. . -
Χειμώνας Οκτώβριος 2007 -Ιανουάριος 2008 ( 19 ) www.stachtes.com
απόψεις, κριτική, ματιές, επεμβάσεις
i) αγριμολόγος...(ο): Ευτυχώς υπάρχουν κάποιοι...Εγγονόπουλοι ii) Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Μαρία Ζαούση, Τα πορτοκάλια iii) Μνήμη. Βλεμμίδης Νικηφόρος (1192-1272) iv) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Femme Fatale v) Δοκίμιο. Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Η υπεραλίευση των τόνων στο ελληνικό γλωσσικό αρχιπέλαγος...vi) Δοκίμιο. Κώστας Κουτσουρέλης: Αρνολντ Σαίνμπεργκ. ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ
λογοτεχνικά κείμενα
vii) Γιώργος Τζεβελεκάκης viii) Νέστορας Πουλάκος ix) Ίριδα Κούτσα x) Φαίδων Θεοφίλου xi) Σεραφείμ Χατζόπουλος xii) Johnny Droga xiii) Ελληνίδα xiv) Δημήτρης Αθηνάκης xv) Γιάννης Γκούμας xvi) Θοδωρής Βοριάς xvii) Σωκράτης Ξένος xviii) Μπάμπης Πατζόγλου xix) Διαβάστε τα κείμενα των συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) | ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση) | ΟΙ σ τ ά χ τ ε ς ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ
α γ
ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)
Ευτυχώς
υπάρχουν κάποιοι...Εγγονόπουλοι
Εδώ
και χρόνια αναπτύσσεται (αναπτύχθηκε) μία νέα εικαστική πραγματικότητα, της
τηλεοπτικής εικόνας. Ελάχιστα διασώζονται από αυτό το διεισδυτικό μέσο. Πρόκειται
για έναν αδίστακτο οικιακό επιστάτη που λειαίνει και επηρεάζει όλες τις πτυχές
του χαρακτήρα μας. Μπροστά μας περνούν διάφορα τερατόμορφα χωρίς πια να εντυπωσιάζουν.
Ο εθισμός, ο μηδενισμός του θεατή. Αιώνες παραποιούνται με μια απλή αφαιρετική
συρραφή, ένα κουμπί, το τηλεκοντρόλ. Το μοντάζ με τα εναλλάξ πλάνα, η ανόητη
φλυαρία, χωμένα στο σπιτικό του καθενός, στη καθημερινότητά μας, στη συνείδησή
όλων. Ήθη νοθεύονται, Λόγοι Ύπαρξης ευτελίζονται, το παράλογο νομιμοποιείται
χωρίς να απορεί κανείς. Όλοι παρόντες στην αιώνια απουσία του καναπέ με τα
πατατάκια. Η τέχνη απομακρύνεται ψάχνοντας καταφύγιο.
Η σημερινή τιβούλα μας είναι μια ενσταντανέ κολυμβήθρα, ένα μικρό «βούτηγμα»
αρκεί για να πάρει κανείς το τίτλο του «καλλιτέχνη», της «προσωπικότητας»,
του «μεγάλου τραγουδιστή». Όλοι, με ένα ολιγόλεπτο βάπτισμα κατατάσσονται
αυτομάτως στη κατηγορία των «δημοσίων προσώπων». Αφήστε τις λέξεις
να τις παίρνει ο άνεμος, ασφυκτιούν άλλωστε στη φοβερή στενότητα των χώρων,
εκεί που κυριαρχεί το τηλεοπτικό μάτι της αδράνειας. Τα «ευπώλητα»
σκουπίδια αποκτούν επιτέλους φωνή, δημιουργούν νέες κατηγορίες τηλεπερσόνων,
νέες λαμπερές μετριότητες καθορίζουν τη γνώμη της (σιωπηρής) πλειοψηφίας.
Λέξεις όπως «πρωινάδικο» ή και «μεσημεριανό» αποκτούν πρωτόγνωρη σημειολογική
αξία. Κάποιοι, ελάχιστοι, φυσικά ξεχωρίζουν, μα είναι τόσο λίγοι, απειροελάχιστοι,
δεν ακούγονται καν.
Η τιβούλα έγινε ο φυσικός σύμμαχος του καθημερινού ανθρώπου, του καταπραΰνει
το πόνο, τις δυσκολίες της ακρίβειας, του γυαλίζει τις άθλιες εικόνες του
περιβάλλοντος. Ο φτωχός θεατής ξεχνά για λίγο τα βάσανά του. Όλα. Ακόμη και
οι σκέψεις, οι δημιουργικές, από ανθρώπους πραγματικά ανήσυχους, με ικανότητες,
αδρανούν μπροστά στο ισοπεδωτικό αυτό κύμα της τηλεοπτικής ευκολίας. Τα σκουπίδια
ως δια μαγείας εξαφανίζονται από το πεζοδρόμιο, οι παράνομες χωματερές που
πλημμύρισαν τον τόπο επίσης. Τα ράντζα μετατρέπονται σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων,
και εάν κάποιες τηλεοπτικές εικόνες δείξουν το αληθινό πρόσωπο του κόσμου
μας, οι τηλεοπτικοί ήρωες διαμαρτύρονται εξ ονόματος του παθητικού θεατή που
κομπάζει με ικανοποίηση μέσα από το μίζερό του σαλόνι για την «ηρωική» πράξη
της επώνυμης τηλεπερσόνας-γκουρού που «υπερασπίζεται» τα δίκαιά του.
Έχω φυλαγμένα καλά ένα κειμενάκι με τίτλο «Οι Σηριαλιστές» του Κώστα
Γεωργουσόπουλου στο περιοδικό «λέξη» το Μάη του 1981
-έχουν δηλαδή περάσει από τότε 26 και κάτι χρόνια- τελειώνοντας το
άρθρο, γράφει: «Ποιος μίλησε για κανάλια; Πλοκάμια διαλέγουμε. Ο σηριαλισμός
είναι κίνημα, είναι χιονοστιβάδα. Λίγο ακόμη κι όσοι αντιστέκονται θα κατηγορηθούν
ως αιρετικοί. Για άλλη μια φορά και η τέχνη θα καταφύγει στα σπήλαια. Θυμηθείτε
τον Κατσαρό: ‘Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον έχει πολλή ξηρασία’».
Προφητικό κείμενο. Αντιπροσωπεύει αυτούς που αντιστέκονται, δεν είναι πολλοί,
αλλά ούτε και ελάχιστοι. Πάντα έτσι ήταν αυτοί οι... Εγγονόπουλοι. Τον διάλεξα
σαν παράδειγμα, έτσι, λόγο του τρέχοντος έτους 2007 που τον τιμά. Ένα έτος
που σε λίγο μας αφήνει.
Copyright©Στράτος
Φουντούλης. Βρυξέλλες, 20 Δεκεμβρίου 2007 | stratosfountoulis.wordpress.com
|
Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Η υπεραλίευση των τόνων στο ελληνικό γλωσσικό αρχιπέλαγος...
Η προσπάθεια που καταβάλλεται στην Γερμανία από το «Συμβούλιο για την γερμανική ορθογραφία» και απευθύνεται και στις γειτονικές της γερμανόφωνες χώρες προκειμένου να υιοθετηθεί απ’ όλες μία μέση ορθογραφική οδός (εφημερίδα «Αντιφωνητής», 15-3-2006) αποκαλύπτει την έντονη ανάγκη να υπάρξει ένα κοινό σύστημα συνεννόησης, το οποίο θα εξορθολογίσει τις ακρότητες και θα συνεισφέρει στην άρση κάθε σύγχυσης. Τη σημασία της προσπάθειας αυτής οι Έλληνες την αντιλαμβανόμαστε εύκολα, καθώς γενιές ολόκληρες έχουν ταλαιπωρηθεί από τα γλωσσικά κονταροχτυπήματα αρχαϊστών-«καθαρολόγων» και «μαλλιαριστών». Η φυσιολογική λύση του προβλήματος δόθηκε μεταπολιτευτικά με την καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης (καί διοικητικής) γλώσσας, ενώ το βήμα εξορθολογισμού ολοκληρώθηκε με την καθιέρωση του μονοτονικού όταν οι συνθήκες είχαν πλέον ωριμάσει. Κι ενώ το υπάρχον σύστημα παρέχει το απαιτούμενο πλαίσιο που προσφέρει τις λύσεις στις γλωσσικές απορίες, προτείνει την κοινή γραμμή και αίρει τις συγχύσεις, ανταποκρινόμενο μάλιστα στην γλωσσική πραγματικότητα των φυσικών ομιλητών της ελληνικής, η παλινορθωμένη με ιδιαίτερη ένταση τον τελευταίο καιρό εμμονή των υποστηρικτών του πολυτονικού συστήματος σ’ αυτό τείνει να δημιουργήσει νέο «γλωσσικό ζήτημα», καθώς καταργεί την κοινή γραμμή κι επιβραβεύει την αδιέξοδη τακτική τού «γράφω όπως μ' αρέσει, γιατί έτσι μ' αρέσει». Είναι ανάγκη, λοιπόν, να υπερασπιστούμε το μονοτονικό σύστημα απέναντι στο πολυτονικό, υπερασπιζόμενοι την ανάγκη κοινού τρόπου ορθογράφησης που δεν θα επιτρέψει την εξάπλωση των συγχύσεων.
Το μονοτονικό σύστημα τονισμού, παρά τις κατηγορίες που του απευθύνονται για κατάλυση της μακραίωνης ελληνικής γραπτής παράδοσης, για αδυναμία του να καταδείξει την ετυμολογία των λέξεων, άρα και τη σχέση των νέων με τα αρχαία ελληνικά, και για γενικότερη περιφρόνηση της «λογικής»(;), συνιστά ουσιαστικά το μοναδικό στην πραγματικότητα εξορθολογισμένο σύστημα τονισμού, γι' αυτό και βρίσκει τις απαντήσεις σ’ όλες τις κατηγορίες που του αποδίδονται, δικαιολογώντας δυναμικά την ύπαρξή του. Αναφορικά καταρχάς με το πόσο «λογική» είναι η χρήση του, σημειώνουμε πως το μονοτονικό αποτελεί το σύστημα τονισμού που αντιστοιχεί στις σύγχρονες γλωσσικές ανάγκες των Νεοελλήνων, εφόσον δηλώνει τη συλλαβή που προφέρεται δυνατότερα σε κάθε λέξη, τη συλλαβή συνεπώς που τονίζεται. Ψιλές, δασείες, περισπωμένες και βαρείες δεν καταγράφουν καμία φωνητική πραγματικότητα της νέας ελληνικής. Η προσωδία έχει χαθεί για την ελληνική γλώσσα ήδη από την εξέλιξή της στην κοινή των ελληνιστικών χρόνων. Μακρές και βραχείες συλλαβές στα νέα ελληνικά δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα. Ως εκ τούτων, η συμμόρφωση του τονικού συστήματος στις πραγματικές ανάγκες της γλώσσας συνιστά τη μοναδική λογική κίνηση. Είναι αυθαίρετο να χαρακτηρίζεται ως «λογικό» το πολυτονικό, που δεν αντιστοιχεί στη σύγχρονη γλωσσική πραγματικότητα.
Η κατάλυση της «μακραίωνης ελληνικής γραπτής παράδοσης» αποτελεί άλλο ένα επιχείρημα υπέρ του πολυτονικού, το οποίο όμως αντικρίζει μόνο την μία όψη του νομίσματος. Είναι γεγονός πως μετά την προσθήκη των τονικών σημαδιών στον ελληνικό γραπτό λόγο κατά την ελληνιστική εποχή από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο, προκειμένου να διατηρηθεί στη μνήμη των φιλολόγων η προσωδιακή προφορά που 'χε στο μεταξύ χαθεί, και κυρίως μετά τη γενίκευση της χρήσης των σημαδιών αυτών πολύ αργότερα, κατά τον 9ο προς τον 10ο μ.Χ. αι., ακολούθησε μία μακρά περίοδος 10 περίπου αιώνων κατά τους οποίους η ελληνική γλώσσα γραφόταν στο πολυτονικό. Είναι όμως επίσης γεγονός πως εξίσου μακραίωνη είναι και η ελληνική γραπτή παράδοση πριν το πολυτονικό. Οι υποστηρικτές του πολυτονικού θεωρούν «συγκλονιστική» την κατάργηση των τόνων που χρησιμοποιήθηκαν για αιώνες στην ελληνική γραφή, δεν θεωρούν όμως ποτέ εξίσου συγκλονιστική την παρέμβαση των αλεξανδρινών φιλολόγων στο σύστημα γραφής με την προσθήκη τονικών σημαδιών που ποτέ νωρίτερα δεν υπήρξαν! Οι υποστηρικτές του πολυτονικού θεωρούν «ασέβεια» την μεταγραφή στο μονοτονικό κειμένων που πρωτογράφτηκαν στο πολυτονικό, ιδίως εφόσον οι συγγραφείς των κειμένων αυτών έχουν επιχειρηματολογήσει και υπέρ του πολυτονικού. Από την άλλη μεριά ωστόσο θεωρούν «αυτονόητο»(;) ότι πρέπει να τυπώνονται στο πολυτονικό τα έργα αρχαίων συγγραφέων που ποτέ δεν τα έγραψαν σε αυτό! Έτσι, τα κείμενα του Ομήρου, του Ηρόδοτου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, του Θουκυδίδη, του Ξενοφώντα, του Δημοσθένη θεωρείται «λογικό» να γράφονται στο πολυτονικό, τη στιγμή που ποτέ δεν πρωτογράφτηκαν σε αυτό! Δύο μέτρα και δύο σταθμά; Ή τα παρουσιάζουμε όπως συμφέρει στη διαμορφωμένη ιδεολογία μας;
Το πολυτονικό προβάλλεται έναντι του μονοτονικού για τον επιπρόσθετο λόγο πως καθιστά σαφέστερη την ετυμολογία των λέξεων. Υποστηρίζεται, για παράδειγμα, ότι ο «ανθυπολοχαγός» δεν είναι δυνατό να κατανοηθεί από τους νέους ομιλητές της γλώσσας μας, αν δεν αναχθεί στην ετυμολογική του ρίζα, η οποία θα εξηγήσει πώς η πρόθεση «αντί» τρέπεται σε «ανθ-». Ούτε το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, έχει ισχύ, αφού συγχέει την γραφή με την ετυμολογία. Ακόμη κι αν επιλέξουμε τη γραφή των λέξεων στο πολυτονικό σύστημα, η επιλογή αυτή από μόνη της δεν αρκεί προκειμένου να εξηγηθεί καμία αρχική προέλευση των λέξεων. Χρειάζεται ιδιαίτερη ερμηνεία, η οποία θα εξηγεί πώς προέκυψε η κάθε λέξη. Η ερμηνεία αυτή απαιτεί πάντα την ίδια διαδικασία παρουσίασης σ’ όσους δεν την έχουν υπόψη τους, είτε η οποιαδήποτε λέξη είναι γραμμένη στο πολυτονικό, είτε στο μονοτονικό. Η ετυμολογία, λοιπόν, ως ξεχωριστή ερμηνευτική διαδικασία, είναι λάθος να συγχέεται με τη γραφή. Η πραγματικότητα αυτή ενισχύεται από λέξεις των οποίων η ετυμολογία δεν σχετίζεται καθόλου με τις προσωδιακές συνθήκες που φανερώνουν οι τόνοι. Παράδειγμα αποτελεί το ρήμα «διέρχομαι», το οποίο δεν απαιτεί καμία παραπομπή στο πολυτονικό προκειμένου να εξηγηθεί η προέλευσή του από την πρόθεση «διά» και το ρήμα «έρχομαι». Με βάση, συνεπώς, την άποψη που προκρίνει το πολυτονικό για λόγους ετυμολογικούς, τι θα έπρεπε να συμβεί στην προκείμενη περίπτωση; Μήπως θα έπρεπε να εφεύρουμε ένα νέο σύστημα γραφής, το οποίο θα παραπέμπει απευθείας στην ετυμολογία των λέξεων; Είναι βέβαιο πως τέτοιου είδους απόπειρες δεν οδηγούν πουθενά, ή, μάλλον, οδηγούν μόνο στην σύγχυση, όπως φαίνεται από την αντίστοιχη «ορθογραφική» απόπειρα του Γ. Μπαμπινιώτη στο λεξικό του, σύμφωνα με την οποία επιχειρήθηκε η «διόρθωση» της γραφής των λέξεων με βάση την ετυμολογία τους. Το αποτέλεσμα ήταν το «αγώρι», το «τσηρώτο» και η «καλοιακούδα»! Πλήρης γλωσσική αναρχία!
Δεδομένης της αδυναμίας των προηγούμενων επιχειρημάτων που διατυπώνονται υπέρ του πολυτονικού, οι υποστηρικτές τους έχουν οδηγηθεί στο σημείο να το συνδέουν με μια υποτιθέμενη ικανότητά του να ωριμάζει τις γνωστικές λειτουργίες των μαθητών και να βελτιώνει τις οπτικοαντιληπτικές τους ικανότητες, καθώς τους εξοικειώνει με έναν συνθετότερο κώδικα γραφής. Η σύνδεση αυτή στηρίζεται μάλιστα σε «έρευνες» που γίνονται σε μαθητές οι οποίοι διδάσκονταν παράλληλα τόσο το μονοτονικό, όσο και το πολυτονικό σύστημα τονισμού. Το επιχείρημα της βελτίωσης των μαθητών χάρη στη μελέτη συνθετότερων κωδίκων γραφής είναι εξαιρετικά αποτυχημένο, για τον απλούστατο λόγο ότι η γραφή της νεοελληνικής γλώσσας, ακόμη κι αν απλουστεύεται κάπως όταν γίνεται χρήση του μονοτονικού, εξακολουθεί να είναι μία εξαιρετικά σύνθετη γραφή, στην οποία εμφανίζεται, για παράδειγμα, πλήθος [i] (η,ι,υ,ει,οι,υι), [o] (ο,ω), [e] (ε, αι). Η ποικιλία αυτή, ωστόσο, δεν είναι αρκετή προκειμένου οι χρήστες της νέας ελληνικής να κατορθώσουν τον άψογο χειρισμό της· αντίθετα, μάλιστα, η ποικιλία αυτή προκαλεί σύγχυση σ' ένα μεγάλο ποσοστό των χρηστών, οι οποίοι υποπίπτουν σε ορθογραφικά λάθη. Επιπρόσθετα, η μακρά περίοδος εφαρμογής του πολυτονικού κάθε άλλο παρά αποδεικνύει ότι η χρήση του οδηγούσε στην βελτίωση των μαθητών. Οι μαθητές που διδάσκονταν το πολυτονικό ταλαιπωρούνταν σε μεγάλο ποσοστό από τα τονικά σημάδια, τα οποία συχνά λειτουργούσαν τελείως αποτρεπτικά για έναν ικανό αριθμό νέων από το να συνεχίσουν και να κατορθώσουν ν' αποφοιτήσουν απ’ το σχολείο. Το «πόρισμα» οποιασδήποτε «έρευνας», συνεπώς, επί μικρού δείγματος μαθητών, που «αποδεικνύει» την «θεραπευτική» ικανότητα του πολυτονικού, δεν μπορεί να σταθεί πλάι στα αληθινά πορίσματα της μακροπερίοδης εφαρμογής του πολυτονικού στο ελληνικό σύστημα εκπαίδευσης. Επιπλέον, χρειάζεται πάνω στις αντίστοιχες «έρευνες» να ελέγχεται και το εξής: αν η πρόσθετη διδασκαλία του πολυτονικού πλάι στο μονοτονικό ωφέλησε όντως ορισμένους μαθητές, πόσο περισσότερο θα 'χαν ωφεληθεί οι ίδιοι μαθητές στην περίπτωση που η πρόσθετη γλωσσική τους ενασχόληση δεν γινόταν πάνω στο πολυτονικό, αλλά σε επιπλέον γλωσσικές ασκήσεις στο μονοτονικό;
Το δυστύχημα με τις «έρευνες» αντίστοιχου τύπου είναι πως επιδιώκουν ζητήματα καθαρά ιδεοληπτικά, όπως είναι η χρήση του πολυτονικού, να τα ανάγουν σε ζητήματα σωστού χειρισμού της γλώσσας και ικανών τρόπων εκπαίδευσης των νέων, παραβλέποντας πως ο οποιοσδήποτε λανθασμένος χειρισμός της γλώσσας από τους χρήστες της δεν είναι δυνατόν να οφείλεται ούτε στο πολυτονικό, ούτε στο μονοτονικό, αλλά σε λόγους που αφορούν τόσο ζητήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας όσο και γενικότερα κοινωνικοοικονομικά. Επαναλαμβάνω πως η μακροχρόνια εφαρμογή του πολυτονικού στην νεοελληνική εκπαίδευση κάθε άλλο παρά απέδειξε ότι αυτό το σύστημα τονισμού συμβάλλει στην ανάπτυξη των ικανοτήτων των μαθητών. Ομιλητές της γλώσσας μας που αποτυγχάνουν να τη χειριστούν σωστά υπήρχαν πάντα και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν, όποιο σύστημα τονισμού κι αν εφαρμοστεί. Τα αίτια της αποτυχίας του σωστού χειρισμού της γλώσσας επιβάλλεται ν' αναζητηθούν εκεί που πραγματικά βρίσκονται, όπως στις μεθόδους διδασκαλίας, στους λόγους της μαθητικής διαρροής απ' τα σχολεία, στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν, στην οικογενειακή κατάσταση των μαθητών, στις επαγγελματικές τους επιδιώξεις και στο έντονο χρησιμοθηρικό πνεύμα που επικρατεί μπροστά στην αγωνία της επαγγελματικής αποκατάστασης. Οποιοσδήποτε προσδιορισμός της αποτυχίας στη χρήση του μονοτονικού δεν εξυπηρετεί καμία πραγματικότητα, παρά μόνο την ιδεοληψία των φανατικών του πολυτονικού.
Πρόσθετα «επιχειρήματα» για την «αισθητική» του πολυτονικού απέναντι στη «μονοτονία» του μονοτονικού δεν αξίζει καν να συζητούνται: η αισθητική είναι θέμα καθαρά υποκειμενικό· με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος να ικανοποιείται από τη λιτότητα, την απλότητα και την έλλειψη επιτήδευσης του μονοτονικού, τη στιγμή που το πολυτονικό, «φτιασιδωμένο» μ’ όλα του τα τονικά σημάδια, θυμίζει γριά πόρνη! Επιπλέον, και με δεδομένη την πραγματικότητα πως η ελληνική γλώσσα στη μακραίωνη πορεία της έχει αλλάξει πολλές φορές μορφή, προκαλεί απορία γιατί αναπαράγεται όλη αυτή η εμμονή για την «ιστορική αξία» του πολυτονικού, τη στιγμή που οι υποστηρικτές της «παραδοσιακής» μορφής της γλώσσας μας ουδέποτε διεκδίκησαν την επαναφορά άλλων στοιχείων που ξεπεράστηκαν με το πέρασμα του χρόνου, όπως για παράδειγμα τη δοτική πτώση, η οποία, με την ίδια λογική, θα έπρεπε να επανακάμψει ως... παραδοσιακό στοιχείο παραδοσιακότερο της παράδοσης»!
Καθώς, συνεπώς, το πολυτονικό δεν εξυπηρετεί καμία πραγματική ανάγκη αλλά ούτε καν δικαιώνεται να διεκδικεί την αποκλειστική «ιστορική» μορφή γραφής της γλώσσας μας, εφόσον αυτή έχει αλλάξει επανειλημμένως, άρα οι ιστορικές μορφές είναι πολλές, επιβάλλεται να σταματήσει επειγόντως η υπεραλίευση των τόνων στο ελληνικό γλωσσικό αρχιπέλαγος. Διαφορετικά, η συντηρούμενη αποψίλωση του γλωσσικού αρχιπελάγους προβλέπεται να οδηγήσει στην έξαρση του περισπώμενου φυτοπλαγκτού, που συνθλίβει κάθε ζωντανή έκφραση στερώντας της το οξυγόνο. Οι Γερμανοί που αναζητούν κοινή ορθογραφική οδό δίνουν το παράδειγμα. Εμείς, που κατορθώσαμε ύστερα από σφοδρές διαμάχες να 'χουμε πλέον αυτήν την κοινή οδό, με τη δημοτική γλώσσα και το μονοτονικό, ας πάψουμε να κινδυνολογούμε και να επιτείνουμε τη σύγχυση· μόνο κάκιστη υπηρεσία προσφέρουμε έτσι.
Γιάννης Στρούμπας
Φιλόλογος - 3ο Γενικό Λύκειο Κομοτηνής
http://anorthografies.blogspot.com/2007/03/blog-post_14.html
Copyright©Γιάννης Στρούμπας
23.2.06
Κώστας Κουτσουρέλης: Αρνολντ Σαίνμπεργκ, ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ
"ΘΑ
ΤΟ ΕΧΕΤΕ ΑΣΦΑΛΩΣ καταλάβει ότι δεν είμαι φιλόδοξος και ότι δεν περιμένω
από το κοινό να κατανοήσει την μουσική μου με την πρώτη κιόλας ακρόαση. Θα
ήμουν ευχαριστημένος αν με την δέκατη πέμπτη ακρόαση έπαυε απλώς να την απεχθάνεται".
Γραμμένη στα 1937 σε ιδιωτική επιστολή, η φράση αυτή του 'Αρνολντ Σαίνμπεργκ
δεν ομολογεί παρά το αυτόδηλο: το τεράστιο χάσμα που χωρίζει τις προτιμήσεις
της μεγάλης πλειοψηφίας των ακροατών της σοβαρής μουσικής από το τεχνοτροπικό
ιδίωμα που εκείνος εγκαινίασε. Ήδη στα 1924, ο ιδιοφυέστερος μαθητής του Σαίνμπεργκ,
'Αλμπαν Μπεργκ, είχε δοκιμάσει να διερμηνεύσει το φαινόμενο. Στο κλασικό δοκίμιό
του "Γιατί η μουσική του Σαίνμπεργκ είναι τόσο δυσνόητη;" εντόπιζε
το πρόσκομμα σε ένα στοιχείο ενδιάθετο στο έργο του δασκάλου του, ήτοι στην
δομική ασυμμετρία των φράσεων και των περιόδων που το διέπουν. Η αυτοπεριγραφή
του ίδιου του Σαίνμπεργκ είναι και εδώ διαφωτιστική: "Τα θέματά μου ποικίλουν
διαρκώς, δεν καταφεύγω σχεδόν ποτέ σε απαράλλακτες επαναλήψεις, κάνω αιφνίδια
άλματα στα πλέον απομακρυσμένα εξελικτικά στάδια της σύνθεσης και προσδοκώ
από τον πεπαιδευμένο ακροατή να είναι σε θέση να βρει από μόνος του τις ενδιάμεσες
μεταβάσεις."
Μισό και πλεόν αιώνα μετά, οι ελπίδες που ο Βιεννέζος συνθέτης έτρεφε για
την ανταπόκριση του κοινού γνωρίζουμε ότι αποδείχθηκαν φρούδες. Και τούτο
παρά το γεγονός ότι ο εκφραστικός δρόμος που εκείνος υπέδειξε έγινε εν τω
μεταξύ πολυσύχναστος και κοινός. – Από τον Ξενάκη ώς τον Καίητζ κι από τον
Στοκχάουζεν ώς τον Μπουλέζ, οι γνωστότεροι εκπρόσωποι της λόγιας μουσικής
των τελευταίων πέντε ή έξι δεκαετιών μπορούν να θεωρηθούν, με τον ένα ή τον
άλλο τρόπο, δικοί του επίγονοι. Παρ' όλ' αυτά, οι "πεπαιδευμένοι ακροατές"
θα παραμείνουν πιστοί στον προνεωτερικό κανόνα. Απλώς, με τον καιρό, εκείνη
η πρώτη τους απέχθεια για την μοντέρνα μουσική θα μετατραπεί σε ανοχή, για
να εκφυλιστεί στις μέρες μας σε παγερή αδιαφορία.
Βέβαια, όπως ήδη οι πρωτεργάτες του μουσικού μοντερνισμού, έτσι και οι κατοπινοί συνεχιστές του προβληματίστηκαν περιστασιακά γι' αυτήν την παρατεταμένη αδιαφορία. Σε αντίθεση όμως με την ειλικρίνεια των δασκάλων τους, οι δικές τους εξηγήσεις συχνά αποδείχτηκαν ρηχές. Όταν δεν σήκωσαν με προσποιητή αφέλεια τούς ώμους τους, αρκούμενοι σε εύκολες αυτοπαραμυθίες του τύπου ότι η σπουδαία τέχνη προορίζεται τάχατες για τις ελάχιστες μειονότητες, προτίμησαν να επιρρίψουν την ευθύνη σε όλους τους άλλους πλην του εαυτού τους. Έτσι μέμφθηκαν την παρεχόμενη μουσική παιδεία και την απουσία συστηματικής καλλιέργειας, την εμπορευματοποίηση της τέχνης και τον τρέχοντα αισθητικό λαϊκισμό. Προβλήματα βεβαίως υπαρκτά, που από μόνα τους όμως δεν εξηγούν τίποτα. Στο κάτω της γραφής, οι σημερινοί συνθέτες δεν φιλονεικούν μεταξύ τους για την εύνοια των οπαδών της Μαντόνας ή της 'Αννας Βίσση. Τους πολυπληθέστατους θιασώτες της μουσικής ενός Μπαχ ή ενός Μότσαρτ διεκδικούν. Και είναι αυτούς ακριβώς που αδυνατούν να κερδίσουν.
Είναι αλήθεια ασφαλώς ότι όλο αυτό το διάστημα ποτέ δεν έλειψαν και οι αντίρροπες τάσεις, οι δημιουργοί δηλαδή που συνειδητοποίησαν εγκαίρως τον θλιβερό εγκλεισμό της σύγχρονης μουσικής στα ερμητικά τείχη της μοντερνιστικής συντεχνίας και ζήτησαν με το έργο τους να τον άρουν. Από τον Ιγκόρ Στραβίνσκυ και την στροφή του προς τον νεορρομαντισμό ώς το "Μανιφέστο της Πράγας" του Χαννς 'Αισλερ και το εκεί προβαλλόμενο αίτημα για μια μουσική ικανή να συγκεράσει την υψηλή ποιότητα με την μέγιστη δυνατή λαϊκότητα· και από τον "μετασυμφωνισμό" του Μίκη Θεοδωράκη ώς την αισθητική του ελάχιστου στο έργο του Φίλιπ Γκλας ή του 'Αρβο Παιρτ, αρκετοί ήταν οι συνθέτες που κατόρθωσαν πράγματι να ανακτήσουν για λογαριασμό της απαιτητικής μουσικής το ενδιαφέρον ενός πολυπληθούς ακροατορίου. Ωστόσο, αυτοί υπήρξαν συνήθως η εξαίρεση. Για την πλειονότητα των ομοτέχνων τους, η ιδεολογική σαγήνη των συνθημάτων του ακραίου μοντερνισμού παραμένει μέχρι σήμερα απαραμοίωτη.
"Μια πραγματική και διαρκής επιτυχία προϋποθέτει την ικανότητα να προσεγγίσουμε τόσο το ακαλλιέργητο όσο και το λεπταίσθητο τμήμα του κοινού. Αυτό το τελευταίο δημιουργεί το πρεστίζ, δίχως το οποίο θα ήμασταν χαμένοι, όπως ακριβώς και αν στερηθούμε την αγάπη των πολλών", έγραφε στα 1909 ο Ούγκο φον Χόφμαννσταλ, ο ανάμεσα στ' άλλα και λιμπρετίστας του Ρίχαρντ Στράους. Τα εύγε των Σοφιστών αλλά και την εύνοια του Δήμου διεκδικούσε την ίδια εποχή ο Κ. Π. Καβάφης. Η μεγάλη τέχνη από τη φύση της δεν μπορεί παρά να είναι και "τέχνη διασκεδαστική", απευθυνόμενη δηλαδή και στο ευρύ ακροατήριο, δίδασκε ο Γρ. Ξενόπουλος. Η σύγκριση των εμμονών του υπερώριμου πλέον μοντερνισμού με τα αυτονόητα μιας άλλης περιόδου, μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την διαδρομή που οι εκπρόσωποί του (στην μουσική, άλλα όχι μόνο…) διένυσαν τα τελευταία εκατό χρόνια. Προ πάντων όμως μας δίνει τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε γιατί αυτή τους η διαδρομή ήταν αναπότρεπτο να καταλήξει εκεί που κατέληξε. – Στο πλήρες αδιέξοδο.
Πρώτη δημοσίευση:
εφ. Η ΑΥΓΗ, Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2007
Copyright©Κώστας Κουτσουρέλης / Δικτυακός Τόπος: www.koutsourelis.gr
Κριτική
Βιβλίου από
την Μαρία
Πετρίτση: Μαρία
Ζαούση, Τα πορτοκάλια. Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Τα
πορτοκάλια είναι το τρίτο βιβλίο της Μαρίας Ζαούση, το οποίο αποτελείται από
εικοσιένα σύντομα διηγήματα. Η θεματική τους απλώνεται σε ποικίλες κατευθύνσεις
και μετατοπίζει το βλέμμα του αναγνώστη σε διάφορα σημεία του κόσμου, ταξιδεύοντας
από τις γειτονιές της Αθήνας στις πλατείες των Βρυξελλών, περνώντας από τα
σοκάκια της Βομβάης και καταλήγοντας σε ανώνυμες λαϊκές συνοικίες άγνωστων
χωριών του κόσμου. Κάθε γωνιά της Γης θα μπορούσε να φιλοξενεί τις ιστορίες
αυτού του βιβλίου, με μοναδική προϋπόθεση να φιλοξενεί πρωταρχικά ανθρώπινες
ζωές και σκηνές απλής καθημερινότητας.
Η σημαντικότερη καινοτομία του βιβλίου έγκειται στο γεγονός πως το κυρίως
θέμα των διηγημάτων δεν είναι ο έρωτας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο έρωτας
σχεδόν απουσιάζει από αυτές τις ιστορίες, έχοντας παραχωρήσει τη θέση του
σε λιγότερο κοινά αλλά εξίσου ανθρώπινα σημεία προβληματισμού. Ο συγκινησιακός
κυματισμός του βιβλίου αφορά κυρίως σε σκηνές μοναξιάς, σε στοιχεία γενικότερης
απουσίας και απώλειας καθώς και σε επικείμενες ή και ήδη συντελεσμένες απογοητεύσεις.
Εν ολίγοις, αφορά μια δύσκολη πραγματικότητα που βιώνεται με απλότητα κι αίσθημα
ευθύνης.
Παρόλα αυτά, Τα πορτοκάλια δεν είναι απαισιόδοξο ή σκοτεινό βιβλίο. Είναι
βαθιά ανθρώπινο και απλό. Δεν προσπαθεί να προσελκύσει τον αναγνώστη με δραματικές
περιγραφές ή ψυχολογικούς χειρισμούς θλίψης και σκηνές μιζέριας. Δεν δημιουργεί
εντυπώσεις πίκρας ή ηττοπάθειας. Η συναισθηματική του ένταση είναι σημαντική
χωρίς να καθίσταται επιδεικτική - διαποτίζει το βιβλίο χωρίς να πονά ή να
εξεγείρει τον αναγνώστη.
Μέσα από αυτές τις ιστορίες εκφράζονται ολόκληρες γενιές Ελλήνων που έζησαν
την καθημερινότητα της εποχής τους αγωνιώντας για την επιβίωση και την ακεραιότητά
τους. Τα βιώματα αυτών των ανθρώπων έχουν τις ρίζες τους στην καταγωγή και
στην ιστορία τους κι αποτελούν μικρά ντοκουμέντα ζωής που πάνω τους αξίζει
να καθυστερήσουν διεισδυτικά το βλέμμα και η σκέψη του αναγνώστη, καθώς πάντοτε
υπάρχει ένα ηθικό δίδαγμα που τον περιμένει ως φιλοδώρημα στην τελευταία παράγραφο.
Αυτά τα μικρά προσωπικά ντοκουμέντα, αν τα κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά,
παρατηρεί ότι απεικονίζουν «άγριες τρικυμίες μοναξιάς και αγωνίας, χωρίς κραυγές,
χωρίς υψηλούς τόνους». Η αξιοπρέπεια, η στωικότητα, το πείσμα και η σοβαρότητα
είναι αρετές που κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην συνολική ταυτότητα του
βιβλίου. Οι ήρωές του κινούνται διαρκώς μεταξύ ηθικών διλημμάτων και κινήσεων
επιβίωσης, όπως είναι φυσικό για κάθε άνθρωπο που ζει δύσκολα, θέτουν στόχους
και πολεμούν για να τους επιτύχουν, αποδέχονται τη μοναξιά τους και την όποια
ανώτερη βία επιδιώκοντας ταυτόχρονα να υπερβούν τα εμπόδια και να εξασφαλίσουν
ένα καλύτερο μέλλον.
Είναι άνθρωποι τίμιοι και περήφανοι, καθόλου μελοδραματικοί, γεμάτοι θάρρος
και αποφασιστικότητα απέναντι στον εαυτό τους και, κατά συνέπεια, απέναντι
στην κοινωνία. Τολμούν να κάνουν όνειρα και να προσπαθήσουν για ένα ευνοϊκότερο
αύριο, πατώντας γερά στο έδαφος του σήμερα. Τα βήματά τους είναι μετρημένα
αλλά σταθερά γι’ αυτό και σπανίως τους προδίδουν.
Ο λογοτεχνικός χειρισμός της Μαρίας Ζαούση παρουσιάζεται λιτός κι επαρκής
για να αποφέρει ένα σπουδαίο αποτέλεσμα: «η αρετή του βιβλίου είναι η ισορροπία
ανάμεσα στη θεματική ευτέλεια και την εκφραστική ολιγάρκεια». Όπως αναφέρει
ο Θανάσης Βαλτινός στον πρόλογο του βιβλίου, «το μάθημα φυσικά έρχεται κατευθείαν
από τον Τσέχωφ».
«Τα αφεντικά δεν μας είπαν ποτέ ένα ευχαριστώ και, παρ’ όλα
αυτά, ένιωθα να είναι η ύπαρξή μου κάτι πιο σημαντικό. Κάτι να κάνω, πώς να
το πω. Το θεωρώ άδικο –άδικο. Το οικονομικό μας έχει γονατίσει. Όταν το οικονομικό
είναι δύσκολο, πηγαίνουν και τ’ άλλα στραβά. Έχουν σπάσει τα νεύρα μου, κλαίω
και χτυπιέμαι, ξεσπάω αλλού.
Δεν θέλω και να παρακαλώ, αλλά εσείς που εργάζεστε, στο Υπουργείο, στην Τράπεζα
δεν υπάρχει τίποτε; Να καθαρίζω σκάλες, τουαλέτες – τίποτε;».
Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες / maria_petritsi@yahoo.com
Γιάννης Γκούμας: Από τη συλλογή "Τα Πορτρέτα της Ωριμότητας" Εκδόσεις Heteron
ΠΡΟΘΥΜΟΣ
Δεν είμαι άνθρωπος. Μια γεωγραφία είμαι.
Ο κόσμος δεν ρωτάει τι κάνω.
Προτιμούν να ταξιδεύουν μέσα μου.
Το σύμπαν πρέπει να ψάχνω
ώστε να βρω απαντήσεις στις ερωτήσεις τους.
Για την άγνοιά τους πρέπει να είμαι το καθετί,
από θέρετρα και κέντρα ψυχαγωγίας
μέχρι υπαίθρια ζωή. Χρειάζεται να βρίσκομαι εκεί
που ανταμώνουν ό,τι τελειώνει και ό,τι αρχίζει.
Και πάντα πρόθυμος,
την καρδιά μου μοιράζοντας στα δυο,
και σαν φωτιά που διαρκεί πέρα από τη φλόγα της,
ψάχνω για μια μέρα, μια μέρα της ζωής μου.
ΑΘΕΛΗΤΗ ΘΕΛΗΣΗ
Λοιπόν μητέρα, λοιπόν πατέρα,
γεννήθηκα όπως θέλατε,
μα δεν μεγάλωσα να γίνω αυτό που θέλατε.
Οχυρό σεις, χώρος ανοιχτός εγώ.
Έζησα να κάνω αθέλητη τη θέλησή σας.
Τώρα που κι οι δυο σας πια δεν υπάρχετε,
πήγα του κλόουν το ρούχο στο καθαριστήριο.
Αρχικά σκέφτηκα να το πετάξω
στον κάδο απορριμμάτων,
μα αν η θέλησή σας είναι ανακυκλώσιμη;
ΟΜΟΛΟΓΙΑ
Η εξωτερική εμφάνιση του τι δεν είμαι
εγκλείει αυτό που είμαι. Εγκατέλειψα
την προσπάθεια να κάνω ισότιμο αυτόν
τον εαυτό, όταν διαπίστωσα
ότι τα καλύτερα γραπτά μου
είναι μια λαμπρή δυσανάγνωστη αλήθεια.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Επινοώ ένα πουλί
που επινοεί ένα κλαδί
που επινοεί ένα φύλλο
που επινοεί έναν άνεμο
που είμαι εγώ
που στρέφομαι στον εαυτό μου
και χάνομαι.
ΤΟ ΟΜΟΙΟ ΝΑ ΓΙΑΤΡΕΥΕΙ ΤΟ ΠΑΡΟΜΟΙΟ
Όπως μερικά πουλιά αναπτύσσονται
στην αιχμαλωσία,
έτσι κι οι σκέψεις μου επιδιώκουν το πέταγμα
στου εαυτού μου τη δέσμια γραφίδα.
Η καρδιά στρέφει το βλέμμα
σε ό,τι υπάρχει έξω από μένα,
και να ένα ποίημα,
ελευθερία υπό περιορισμό των λέξεων.
ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΟΥ ΣΩΖΕΙ
Ήμουν προικισμένος με σπάνια ταλέντα, δεν λέω
ακόμα και η φύση έπαιξε το ρόλο της πολύ καλά.
Μα όλα δεν κατέληξαν σε «μη με λησμόνει»;
Εν μέρει φταίω εγώ, γιατί πάντα πίστευα
πως δεν υπήρχε θάνατος για να πεθάνουν.
Βέβαια υπάρχει το καλό που σώζει,
ότι όλα αποκαθίστανται στην ποίηση.
Copyright©Γιάννης Γκούμας
Γιώργος Τζεβελεκάκης
Από τη συλλογή "Όπως τα πετρώματα", Εκδ. Πλέθρον, 1986
Από
τα μαλλιά σου μια λέξη
Έθαψα
Τι θ' απογίνει τα χείλη
Στα χέρια μου ψηλά
Το κεφάλι
Ρωτιέται την αφίσα ακόμη
Και την προοπτική
Τα πράγματα
Τα μέρη
Τα μέρη τους
Τα μέρη τους μόνον
Ο καθένας
Η φωνή στα δέκα δέκατα
Σηκωμένη
Που θα 'πεσε του γόνατος
Ωσάν υποδιαίρεση η αφή είμαι αργά
Μισθοφόρος
Η φλέβα κατεβαίνει
Άλλοτε λυώνει προς με
Ταχύτητα πετρώματος
Φωνάζει
Το αίμα είσαι πιο πέρα χιλιόμετρο χαρούμενος
Δίχως μυστήριο
Τεθλασμένος
Στα αυτά χέρια υπάρξει
Κάτω
Με τ' όνομα
Αυτοκίνητος
***
Ιδούμε όλους σε ξένη ατραπό
Τα μάτια να ξεδιψάσουν
Παράπονο του δάσους
Ας μείνει η ώρα του χεριού
Έλεγε
Χάος υφαίνει ο αθώος
Δίχως να βλέπουμε
Από τους λίθους
Περίμενα τ' όνομά μου
Κάτω μυαλό
Το τόξο άκουσε τα τείχη εσώρουχα
Εντελώς το αίμα από κοντά
Όλοι για όλους
Από τους πάγους
Έναν άγγελο συναλλάσσομαι
Το στόμα κρατώντας
Ζαρκάδι
Στο πίσω στήθος
Στη μωβ φωνή της
Κανείς
Ως
Συνήθως
Copyright©Γιώργος Τζεβελεκάκης
Νέστορας Πουλάκος
Σ’ αγαπώ;
Στον Στράτο και την Αγγελική,
τους κινηματογραφικούς μου ήρωες
ΕΙΣΠΝΟΗ
Καλοκαιρινό αεράκι φυσά στον έρημο δρόμο. Ζεστό, γεμάτο υγρασία, εποχή που τα κορμιά κολλάνε από τον ιδρώτα. Νύχτα έχει πέσει, στον ασφαλτωμένο δρόμο, κίτρινος όπως είναι από τα έντονα φώτα που τον κοιτάζουν από ψηλά, στριμωγμένος ανάμεσα στα ψηλά τείχη με τα συρματοπλέγματα που τον περιβάλλουν. Προστατεύουν τη βιομηχανική ζώνη πετρελαίων, δίνοντας στην ατμόσφαιρα του τοπίου μια αφαιρετικότητα κίνησης, μια εξαθλίωση της φύσης, μια απαξίωση ανθρώπινων συναισθημάτων και αδυναμιών.
Ένας άντρας με μακριά μαύρα μαλλιά, επιμελώς πιασμένα για να μην μπερδεύονται στο πρόσωπο του, βαδίζει εντός του δρόμου. Φοράει μαύρα ρούχα, καπνίζει, κοιτάζει τον μαύρο καπνό του φουγάρου. Δείχνει να σκέφτεται.. Λίγο πιο πίσω του, είναι μια κοπέλα. Πολύχρωμα ντυμένη, τρέχει ανέμελα κρατώντας ένα αναμμένο τσιγάρο στο δεξί της χέρι, χαμογελά, χαμογελά.. Τρέχει κατά πάνω του, όλο χαρά!
- Έι, όμορφε, περίμενε με.
Εκείνος γυρίζει. Την ίδια στιγμή, η όμορφη, αδύνατη, όλο ευλυγισία κοπέλα προσγειώνεται στην αγκαλιά του. Την κοιτάζει και μειδιά. Εκείνη τον φιλά στο λαιμό, στο μάγουλο, παντού στο πρόσωπο. Περιμένει να σταματήσει για να την φιλήσει όλο πάθος.
Μετά από λίγη ώρα κατηφορίζουν χέρι-χέρι τον δρόμο. Είναι άδειος. Αυτοκίνητο, άνθρωπος, ψυχή δεν πατάει. Μόνο ο ήχος των μηχανών πετρελαίου, τίποτε άλλο. Καθώς περπατούν, εκείνη του λέει
- Μ’ αγαπάς;
Ο άντρας σαστίζει. Μένει ακίνητος. Δεν κουνιούνται ούτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Τελικά της χαμογελά. Την φιλάει στο μάγουλο, την αρπάζει από το χέρι και συνεχίζουν την πορεία τους.
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΕ 3 ΠΡΑΞΕΙΣ
Πράξη 1η
Από το στενόχωρο σαλόνι του διαμερίσματος στο κέντρο της πόλης μπαίνουν ο θόρυβος των αμαξιών, το έντονο φως του καλοκαιρινού ήλιου και μια ανυπόφορη ζέστη.Η νεαρή κοπέλα ελαφρά ντυμένη κάθεται στον καναπέ μπροστά από μια παλιά γραφομηχανή σκεπτόμενη.. Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται ανεπαίσθητα ο ήχος της τηλεόρασης. Ο μακρυμάλλης άντρας κάθεται στο κρεβάτι, χαζεύοντας κάποιους ανθρώπους να συζητούν έντονα, δροσιζόμενος κάτω από τον εκνευριστικό θόρυβο του ανεμιστήρα.
Μια στιγμή μετά σηκώνεται. Είναι ημίγυμνος. Κατευθύνεται στο σαλόνι. Πλησιάζει την καστανή μορφονιά, που παραπαίει πάνω από την γραφομηχανή. Την φιλάει στον ώμο και της τοποθετεί στη γραφομηχανή ένα φύλλο χαρτί. Όχι όμως για να γράψει αλλά για να διαβάσει αυτό που εκείνος έχει γράψει
Φορούσε το παλτό
που κάλυπτε τη γύμνια του κορμιού της
- αχ, σ’ αγαπώ μικρό
κι ασθενικό πλασματάκι της νιότης μου
Έλα κοντά μου
χωρίς εσένα
- όλα μάταια θα ναι.
Του πιάνει το χέρι και πάνε στο δωμάτιο..
Πράξη 2η
Σε ένα θολό μπαρ στο κέντρο της πολύβουης πόλης, εκείνη δούλευε υπό τους ήχους της τζαζ, σερβίροντας θαμώνες μέθυσους ερωτύλους ημι-αποτυχημένους καλλιτέχνες. Ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές μαζεμένοι στην καφέ ξύλινη μπάρα με εκείνη απαστράπτουσα να τους χαμογελά. Τότε, βράδυ βροχερό ήταν αν και καλοκαιριού, είχε κάτσει και εκείνος στη μία άκρη του μπαρ, πίνοντας το αγαπημένο του μπέρμπον. Από τα ηχεία ακουγόταν η μαγική φωνή του Κολτρέιν, ακολούθησαν οι γλυκές μελωδίες της Χόλιντει, του Μάιλς Ντέιβις, τους Λούις Άρμστρονγκ, του Κλίφορντ Μπράουν, του Λέστερ Γιανγκ.
Έπινε, έπινε και ξαναέπινε και την κοίταζε με μια τρυφεράδα και μια γλυκιά ένταση συναισθημάτων ηδονής και ερωτισμού. Με τι χάρη περιποιούταν τον κάθε περίεργο πελάτη της, λες και ήταν ένας καλός της φίλος ή ένας παλιός γνωστός μιας άλλης εποχής. Πότε πότε που περνούσε από δίπλα του τον φιλούσε, στιγμές στιγμές τον κοιτούσε από μακριά στα μάτια, ψηλάφιζε το κορμί του με τις αισθήσεις της υπερχειλισμένες από τις σκέψεις που έκανε. Εκείνος, με το κατσαρό μαύρο μαλλί του, να ακουμπάει τους ώμους του, ήταν ευτυχισμένος, χαμογελούσε, ένα διαρκές χαμόγελο χωρίς τέλος.
Πήρε μια χαρτοπετσέτα. Οι θαμώνες στο μπαρ λίγοι, η ώρα περασμένη, η καλοκαιρινή ατμόσφαιρα αν και βροχερή ήθελε βόλτα στην θάλασσα. Το κέντρο της πόλης έπνιγε τους εναπομείναντες κατοίκους του. Εκείνος όμως την περιμένει, προσμένει κάθε επόμενη κίνησή της. Γράφει στη χαρτοπετσέτα, δανειζόμενος μια πένα από τον διπλανό του μεθυσμένο λογοτέχνη. Γράφει για ώρα.
- Τι γράφεις, αγάπη μου; τον ρωτάει καθώς τον πλησιάζει.
- Να δες, της αποκρίνεται.
Συζητούσα - θυμάμαι έντονα, μαζί σου χθες βράδυ
δεν είχες πολλά να πεις μας ούτε και να δείξεις
για μια κοπέλα σου ‘λεγα που με πάθος ανακάλυψα
ουτοπία μου ξανάπες - μα τι άλλο θα περίμενα από σένα;
Άκου φίλε του εαυτού μου, θα την αγαπήσω μέχρι θανάτου- ακούς;
Η βροχή σταμάτησε. Έξω η νύχτα είναι πανέμορφη και η υγρή ατμόσφαιρα προδιαγράφει μια βόλτα μακράς διάρκειας. Φιλιούνται στη μέση της πλατείας όλο πάθος.
- Σε λατρεύω, του λέει.
- Όλο του βάρος του κόσμου η αγάπη μου, της φωνάζει γοερά.
Πράξη 3η
Ξημερώματα αυγουστιάτικης νύχτας, τα παράθυρα ανοικτά, οι κουρτίνες να ανεμίζουν απαλά, σχεδόν υπνωτικά από το ζεστό, αποπνικτικό αεράκι. Γυμνοί στο κρεβάτι, χωρίς σεντόνια, χωρίς μαξιλάρια, με ένα κίτρινο κατωσέντονο ν ακουμπά τα ιδρωμένα από τον έρωτα κορμιά τους. Εκείνος γυρισμένος πλάτη κοιτάζει την ανατολή πίσω από τις κεραίες της απέναντι πολυκατοικίας, εκείνη να κοιτάζει το ταβάνι παίζοντας με τα μαλλιά της. Του απλώνει το χέρι της, του χαϊδεύει τον λαιμό. Εκείνος το απολαμβάνει, δε δείχνει όμως την αντίδρασή του.
- Μη φύγεις, της λέει.
- Θα σου πω κάτι που έγραψα σήμερα για σένα. Άκου
Τα λόγια σου με κάνουν να λυγίζω, φωνές Σειρήνων σα να ηχούν
και εκείνο το χαμόγελο, εκείνο το άρωμα – ανεξίτηλα
Κλειστά τ’ αυτιά μου όμως θα κρατήσω, σ’ αυτό το
απεγνωσμένο ξέσπασμά σου γι’ αγάπη δε θα παραδοθώ
Μα θυμήσου τότε, από έρωτα κραύγαζες και πάλι,
και οι συνέπειες… καταστροφικές.
Εκείνος βάζει τα κλάματα. Προσπαθεί να τα πνίξει. Να μην ακουστεί.
- Δε θα φύγω, του λέει.
Βάζει κι εκείνη τα κλάματα. Δεν τα πνίγει όμως, τρέχουν στα μάγουλα της, ακούγονται οι λυγμοί της.
ΕΚΠΝΟΗ
Το σημείωμα έγραφε : «3 χρόνια μετά».Το μήνυμα στον τηλεφωνητή της έλεγε : «Συνάντηση στις 7, να δούμε την ανατολή».Χειμωνιάτικο ξημέρωμα, εθνική οδός, τα αυτοκίνητα πολλά, πηγαινοέρχονται, οι επιβάτες τους στην καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς τους. Στον μικρό πεζόδρομο, μπροστά από την ταραγμένη θάλασσα της βιομηχανίας του πετρελαίου, μουντός καιρός, συννεφιασμένος φαίνεται. Ένας άντρας με μακριά μαύρα μαλλιά στέκει μόνος του καπνίζοντας. Φοράει γυαλιά ηλίου. Μαύρα ρούχα.
Τον πλησιάζει εκείνη. Μεγάλωσε. Της φαίνεται. Πιο ωραία από ποτέ. Με τη χλωμάδα στο πρόσωπό της, εκείνη την γοητευτική απόχρωση που μαγνητίζει τους άντρες.
- Σου πάνε οι άσπρες τρίχες, του λέει.
- Είσαι πολύ όμορφη, πονάω! της αποκρίνεται.
- Γιατί έφυγες; τον ρωτάει.
- Πιστεύω στη μοίρα, της απαντάει με κατεβασμένο το κεφάλι.
Για μια στιγμή δοκίμασα ότι νιώθεις
Σε κοιτώ και βλέπω να δακρύζεις, άραγε πόνος είναι πάλι;
Κοίτα τα μάτια μου, στεγνά - σε κάνει ν’ απορείς
Ο φόβος να νιώσω ότι λες, μου έγινε συνήθεια
Ένας άθλιος εγωκεντρικός μπάσταρδος μιλώντας στον καθρέφτη
από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, ένας αντικατοπτρισμός
αυτό είμαι
Το χέρι σου γροθιά, σπάσε με και αναγεννήσου μέσα απ’ τα κομμάτια μου.
Βρες τη δεξαμενή σου και πλημμύρισε από έρωτα
Τίποτα δε μ’ αγγίζει πια, απλά περνά κι απομακρύνεται.
Μίσησε με και ίσως τότε να σωθείς…!
- Σκληροί στίχοι, γιατί;
- Μ’ αγαπάς; τη ρωτάει βγάζοντας τα γυαλιά, κοιτάζοντας την στα μάτια.
Του χαμογελά, του δίνει ένα φιλί, γυρίζει την πλάτη της και φεύγει. Του είχε αφήσει ένα κομμάτι από χαρτί στο χέρι :
Σ’ άκουσα λοιπόν κι ας συγκρούομαι μαζί σου
Κι αν πονάς και εκδικείσαι καταλαβαίνω
Στον έρωτα όμως, στην αγάπη, στο πάθος της απόλαυσης,
στην ελεγεία της πράξης, στην πεμπτουσία του συναισθήματος,
στην “Λυγεία” της καρδιάς μου, στο υπέρτατο αγαθό της ψυχής,
στο αλάτι της ύπαρξής μας,
σε αυτό το γαμημένο κάτι που μας κάνει ανθρώπους
ανθρώπους ναι! τρυφερούς μα και ερωτευμένους.Θα σε μισήσω, θα σε αγαπήσω
και θα σε σώσω...
...θα ερωτευτείς και πάλι!
Copyright©Νέστορας Πουλάκος
αρχή σελίδας
Βλεμμίδης Νικηφόρος (1197 - 1272): Επιτομή Λογικής (Λειψία, 1784) από τον "Ελληνομνήμων"
Ίριδα Κούτσα
ΒΑΛΤΕ ΝΑ ΠΙΟΥΜΕ
Φθινόπωρο.
Η μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Με κρατάς αγκαλιά στο κρεβάτι κι έχω καρφώσει το
βλέμμα μου στις ταράτσες των απέναντι σπιτιών. Στις κεραίες, στον ουρανό.
Στο μοναδικό αστέρι εκεί πάνω. Εκεί πάνω.
Σκηνές από ταινία στο μυαλό μου. Αίμα. Τρόμος. Θάνατος. Θυμάμαι ακόμα το ασημένιο καραβάκι που σου χα χαρίσει. Θυμάσαι; Τότε που είχαμε πρωτογνωριστεί. Τότε που οι εφιάλτες μου είχανε σάρκα και οστά και με κυνηγούσαν στη βεράντα. Κι εγώ έπαιρνα τη σκούπα μου και πέταγα ψηλά, πάνω απ’ το φεγγάρι. Αλλά ακόμα κι εκεί με βρίσκανε. Ακόμα κι εκεί. Και μετά με ρωτάς γιατί φοβάμαι το φεγγάρι.
Δε στο έχω πει αλλά μια μέρα στον ηλεκτρικό με πλησίασε
ένας άντρας με μαύρα μαλλιά και φωτεινά μάτια. Μου έκλεισε το μάτι και μου
είπε «Θα τα καταφέρεις». Τι; «Θα φύγεις». Χαμογέλασα. Πάντα ήξερα ότι θα
φύγω. Αλλά ακόμα δεν ξέρω που θα πάω. Που να πάω.
Θα χειμωνιάσει. Και θα κλείνεις τη μπαλκονόπορτα γιατί θα κάνει κρύο. Θα
με κρατάς πιο σφιχτά στην αγκαλιά σου και θα έχω καρφώσει το βλέμμα μου
κάπου αλλού. Στο γραφείο, στο ταβάνι. Στο φως που θα μπαίνει κάτω απ’ την
κλειστή πόρτα. Εκεί κάτω.
Ήχοι μακρινοί στην ψυχή μου. Τραγούδια. Στίχοι. Μουσικές. Θα σε ρωτήσω αν πιστεύεις ότι η πρώτη αγάπη είναι η πιο δυνατή. Θα μου πεις όχι. «Τουλάχιστον όχι για μένα». Και δε θα με ρωτήσεις. Φοβάσαι την απάντηση. Δεν είμαι η πρώτη σου αγάπη. Δεν είσαι η πρώτη μου αγάπη. Θα κρύψεις το πρόσωπό σου στο λαιμό μου. Πάντα το κάνεις αυτό όταν φοβάσαι.
Δε θα στο πω αλλά μια μέρα θα πλησιάσω έναν άντρα με άσπρα
μαλλιά και σκοτεινά μάτια. Θα του πετάξω ένα νόμισμα και θα μπω στη βάρκα
του. Θα του κλείσω το μάτι και θα του πω «Τα κατάφερα». Τι; «Έφυγα». Αλλά
δε θα μου χαμογελάσει. Ξέρει που πάω.
Copyright©Ίριδα Κούτσα
Φαίδων Θεοφίλου: Από το βιβλίο «Ο Θεός στο καφενείο» Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Η Μοναχή
Μόλις που πρόλαβα το τραμ ενώ ξεκινούσε.Λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Είχα τόσες σκέψεις στο μυαλό μουπου τα μάτια μου κοίταζαν χωρίς να βλέπουν. Έτσι ενώ οι επιβάτες ήταν λίγοι, δεν διέκρινα κάποιον καθαρά. Αραιά σχήματα ανθρώπων. Είχα ήδη δύο μήνες σ' αυτή τη χώρα όπου αποφάσισα να εγκατασταθώ, αφού πρώτα θα έβρισκα κάτι να κάνω. Ακύρωσα το εισιτήριο και στάθηκα όρθιος κοντά στο παράθυρο. Όρθιος για να αισθάνομαι τάχα πιο ενεργός. Το μυαλό μου άρχιζε να ξεκαθαρίζει. Είχα κιόλας προσαρμοστεί στην ατμόσφαιρα του τραμ, σα να ταξίδευα ώρα πολλή. Η έκπληξη που ένιωσα ήταν σαν ένα βαρίδι που έπεσε απ' το λαιμό κατευθείαν στο στομάχι: Απέναντί μου και λίγο διαγώνια , όρθια δίπλα στο παράθυρο , στεκόταν μια Μοναχή γύρω στα είκοσι, ντυμένη στα μαύρα απ' το λαιμό ως τους αστραγάλους και με λευκό κάλυμμα στο κεφάλι.
Τα ρούχα της ήταν ολοκαίνουργια. Ήταν απίστευτα όμορφη,
σχεδόν βασανιστικά. Δεν είναι δυνατόν μια Μοναχή να είναι τόσο όμορφη. Βαρύ
φορτίο τόση ομορφιά. Πώς γίνεται αυτή η Θεία παρουσία να πλένει τα δόντια
της ή να πιάνει μαχαίρι και πιρούνι να τεμαχίσει το φαγητό της; Το δέρμα
της χλωμό, διάφανο. Οι λίγες ακτίνες του ήλιου που περνούσαν απ' το παράθυρο
και άγγιζαν το πρόσωπό της, άφηναν να διαφαίνεται το ρόδινο του αίματος
κάτω απ' το δέρμα. Το τραμ είχε μεταβληθεί ξαφνικά σε μια κιβωτό ευτυχίας.
Χείλη λεπτά , να δικαιώνουν τη συμμετρία της απλότητάς της. Λαξεμένη μύτη,
να ξεκινά απ' εκεί που τελειώνει το μέτωπο. Δυο γαλανά μάτια να χύνουν ασταμάτητα
ένα γλυκό φως.
Μια ομορφιά εύθραυστη, ίσα για ν' αντέξει μια μέρα, κι η ευγένεια ν' απλώνεται
αόρατο χάδι στο πρόσωπό της. Προσηλώθηκα στο πρόσωπο, στα μάτια της που
κοιτούσαν ίσια μπροστά και πουθενά. Ασυναίσθητα πήγα να βγάλω από τη τσάντα
τη φωτογραφική μηχανή να τη φωτογραφήσω, αλλά έκανα τη σκέψη πως κάτι τέτοιο
θα σήμαινε ότι αρκούμαι στη φωτογραφία της και ότι δεν θα τη ξαναδώ. -Δηλαδή;
αναρωτήθηκα. -Τί θες να πεις; Μήπως... - Δεν ξέρω απάντησα. Τα εννοώ όλα
και τίποτα. Ενεργοποιώ ένα ποτάμι που θα με
παρασύρει. Δεν με νοιάζει που θα με βγάλει. Μ 'ενδιαφέρει να με παρασύρει.
-Είσαι τρελός; Αντέδρασε στον εσωτερικό διάλογο η άλλη φωνή.
-Ναι! Μπορώ ακόμα να είμαι. Το κεφάλι μου βούιζε. Μια θέρμη φόρτιζε το σώμα
μου. Ρωγμές άνοιγαν στο στήθος μου κι έρεε η θέρμη κάνοντάς με λαφρύτερο.
Δεν ξεχώριζα αν ήμουν ψηλά, έτοιμος να πέσω στο κενό ή αν ήμουν ήδη στο
κενό κοιτάζοντας ψηλά. Το γλυκό φως συνέχιζε να χύνεται σταθερά απ' τα μάτια
της. Το λευκό κάλυμμα στο κεφάλι εντόπιζε πιότερο τη μοναδικότητα του προσώπου
της. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε την επιμονή που την κοίταζα και τοποθέτησε
έτσι το πρόσωπό της ώστε να είναι καλύτερα ορατό.
Μου έδινε λοιπόν κάτι; Ατελείωτα φτερουγίσματα πετάρισαν μέσα μου κι άλλα
τόσα ρίγη σκορπίστηκαν σαν θραύσματα. Οι φωνές ξανάρχισαν μέσα μου:
-Είδες; Μίλησε η γυναίκα. Η αιώνια γυναίκα. Αυτή η βασανιστική ομορφιά μου
έκανε μια μικρή παραχώρηση...
-Ησύχασε. Ποια παραχώρηση; Με κάτι το τυχαίο;
-Τυχαίο; Εδώ και τόσην ώρα αισθάνεται την έλξη του αρσενικού, που από κυνηγός
μεταβλήθηκε σε θήραμα, όπως γνωρίζει και το ότι αυτή εξουσιάζει. Η πανίσχυρη
εξουσία της ομορφιάς και της νεότητας.
-Μα τα έχεις τελείως χαμένα; Η παραχώρηση που λες μπορεί να είναι μια αγέρωχη
στάση, ακριβώς για να δείξει πως δε φοβάται ούτε νοιάζεται για το τι γίνεται
γύρω της. Έπειτα μη ξεχνάς, είναι μια Μοναχή.
-Αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό. Μια Μοναχή 20 ετών, πανέμορφη, με ερωτισμό
που δεν κρύβεται. Δεν μπορεί, η ομορφιά έχει και τα αδύνατα σημεία της,
όπως και κάθε εξουσία.
Η νεότητα έχει ρωγμές στη δύναμή της. Κάποια θα καταφέρω ν' αξιοποιήσω.
-Κι αν ακόμα ήταν έτσι, η στάση σου είναι λαθεμένη. Μ' αυτή την ένταση και
το πάθος που σε διακρίνει να τα περιμένεις και να τα θέλεις όλα τώρα αμέσως,
τρομάζεις. Αν θέλεις ν' αξιοποιήσεις τις ρωγμές που λες, πρέπει να είσαι
παίκτης. Να διαθέτεις χρόνο, υπομονή, επιμονή κι επινοητικότητα. Να μάθεις
που μένει, πόσο ελεύθερο χρόνο έχει, τις καθημερινές της ασχολίες, να είσαι
πάντα διακριτικά παρών ώστε να μην ενοχλείς, κάνοντας όμως αισθητή την παρουσία
σου, ώσπου να μπορέσεις να την κλονίσεις. Γιατί όσο δύσκολο κι αν είναι
να κατεβάσεις κάποιον απ'το βάθρο του, είναι πάντως πιο εύκολο απ'το να
τον ανεβάσεις.
-Αυτά που λες είναι ψυχρές συνταγές επαγγελματιών εραστών. Εγώ πώς θα ελέγξω
αυτό το κύμα του πυρετού που με διατρέχει; Τα συναισθήματα που με σπρώχνουν
σαν άνεμοι;
Εκείνη φαινόταν ότι προσπαθούσε να μη με κοιτάξει κατάματα, ενώ ήλεγχε τις
αντιδράσεις μου, αφού βρισκόμουν διαγώνια απέναντί της. Την ένταση που μ'
είχε κυριεύσει πρέπει να την είχαν αντιληφθεί και οι επιβάτες του τραμ,
γιατί όσοι κατέβαιναν στις στάσεις με παρατηρούσαν εξεταστικά. Το τραμ σταμάτησε.
Η νεαρή Μοναχή ετοιμαζόταν να κατέβει. Έτσι λοιπόν το όνειρο
θα έσπαγε σα γυάλινο ομοίωμα; Κι εγώ αντί να το γευτώ θα μάζευα τα κομμάτια
του;
-Βέβαια το απραγματοποίητο όνειρο δεν το ξεχνάς ποτέ, ενώ ό,τι πραγματοποιείς
γρήγορα το παρατάς για κάτι άλλο.
-Τ' είναι αυτά που λες; Τ' όνειρο αυτό είναι κορυφή.
-Ναι! Κορυφή για την αρσενική σου ματαιοδοξία.
-Ξέρεις τι έλεγε η Σαπφώ; "¨Την ομορφιά διακόνησα. Τι πιο μεγάλο θα
μπορούσα;"
Η Μοναχή πέρασε από μπροστά μου κρύβοντας με δυσκολία τη
νευρικότητά της, και κατέβηκε. Πήδησα έξω την ώρα που έκλεινε η πόρτα. Μπροστά
εκείνη πίσω εγώ.
Βάδιζε σα να μη πατούσε στο έδαφος. Αέρινη. Και...αλήθεια δεν τάχυνε το
βήμα της, παρά περπατούσε αργά και σταθερά. Κανονικά θα έπρεπε να βαδίζει
γοργά αν ήθελε να με αποφύγει. Λες;...Ανεξέλεγκτες χαρές φτερούγισαν στο
είναι μου. Η φωνή που μου έφερνε αντιρρήσεις είχε παραιτηθεί. Μιλούσα μόνος
μου. Η Μοναχή ανέβηκε στο πεζοδρόμιο. Το ένδυμά της το πλαγιοκοπούσε ο αέρας
από διάφορες κατευθύνσεις κι εγώ εκστατικός προσπαθούσα να διακρίνω τις
γραμμές του κορμιού της.
Έστριψε στο επόμενο τετράγωνο δεξιά. Να πάω άραγε πιο κοντά να της μιλήσω;
Όχι! όχι ακόμα. Να συνηθίσω λίγο στην ιδέα. Περίμενε θα δούμε. Η Μοναχή
βγήκε στη τρίτη παράλληλη λεωφόρο με αυτήν που την άφησε το τραμ. Στάθηκε
για λίγο μπροστά σ' ένα κτίριο κλασικού ύφους κι αμέσως μετά ανέβηκε τη
μαρμάρινη σκάλα. "Μουσείο Ζωγραφικής" . Αυτή είναι η ευκαιρία!
Με πρόσχημα τους πίνακες ζωγραφικής θα της μιλήσω. Άρχισα να τρέχω ανεβαίνοντας
δύο -δύο τα σκαλιά. Μόλις έφτασα στην είσοδο με σταμάτησαν.- Εισιτήριο!
Πλήρωσα και μπήκα σαν τρελός στο μουσείο. Σταμάτησα λίγο στο φουαγιέ, κοίταξα δεξιά κι αριστερά κι αποφάσισα ν' αρχίσω από δεξιά, κάνοντας τον κύκλο των αιθουσών που κατέληγαν από την αριστερή πλευρά πάλι στο φουαγιέ. ] Πέρασα τις αίθουσες σαν μεθυσμένος. Τίποτα. Δεν ήταν πουθενά. Ξαναγύρισα άλλες δυο φορές τις αίθουσες με πιο αργούς ρυθμούς, κοιτώντας τόσο προσεκτικά, σα να μην έφταναν τα μάτια μου για να βλέπω. Πάλι τίποτα. Σα ν' άνοιξε η γη και την κατάπιε. Ρώτησα ένα φύλακα που θα έπρεπε οπωσδήποτε να την είχε δει. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
Κάθισα αποκαμωμένος στο καναπεδάκι του φουαγιέ. Σήκωσα το κεφάλι μου, πήρα βαθιά ανάσα και...... Ναι! Εκεί στον απέναντι τοίχο, σ' αυτόν τον υπέροχο πίνακα με την Παναγία, τον Ιησού δωδεκαετή, με το σιντριβάνι στο κέντρο, ναι, σ' αυτόν τον πίνακα δίπλα στην Παναγία στεκόταν η νεαρή Μοναχή, με κοιτούσε κατάματα και φαινόταν να κρατά την αναπνοή της. Πετάχτηκα όρθιος. Δεν είναι δυνατόν, ψιθύρισα, προσπαθώντας κάπου να στηριχτώ. Ήμουν μόνος, μ' εκείνη να με κοιτά κατάματα κρατώντας την αναπνοή της. Δεν μπορούσα πια να ελέγξω τα συναισθήματά μου. Το μόνο που ένιωθα ήταν τα δάκρυά μου. -
Τέτοια συγκίνηση!.. μονολόγησε ο φύλακας περνώντας από μπροστά μου. Ξανακάθισα στο καναπεδάκι, χωρίς να την αφήνω απ' τα μάτια μου. -Άπλωσε η Παναγία τα χέρια της και σε τράβηξε μέσα στον πίνακα; τη ρώτησα. Εκείνη με κοίταζε κατάματα κρατώντας την αναπνοή της. -Θα έρχομαι κάθε μέρα, θα σου απλώνω κι εγώ τα χέρια προσμένοντας να βγεις. Ο Θεός κι ο Έρωτας θα με βοηθήσουν. Δεν ξέρω πόσες ώρες έμεινα προσηλωμένος.΄Ένα χέρι ακούμπησε τον ώμο μου. Γύρισα αλαφιασμένος. Ήταν ο φύλακας:
- Σας ζητώ συγγνώμη, μα πέρασε κιόλας μισή ώρα που θα έπρεπε
να είχαμε κλείσει. Σηκώθηκα. Πήγα πολύ κοντά στον πίνακα και της άπλωσα
τα χέρια. Έξω η βροχή έκανε αισθητή την παρουσία της κι ο πόνος το ίδιο.
Copyright©Φαίδων Θεοφίλου
Θεωρία - Λίτσα Χατζοπούλου: Femme Fatale
Ο μύθος λέει ότι η Λιλίθ ήταν η πρώτη γυναίκα του Αδάμ• όταν εκείνος την εγκατέλειψε για χάρη της Εύας, η Λιλίθ ορκίστηκε εκδίκηση: αφού η ίδια είχε στερηθεί το αγαθό της μητρότητας, θα σκότωνε τα παιδιά των ανθρώπων. Κι έτσι, τριγυρνά τις νύχτες και πνίγει τα νεογέννητα στην κούνια τους. Όμως, δεν είναι θανάσιμη μόνο για τα βρέφη• εξόχως ωραία, προικισμένη με εξαιρετικές νοητικές δυνάμεις, αποπλανά τους άντρες, μόνο και μόνο για να τους καταστρέψει. Είναι η σκοτεινή και μοιραία Mater malorum. Για αιώνες, οι άνθρωποι τη φοβούνται και την ξορκίζουν• όμως, εκεί γύρω στα τέλη του 19ου αι., πυκνώνουν οι ύμνοι στην ομορφιά της: ο Dante Gabriel Rosseti της αφιερώνει ένα σονέτο κι έναν πίνακα• ο J. V. Widmann στιχουργεί πάνω στην έξοχη καλλονή της• ο Emilio Carrere γράφει ένα μυθιστόρημα για τα υπέροχα μάτια της. Είναι η εποχή που το Κακό έχει υπερβεί τα όρια ανάμεσα στην ηθική και την αισθητική• κι αν εξακολουθεί να προκαλεί ηθικές επιφυλάξεις, πάντως θαυμάζεται ως αισθητική κατηγορία. Έτσι, η Λιλίθ γίνεται πλέον το αρχέτυπο της femme fatale, της μοιραίας γυναίκας που συνενώνει στη μορφή της τον έρωτα και το θάνατο: ωραία όπως ο ήλιος, terribilis ut castrorum acies ordinata, δαίμονας, μάγισσα, κόρη της νύχτας – γιατί, η λέξη «Λιλίθ» παράγεται από την εβραϊκή λέξη lay’la (leila, στα ασσυριακά), που σημαίνει «νύχτα».
Η σύνδεση της Λιλίθ με την Εύα τρόπον τινά αντιστοιχεί στις δύο όψεις της γυναικείας φύσης, την ερωτική και τη μητρική – κάποτε αρμονικά συνδυασμένες στη μορφή της Μεγάλης Χθόνιας θεάς, και αργότερα αυστηρώς διαχωρισμένες, και σημασμένες με αντίθετα ηθικά πρόσημα: η μητρότητα εξαγιάζεται αλλά απογυμνώνεται από κάθε ερωτικό στοιχείο• αντιθέτως, η ερωτική φύση της γυναίκας δαιμονοποιείται, συνυφαίνεται με την αμαρτία και το κακό και βέβαια ενέχει το στοιχείο της στειρότητας. Αυτό το αντιφατικό δίδυμο – η Εύα και η Λιλίθ – θα περάσει στη λογοτεχνία ως το μοτίβο των δύο ηθικώς αντίθετων αδελφών (λ.χ., στον de Sade, στον Thakeray, στον Soulié)• απόηχός του είναι η (χαρακτηρολογική και συμβολική) αντιπαράθεση ξανθών και μελαχρινών καλλονών, παρ’ όλο που τα συμβολικά νοήματα έχουν αποκτήσει ποικίλα περιεχόμενα: έτσι, στην παλαιότερη λογοτεχνία, οι ξανθές ηρωίδες συμβόλιζαν την αγγελική αγνότητα και συνδέονταν με ευγενείς έρωτες, ενώ οι μελαχρινές συμβόλιζαν το πάθος και τη λαγνεία (χαρακτηριστικό παράδειγμα, αν και ήπιο ως προς το δεύτερο σκέλος του συμβολισμού, η λαίδη Rowena και η Εβραία Rebecca στον Ivanhoe του Sir Walter Scott)• αργότερα, και μέσα από την επανερμηνεία μοτίβων και συμβόλων στον κινηματογράφο, οι ξανθές ηρωίδες πέρασαν σε ρόλους μοιραίων γυναικών.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ακτινοβολία της μοιραίας γυναίκας συμπίπτει με την εποχή του ρομαντισμού• το αναθεωρητικό πνεύμα του κινήματος εκδηλώνεται στην επανερμηνεία παλαιών μύθων, στην εκ νέου νοηματοδότηση παλαιών συμβόλων και στην καινούρια αξιολόγηση παλαιών ηθικών αντιλήψεων. Η αισθητική προτεραιότητα του ωραίου υποχωρεί μπροστά στο υψηλό και η ομορφιά σταδιακά απαγκιστρώνεται από το ηθικώς αγαθό• οι ρομαντικοί δεν θα διστάσουν να εξυμνήσουν την «ομορφιά της Μέδουσας», να θαυμάσουν τους απανταχού εκπεσόντες αγγέλους, και να συγκροτήσουν τραγικές πλοκές με πρωταγωνιστές υπέροχους εγκληματίες και θανάσιμες ηρωίδες.
Την εποχή που οι μοιραίες γυναίκες διαγράφουν την εντυπωσιακή τους πορεία στο gothic novel, ο Goethe δίνει αυτά τα χαρακτηριστικά στην κόμισσα Adelaide στην πρώτη εκδοχή του Götz von Berlichingen. Ωστόσο, λογοτεχνικός πρόδρομος της ρομαντικής μοιραίας γυναίκας, θεωρείται η διαβολική Matilda στο μυθιστόρημα Τhe Monk του Μ. Lewis (1795): μεταμφιεσμένη σε μοναχό, καταφέρνει να μπει στο μοναστήρι του Ambrosio (που ως τότε είχε τη φήμη αγίου) και να τον αποπλανήσει• αν και αργότερα, αποδεικνύεται όργανο του διαβόλου, ωστόσο προκαλεί τη συμπάθεια του αναγνώστη για τη δύναμη του πάθους της.
Στο μυθιστόρημα του Lewis, η μοιραία γυναίκα είναι μεν βασικό στοιχείο της ιστορίας, αλλά δεν έχει ακόμη κερδίσει το ρόλο της πρωταγωνίστριας• όμως, φαίνεται ότι η μορφή της προσελκύει όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον και τη φαντασία των ποιητών. Έτσι, ο Coleridge θα διερευνήσει το μύθο της στο δοκίμιο “Introduction to the Tale of the Dark Ladie” (1799), απ’ όπου θα εμπνευστεί εν μέρει ο John Keats το περίφημο ποίημά του “La Belle dame sans merci” (που κατά τον Graves, ουσιαστικά αποτυπώνει τη μορφή της «Λευκής» χθόνιας θεάς)• μέσα στο μαγικό και επώδυνό μυστήριό του, το ποίημα περιέχει συμπυκνωμένο πλην δραστικό τον κόσμο που μερικά χρόνια αργότερα θα αναδυθεί στα έργα των προ-Ραφαηλιτών και των Συμβολιστών.
Αν και δεν δηλώνεται ρητώς, το “La Belle dame sans merci”
παραπέμπει στον μεσαιωνικό γερμανικό μύθο του Tannhaüser. Ιππότης και ποιητής,
ο Tannhaüser βρίσκει το Venusburg, την υπόγεια κατοικία της Αφροδίτης, και
περνά έναν ολόκληρο χρόνο αφιερωμένος στη λατρεία της θεάς. Αργότερα, γεμάτος
τύψεις, ταξιδεύει στη Ρώμη και ζητά συγχώρεση από τον πάπα• εκείνος, όμως,
του απαντά ότι το αίτημά του είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί, όσο αδύνατο
θα ήταν να βλαστήσει η παπική ράβδος. Τρεις μέρες μετά την αναχώρηση του
ιππότη, η παπική ράβδος ανθοφορεί, αλλά ο Tannhaüser έχει ήδη επιστρέψει
οριστικά στην Αφροδίτη.
Το ίδιο θέμα αναπτύσσεται προς τα τέλη του 19ου αι., στο ποίημα του Α. C.
Swinburne “Laus Veneris”. Αλλά, μέχρι τότε, η μοιραία γυναίκα έχει εγκαταλείψει
τους δευτερεύοντες λογοτεχνικούς της ρόλους και έχει αναδειχτεί σε αδιαμφισβήτητη
πρωταγωνίστρια• πρώτη στη σειρά, είναι η παγανίστρια Velléda, που ερωτεύεται
τον εχθρό της και στο τέλος αυτοκτονεί, στο μυθιστόρημα του Chateaubriand
Les Martyrs (1809). Αναμφίβολα, όμως, η κατεξοχήν μοιραία γυναίκα της εποχής
είναι η Carmen, πρωταγωνίστρια στην ομώνυμη νουβέλα του Porsper Mérimée
(1845) και της γνωστής όπερας του Georges Bizet. Ο Mérimée ήταν ο πρώτος
που τοποθέτησε τη μοιραία ηρωίδα στην Ισπανία (δηλαδή σε «εξωτικό» σκηνικό,
μακριά από τον κεντροευρωπαϊκό πυρήνα)• προς τα τέλη του αιώνα, η Ισπανία
υποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία (από τις πιο χαρακτηριστικές
μοιραίες γυναίκες της ρωσικής λογοτεχνίας είναι η Νατάσα Φιλίπποβνα του
Ντοστογιέφσκι).
Αν στο πρώτο μισό του 19ου αι., κυριαρχεί ο μοιραίος εραστής (στην εκδοχή κυρίως του βυρωνικού ήρωα), από το 1850 και εξής η πρωτοκαθεδρία ανήκει στη femme fatale. Πλάι στη Salammbô του Flaubert (1862), ξαναζωντανεύουν ιστορικές ή μυθικές μορφές – η Κλεοπάτρα, η Μαρία Στιούαρτ, η Αταλάντη, η Ηρωδιάς, η βασίλισσα του Σαβά, η Αφροδίτη, Σεμίραμις, η Πασιφάη, η Σαπφώ• φυσικά, η μορφή της μοιραίας γυναίκας δεν αργεί να συνδεθεί με το θέμα του βαμπιρισμού (λ.χ., η Clarimonde στο La morte amoureuse του Τh. Gautier), αφού η έλξη της ποιητικής φαντασίας από τη νεκρή καλλονή σημαδεύει αρκετά νωρίς το ρομαντικό κίνημα. Η (από ένα σημείο και μετά υπερβολική) εμμονή στο θέμα του βαμπιρισμού, κυρίως εκ μέρους των βρετανών Αισθητιστών και των γάλλων Συμβολιστών, ανιχνεύεται στην περίφημη ρήση του Walter Pater για τη “Gioconda”: «το ανεξιχνίαστο χαμόγελο, πάντα με την υποψία της αμαρτίας, που παιχνιδίζει σε όλα τα έργα του Leonardo”• o Pater περιγράφει την Gioconda με τα χαρακτηριστικά της μοιραίας γυναίκας και τις ευδιάκριτες πινελιές του βαμπιρισμού.
Η μελέτη του μύθου της Λιλίθ θα μπορούσε να είναι αποκαλυπτική: σε ψυχολογικό επίπεδο, θα φανέρωνε την έλξη προς το κακό• σε κοινωνικό, τις αντιλήψεις για τη θέση και το ρόλο της γυναίκας (και το πέρασμα από μητρογραμμικές σε πατρογραμμικές κοινωνίες)• σε νοοτροπικό, τη μετάβαση από τις λατρείες της Μεγάλης Χθόνιας θεάς σε λατρείες με προεξάρχοντες θεούς-πατέρες. Είναι ενδιαφέρον, ας πούμε, ότι η Λιλίθ, ως πρώτη σύζυγος του Αδάμ, θεωρητικά θα μπορούσε να είναι η μητέρα του ανθρώπινου γένους• εν τούτοις, είναι ωραία, στείρα και καταστροφική – δηλαδή, στερείται το βασικό χαρακτηριστικό της Μεγάλης Χθόνιας θεάς (της «Θεάς-Μητέρας»), τη γονιμότητα, ενώ υπερτονίζεται η καταστρεπτική της δύναμη (αφού, ως γνωστόν, οι βασίλισσες -και ύψιστες ιέρειες της Θεάς- στις μητρογραμμικές κοινωνίες λαμβάνουν ως σύζυγο έναν βασιλιά, τον οποίον μετά από πάροδο συγκεκριμένου χρόνου θυσιάζουν – κυριολεκτικώς ή τελετουργικώς). Ο Maximiliam Rudwin, πάντως, πιστεύει ότι η Λιλίθ (και κατ’ επέκταση, η μορφή της μοιραίας γυναίκας) είναι το σύμβολο της «ανάμνησης της πρώτης αγάπης», η ιδανική γυναίκα των ανδρικών ονείρων. Πιθανόν• αλλά ό,τι συνδέει τις μοιραίες γυναίκες του μύθου και της λογοτεχνίας είναι πως η εκδίκησή τους απορρέει, σχεδόν πάντα, από μια πράξη προδοσίας.
Copyright©Λίτσα Χατζοπούλου / Email: litsah@gmail.com
Σεραφείμ Χατζόπουλος: Η μυστική φωνή
Μα
πόση μπορεί να είναι η αντοχή ενός ανθρώπου;
Βαραίνει το κεφάλι του απ’ τις πολλές έγνοιες. Τα μάτια του αλληθωρίζουν
απ’ την αγρύπνια και την κούραση. Το κορμί του λυγίζει απ’ την εξάντληση.
Τα χέρια και τα πόδια του κινούνται αβέβαια πια. Και το χειρότερο: Η ψυχή
του! Αυτή η ταλαίπωρη ψυχή, σκύβει κι αυτή κουρασμένη μπρος στο τόσο αγκομαχητό
και την τόση αγωνία. Ίσως να ετοιμάζει μυστικά την γρήγορη έξοδό της απ’
αυτή την μπαϊλτιασμένη σάρκα.
Κι όμως ο άνθρωπος δεν παραδίνεται στον αφανισμό χωρίς όρους, δίχως πάλεμα.
Και σ’ αυτή την κατάσταση της απόλυτης εξουθένωσης παλεύει. Κουνάει χέρια
και πόδια. Ορθώνει με γκριμάτσα πόνου το κορμί. Σηκώνει το κεφάλι και στυλώνει
τα θολά του μάτια κάπου. Κάπου ψηλά και μακριά. Πέρα και έξω από τον συνηθισμένο
κύκλο των προσώπων που τον περιβάλλουν και που αρνιούνται να του απλώσουν
ένα χέρι για βοήθεια. Μακριά από τους ανθρώπους και τα άψυχα ακόμα, που
ευθύνονται γι’ αυτή του την τόσο τραγική κατάσταση. Κάπου πετάει το πνεύμα
του κι αναζητάει στον απόμακρο αυτό χώρο της μυστικής πτήσης του τη λύτρωση.
Μια μαγική φωνή να του ψιθυρίσει κρυφά στ’ αυτί:
- Δεν χάθηκες. Δεν θα χαθείς.
Έχε θάρρος και υπομονή. Έχεις πολλή δύναμη μέσα σου και θ’ αντέξεις.
Και στήνει ορθάνοιχτα τ’ αυτιά του. Και δεν ακούει τίποτα απ’ όσα ηχούν
γύρω του. Ούτε τα κλάματα, ούτε και τα γέλια των άλλων. Ούτε τα τραγούδια,
ούτε και τις κραυγές του πόνου. Ναι ούτε κι αυτές, αν και συχνά τις έχει
ακούσει να βγαίνουν ίδιες κι απαράλλαχτες απ’ το δικό του στόμα.
Κι εκεί που βρίσκεται σ’ αυτή την σπάνια εσωτερική συγκέντρωση, έρχεται
το φύσημα του ανέμου και σφυρίζει στ’ αυτιά του. Και μεμιάς πετάγεται σαν
κοιμισμένος π’ ακούει άξαφνα κοντινό κρότο τουφεκιού. Και παίρνει το σφύριγμα
τ’ αγέρα για ψίθυρο. Και
.
.
-