκείνην την μείζονα κοινωνικοοικονομική διεργασία των Νέων Χρόνων που το έφερε και το κρατά στο προσκήνιο. Μιλώ για την ανάδυση της σύγχρονης καπιταλιστικής αγοράς. Ήδη με την εφεύρεση της τυπογραφίας, η άνθιση του βιβλιεμπορίου θα μετατοπίσει αποφασιστικά το βάρος της πρόσληψης του λογοτεχνικού έργου από την ακρόαση στην ανάγνωση. Ένα δράμα, ένα ποίημα, μια ομιλία ή ένα κήρυγμα, ακόμη και όταν συντάσσονται γραπτώς, είναι κατά βάσιν λόγος προφορικός. Μπορεί να φιλοξενούνται στο χαρτί, όμως ζουν πράγματι μόνο όταν το εγκαταλείπουν. Απεναντίας, το μυθιστόρημα είναι το μόνο ουσιαστικά λογοτεχνικό είδος που μπορεί να χωρέσει στους περιορισμούς της βουβής εγγραμματοσύνης που πρώτη η τυπογραφία κατέστησε αναπόφευκτους. Καθηλωμένος στο χαρτί, απ' όπου σπανίως πια δραπετεύει, ο μυθιστορηματικός λόγος χάνει κατ' ανάγκην την επαφή του με την προφορική υλικότητα της γλώσσας. Μπορεί στους μεγάλους τεχνίτες η απώλεια αυτή να αντισταθμίζεται, στην κοινή μετριογραφία ωστόσο, που, ας μην το ξεχνάμε, αποτελεί το μέγιστο τμήμα και διαμορφώνει το μέσο γούστο, η γλώσσα καταλήγει μονοδιάστατη, δημοσιογραφίζουσα, εργαλειακή. Σε ένα τελικό στάδιο, η τέχνη του λόγου μεταπίπτει σε τέχνη του νοήματος, η λογοτεχνία συρρικνώνεται σε απλή νοηματοτεχνία. Από το σημείο αυτό ώς την αποθέωση του plot, της σεναριακού τύπου αφήγησης, της μαζικής κατασκευής ευπωλήτων η απόσταση είναι μόνο ένα βήμα.

Από τη στιγμή που η αγορά διά της τυπογραφίας γίνεται κηδεμόνας της λογοτεχνίας, η επικράτηση του μυθιστορήματος είναι νομοτελειακή. Κι αυτό γιατί ο μυθιστοριογράφος είναι ο μόνος λογοτέχνης που με την παραγωγικότητά του μπορεί να υπηρετήσει τις ανάγκες του εμπορίου, τροφοδοτώντας την μαζική κατανάλωση. Απέναντι στις χιλιάδες σελίδες που ο επαγγελματίας μυθιστοριογράφος θα συγγράψει στη διάρκεια του σταδίου του, το έργο ζωής ενός ποιητή, φερ' ειπείν, συνοψίζεται συνήθως σε έναν και μόνο, συχνότατα ολιγοσέλιδο, τόμο – ποσότητα αποθαρρυντικά μικρή για να είναι αληθινά εκμεταλλεύσιμη. Επιπλέον, τα προϊόντα της μυθιστοριογραφίας, ήδη λόγω του όγκου τους, προορίζονται για εφ' άπαξ μόνον ανάγνωση, πράγμα που με τη σειρά του οφελεί την κατανάλωση. Μια και μόνη ανθολογία μπορεί να συνοδεύει εφ' όρου ζωής τον φίλο της ποίησης, ποιος όμως εραστής της μυθιστοριογραφίας δεν χρειάστηκε να διατρέξει δεκάδες τόμους;

Τέλος, το μυθιστόρημα είναι το μόνο λογοτεχνικό είδος που είναι πράγματι "παγκόσμιο". Το μόνο είδος δηλαδή που μεταφέρεται ευχερώς από γλώσσα σε γλώσσα ή από το χαρτί στην οθόνη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους δείκτες των πωλήσεων και τον κύκλο εργασιών. Σε πείσμα του Γκαίτε, η μόνη πράγματι "παγκόσμια" λογοτεχνία των ημερών μας είναι εκείνη που καταναλώνεται παγκοσμίως. Και σε πείσμα του Μπαχτίν, η λογοτεχνία αυτή μιλάει μια γλώσσα όλο και περισσότερη ισόπεδη, ομοιόμορφη και μονοφωνική. Την γλώσσα του μυθιστορήματος.

Πρώτη δημοσίευση:
εφ. ΑΥΓΗ, Κυριακή, 11 Ιουνίου 2006

Copyright©Κώστας Κουτσουρέλης / Δικτυακός Τόπος: www.koutsourelis.gr

αρχή σελίδας

Δημήτρης Ραυτόπουλος : Χωρίς φόβο, αλλά πάντα με πάθος

Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μιλάει για την «Επιθεώρηση Τέχνης», τη μετεμφυλιακή Αριστερά, τις αναζητήσεις του τότε, τα λάθη του σήμερα
Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα

Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος δεν είναι απλώς ένας κριτικός λογοτεχνίας. Είναι ο άνθρωπος που πήρε μέρος, με πρωταγωνιστικό ρόλο, στη δημουργία και στη διαδρομή ενός περιοδικού, το οποίο ταυτίστηκε με την πνευματική άνοιξη της μετεμφυλιακής Αριστεράς: την «Επιθεώρηση Τέχνης». Στις σελίδες αυτού του περιοδικού, που είχε δώδεκα χρόνια ζωής (από το 1955 ώς το 1967) καταγράφονται, άμεσα ή έμμεσα, εκτός από τις πολιτιστικές αναζητήσεις της Ελλάδας του 1950, οι διαδρομές, οι περιπέτειες και οι αναζητήσεις του μετεμφυλιακού αριστερού κινήματος στην Ελλάδα και στον κόσμο. Στις λογοτεχνικές κριτικές που δημοσιεύονται στο περιοδικό διαφαίνονται, άμεσα ή έμμεσα, οι πνευματικές αναζητήσεις, οι ενστάσεις, οι αμφισβητήσεις και τα ερωτήματα.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Δημήτρη Ραυτόπουλου «Αναθεώρηση Τέχνης - Η “Επιθεώρηση Τέχνης” και οι άνθρωποί της» (Εκδ. Σοκόλης), όπου συγκεντρώνονται οι αναλύσεις, τα σχόλια και οι αποτιμήσεις αυτού του εγχειρήματος. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος έζησε με όλες τις εντάσεις και τις αντιθέσεις τη δωδεκαετία ως μέλος της Σ.Ε. της «Επιθεώρησης Τέχνης». Η δικτατορία διέκοψε αυτή, όπως και πολλές άλλες, δραστηριότητες. Εφυγε για το Παρίσι. Εκεί εργάστηκε για λίγο στην «Ουμανιτέ» και μετά στο λεξικό «Ρομπέρ». Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εξέδωσε το περιοδικό «Ηριδανός», που δεν μακροημέρευσε. Τον συναντήσαμε στο σπίτι του στο Κουκάκι. Ηταν πρόθυμος να απαντήσει σε όλα, να καυτηριάσει γεγονότα και πρόσωπα, αντιλήψεις και καταστάσεις. Χωρίς φόβο και μισόλογα, αλλά με πάντα με πάθος. Μια συνομιλία, στην οποία καταγράφονται στιγμές μιας ιδιαίτερης, έντονης όσο και δημιουργικής περιόδου της μετεμφυλιακής Αριστεράς και της ελληνικής πνευματικής ζωής. Πολλά από τα ζητήματα που τότε άνοιξαν εξακολουθούν να αποτελούν θέματα συζήτησης. Ισως αυτή η συνέντευξη να τα ξανανοίγει.


Περιπέτεια τέχνης και πολιτικής
Σαράντα χρόνια μετά τη διακοπή της έκδοσής της, η «Επιθεώρηση Τέχνης» εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς. Γιατί συμβαίνει αυτό;
— Γιατί εκδίδεται σε μια περίοδο πολύ δύσκολη, αλλά και μεταβατική. Βρισκόμαστε στο τέλος του σταλινισμού, παρότι δεν έχει αρχίσει ακόμα η αποσταλινοποίηση. Ομως έχει σπάσει ο πάγος του σταλινισμού, έχει επέλθει το πρώτο ρήγμα και θα επακολουθήσει το 20ό συνέδριο. Από την άλλη πλευρά, είναι και το τέλος του μακαρθισμού. Τη χρονιά που βγήκε η «Ε.Τ.», τέλος του 1954, ο μακαρθισμός καταργείται στις ΗΠΑ και έχει γίνει και πρόταση μομφής στη Γερουσία κατά του Μακάρθι. Το κλίμα είναι επηρεασμένο απ’ όλα αυτά. Κι από την άλλη μεριά, η συμπάγεια της αριστερής διανόησης στη δυτική Ευρώπη, έχει κλονιστεί. Είμαστε λοιπόν σε αυτήν την εποχή που θα την έλεγα διπλή: υπάρχουν τα κατάλοιπα του σταλινισμού, αλλά από την άλλη μεριά υπάρχει ένα νέο ρεύμα κατεδάφισης όλων αυτών. Που δεν είναι βέβαια όπως η κατεδάφιση του τείχους του Βερολίνου, αλλά είναι αρχή φθοράς.
Σε αυτό το πλαίσιο βγαίνει η «Ε.Τ.» από αριστερούς νέους – οι περισσότεροι ήμασταν εξόριστοι στον Αη Στράτη. Ηταν δύο ομάδες που ετοιμάζουν το περιοδικό. Ο Γιάννης Χαΐνης και ο Νίκος Σιαπκίδης, ο πρώτος ήταν ζωγράφος, ο άλλος αρχιτέκτονας. Εμείς πάλι, στον Αη Στράτη είμαστε μία παρέα η οποία συγκροτείται γύρω από τον Κώστα Κουλουφάκο. Είναι ο Κώστας Κουλουφάκος, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Μανώλης Φουρτούνης, ο Τάσος Σπυρόπουλος, ο Σάκης Ρετσινάς κι εγώ –καθαρά λογοτεχνικός κύκλος. Εκεί, στον Αη Στράτη, συζητούσαμε για περιοδικά, για βιβλία, για σοβιετική λογοτεχνία – η οποία είχε αρχίσει να μας απογοητεύει και να μας εξοργίζει. Οταν βρεθήκαμε στην Αθήνα, μετά το 1952, ως αδειούχοι εξόριστοι, η ομάδα Χαΐνη-Σιαπκίδη έψαχνε να βρει για να συνεργαστεί ανθρώπους της λογοτεχνίας. Εγινε η επαφή με τον Πατρίκιο. Στην ομάδα μπήκε και ο Τάσος Λειβαδίτης, που στον Αη Στράτη δεν ήταν στην παρέα μας. Εμείς ήμασταν νέοι, άγνωστοι. Ο Λειβαδίτης ήταν ήδη γνωστός και φυσικά ο Ρίτσος ήταν κορυφαίος. Τον επισκεπτόμασταν στον Αη Στράτη μετ’ ευλαβείας, ζητούσαμε τη γνώμη του για τα γραπτά μας... Ηταν πολύ ανοιχτός, μας εντυπωσίαζε η γνώση της λογοτεχνίας και της αισθητικής που είχε.


Μίσος και αγάπη
Λέτε ότι η «Ε.Τ.» ήταν μια «προσωπική περιπέτεια που σας σημάδεψε». Τι λογής σημάδια ήταν αυτά και τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή σας αργότερα;
— Ολοι μας προσδιοριζόμαστε και από θετικά και από αρνητικά πράγματα. Δηλαδή, αγαπούσα τον πατέρα μου και τον μισούσα ταυτόχρονα, κι όχι μόνο γιατί είχαμε πολιτικές διαφορές, αλλά και γιατί σαν χαρακτήρας ήταν απόλυτος και αυταρχικός. Και τώρα, εκ των υστέρων, πολλά πράγματα, που η δεξιά αντιδραστική του στάση τον έκανε να υποστηρίζει, τα βλέπω λογικότερα απ’ ό,τι τα έβλεπα τότε. Και με την ιδεολογία το ίδιο συμβαίνει. Εγώ με το κομμουνιστικό κόμμα έχω δεσμούς μίσους και αγάπης. Από την άλλη μεριά όμως, σιγά σιγά κατάλαβα ότι έχει παρεκτραπεί αυτή η ιδεολογία από την ανθρωπιστική εκκίνησή της. Από τη μια μεριά έχουμε την εκκίνηση, που είναι ανθρωπιστική, ανοιχτή, και από την άλλη έχουμε μία βαρβαρότητα, μία μαυρίλα, η οποία σιγά σιγά αποκαλύπτεται.
Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια σύνθεση και να μην εγκαταλείψουμε αυτήν την ιδεολογία, και να πάμε στην αρχή της, στο ανθρωπιστικό της περιεχόμενο και πάνω σε αυτό να δουλέψουμε. Μέσω της τέχνης, και της κριτικής της πολιτικής και του κινήματος. Ας πούμε η τριλογία του Τσίρκα για μας ήταν μεγάλο βήμα, γιατί για πρώτη φορά η σοβαρή λογοτεχνία έθετε το θέμα της ιστορίας του κινήματος και της εκτροπής του. Γι’ αυτό διαγράφεται ο Τσίρκας, γι’ αυτό ο Αυγέρης επιτίθεται μετά τη διαγραφή του, γι’ αυτό αντεπιτίθεμαι εγώ στον Αυγέρη, το θεωρώ λίβελλο το κείμενό του, θεωρώ ότι είναι εμπνευσμένο για να εξοντώσει τον Τσίρκα ως συγγραφέα, επειδή αρνήθηκε να αποσύρει τη «Λέσχη» και να σταματήσει την Τριλογία ή να την κάνει όπως ήθελαν αυτοί.
Εδώ μπαίνει όμως και η σύγκρουση παράδοσης και μοντερνισμού;
— Ναι, αλλά αυτό είναι ανεξάρτητο από το ιδεολογικό. Δηλαδή, κατά πόσον η «Λέσχη» είναι μοντερνιστική, αν την καταλάβαμε εμείς, και ιδιαίτερα εγώ που έκανα την κριτική της πεζογραφίας ή αν την υποτιμήσαμε, αυτό είναι άλλο θέμα και δεν έχει καμιά σχέση με το ιδεολογικό. Για μας εκείνο που είχε φοβερή σημασία εκείνη την ώρα, δεν είναι ο μοντερνισμός, αλλά η κριτική που κάνει στο κίνημα και στην ιστορία. Αυτό μας καίει. Εγώ θεωρώ τη «Λέσχη» στην κριτική μου πρωτοποριακό έργο. Φυσικά όχι για όλα της σημεία. Μιλάω για έναν «λογοτεχνικό κυβισμό», τον οποίο δεν εγκρίνω τότε. Και εννοώ μ’ αυτό, να έχουμε αποσπασματικά πρόσωπα, μικρές οπτικές στιγμές, που δεν έχουν οργανική σύνδεση και συνέπεια μέσα στο έργο. Αυτό και ο Βουρνάς και ο Αναγνωστάκης το λένε. Χρεώθηκε σε μένα επειδή μεταχειρίζομαι τον όρο «λογοτεχνικός κυβισμός». Επιμένω, πάντα, ότι ο λογοτεχνικός κυβισμός αυτού του είδους δεν έπιασε κι ούτε πρόκειται να πιάσει ποτέ. Αλλο είναι ο «Οδυσσέας» του Τζόις κι άλλο είναι η «Λέσχη» του Τσίρκα.


Διπλό μάθημα
Σήμερα επιμένετε στην τότε κριτική σας για τη «Λέσχη»;
— Οχι, προφανώς δεν θα το έγραφα έτσι. Γιατί ο μοντερνισμός με ενδιαφέρει. Αυτό που είπα πριν για τον λογοτεχνικό κυβισμό είναι μια άποψη του μοντερνισμού, δεν είναι όλος ο μοντερνισμός. Η ζωγραφική από τον κυβισμό έχει ήδη υποχωρήσει. Αυτό που εννοώ «λογοτεχνικός κυβισμός» δεν είναι το άπαν του μοντερνισμού. Ο μοντερνισμός σήμερα είναι αυτοπάθεια, αυτοαναφορικότητα, άλλα πράγματα, κι όχι αυτή η αντίληψη που αρχίζει από τον Τζόις, αλλά εκεί είναι πολύ σοφότερη και φτάνει μέχρι τον Τσίρκα.
Ποια ματιά, τελικά, κρατήσατε από αυτήν την εμπειρία;
— Το μάθημα από τη δική μου εμπειρία συνοψίζεται χονδρικά σε δύο σημεία: το ένα είναι ότι η δημοκρατία δυτικού τύπου, δηλαδή αθηναϊκού, με όλα τα ελαττώματα και τα κενά της, είναι η μόνη σταθερή αξία στην πολιτεία. Και το άλλο μάθημα είναι η ανάγκη αυτονομίας της τέχνης, της κριτικής και του πνεύματος γενικά. Οποιαδήποτε κηδεμονία είναι ολέθρια, εγκληματική και δεν πρόκειται ποτέ να περάσει.
Τα ψήγματα της ανανέωσης της Αριστεράς ξεκίνησαν από την «Ε.Τ.»;
— Ναι, γιατί δεν βλέπω από πού αλλού ξεκίνησαν. Δεν λέω ότι δεν υπήρχαν συζητήσεις σε κύκλους νεολαίας ή επιστημονικούς, αλλά δεν υπήρχαν με φόντο δημοσιότητας, με ανοιχτή τοποθέτηση. Αλλά στα πολιτιστικά ζητήματα η κριτική, φυσικότατα, είναι πάντα πιο ελεύθερη. Από την κριτική ενός έργου τέχνης ή ενός λογοτεχνικού έργου αρχίζει η διαφοροποίηση. Σιγά σιγά περνάει σε θεωρητικά ζητήματα, γιατί η αισθητική συνδέεται με τη θεωρία της λογοτεχνίας, η θεωρία της λογοτεχνίας με την κοινωνιολογία, την ιστορία κ.λπ. και βέβαια αρχίζουν οι αμφισβητήσεις.
Τη λογοτεχνία την παρακολουθείτε σήμερα;
— Δεν μπορώ να πω ότι είμαι φανατικός αναγνώστης, γιατί δεν μπορώ να την υποφέρω. Η λογοτεχνία έχει τέτοιο πληθωρισμό που έχει συντομευτεί η ζωή των έργων. Οι συγγραφείς, οι κριτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι εκδότες τρέχουν να προλάβουν το καινούργιο, το εντυπωσιακό, το εύκολο, το τζερτζελεδίστικο. Ο,τι γίνεται ευπώλητο είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει. Τα ΜΜΕ έχουν γίνει καθοριστικός παράγοντας της κουλτούρας. Αυτό εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ, γι’ αυτό είμαι και έξω από την αγορά.


Λειβαδίτης - Ρίτσος... «σε ξένο αχυρώνα»
Ακούστηκε κάποτε μια ιστορία λογοκλοπής μεταξύ Λειβαδίτη και Ρίτσου...
— Είναι μια ιστορία λίγο ανόητη. Ο Ρίτσος είχε γράψει τις «Γειτονιές του κόσμου», που για μένα είναι το χειρότερο ποίημα όχι του Ρίτσου, αλλά το χειρότερο ποίημα που μπορεί να γραφτεί ποτέ από σοβαρό ποιητή. Δεν είναι απλώς στρατευμένο, είναι γελοίο. Αυτό το ποίημα το διάβασε σε μερικούς στον Αη Στράτη• και στον Λειβαδίτη. Οταν ο Λειβαδίτης απολύθηκε από την εξορία, έγραψε ένα ποίημα «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», όπου είχε πάρει ένα μοτίβο – κατά τον Ρίτσο. Κι αυτό κακό ποίημα, αλλά λιγότερο από του Ρίτσου. Κι αυτό μέσα στη στρατευμένη λογική που επικρατούσε τότε, που ήταν συνθηματική, λαϊκή, επική. Και τα δύο ποιήματα, στο μοτίβο τους, (επανάσταση, φλόγα, αέρας, παγωνιά) είναι επηρεασμένα από το ωραιότερο επαναστατικό ποίημα για την Οκτωβριανή Επανάσταση που έχει γραφτεί, από τον Αλεξάντερ Μπλοκ. Δηλαδή, δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα. Το ποίημα του Λειβαδίτη δημοσιεύεται πρώτο. Τότε ο Ρίτσος στέλνει στην Ε.Τ. αποσπάσματα από τις «Γειτονιές του κόσμου». Τι απόσπασμα δηλαδή, 20 σελίδες. Μας δίνει λοιπόν το απόσπασμα ο Ρίτσος και από κάτω είχε μια σημείωση, που έγραφε ότι το ποίημα αυτό γράφτηκε στον Αη Στράτη, τάδε χρονιά, και διαβάστηκε στους τάδε, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Λειβαδίτης, για να φανεί ότι του είχε πάρει την ιδέα. Ο Λειβαδίτης θύμωσε, δεν ξαναπάτησε στο περιοδικό, δεν μας έδινε συνεργασίες για χρόνια. Οι μεταξύ τους σχέσεις όμως παρέμειναν άριστες. Αυτή είναι η ιστορία.


Η «Ε.Τ.» και τα άλλα περιοδικά
Τα άλλα περιοδικά που υπήρχαν τότε, οι «Εποχές», οι «Μαρτυρίες» που μετά έγιναν «Σημειώσεις», η «Κριτική» του Μ. Αναγνωστάκη. Ποια ήταν η σχέση σας τότε με τους ανθρώπους αυτών των περιοδικών;
— Η επαφή μας δεν ήταν συστηματική. Δεν υπήρχε καν μια προσπάθεια να βρεθούμε όλοι μαζί, να κουβεντιάσουμε. Υπήρχε βέβαια και η πολιτική διαφορά. Κάποια ήταν τροτσκιστικής απόχρωσης, που ούτε εμείς θέλαμε ούτε και αφηνόμαστε να πολυέχουμε σχέσεις. Ούτε και αυτοί όμως. Ολα τα περιοδικά, όμως, τα αναγγέλλαμε από τις στήλες της «Ε.Τ.». Οσο για τη συμβολή τους, ειδικά για τις «Σημειώσεις», από τη μια μεριά ήταν ανεξάρτητη πολιτικά, από την άλλη όμως επειδή η μη εξάρτησή τους η πολιτική σήμαινε μια ιδεολογική συσπείρωση σε μια τάση της ιδεολογίας, ήταν λιγότερο ανοιχτή σε αλλαγές. Οι «Εποχές» ήταν εντελώς άλλο πράγμα. Ανήκε σ’ ένα ρεύμα που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη όταν το φιλειρηνικό κίνημα είχε ξεπεράσει εαυτόν. Δηλαδή ο Ψυχρός Πόλεμος μεταφερόμενος στο πνευματικό πεδίο είχε χωρίσει τη διανόηση σε στρατόπεδα. Και οι δυτικοί, οι μη κομμουνιστές, άρχισαν να βγάζουν περιοδικά που κατηγορήθηκαν ότι είχαν σύνδεση με αμερικανικούς οργανισμούς. Για μας αυτοί ήταν CIA και Intelligence Service και για κείνους εμείς είμαστε Κα-Γκε-Μπε. Η γραμμή –στην οποία εμείς δεν υπακούσαμε– ήταν ότι οι «Εποχές» ήταν αντιδραστικό περιοδικό. Εμείς αποφύγαμε την πολεμική με τα περιοδικά, αλλά δεν τολμούσαμε να κάνουμε κάποια συνεργασία. Προσωπικές σχέσεις είχαμε με πολλούς από αυτούς και μέσω κάποιων. Με τον Σινόπουλο μέσω Αργυρίου. Με τον Ελύτη, μέσω Αργυρίου.


Είμαι αριστερός... αν υπάρχει Αριστερά
Θα σας ρωτήσω ευθέως: εξακολουθείτε να θεωρείτε τον εαυτό σας αριστερό και τι σημαίνει Αριστερά για σας;
— Εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου αριστερό αν υπάρχει Αριστερά. Δεν νομίζω ότι η Αριστερά ξέρει καλά τι είναι. Για την Αριστερά, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι πότε δεν την αναγνωρίζω και πότε μου φαίνεται απαράλλακτη. Θέλω να πω ότι καθώς έλειψε το αυταρχικό καθεστώς του μετεμφύλιου (που ήταν κάτι παραπάνω από λογικός αντίπαλός της, σχεδόν παρτενέρ ή έτερο ήμισυ, έλειψε και της έλειψε) φαντασιώνεται αστυνομικό κράτος, παρακράτος, πραιτωριανούς, συνωμοσίες εναντίον του λαού και των λαών, που τους αντιπροσωπεύει κατ’ αποκλειστικότητα ενώ κινείται στο 10%. Η Αριστερά έχει δικαίωμα να κάνει λάθη, το κακό είναι ότι τα κάνει πάντα στην ίδια κατεύθυνση. Προς τη διαίρεση, το κοινωνικοπολιτικό μίσος, το ρεβανσισμό, τον παλαιοημερολογίτικο ριζοσπαστισμό, τον τριτοκοσμισμό, την άρνηση και τον κρυφό της έρωτα με τη βία. Επιμένει στην πάλη των τάξεων, χωρίς να μας λέει καθαρά ποιες τάξεις εννοεί εκτός από το κεφάλαιο, γιατί κάποιες κατηγορίες προνομιούχων είναι προστατευόμενοί της. Επιμένει στη συγκρουσιακή λογική με το κράτος μόνο. Και αντί να προχωρήσει σε κάθαρση της δικής της ιστορικής συνείδησης, με ειλικρινή αυτοκριτική και εμβόλιο δημοκρατικότητας, εξακολουθεί να έλκεται από ό,τι ολοκληρωτικό, οπισθοδρομικό και επικίνδυνο σέρνεται στον κόσμο. Οχι, ο δυτικός πολιτισμός δεν είναι η ντροπή του ανθρώπινου γένους, όπως θέλει να μας πείσει ο νέος ανατολισμός αριστερής βλακείας. Οχι, δεν είναι υπεράνω κριτικής οι άλλοι πολιτισμοί, δεν είναι το ίδιο όλες οι αξίες. Το συμπέρασμα είναι ότι η ελεύθερη οικονομία παράγει πλούτο και τον ανισοκατανέμει, ενώ ο κρατικισμός παράγει φτώχεια και την κατανέμει δίκαια, εξαιρώντας βέβαια απ’ αυτήν τη δικαιοσύνη, τη νομενκλατούρα και μερικές ελίτ. Δεν μπορούμε να μιλάμε σήμερα για νεοφιλελευθερισμό, δηλαδή δαιμονοποιημένο φιλελευθερισμό, σε κοινωνίες όπως οι ευρωπαϊκές, όπου αναπτύσσονται πολιτικές πρόνοιας και αλληλεγγύης. Όλα δεν είναι ιδεώδη κατά την ουτοπία, είναι απλώς σε ανθρωπιστική κατεύθυνση. Αντίθετα, στα μοντέλα που πραγμάτωσε η κομμουνιστική ιδεολογία, παντού, απέτυχε, έφερε φτώχεια και ανελευθερία. Και συντηρήθηκε μόνο με την τρομοκρατία. Ας αναγνωρίσουμε επιτέλους την πραγματικότητα, αντί να είμαστε οι αιώνιοι αντίπαλοί της.


Καθημερινή, 4.2.2007
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_100016_04/02/2007_214507


αρχή σελίδας

Οδός Ευρυπίδου - Σωτήρης Παστάκας: ήθη και έθιμα της αγοράς - Περικλής Κοροβέσης, Πολιτισμική Αριστερά

Όταν μιλάμε για Αριστερά, κατά κανόνα εννοούμε τα πολιτικά σχήματα, τις συνδικαλιστικές παρατάξεις και τα ποσοστά που κερδίζονται σε όποιες εκλογές και που πάντα η απόδειξη για το πόσο καλά η ή άσχημα πάμε. Άντε να συνυπολογίσουμε και την κυκλοφορία κάποιου αριστερού, κυρίως πολιτικού εντύπου. Τι γίνεται όμως με την «Πολιτισμική Αριστερά»;. Και εδώ επειδή αυτός ο όρος κινδυνεύει να παρεξηγηθεί και να αρχίσουμε να βυζαντινολογούμε αν υπάρχει Αριστερή ή Δεξιά Τέχνη ας το ξεκαθαρίσουμε. Η τέχνη δεν κρίνεται με πολιτικά κριτήρια, και ως εκ τούτου, δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Και όπου η τέχνη έχει ταυτιστεί με το κόμμα, παύει να έιναι τέχνη και στρέφεται εναντίον του συνόλου της τέχνης.
Εντούτοις η Τέχνη παρεμβαίνει ενεργά στην κοινωνία. Και παρεμβαίνει σε πολλά επίπεδα. Αισθητικό, κοινωνικό, πολιτικό, ψυχολογικό και συχνά μας αλλάζει τη συνείδηση και μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά. Έιναι αυτό που λέμε καλλιέργεια και πολιτισμός, χώροι που τουλάχιστον θεωρητικά, είναι προνομιακοί της Αριστεράς. Ποια είναι η σχέση που έχει η «Πολιτική Αριστερά» με την «Πολιτισμική Αριστερά»;. Να πάρουμε τα δυο οικία μας έντυπα την «Αυγή» και την «Εποχή». Τι χώρο διαθέτουμε για την Τέχνη και τον Πολιτισμό;. Η «Αυγή» εκτός από τα ενθέματα έχει και το ένθετο για το βιβλίο. Προσωπικά τα διαβάζω και τα δύο με μεγάλη χαρά. Αλλά τα ενθέματα, όλο και περισσότερο, είναι ένα φόρουμ, κυρίως πανεπιστημιακών, που μας κάνουν γνωστές τους τις απόψεις τους και τις θέσεις τους, αλλά αυτό δεν συμπίπτει πάντοτε με τις πολιτισμικές ανάγκες του καιρού μας. Το ένθετο για το βιβλίο, αξιέπαινη προσπάθεια, δεν έρχει κριτικές πολιτικών βιβλίων. Έχουν εκδοθεί στα ελληνικά πολλά αξιόλογα βιβλία, που περισσότερο τα μαθαίνουμε από τα «Νέα» και την «Ελευθεροτυπία» και λιγότερο από την «Αυγή».

Η δική μας «Εποχή» έχει μια θαυμάσια στήλη βιβλίου, που θα έπρεπε να βρει τη θέση της, σε κάποια έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών. Τι προσφέρουμε σους αναγνώστες της «Εποχής» για την σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή. Τα Δε πολιτιστικά μας, όταν τα διαβάζουμε κάθε Κυριακή, τα ξέρουμε ήδη από τον καθημερινό Τύπο. Υπάρχει βέβαια το πρόβλημα για το ποιος θα κάνει όλα αυτά, δεδομενων των περιορισμένων δυνατοτήτων και των δύο εφημερίδων, άλλου μεγέθους βέβαια της κάθε μιας. Εγώ θα περίμενα και από τα δύο αυτά έντυπα να μαθαίνω για βιβλία, μουσικές, θέατρα κλπ που δεν ξέρω και πέρασαν ελάχιστα ή καθόλου από τον μεγάλο Τύπο.
Υπάρχουν δημιουργοί που είναι τοποθετημένοι προσωπικά στην Αριστερά. Μονάχα τις απόψεις τους να είχαμε, ή κάποια συνεργασία, τα έντυπά μας θα ήταν πλουσιότερα. Αυτούς τους θυμόμαστε μόνο στις εκλογές να τους χώσουμε σε κάποιο ψηφοδέλτιο ή να τους πάρουμε κάποια υπογραφή. Δεν είναι λιγότερο μίζερο αυτό;
Κι όμως αυτή η μιζέρια μπορεί να σπάσει, αν παρθούν πρωτοβουλίες σαν και αυτή που πήρε η «Αυγή» με την έκθεση ζωγραφικής που οργάνωσε, στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων «Μελίνα» (Ηρακλειδών 66, απέναντι από το Γκάζι)
Με πρωτοβουλία της Λήδας Καζαντζάκη, δώδεκα νέοι εικαστικοί, θα δείχνουν τη δουλειά τους, μέχρι 28 Ιανουαρίου. Βέβαια αυτή η δουλειά έχει μια προϊστορία. Εδώ και ένα χρόνο η Λήδα παρουσιάζει στις «Αναγνώσεις» το ζωγράφο του μήνα. Την έκθεση δεν την έχω δει ακόμα και έτσι δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη.
Ξέρω όμως τις παρουσιάσεις της Λήδας στην «Αυγή» και μου έχουν υποκινήσει το ενδιαφέρον. Τέτοιες πρωτοβουλίες χρειάζονται. Θα μπορούσε να γίνει το αντίστοιχο και με τους νέους κινηματογραφιστές, συγγραφείς, θεατρικές ομάδες, χορευτικές κλπ. Αυτή τη δημιουργία που δεν περνάει από Μέγαρο Μουσικής. Τη χρειαζόμαστε και μας χρειάζονται.
Υπάρχει πάντα το πρόβλημα των λίγων δυνατοτήτων. Να το δεχτώ, αλλά για μένα δεν είναι αυτό το ουσιαστικό πρόβλημα. Αν το δούεμ σαν ανάγκη, οι άνθρωποι θα βρεθούν. Όσο χάλια και να είναι μια κοινωνία, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που δημιουργούν. Το πρόβλήμα είναι πως είμαστε ξεκομμένοι από όλα αυτά. Και πολιτική από μόνη της, χωρίς όλα τα υπόλοιπα, σημαίνει αναπαραγωγή της γραφειοκρατίας.


(Νίκος Λέκκας επί του πληκτρολογίου, αφού δεν είναι ακόμη διαθέσιμη η ηλεκτρονική έκδοση της ΕΠΟΧΗΣ)


από: http://www.poiein.gr/archives/702/index.html#more-702


Copyright©Σωτήρης Παστάκας

αρχή σελίδας

Περιοδικό HETERON ½ - Διήγημα του Θόδωρου Γρηγοριάδη: «Cafe Beckett» (από το 1ο τεύχος του περιοδικού)


Περνούσα προχθές απ' έξω και το είδα για άλλη μια φορά κλειστό και σιωπηλό, όπως σ’ εκείνο το όνειρο που επανέρχεται τακτικά. Δεν ήταν της μοίρας του, φαίνεται, να προκόψει αυτό το μαγαζί. Μια ξεθωριασμένη πινακίδα, που κρεμόταν κάθετα στην ξυλόγλυπτη πόρτα, έγραφε «Spartakos». Να λοιπόν που ένας άλλος ήρωας αντικαθιστούσε τον ασυμβίβαστο Ιρλανδό σε μια αναίμακτη μάχη-υποθέτω. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην ξαναπεράσω απ’ αυτά τα μέρη αλλά να, που ένας φίλος μου μένει στην πλατεία Βικτορίας και έτσι, φεύγοντας από το σπίτι του οδηγώντας το λευκό μου Πόλο, χώθηκα ασυναίσθητα στο στενό δρομάκι. Όπως τότε.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί ορισμένα μέρη της πόλης σε δένουν περισσότερο με τον μύθο τους. Μια ολόκληρη πρωτεύουσα, ένας λαβύρινθος δρόμοι κι αδιέξοδα κι εγώ δυο φορές χρειάστηκε να σταματήσω στην ίδια οδό. Για την πρώτη φορά δεν είναι της ώρας να μιλήσω. Η εποχή του «Ναύτη» έγινε μυθιστόρημα και το τριώροφο σπίτι της Φυλής αγαπήθηκε από πολλούς αναγνώστες μέχρι που ράγισε στους σεισμούς του ’98. Μέσα σε δυο δεκαετίες δυο παλιόσπιτα στην οδό Φυλής κόντεψαν να με στοιχειώσουν.
Θα κρατήσω τη δεύτερη δεκαετία, αρχίζοντας κάπως θλιβερά. Ο φίλος μας Π. Μουλιάσης αργοπεθαίνει και εμείς σπαράζουμε κρυφά στα μέσα δωμάτια του διαμερίσματός του. Ηθοποιός αρκετά γνωστός, βαθύτατα μορφωμένος, με πολλαπλά ταξίδια στο εξωτερικό και πολλά όνειρα για το μέλλον: Σχεδίαζε μια ομάδα θεατρική, ένα δικό του στέκι και μάλιστα χωρίς επιχορηγήσεις. Ο Μουλιάσης ανήκε στους ηθοποιούς που είχαν λεφτά, πολλά λεφτά, κληρονομημένα εννοείται, μα τι σημασία έχει αυτό; Όταν δεν έπαιζε σε παραστάσεις, μας έβγαζε -τους λιγοστούς φίλους του- στα καλύτερα στέκια της Αθήνας. Τρώγαμε, πίναμε, παρακάμπταμε το face control και ήταν όλα πληρωμένα. Εγώ τότε μόλις είχα βγάλει το πρώτο μου μυθιστόρημα, προσπαθώντας να επιβιώσω μέσα στην καινούργια μου ταυτότητα. Ο Μουλιάσης ήταν παντού γνωστός, όχι όμως ιδιαίτερα αγαπητός, γιατί έλεγε πικρές αλήθειες γύρω από αυτά που αγαπούσε πιο πολύ: το θέατρο.
Ένα χρόνο πριν την κατάρρευσή του είχε αρχίσει να ψάχνει για ένα χώρο όπου θα στέγαζε τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις. Μας έβαζε στο αυτοκίνητο, εμένα, τη Ζωζώ και τον Χρήστο και τριγυρνούσαμε στα στενά της Αχαρνών, στα κάθετα δρομάκια της Ιουλιανού, στην Ηπείρου, στην Μιχαήλ Βόδα. Παρά το γεγονός ότι εκείνος έμενε πίσω από το Στάδιο, σε ένα ευήλιο οροφοδιαμέρισμα, στις καλλιτεχνικές του αποδράσεις προτιμούσε τα ανήλια περάσματα που τη νύχτα μετατρέπονταν σε παρακμιακά σκηνικά. Ερημωμένες γειτονιές, μισοκατοικημένες και υποβαθμισμένες περιοχές, πάντοτε όμως «οι γειτονιές των άλλων» .
Η Ζωζώ έβλεπε με δυσπιστία αυτούς τους δρόμους και πρόβαλε αντιρρήσεις. «Δεν είναι δυνατόν να σκέφτεσαι να φτιάξεις εδώ το θεατράκι σου», γκρίνιαζε. «Χάθηκαν τόσα όμορφα μέρη;».
Στα μέσα του ‘90 οι περιοχές του Ψυρρή και το Γκάζι μόλις είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται ως χώροι «πολιτισμού» και διασκέδασης. Ο Μουλιάσης πίστευε ότι η δική του αποκέντρωση θα μετρούσε περισσότερο στην θεατρική πιάτσα στην οποία ανέκαθεν πήγαινε κόντρα. Το δημιουργικό του όνειρο ήταν επίσης ιδιόμορφο: ένα μπαρ και θέατρο μαζί, που θα το ονόμαζε Cafe Beckett. Ο Θεός του ήταν ο Μπέκετ και δεν είχε αφήσει έργο για έργο στην Ευρώπη που να μην το παρακολουθήσει. Θα ήταν τολμηρό να προσθέσω ότι φυσιογνωμικά ο Μουλιάσης θύμιζε πολύ τον συγγραφέα. Ήταν αδύνατος, με γωνιώδη χαρακτηριστικά, σοβαρός και με μια αυστηρότητα στο βλέμμα.
Παλιότερα ο Μουλιάσης είχε παίξει στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» και ευελπιστούσε να ανεβάσει όχι μόνον τα θεατρικά του Μπέκετ αλλά και την τριλογία «Μολλόυ» -άγνωστο επίσης πώς θα ανέβαινε το πυκνό αυτό πεζογράφημα που και ο ίδιος του ο συγγραφέας το είχε σιχαθεί! Για τον Μουλιάση ο Μπέκετ θα ήταν έργο ζωής και δουλειά εν προόδω.
Σχέδια φιλόδοξα και ριψοκίνδυνα, γιατί το να προτείνεις ένα στέκι στην θεατρική Αθήνα, που θα στηριζόταν αποκλειστικά σε έναν συγγραφέα, ήταν σαν να είχες έναν κινηματογράφο όπου θα παιζόντουσαν οι ταινίες ενός και μόνον σκηνοθέτη -και όχι από τους πλέον εμπορικούς. Ωστόσο οι βραδινές μας βόλτες πλήθαιναν, ο Μουλιάσης προτιμούσε να βλέπει τους χώρους τη νύχτα γιατί, υποστήριζε, «μόνον τότε μετράει η λάμψη τους και η λειτουργικότητά τους». Καμιά φορά σταματούσαμε έξω από τα μπορντέλα κι αυτός μαγευόταν από το πλήθος των αρσενικών που μπαινόβγαιναν στα πορτάκια πάνω από τα οποία κρέμονταν οι γυμνές λαμπίτσες, σύμβολα πόθου και φάροι του έρωτα.
«Αυτοί είναι οι αληθινοί θεατές, το ωραιότερο έργο παίζεται εκεί μέσα», φώναζε, κινδυνεύοντας να πατήσει τους περαστικούς που δεν ήταν και λιγότερο ζαλισμένοι από τον δικό μας οδηγό και ξεναγό.
Η Ζωζώ, που αντιπαθούσε το όνομά της καθώς και τις σπουδές της, αισθανόταν σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα και όχι άδικα. Κόρη δημοσίων υπαλλήλων, απόφοιτος του αμερικάνικου κολεγίου, τριτοετής στη Νομική, με απροσδιόριστες καλλιτεχνικές ανησυχίες, μάλλον διεκδικούσε τον ρόλο του μάνατζερ στην ιστορία αυτή και πιο μακροπρόθεσμα τον πρωταγωνιστικό ρόλο της συμβίας για έναν τόσο ανεξάρτητο και αδέσμευτο άνθρωπο όπως ήταν ο Μουλιάσης. Η σχέση τους παρέμενε φιλική και ερωτική ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχαν παράλληλες σχέσεις όταν προέκυπτε κάτι αναπάντεχα. Όταν βρέθηκε το σπιτάκι στην Φυλής, εκείνη σηκωνόταν από τα χαράματα και έτρεχε στους δικηγόρους και τους συμβολαιογράφους, στο υποθηκοφυλακείο και στις εφορίες, πετυχαίνοντας σε χρόνο ρεκόρ -σε τρεις μήνες για την ακρίβεια- να υπογραφούν τα συμβόλαια της αγοράς και να αρχίσουν αμέσως οι μετατροπές στον χώρο.
Πράγματι το ψηλοτάβανο νεοκλασικό σπίτι πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε έναν ευέλικτο εσωτερικά χώρο όπου λειτουργούσε ως σκηνή και μπαρ, με κουζίνα και μπάνιο στο υπόγειο, βοηθητικούς χώρους και ανάλογο ηλεκτρικό και ηχητικό εξοπλισμό. «Πολλά λεφτά, πολλή σπατάλη», γκρίνιαζα από μέσα μου, τη στιγμή που σκεφτόμουν πώς να φτιάξω μια βιβλιοθήκη για να ξεκουράσω τα σκορπισμένα μου βιβλία.
Θα κάνω ένα άλμα στον χρόνο και θα αφήσω πίσω μου ό,τι θλιβερό με συνδέει με την ιστορία του άτυχου Μουλιάση που ανέκαθεν φοβόταν μην πάθει την «εγκεφαλική κρίση» του πατέρα και του μεγαλύτερου αδελφού του. Λίγο πριν πεθάνει (συντομεύω τα θλιβερά γεγονότα) άφησε όλη του την περιουσία στην Ζωζώ με την προϋπόθεση να επενδύσει στο Cafe Beckett και τις δραστηριότητές του. Εμένα με έχριζε σύμβουλο εκδηλώσεων, κάτι εντελώς ακαθόριστο και πέρα από τις μοναχικές συγγραφικές μου επιδόσεις, ενώ θα πληρωνόμουν κάθε φορά που θα πρότεινα και θα προωθούσα μια παράσταση ή εκδήλωση που θα συσχετιζόταν με το έργο του Σάμουελ Μπέκετ. Διαχειριστής και ελεγκτής της όλης ιστορίας θα ήταν ο δικηγόρος Α. Στάμος, παιδικός φίλος του Μουλιάση και ημι-φιλότεχνος, δεδομένου ότι παραβρισκόταν σε οποιοδήποτε καλλιτεχνικό γεγονός της πόλης αρκεί να του προσφερόταν μια πρόσκληση.
Ακόμη και σήμερα αναρωτιέμαι γιατί θέλησε να μας εκδικηθεί ο καλός μας φίλος και θεατράνθρωπος. Λίγα τραβήξαμε στην αρρώστια του, τι άγχος, τι τρέξιμο, τι κλάμα, υπαρξιακά, ηρεμιστικά, παραιτήσεις, λοξοδρομήσεις... Μας είχε τρελάνει με την συμπεριφορά του γιατί, ύστερα από το πρώτο εγκεφαλικό και μέχρι να έρθει το μοιραίο δεύτερο, δεν τον παρατήσαμε ούτε λεπτό. Δεν είχε πολλούς συγγενείς και τους απέφευγε συστηματικά στη ζωή του. Είχε όμως εμάς.
Βρεθήκαμε λοιπόν, εγώ και η Ζωζώ, σε έναν χώρο που μάλλον δεν μας αφορούσε σε σχέση με τις αναζητήσεις μας. Μπορεί, ως ναύτης, να έμενα στο υπόγειο ενός παρόμοιου κτίσματος, που βρισκόταν λίγο παραπέρα και δούλευε ακόμη ως μπορντέλο, όμως, ως «νέος λογοτέχνης», δεν πίστευα σε τέτοιου είδους αποκεντρώσεις. Κάθε περιοχή έχει την ομορφιά της γι’ αυτό ακριβώς που είναι ή φτιάχτηκε. Η Φυλής ανήκε στους ανθρώπους που χρόνια ζούσαν εκεί, στους φτωχότερους αλλά και στους παλιότερους κατοίκους της πόλης, στις γυναίκες με τους πελάτες, στους μπορντελιάρηδες ακόμη και στους άνδρες που έψαχναν αγόρια στα μπαρ της ίδιας περιοχής. Ο ακατονόμαστος πώς θα στέριωνε ανάμεσά τους;
Σε ένα συμβολικό ή μεταφορικό επίπεδο μπορεί να ήταν και η ιδανική περιοχή για μια τέτοια κατάσταση. Ως θεατρική μεταφορά, ως κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Τελικά ανοίξαμε το στέκι και ο Μουλιάσης με το ζόρι μπόρεσε να παραβρεθεί, αφού μόλις είχε συνέλθει από το πρώτο εγκεφαλικό. Ήξερε ότι κινδύνευε κάθε ώρα και στιγμή, όμως προτιμούσε να πεθάνει μέσα σε εκείνον τον χώρο.
Στα εγκαίνια κατέφθασε πολύς κόσμος που συχνάζει σε γεγονότα. Μέσα ο διάκοσμος ήταν ομολογουμένως προσεγμένος, οι επεμβάσεις δεν έβγαζαν μάτι (κυριαρχούσε το ξύλο αρμονικά δεμένο με το μέταλλο) και ο σκηνογράφος Κώστας Β. είχε μετατρέψει την μονοκατοικία σε ένα σύγχρονο χώρο.
Η διαδρομή Στάδιο-Φυλής ήταν μια καθημερινότητα. Πηγαινοφέρναμε τον Μουλιάση από νωρίς το απόγευμα στο μαγαζί και, μόλις νύχτωνε, εκείνος άρχιζε τις πρόβες με τα κείμενα στο χέρι. Οι πελάτες τον έβλεπαν να μουρμουρίζει σε μια γωνιά, ελαφρά γερμένο, λόγω της κατάστασής του, και αποδέχονταν την εκκεντρικότητά του. Στο μπαρ δούλευε ο Χρήστος, τριτοετής σπουδαστής της γυμναστικής ακαδημίας, απ'έξω σερβίριζε ποτά μια δεύτερη εξαδέλφη της Ζωζώς, η Τάνια, που έμενε στην Νέα Φιλαδέλφεια. Η Ζωζώ επόπτευε τα πάντα και φρόντιζε τον Μουλιάση, που κατά καιρούς παραπατούσε. Πολλοί πίστευαν ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών στα τελευταία του στάδια. Λέω πολλοί, γιατί όσοι τον γνώριζαν και ήξεραν κάποια πράγματα από την πρότερη ζωή του έβαζαν με το μυαλό τους κάθε είδους σκέψη. Στη δεκαετία του ογδόντα ο Μουλιάσης είχε ζήσει στην Νέα Υόρκη και παρακολουθούσε μαθήματα υποκριτικής σε ένα φημισμένο θεατρικό εργαστήρι. Τότε -εμείς το ξέραμε καλά- έζησε πολύ έντονα...
Οι περαστικοί, που πολλές φορές σταματούσαν με απορία στην δική μας ξύλινη πόρτα, άκουγαν μια φωνή να τους λέει : «Καφέ-θέατρο».
Εγώ ήμουν αυτός που στεκόταν έξω από την πόρτα. Αυτός ήταν ο άχαρος ρόλος που μου είχε ανατεθεί. Φυσικά δεν έκανα επιλογές. Απλώς ενημέρωνα όσους μου φαίνονταν άσχετοι ότι το μαγαζί δεν είναι για κείνους, δείχνοντάς τους την επιγραφή. Για πολλούς και μόνον η ξενική αναγραφή σήμαινε κάτι διαφορετικό, πόσο μάλιστα που τα γράμματα ήταν πατιναρισμένα με χρυσό. Μου άρεσε να στέκομαι στο ψηλότερο από τα πέντε πλατύσκαλα. Από κει έμπαινες στο χωλ που φωτιζόταν από ένα μεταλλικό φωτιστικό του οποίου οι λάμπες ξεπετάγονταν σαν φιδίσιες κεφαλές. Εκεί έξω γλίτωνα από την κλεισούρα και από την γκρίνια του Μουλιάση. Τώρα είχε φέρει έναν πολύ γνωστό του φίλο, σκηνοθέτη, για τις πρόβες, καθόλου όμως αφιλοκερδώς.
Ο σκηνοθέτης αποδέχθηκε την πρόταση όχι τόσο επειδή θα πληρωνόταν, αλλά επειδή πίστευε ότι η παράσταση δεν θα ανέβαινε ποτέ. Το έργο ήταν δύσκολο, τα κείμενα του Μπέκετ δεν είναι από κείνα που τα κόβεις και τα ράβεις παίζοντας με αφόρητη θεατρικότητα. Ο Μουλιάσης ήξερε πολύ καλά τι δυσκολία έκρυβε το εγχείρημά του. Ίσως κι αυτός ο ίδιος να πίστευε ότι δεν θα υλοποιούσε το όραμά του, όμως ακόμη και αυτή η δυσκολία του εγχειρήματος προσέγγιζε περισσότερο τον κόσμο του συγγραφέα: της αναμονής του τίποτα.
Στο μεταξύ εγώ, προχωρημένο φθινόπωρο ήταν, ξαναζούσα όπως και στο ναυτικό μια εμπειρία που είχε σχέση με το «σπίτι» και την απέναντι «γυναίκα». Αυτή τη φορά η πουτάνα δεν ήταν ένα παραδοσιακό θηλυκό αλλά μια εγχειρισμένη τραβεστί-πολύ πετυχημένη, δεν λέω- αλλά προδιδόταν τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Μπορεί να ξεγελούσε τους άντρες της στο μισοσκόταδο του δωματίου. Ποιος ξέρει...
Ένα βράδυ λοιπόν, μόλις είχαμε ανοίξει, ήρθε η «γυναίκα» και μας ζήτησε έναν καφέ. Έκτοτε μου έκανε εντύπωση πως κάθε φορά κρατούσε μια διαφορετική τσάντα, σαν να ήταν το μόνο γυναικείο εξάρτημα που ανέδειχνε την θηλυκότητά της. Αναζητούσε λίγη παρέα και η Ζωζώ μίλησε μαζί της για τη δουλειά και τις δυσκολίες της περιοχής. Αμέσως μετά ήρθε και την ζήτησε ένας μικρόσωμος τριαντάρης, που τελούσε χρέη «τσατσάς», και μάλιστα μόνο που δεν την έβρισε με το που την είδε θρονιασμένη στο δικό μας μπαρ.
Συνήθως η Ευρυδίκη ήταν η πρώτη μας πελάτισσα. Εγώ, πορτιέρης στο πλατύσκαλο, μετρούσα το πλήθος που την επισκεπτόταν, ανάμεικτο πλήθος ταξικά και ηλικιακά. Στον ίδιο δρόμο βρισκόταν και ένας σύλλογος Πολωνών και έτσι ο δρόμος μας γέμιζε με εκδηλώσεις ειδικά τα βράδια της Παρασκευής. Οι Πολωνοί μετανάστες, οι πιο σοβαροί ξένοι της χώρας, οργάνωναν μια χορωδία, εμείς συνεχίζαμε τις πρόβες που, μόλις πήγαινε δέκα, σταματούσαν για να δεχθούμε τους πρώτους πελάτες.
Για κάμποσες βδομάδες το μαγαζί έγινε κάπως της μόδας. Έγραψαν καναδυό περιοδικά, κάποιοι από αυτούς που τρέχουν παντού στα in μέρη μπήκαν στον κόπο να έρθουνε και σε μας, όμως σύντομα απογοητεύτηκαν. Ποιος ξέρει τι περίμεναν να συναντήσουν! Στο τέλος κατέληγαν όρθιοι στα παράθυρα να χαζεύουν τον άλλο κόσμο, τον κανονικό, που περνούσε απ'έξω. Απεγνωσμένα βλέμματα που αναρωτιόντουσαν αν η δική τους ζωή σχετιζόταν και τις διεργασίες που λάμβαναν χώρα μέσα στο καφέ-θέατρο ή με τις αναζητήσεις των περαστικών απ'έξω.
Το τραγικό τέλος του Μουλιάση, με τη μορφή ενός δεύτερου και μοιραίου εγκεφαλικού, μας ανάγκασε να συσπειρωθούμε. Μόλις πέρασε η μπόρα, και αφού ο καθένας μας κατέρρευσε με τον δικό του τρόπο, επιστρέψαμε και πάλι στο μαγαζί. Η Ζωζώ πρότεινε να το νοικιάσουμε και να παρατήσουμε κάθε καλλιτεχνική προσπάθεια. Όμως ο Στάμος μας απέτρεψε ρητά από κάθε τέτοια σκέψη, αν όντως θέλαμε να έχουμε στο χέρι κάτι από την μεγάλη περιουσία του φίλου μας.
Η αγγελία στις καλλιτεχνικές στήλες των εφημερίδων ότι νοικιάζεται χώρος για θεατρικές ομάδες έφερε αρκετό κόσμο. Ήταν συνήθως νέοι ηθοποιοί, απόφοιτοι θεατρικών σχολών, που ενθουσιάζονταν με το χώρο όχι όμως και με την ιδέα να ανεβάσουν αποκλειστικά Μπέκετ. Αναγκάστηκα εγώ και η Ζωζώ να κάνουμε οντισιόν στα σχέδια κάθε φιλόδοξου και ανερχόμενου καλλιτέχνη. Κάπου στο βάθος κατανοούσα και συμμεριζόμουν την ανησυχία τους. Μήπως κι εγώ έτσι δεν ξεκίνησα; Με τα χειρόγραφα στο χέρι, κόβοντας βόλτες σε εκδοτικούς οίκους, χωρίς διαμεσολαβητές;
Πάντως εμείς εφαρμόζαμε ένα σχέδιο-παγίδα. Μόνον σε όσους θα αποδέχονταν εξ αρχής την πρόταση για το ανέβασμα ενός Μπέκετ θα τους αποκαλύπταμε τη χρηματοδότηση της παράστασης. Κάπως έτσι θα γλιτώναμε από τους απρόθυμους και τους επιπόλαιους.
Ήδη η θλίψη υποχωρούσε στις επιταγές της καθημερινότητας, και έτσι αρχίσαμε να οργανώνουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε το μαγαζί. Βρήκαμε ένα παιδί που έπαιζε καλή μουσική, βάλαμε άλλον έναν απ'έξω στα τραπέζια, τα βρήκαμε με τους προστάτες της περιοχής και ξαφνικά άρχισε να ξανάρχεται κόσμος. Όμως από την πρώτη κιόλας βδομάδα έβλεπα ότι ήταν ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός. Όχι το γνωστό trendy πλήθος, αλλά περαστικοί, ζευγαράκια της περιοχής, κάποιοι Πολωνοί και πολλοί μοναχικοί τύποι σαν κι αυτούς που τριγυρνούσαν στα στενά της περιοχής...Τι είχε συμβεί;
«Σας στέλνω πελατεία», βροντοφώναξε η Ευρυδίκη, πίνοντας τον καφέ της και κρατώντας μια δερμάτινη τσάντα «από φίδι Βραζιλίας»-όπως ισχυριζόταν. Η Ζωζώ την κοίταξε έντρομη. «Λέω στους πελάτες μου να περνάνε για ένα ποτό από το μαγαζί σας. Στεναχωριέμαι που το βλέπω άδειο!»
Δεν αμφιβάλλαμε καθόλου γι' αυτό. Ήδη η Ζωζώ αντιμετώπιζε πρόβλημα με ορισμένους τύπους που έρχονταν αποκλειστικά γι’ αυτήν, ενώ η Τάνια απειλούσε ότι θα παρατήσει την δουλειά επειδή την ενοχλούσαν κάποιοι άλλοι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ευτυχώς πλησίαζε η πρεμιέρα του έργου και περιμέναμε να αλλάξει κάπως η κατάσταση.
Η ομάδα που βρέθηκε για να ανεβάσει το «Περιμένοντας τον Γκοντό» ήταν μια ομάδα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Βοηθούμενη από έναν σαραντάχρονο ψυχίατρο, δραματοθεραπευτή και σκηνοθέτη, έκαναν τις πρόβες τους, νωρίς το απόγευμα, ετοιμάζοντας το έργο με ρυθμούς κανονικούς. Η χρηματοδότηση ήταν επίσης απλόχερη, άσε που ο Στάμος πίστευε ότι επιτελούσαμε και κοινωνικό έργο. Το λιτό σκηνικό έδειχνε έναν δρόμο, μια μεγάλη πέτρα, ένα πελώριο δένδρο που ακουμπούσε στην ανάγλυφη οροφή.
Τo βράδυ της πρεμιέρας ο ένας εκ των πρωταγωνιστών, ένα αδύνατο αγόρι από την Καλλιθέα, που θα έπαιζε τον Βλαντιμίρ, σουτάρισε κάτω στα καμαρίνια και ο σκηνοθέτης έγινε έξαλλος που τον είδε σωριασμένο. Τους μάζεψε όλους και έφυγε παρά τις διαμαρτυρίες του κόσμου και των άλλων παιδιών. Παρότι στο μαγαζί γινόταν "πατείς με πατώ σε" η παράσταση αναβλήθηκε. Κάποια στιγμή, κλείνοντας το δικό της "μαγαζί", πέρασε η Ευρυδίκη για ένα ποτό, ήρθε και η Τσατσά με έναν πελάτη, που δεν πρόλαβε την Ευρυδίκη, και όλοι μαζί ενωθήκαμε σε ένα κεφάτο βράδυ. Ο Βλαντιμίρ είχε χρόνο να κρεμαστεί μιαν άλλη φορά, εκτός κι έρθει ο Γκοντό.
Δεν ξαναήρθε όμως ο θίασος των παιδιών, γιατί δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ομάδα. Εμείς ανταμειφθήκαμε από τον Στάμου για την προσπάθειά μας, αλλά σκεφτόμασταν αν έπρεπε να συνεχίσουμε με τους ίδιους όρους. Στο κάτω-κάτω ό,τι βγάζαμε ήταν κέρδος, το μαγαζί πήγαινε καλά και οι πελάτες της Ευρυδίκης δεν παρέλειπαν να πάρουν το ποτό τους λίγο πριν ή μετά την επίσκεψή τους.
Η Ζωζώ αντιμετώπιζε με ψυχραιμία την καινούργια κατάσταση και εγώ βρέθηκα στο παλιό μου πόστο, στην είσοδο του καφέ, μόνο που τώρα αν έβλεπα κάποιον καθωσπρέπει πελάτη τον προειδοποιούσα: «Ξέρετε στο μαγαζί συχνάζει και κόσμος της περιοχής» πράγμα που λειτουργούσε περισσότερο προτρεπτικά.
Είχαμε κατορθώσει να φτιάξουμε ένα μαγαζί όπου οι «περιθωριακοί» αισθάνονταν αποδεκτοί, ενώ οι «κουλτουριάρηδες» βουτούσαν στην ετερότητα και τη διαφορά. Μια χαρά δηλαδή για όλους.
Μια χαρά... ώσπου δύο αναπάντεχα γεγονότα ήρθαν να αναταράξουν τις ισορροπίες. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Η Ζωζώ από καιρό τα είχε φτιάξει με τον Χρήστο κι ας μου το κρύβανε, δεν ξέρω γιατί, ίσως από τον καιρό που ζούσε και ο συχωρεμένος. Εδώ είχαμε μοιραστεί του κόσμου τα μυστικά και ο νεαρός γυμναστής ντρεπόταν να μου το φανερώσει. Μια μέρα τους τσάκωσα μέσα στην τουαλέτα να ποδοπατιούνται, δε λέω, ο Χρήστος ήταν όμορφο αγόρι, τον κυνηγούσαν όμως περισσότερο οι άνδρες-αν αυτό θεωρείται απόδειξη της υπερβολικής γοητείας ενός αρσενικού. Εγώ προσωπικά γνώριζα και άλλα πράγματα για τον, κατά δέκα χρόνια μικρότερό μου, καλογυμνασμένο νεαρό. Ότι σύχναζε σε σπίτι σεναριογράφου της ιδιωτικής τηλεόρασης και μάλλον θα τον βλέπαμε να ντεμπουτάρει σε νεανική σειρά, που ετοιμαζόταν εκείνη την εποχή, σαφώς με κάποια ανταλλάγματα όπως απαιτούν ορισμένοι σιωπηροί νόμοι του casting.
Όμως την Ζωζώ την ποθούσε και ο τύπος που περίμενε την Ευρυδίκη κάθε φορά για να φύγουν μαζί. Αυτός κι αν δεν ήταν παράξενος! Δήλωνε υπαξιωματικός του ναυτικού, ήταν ψηλός με ενωμένα καραμανλίδικα φρύδια, υπερόπτης και μάγκας. Δεν χρειάζεται να δηλώσω ότι όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούσαν σε πελοποννησιακή καταγωγή-τα βορειοελλαδίτικα φρύδια λίγο μου το χάλαγαν. Φρόντιζε λοιπόν ο ...Εστραγκόν (ας του δώσω αυτό το ψευδώνυμο-ποτέ δεν θα εξέθετα έναν στρατεύσιμο) να έρχεται λίγο νωρίτερα ώστε να έχει τον χρόνο να μιλάει με την Ζωζώ που ήταν εξ ίσου ψηλή, μελαχρινή και όμορφη κοπέλα, όπως εκείνη που δούλευε στο απέναντι σπιτικό.
Στο μεταξύ μια νέα παραγωγή βρισκόταν και πάλι στα σκαριά. Αυτή τη φορά υπήρχαν ελπίδες να ανεβάσουμε το έργο. Μια ηθοποιός, βακχίδα σωστή, μας προσέγγισε και ζήτησε να νοικιάσει το χώρο μας. Μόλις είχε γυρίσει από την Αγγλία όπου έκανε θέατρο, η λατρεία της ήταν ο Μπέκετ και την έλκυσε το όνομα του χώρου. Ιδανική περίπτωση. Όταν μάλιστα έμαθε ότι η παραγωγή ήταν μια προσφορά του μαγαζιού έβαλε τα κλάματα και θεώρησε της μοίρας της να συναντήσει τον Μπέκετ στην οδό Φυλής.
Όμως το έργο «Ω ευτυχισμένες μέρες» απαιτεί μια ηρωίδα που θάβεται σταδιακά σε ένα σωρό χώμα. Ο σκηνογράφος πρότεινε τις λιγότερο επώδυνες λύσεις από το να μετατραπεί το μισό μαγαζί σε γιαπί. Η Ζωζώ άρχισε την γκρίνια τη στιγμή που ο Στάμος ετοιμαζόταν να βγάλει τα χρήματα από τις τράπεζες. Η αλήθεια είναι ότι η Ζωζώ είχε τα νεύρα της βλέποντας ότι ο Χρήστος φλέρταρε με την Ευρυδίκη και είχε την βάσιμη υποψία ότι στο ρεπό του έκανε κι εκείνη ρεπό. Γι' αυτό όσο προχωρούσαν οι πρόβες με την Χαρά Β., στον ρόλο της Γουίνι, η Ζωζώ κατάφερε να τα βρει με τον υπαξιωματικό και μάλιστα τη μέρα εκείνη που οι άλλοι είχαν το ρεπό τους!
Η Χαρά Β. είχε βρει έναν τρόπο να θάβεται, όπως απαιτούσαν οι δραματουργικές ανάγκες του έργου. Σκηνοθετούσε μόνη τον εαυτό της έχοντας από δίπλα έναν μικρόσωμο φίλο της, στον ρόλο του συζύγου, ο οποίος ταυτόχρονα εκτελούσε έργο βοηθού και υποβολέα. Όσο πλησίαζε η μέρα της πρεμιέρας και είχανε σταλεί προσκλήσεις και δελτία τύπου, εκείνη άρχισε να παρουσιάζει ψυχοσωματικά προβλήματα, με αφορμή το θάψιμό της στο χώμα. Δεν υπήρχε πολύ χώμα, βέβαια, μια εξωτερική κάλυψη μόνον στο χαρτονένιο σωρό έδινε την εντύπωση του σωρού. Τέλειο το κείμενο όταν το διαβάζεις με το βιβλίο στο χέρι, όμως όταν το παίζεις πώς να σταθείς; Έμενε βωβή, φώναζε, «βγάλτε με από δω κάτω», «πνίγομαι, σώστε με», καθώς έπρεπε να απομείνει με το κεφάλι απ'έξω κι εμείς δεν τρέχαμε για βοήθεια, γιατί νομίζαμε ότι όλα αυτά ήταν λόγια του έργου ή ασκήσεις υποκριτικής.
Όταν όμως τής γύρισε ανάποδα η γλώσσα και έφτασε το ασθενοφόρο να την παραλάβει, αντιληφθήκαμε -για άλλη μια φορά- ότι η παράσταση δεν θα γινόταν και άντε να βγάλεις τόσα «μπάζα» από το μαγαζί. Η Ζωζώ ούτε που συγχύστηκε γιατί ήταν ερωτευμένη με τον Εστραγκόν («ξέρει να φερθεί σε μια γυναίκα», υποστήριζε η φίλη μου), ενώ ο Χρήστος με την Ευρυδίκη έφυγαν τριήμερο στη Μύκονο. Εκείνος θα έπαιζε σε ένα διαφημιστικό σποτ για μια μπύρα και κουβάλησε και την καλή του παρέα. Η Τσατσά ήρθε στο μαγαζί και μας έκανε «σκηνή» λέγοντας ότι έτσι που πάμε σε λίγο καιρό θα χάσουμε όλοι την πελατεία μας. Το τριήμερο έβαλε μιαν καινούργια να δουλέψει και ο υπαξιωματικός ανέλαβε να με αντικαταστήσει στην πόρτα και να συνομιλεί με τους προστάτες, όταν προσέρχονταν φυσιολογικά για την τακτική αμοιβή τους (ήταν δυο ψηλόσωμοι, με σακάκια και πολύ υπομονετικό βλέμμα).
Σκέφτηκα ότι δεν χωρούσα άλλο εκεί μέσα. Γι' αυτό και αποφάσισα να αποχωρήσω πανηγυρικά, διεκδικώντας κι εγώ το μερίδιό μου από κάποια εκδήλωση. Θα οργάνωνα μια βραδιά λογοτεχνική με ποιήματα του Μπέκετ όπου θα διάβαζα εγώ και ένας φίλος μου από την Πάτρα, που σπούδαζε ηθοποιός στην Αθήνα. Κάπως έτσι θα βοηθούσα και οικονομικά και το φίλο μου.
Ο Στάμος δεν είχε αντίρρηση, σχεδόν ήταν έτοιμος να κάνει κάθε είδους παραχωρήσεις προκειμένου να ανεβαίνει έστω και μια σκηνή από το επόμενο έργο.
Τη βραδιά της ανάγνωσης η Ζωζώ κανόνισε να φάει με τους γονείς της για να γνωρίσουν τον Εστραγκόν, έχοντας την εντύπωση ότι θα δουλέψει ο Χρήστος στο μπαρ. Όμως ο Χρήστος άρχισε να δέρνεται από τις πέντε το απόγευμα με την Ευρυδίκη η οποία αποδείχτηκε πιο γυμνασμένη από τον γκόμενο (είχε βγει πρώτη στα εκατό στο Λύκειο πανελλαδικώς). Ο καυγάς τους έφερε το εκατό και κατέληξαν αμφότεροι μαυρισμένοι, και με την Τσατσά να ολοφύρεται, στο γειτονικό αστυνομικό τμήμα.
Δυο πελάτες μπήκαν και κάθισαν στις καρέκλες κι εκείνοι τυχαία. Μόλις εμείς αρχίσαμε την απαγγελία μάς διέκοψαν λέγοντας, «αφήστε τις μαλακίες και βάλτε κάνα τραγουδάκι». Τους εξηγήσαμε τι συνέβαινε, ο Στάμος μπήκε ανάμεσά μας, εκείνοι ανένδοτοι.
Η φασαρία που ακολούθησε δεν είχε προηγούμενο. Δυο άτομα εκείνοι και διέλυσαν σχεδόν όλο το μαγαζί. Εμείς κλεισμένοι κάτω στο υπόγειο, στα καμαρίνια, ακούγαμε από πάνω μας την καταστροφή. Όταν ξανάρθε η αστυνομία ήταν πια πολύ αργά. Θεωρώντας μας ταραχοποιό παράγοντα στην περιοχή μάς αφαίρεσαν την άδεια για δεκαπέντε μέρες.
Μέσα σ’ αυτές τις δυο βδομάδες:
H Ευρυδίκη πήρε τον Χρήστο και εγκαταστάθηκαν στα Χανιά ανοίγοντας δικό της «σπίτι».
Η Ζωζώ και ο Εστραγκόν άλλαξαν βέρες, αφού η Ζωζώ ήταν ήδη γκαστρωμένη.
Η Τσατσά νοίκιασε το Cafe Beckett και το μετέτρεψε σε gay-bar, βάζοντας δυο Πέρσες για πορτιέρηδες.
Κι εγώ ξυπνάω περασμένα μεσάνυχτα. Μέσα στο μαγαζί. Ποτέ μου δεν αφουγκράστηκα τόση σιωπή. Κι αναρωτιέμαι μήπως κι η γη η ίδια είναι ακατοίκητη.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Μάιος-Ιούνιος 2001
Copyright©Θεόδωρος Γρηγοριάδης/Περιοδικό Heteron ½

 

αρχή σελίδας