Άνοιξη: Μάρτιος - Μάιος 2008  ( 20 )  www.stachtes.com        

i) αγριμολόγος...(ο): Σύμφωνο Συμβίωσης, μερικές σκέψεις ii) Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Ελένη Σαραντίτη, Κάποτε ο κυνηγός… iii) Κριτική Βιβλίου. Δημήτρης Αθηνάκης: Aγιογραφία - Nίκος Παναγιωτόπουλος iv) Μνήμη. Ανθρακίτης Μεθόδιος (περ.1650/60 - περ.1736) v) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο vi) Δοκίμιο. Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Γ. Κορδάτος: Για την ορθογραφική μεταρρύθμιση vii) Οδός Ευρυπίδου του Σωτήρη Παστάκα: Γιάννης Λειβαδάς, ο Σωρός των Ποιητών viii) Δοκίμιο. Κώστας Κουτσουρέλης: Πολιτικοί και λογοτεχνικοί καθωσπρεπισμοί ix) Ανορθολογισμός. Μανώλης Βασιλάκης : Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ο Aυτόχθων εναντίον ετεροχθόνων

x) Θανάσης Γιαννόπουλος xi) Δώρα Κασκάλη xii) Ίριδα Κούτσα xiii) Σπύρος Παπαδόπουλος xiv) Kώστας Νησιώτης xv) Μιχάλης Στειακάκης xvi) Ελένη Λυσίκομος xvii) Ανδρέας Γεωργαλλίδης xviii) Έκτωρ Πανταζής xix) Γιώργος Πυρόβαλης-Γέργος xx) Ελένη Ευαγγελάτου xxi) Νίκος Σφαμένος xxii) Στέλλα Γεωργιάδου xxiii) Διαβάστε τα κείμενα των συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) | ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση) | ΟΙ σ τ ά χ τ ε ς ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ

 

αρχή σελίδας

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)

Σύμφωνο Συμβίωσης, μερικές σκέψεις

Μέσα στον ορυμαγδό του άδικου ασφαλιστικού νομοσχεδίου που θίγει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους και που δίκαια οι εργαζόμενοι όλων των κλάδων αντιδρούν. Μέσα και ανάμεσα από τα σκουπίδια όλων των ειδών που έχουν κατακλύσει την ελληνική καθημερινότητα, υπάρχει κάτι θετικό που αναβοσβήνει στον ορίζοντα κι έρχεται από το μέλλον (ήδη παρόν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης). Πρόκειται για το Σύμφωνο Συμβίωσης που προωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης και που ήδη μετράμε τις πρώτες αντιδράσεις, μπορεί με μια ματιά να φαίνεται ότι η κοινή γνώμη είναι μοιρασμένη, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ελ. Τύπου αλλά με μια προσεκτικότερη ματιά θα δούμε ότι στις νεαρότερες ηλικίες η συντριπτική πλειοψηφία τάσσεται σαφώς υπέρ και αυτό είναι σημάδι σημαντικό για το μέλλον του τόπου.
Βέβαια το νομοσχέδιο, έτσι όπως παρουσιάστηκε δεν λαμβάνει υπ’ όψη του την ελεύθερη συμβίωση ζευγαριών του ιδίου φύλλου, κι αυτό είναι μέγα σφάλμα. Κάνετε που κάνετε τη δουλειά κύριοι νομοθέτες, κάντε την τουλάχιστον σωστά και σοφά, κι αν η κοινή γνώμη ή η εκκλησία έχει σοβαρές αντιρρήσεις, εσείς είστε για να νομοθετείτε κοιτώντας πάντα ορθολογιστικά το δημοκρατικό μέλλον, αυτό νομοτελειακά θα σας επιβραβεύσει, οι ομοφυλόφιλοι είναι και αυτοί ισάξιοι φορολογούμενοι συμπολίτες μας, μέρος της κοινωνίας μας, του εαυτού μας. Κύριοι, δεν αποφεύγουμε την πραγματικότητα, την κοιτάμε κατάματα και την αντιμετωπίζουμε θετικά και δημιουργικά, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα δικαιώματα της όποιας ομάδας, ακόμη και της ποιο ολιγομελή. Σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, πλην Ιταλίας λόγω Βατικανού, έχουν υιοθετήσει μέτρα θεσμικής αναγνώρισης της ελεύθερης συμβίωσης, περιλαμβάνοντας και τα ομόφυλα ζευγάρια. Μην κάνετε λοιπόν μισές δουλειές καλύπτοντας κάποιες εκλογικής φύσης σκοπιμότητες γιατί αυτές συνήθως γυρίζουν μπούμερανγκ. Η Ελλάδα άλλαξε, θα συνεχίζει να αλλάζει. Οι ελεύθερες ενώσεις ετερόφυλων και ομόφυλων ζευγαριών είναι χρόνια τώρα μια πραγματικότητα, η εξασφάλιση των ατομικών τους δικαιωμάτων, της αμοιβαίας στήριξης, της συνταξιοδότησης, των κληρονομικών τους δικαιωμάτων θα πρέπει να είναι πράγματα θεμελιώδη και αυτονόητα.
Δυστυχώς, δεν πρέπει, και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την παράνομη και απολίτιστη συμπεριφορά της Εκκλησίας, την εμπάθεια και την βαρβαρότητα της ανακοίνωσής της που «δέχεται και ευλογεί την παραδεδομένη τέλεση του γάμου κατά το ορθόδοξο τυπικό ενώ θεωρεί πορνεία κάθε άλλη ‘συζυγική’ σχέση εκτός αυτού». Θεωρώ την ανακοίνωση αυτή τουλάχιστον άξια περιφρόνησης. Εάν υπήρχε ουσιαστικός διαχωρισμός εκκλησίας – κράτους, δεν θα υπήρχε λόγος να μας αφορούν τέτοιες γραφικότητες και θα τις προσπερνούσαμε. Όμως, δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε γιατί η ελλαδική Εκκλησία είναι κρατική, οι επίσκοποί της δίνουν τα διαπιστευτήριά τους στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είναι ανώτατοι και καλοπληρωμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, με σκανδαλώδη προνόμια, φοροαπαλλαγές και παροχές. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν παράνομες εξαγγελίες και ανακοινώσεις που θίγουν μεγάλες ή μικρές μερίδες του πληθυσμού. Η συγκεκριμένη ανακοίνωση λοιπόν εκτός από απαράδεκτη είναι και νομικά παράνομη. Προσβάλλει και θίγει όλους τους ανθρώπους που έχουν τελέσει πολιτικό ή θρησκευτικό γάμο με άλλο “τυπικό” ή συζούν και θεωρούν εαυτούς συζύγους. Με ποιο δικαίωμα.
Όσο για το άρθρο του κυρίου Γιανναρά στη «Καθημερινή»… που με πλάγιο και καλυμμένο τρόπο υποκριτικά «μαλώνει» τους δήθεν…άμυαλους πιστούς λέγοντας «[…]όσοι χριστιανοί μετέχουν στο μυστήριο του Γάμου δεν απαιτούν να θεωρείται μόνο ο δικός τους γάμος νόμιμος και κάθε άλλος γάμος «παλλακεία και πορνεία». Δυστυχώς, υπάρχουν και τραγικά αθεολόγητοι επίσκοποι, όπως και μικρονοϊκού ηθικισμού ζηλωτές, που θεωρούν τον εκκλησιαστικό γάμο σαν θρησκευτική νομιμοποίηση της «αμαρτωλής» καθεαυτήν σεξουαλικότητας. Γι’ αυτό και μάχονται να καταστήσουν υποχρεωτικό για όλους το ευτελισμένο θρησκευτικό φολκλόρ της φιέστας με το νυφικό και τα κουφέτα, το ρύζι και τον χαβαλέ.»
Δεν θα έπρεπε να τα γράψετε αυτά κύριε Γιανναρά, όταν εσείς ξέρετε καλά ότι στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας όχι μόνον δεν έλειψαν οι… «μικρονοϊκού ηθικισμού ζηλωτές», αντιθέτως κυριαρχούν. Σωστά λέτε για «ευτελισμένο θρησκευτικό φολκλόρ της φιέστας με το νυφικό και τα κουφέτα, το ρύζι και τον χαβαλέ». Είστε όμως ειλικρινής;….
Αν, ναι. Τότε προς τι το περιφρονητικό σας ύφος για το Σύμφωνο Συμβίωσης. Γράφετε: «Το κυρίως θλιβερό είναι ότι η πολιτεία στην Ελλάδα σήμερα […] αναλαμβάνει σε κοινωνικά θέματα νομοθετικές πρωτοβουλίες που δεν μοιάζει να απηχούν ρεαλιστικές συλλογικές ανάγκες. Μάλλον πιθηκίζουν ό,τι «μοδέρνο» και «προοδευτικό» λιμπίζεται η επαρχιωτίλα των καφενείων του Κολωνακίου. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η προκλητική αδιαφορία που χαρακτηρίζει τα κείμενα των «θεωρητικών» της «προόδου» για τη γνησιότητα ή την αλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης σε συνθήκες άκριτου μιμητισμού».
Αφήστε τη χώρα κύριε Γιανναρά να κάνει κάποια βήματα προόδου, έστω και εάν μιμείται. Αφήστε εσείς και οι όμοιοί σας αυτό τον δύσμοιρο λαό να αντιμετωπίσει με αισιοδοξία το μέλλον. Η χώρα μας δεν έχει ανάγκη άλλες τρικλοποδιές. Δεν πειράζει, ας «πιθηκίζουμε» όπως τόσο περιφρονητικά λέτε, φτάνει να προχωρήσουμε, έστω για μερικά μόνο βήματα. Επιτέλους.

Copyright©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, Μάρτιος 2008 | stratosfountoulis.wordpress.com |

 

αρχή σελίδας

Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Γ. Κορδάτος: Για την ορθογραφική μεταρρύθμιση

Ο Γιάνης Κορδάτος (1891-1961) υπήρξε μαρξιστής ιστορικός, συγγραφέας του βιβλίου "Η Κοινωνική Σημασία της της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821" (1η εκδ, Αθήνα 1924). Έγραψε εκτενώς και για το γλωσσικό ζήτημα. Εξέδωσε το 1927 (Αθήνα) το βιβλίο "Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός" και τη δεύτερη έκδοσή του με σημαντικές αλλαγές το 1943 (Αθήνα) με τον τίτλο "Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος".

Από την "Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος" παραθέτουμε τις απόψεις του για την ορθογραφία, (σσ.204-209 από τη 2η εκδ., Μπουκουμάνης, Αθήνα 1973), όπου ο Κορδάτος εξετάζει τηn υιοθέτηση της "ιστορικής ορθογραφίας" ως κομμάτι του γλωσσικού ζητήματος και τάσσεται υπέρ της ορθογραφικής μεταρρύθμισης με την υιοθέτηση της φωνητικής γραφής, θέση που υιοθέτησε και το ΕΑΜ.
------------

Η δημοτική και η ιστορική ορθογραφία[1]

Με τη διγλωσσία κληρονομήσαμε κ' έναν άλλο μπελά. Την ιστορική ορθογραφία. Είτε στην καθαρεύουσα γράφουμε, είτε στη δημοτική, δε γράφουμε τις λέξεις όπως τις λέμε, μα βάνουμε σε κάθε λέξη μερικά μπιχλιμπίδια, τόνους, πνεύματα. Και ξεχωρίζουμε τα γράμματα σε μακρά και βραχέα φωνήεντα, σε διπλά σύμφωνα κλπ. Βέβαια, μια φορά κ' έναν καιρό, όταν εφαρμόστηκε το ιωνικό αλφάβητο (5ος προ της χρονολογίας μας αιώνας), οι λέξεις δεν προφέρονταν στην ομιλία όπως τις προφέρουμε σήμερα. Π.χ. υιός σήμερα προφέρεται: γιός ή και στην καθαρεύουσα: ιός, μα στην αρχαία εποχή θα προφέρονταν κάπως αλλιώτικα, για να υπάρχει αυτό το: υι-ός.
Κοντά λοιπόν στη διγλωσσία, υπάρχει και το ορθογραφικό ζήτημα. Βέβαια, το ζήτημα αυτό δεν το έχουμε μονάχα εμείς. Και στους άλλους λαούς η ιστορική ορθογραφία, λίγο πολύ, υπάρχει (Αγγλοσάξωνες, Γάλλους, Σλάβους, Τούρκους, Άραβες κλπ.). Μα έγιναν αλλού πολλές απόπειρες για την κατάργησή της. Η Τουρκία (1926), όχι μόνο ψήφισε για επίσημη γραφτή τη λαϊκή γλώσσα[2], μα κατάργησε και το αραβικό αλφαβητάριο για να το αντικαταστήσει με το λατινικό.
Σε μας, για το παρόν, τέτοιες μεταρρυθμίσεις φαίνονται σα μακρινό όνειρο. Άλλοι τρομάζουν. Και άλλοι τις παίρνουν για παλαβομάρες. Εξάλλου, βαστούν ακόμα οι προλήψεις, που κάθε τόσο συστηματικά τις καλλιεργεί η αστική τάξη, για να εμποδίσει με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο το φώτισμα των μαζών.
Ωστόσο, το ορθογραφικό ζήτημα δεν πρώτη φορά που απασχόλησε τους ειδικούς. Πριν από το Φιληντά και τον Τριανταφυλλίδη, από τον Ψυχάρη, τον Πάλλη και τον Βλαστό, κι άλλοι ασχολήθηκαν μ' αυτό.
Τι σχέση μπορεί να έχει το παλιό, το ιωνικό αλφάβητο με το σημερινό; Αυτό είναι το ζήτημα.
Πρώτα πρώτα, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μόνο κεφαλαία γράμματα και δεν είχαν μικρά. Όλες οι επιγραφές και όλα τα βιβλία τους ήταν γραμμένα με κεφαλαία. Τόνοι λοιπόν και πνεύματα δεν υπήρχαν. Εκείνο που είναι σωστό, είναι τούτο: οι αρχαίοι Έλληνες πρόφεραν τις λέξεις πολύ διαφορετικά από μας. Είχαν, όπως είπαμε, μακρά και βραχέα φωνήεντα και στην κουβέντα τους πότε έσερναν την προφορά του α ή και του η και πότε την έκοβαν. Είχαν δηλαδή μουσικό τονισμό. Γι' αυτό ο Γ. Χατζηδάκης πολύ σωστά σε μια ανακοίνωση του στην Ακαδημία τόνιζε:

"Μη νομίζετε, ότι οι τόνοι και τα πνεύματα είναι αρχαία κληρονομία μας. Οι αρχαίοι δεν μετεχειρίζοντο ούτε τόνους ούτε πνεύματα. Τα πνεύματα και οι τόνοι επενοήθησαν όταν εχάθη το αίσθημα του μακρού και του βραχέος. Σήμερον επομένως εγώ, που δεν έχω την αίσθησιν αυτήν, δεν ενδιαφέρομαι να μάθω, αν ένα φωνήεν είναι μακρόν? Το μόνον που ενδιαφέρομαι να μάθω, είναι να γνωρίζω, ποιον είναι το τονιζόμενον γράμμα. Ένας τόνος επομένως ή ένα στίγμα επί του τονιζόμενου γράμματος μου αρκεί. Σήμερον, εις την εποχήν του τηλεγράφου, του αυτοκινήτου και του αεροπλάνου, ο καιρός μας είναι τόσο πολύτιμος, ώστε να μη μας περισσεύει για παρόμοια μπιχλιμπίδια." (Βλ. πραχ. εφ. «Εστία», 24 Φλεβάρη 1929).

Μα, θα μας πουν και το λένε κάθε τόσο, όλη η αρχαία φιλολογία των προγόνων μας είναι γραμμένη με βάση το αρχαίο ιωνικό αλφάβητο. Αυτό είναι το σωστό. Μα επειδή εμείς σήμερα κρατούμε το ιωνικό αλφάβητο, μπορούμε να νοιώσουμε και να μελετήσουμε τους κλασσικούς; Ή, πάλι, επειδή οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί κλπ., έχουν άλλη γλώσσα και άλλο αλφάβητο, αυτοί πρέπει να είναι καταδικασμένοι για πάντα να μην πάρουν ποτέ τους είδηση τι έγραψαν, τι είπαν, τι περιέγραψαν, τι τραγούδησαν οι αρχαίοι;
Και όμως στην πραγματικότητα δε συμβαίνει αυτό. Οι ξένοι (όσοι βέβαια πάνε στα ανώτερα σχολεία) ξέρουν πολύ καλύτερα από τους Έλληνες και την αρχαία μας την ιστορία και μερικοί από δαύτους είναι και ξακουστοί ελληνιστές, που παίζουν στα δάχτυλά τους τα αρχαία κείμενα.
Η κατάργηση λοιπόν της καθαρεύουσας, καθώς και της ιστορικής ορθογραφίας, σε τίποτα δε θα μας βλάψει. Ίσα ίσα θα έχουμε και μεγάλο κέρδος, γιατί τα σχολεία (αυτά τέλος πάντων που είναι) θα έχουν κέρδος τα τρία τέταρτα του χρόνου που ξοδεύεται για τη νεκρή γραμματική και ορθογραφία και, κατ’ ανάγκη, θα τονε διαθέσουν για άλλα πράγματα. Γι’ αυτό, το ορθογραφικό ζήτημα, όσο κι αν φαίνεται σαν παρακατιανό μπροστά σε άλλα ζητήματα, είναι πολύ σοβαρό και πολύ σπουδαίο. Η τέτοια λύση του μας ενδιαφέρει και πρέπει να μας ενδιαφέρει πολύ.
Πριν από το Εικοσιένα, στα χρόνια της Ενετοκρατίας (17ος αιώνας), η Κρήτη άρχισε να παραδέχεται στη γραφτή γλώσσα το λατινικό αλφάβητο.
Μάλιστα - ας μην ξαφνιαστεί ο αναγνώστης μου -, και λογοτεχνικά έργα με αξία γράφτηκαν με το λατινικό αλφάβητο. Η «Ερωφίλη», το αρκετό γνωστό δράμα του Χορτάτζη, γράφτηκε με βάση το λατινικό αλφάβητο και όχι το ελληνικό. Επίσης και πολλά συμβολαιογραφικά έγγραφα συντάσσονταν μ’ αυτόν τον τρόπο.

Να για παράδειγμα ένας στίχος από την «Ερωφίλη»:

Tσ' όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίγει πριχού βραδιάσει.
Chie opios egiela to taghi, clegi prighu vradhiassi.

Μα το ορθογραφικό, σαν ένα ζήτημα που ενδιαφέρει το λαό και μπορεί να έχει έμμεση βοηθητική επίδραση στη μόρφωσή του, αντικρύστηκε από το Βηλαρά[3] στα 1814. Ο Βηλαράς καταργούσε το ω και το υ από το αλφάβητο και ήθελε μόνο 23 ψηφία. Βέβαια, η ορθογραφική μεταρρύθμιση του Βηλαρά δεν έλυνε οριστικά το ζήτημα της κατάργησης της ιστορικής ορθογραφίας. Ίσως μάλιστα και το μπέρδευε. Ήταν όμως μια καλή αρχή. Μα του Βηλαρά οι γνώμες δεν έγιναν δεχτές. Αφού δεν λύθηκε το γλωσσικό, δεν ήταν δυνατό να γίνουν μεταρρυθμίσεις στην ορθογραφία. Το ένα θα φέρει το άλλο.
Πολλά χρόνια ύστερα, ξανάγινε θόρυβος για τη μεταρρύθμιση (απλοποίηση) της ορογραφίας από το Φαρδύ (1884) και τον Ισιδ. Σκυλίτση[4] (1886). Κι αργότερα από τους Εμίλ. Εβρότα, Αλ. Πάλλη, Βλαστό και Ψυχάρη.
Μα εκείνος που μελέτησε συστηματικά το ορθογραφικό μας ζήτημα και το ανάλυσε επιστημονικά και ιστορικά, είναι ο Μ. Τριανταφυλλίδης. Η μελέτη του «Η ορθογραφία μας» σχεδόν εξαντλεί το θέμα στην ιστορική του άποψη και μας δίνει μια πολύ καλή μονογραφία πάνω στο ζήτημα αυτό. Μα στα συμπεράσματά του (στο σύστημα που προτείνει ο Τριανταφυλλίδης) φαίνεται πολύ συντηρητικός. Κρατάει πολλά από τη γλωσσική παράδοση. Ο γλωσσολόγος Φιλήντας σ’ αυτό δεν τον ακολουθεί. Είναι ριζοσπαστικότερος και προτείνει ριζική απλοποίηση της ιστορικής ορθογραφίας μας. «Τα ημίμετρα ο κόσμος δεν τα προσέχει - γράφει - • ένας είναι ο αληθινός δρόμος, η ριζική μεταρρύθμιση.»

Να λοιπόν τι προτείνει ο Φιλήντας:

α) Κατάργηση των η, υ, ει, οι, υι• αντίς γι' αυτά το ι είναι αρκετό. β) Κάτω το ω, δε χρειάζεται• ένα ο φτάνει. Μακρά και βραχέα δεν υπάρχουν σήμερα. γ) Το υποταχτικό υ των αρχαίων διφθόγγων θα το γράφουμε όπως προφέρνεται φ ή β = αφτός, άβριο, εφτίς κλπ. δ) το αι δεν χρειάζεται, το ε φτάνει. ε) Το ξ και το ψ σήμερα είναι άχρηστα, να τα αντικαταστήσουμε με το κς και πς. στ) Να λείψουν τα δίψηφα ου, τς, τζ (για το ου έχουμε το φθόγγο u). ζ) Να καταργηθεί το διπλό γράψιμο του σ (σ και ς), ένα είναι αρκετό[5]. Και η) Να καταργηθούν τα πνεύματα και οι τόνοι (δασεία, ψιλή, περισπωμένη, οξεία, βαρεία).

Κι ο Φιλήντας προσθέτει[6]:

«Η γραφική μεταρρύθμιση, που υποδείχνουμε πιο επάνω, είνε η τελειωτική, είνε η ιδανική, να πούμε. Αφτή μπορούσε να γίνει αμέσως, αν η κοινωνία των ανθρώπωνε δεν είταν ένα συντηρητικό καθεστώς, αν το Κράτος αποτελούνταν από ανθρώπους φωτισμένους, αν οι Μανταρίνοι δεν διέφτυναν την πνευματική κίνηση των εθνώνε.»

Η κίνηση γύρω στην ορθογραφική μεταρρύθμιση ζωήρεψε. Ύστερα από το Φιλήντα είπε τη γνώμη του και ο Ελισαίος Γιαννίδης• διατύπωσε και αυτός ένα δικό του απλοποιημένο σύστημα και το εφάρμοσε κιόλας σε μερικά του βιβλία.
Μα και ο Χατζηδάκης πήρε μέρος στη συζήτηση και αυτή τη φορά δε στάθηκε αντιδραστικός. Να και μια σωστή πράξη της ζωής του. Μίλησε, όπως είπαμε, στην Ακαδημία το 1929 για το ορθογραφικό ζήτημα και πρότεινε την τονική απλοποίηση, τονίζοντας πως οι τόνοι και τα πνεύματα δεν είναι αρχαία κληρονομία. Και άλλοι ακόμη καθηγητές τάχτηκαν με την άποψη πως πρέπει να καταργηθούν οι τόνοι και να απλοποιηθεί η ορθογραφία μας. Ο πολύς μάλιστα αρχαιολόγος Χρ. Τσούντας από το 1913 τόνισε πως:

«Χάριν της απλοποιήσεως της ορθογραφίας ημών, δέχομαι αδιστάκτως την
κατάργησιν των τόνων και των πνευμάτων? Σήμερον προ πάντων έχομεν
υπέρτατον καθήκον εθνικόν να καταστήσωμεν την διδασκαλίαν της νέας
Ελληνικής γλώσσης όσον το δυνατόν ευκολωτέραν.
» (Βλ. «Δελτίο Εκπαιδ.
Ομίλου, τ. 3 [1913], σ.326).

Επίσης και οι καθηγητές Γ.Σωτηριάδης, Κ. Παπαδάκης, Κ. Ρωμαίος και πολλοί άλλοι, είπαν καθαρά τη γνώμη τους πως οι τόνοι για τα παιδιά είναι μεγάλος μπελάς και δε χρειάζονται.
----
[1] Στην ιστορική ανάπτυξη συμβουλευόμαστε το σχετικό βιβλίο του Τριανταφυλλίδη: Η ορθογραφία μας• και του Μ. Φιλήντα: Η ορθογραφία (Δ.Ε.Ο., 11, 1923-1924)• και του ίδιου: Σωστή γραφή, Αθήνα 1926. Τώρα τελευταία ο Ελ. Γιαννίδης («Αναγέννηση», φύλ. 6-7, 1927) δημοσιεύει μια ειδική μελέτη για το ζήτημα της ορθογραφίας και κυρίως για το ζήτημα της τονικής μεταρρύθμισης, στο βάθος όμως συντηρητική.
[2] Οι γλωσσικές μεταρρυθμίσεις, που κάνει η σύγχρονη Τουρκία (μεταπολεμική περίοδο), από μερικούς κουφιοκεφαλάκηδες ιδεαλιστές, αποδίδονται στον Κεμάλ και μόνο σ' αυτόν. Μα δεν είν' έτσι. Σήμερα η Τουρκία περνάει την αστική της επανάσταση. Γι’ αυτό χτυπάει αλύπητα και γκρεμίζει όλους τους θρησκευτικοκοινωνικούς φεουδαρχικούς θεσμούς (μεταρρύθμιση νομοθεσίας, χτύπημα της εκκλησιαστικής κλίκας, εισαγωγή ευρωπαϊκών θεσμών κλπ.). μόνο έτσι εξηγιένται αυτά που έκανε ο Κεμάλ. Ο πόλεμος ο αμείλιχτος της σημερινής αστικής τάξης της Τουρκία ενάντια σε κάθε φεουδαρχικό θεσμό κι ακόμα ενάντια και στους θρησκευτικούς, αλλοιώτικα δεν μπορεί να εξηγηθεί.
[3] Κοίτ. Βηλαρά: Φιλολογικές γραφές, περιοδ. «Προπύλαια», Ι (1900-1908), σ. 186-187.
[4] Και οι δυο τους ήταν κατά τα άλλα καθαρευουσιάνοι. Ο πρώτος καταργούσε τόνους και πνεύματα, ο δεύτερος τη βαρεία και την ψιλή.
[5] Αντίς να μείνει το ς, που προτείνει ο Φ., να αντικατασταθεί με το λατ. s λέω εγώ. Π.χ. αντίς: γλώσσα ή γλόςα, να γράφουμε: γλόsα.
[6] Κοίτ. «Δελτ. Εκ Ομ.», 11 (1923-1924), σ.227?.

Copyright©http://anorthografies.blogspot.com

αρχή σελίδας

Μανώλης Βασιλάκης*: Κώστας Γεωργουσόπουλος, Ο Aυτόχθων εναντίον ετεροχθόνων

• φωτόμορφος εναντίον «ερεβομανών»
• μυροβόλος εναντίον «κοπροκρατών»


«Είμαστε όλοι εθνοκτόνοι»

Ένα πολεμικό κείμενο ή, ακριβέστερα, ένα υβρεολόγιο του ελλαδοέλληνα Κώστα Γεωργουσόπουλου εναντίον του Βασίλη Λαμπρόπουλου, καθηγητή στην Έδρα Νεοελληνικών Σπουδών Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν των ΗΠΑ, πυροδότησε τις αντιδράσεις αρκετών σοβαρών επιστημόνων που υπερασπίστηκαν τον ετερόχθονα από τον πνευματικό τραμπουκισμό του αυτόχθονα – και το σημειώνω με τη διάκριση που γινόταν το 1844 όταν ψηφιζόταν ο επαίσχυντος νόμος περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, τουλάχιστον όσον αφορά τον φθόνο και το σύμπλεγμα κατωτερότητας. Αφορμή της επίθεσης του αρχοντοχωριάτη στον Β. Λαμπρόπουλο ήταν μια συνέντευξη του τελευταίου η οποία δημοσιεύθηκε στη στήλη «Πατριδογνωσία» της Άννας Γριμάνη, στο ένθετο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής (10.2.2008). Τα κείμενα του εντύπου αυτού δεν υπάρχουν στο Ίντερνετ και ως εκ τούτου το πλήρες κείμενο της συνέντευξης δεν είναι ευρέως γνωστό, παρά μόνον τα αποσπάσματα που δημοσίευσε ο Κ. Γεωργουσόπουλος. Γι’ αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη τη συνέντευξη, ώστε να κρίνουν οι αναγνώστες με βάση το πλήρες κείμενο και όχι τα αποσπάσματα βάσει των οποίων τον στηλιτεύει ο Κ.Γ. Αν παρεμβαίνω είναι γιατί με σοκάρει το απύθμενο θράσος του φωτόμορφου τέκνου της Ελλάδος Κ. Γεωργουσόπουλου να καθυβρίζει ένα τόσο μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας κραδαίνοντας εν είδει λαβάρου «Εν τούτω νίκα» τους στίχους του Ελύτη: «Σελτζούκοι, ροπαλοφόροι καραδοκούν / χαγάνοι, ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν / σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς / κοπροκρατούν το μέλλον». Ναι, τέτοιοι είναι όσοι επιστήμονες διαφωνούν με τον ιδιοτελή επαρχιωτικό εθνικισμό και τη δημοσιογραφία της αυθεντίας Του.


Βασίλης Λαμπρόπουλος: «Με χαλάει η προγονολατρία που εστιάζεται στις “χαμένες πατρίδες»
Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Η «ελληνικότητα» ήταν ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα διανοουμένων του Μεσοπολέμου το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον ανεπανόρθωτο τραυματισμό του οικουμενικού Ελληνισμού το 1922. Αντικατέστησε τον κοσμοπολιτισμό ενός Καβάφη με την τοπογραφία ενός Ελύτη, προσφέροντας αίσθημα για συνείδηση. Έτσι, η αισθητική της «ελληνικότητας» έγινε η ηθική του Ελλαδισμού και άνθησε για μισό αιώνα περίπου. Στη δεκαετία του 1990 έχασε και το πολιτιστικό και το πνευματικό της κύρος και σήμερα επιβιώνει μόνο στους χώρους του υψηλού ή δημώδους λαϊκισμού. Αποτελεί πλέον αντικείμενο ιστορικής μελέτης μαζί με παλαιότερα κινήματα, όπως ο Ρομαντισμός και ο Συμβολισμός. Εδώ και είκοσι χρόνια, η διερεύνηση της μείξης και της υβριδικότητας έχει θέσει τις αντιλήψεις περί Ελληνισμού σε μια νέα, πλουσιότατη προβληματική, στην οποία συμβάλλουν τόσο οι τέχνες όσο και οι επιστήμες.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.
Το κάλεσμα του κόρνου και η απάντηση του πιάνου στην αρχή του 2ου κοντσέρτου του Μπραμς. Είναι κάτι που εγώ έπλασα ελληνικό κι έτσι λειτουργεί έξω από συμβατικούς προσδιορισμούς.

Η υπέροχη εκδοχή του Έλληνα.
Ο Έλληνας είναι υπέροχος όταν παύει να χρησιμοποιεί το δεκανίκι της εθνικής ταύτισης και πορεύεται αυτόνομος και γενικά όταν δεν αντλεί ούτε δικαίωση ούτε ενότητα από την προσκόλλησή του σε κάποιο συλλογικό μεγαλείο. Ο υπέροχος Έλλην δεν σε κάνει ποτέ να συνδέεις την υπεροχή με την καταγωγή του.
Αυτό που με χαλάει.
Η προγονολατρία που εστιάζεται στις «χαμένες πατρίδες» και συντελεί στο να αγνοούνται οι υπάρχουσες πατρίδες. Η νοσταλγία για Σμύρνη, Αλεξάνδρεια και Οδησσό που ενθαρρύνει την αδιαφορία για Ντιτρόιτ, Μελβούρνη και Τορόντο. Η εμμονή για ό,τι παρήλθε στη Μεσόγειο, που κλείνει τα μάτια σε ό,τι αναπτύσσεται στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό. Η προσκόλληση στην έννοια της αποδημίας ενώ ζούμε στον αιώνα της διασποράς. (Φυσικά και υπήρξε ένας πλούσιος λεβαντίνικος κόσμος, φυσικά και υπάρχει μετανάστευση. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να αίρονται σε εθνικά σύμβολα και να μονοπωλούν τον ελληνικό κοσμοπολιτισμό.)
Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;
Προσόν όταν θεωρείται ιδιότητα προς διεκδίκηση, μειονέκτημα όταν εκλαμβάνεται σαν ταυτότητα προς κατοχύρωση.
Παράγει πολιτισμό ο Έλληνας της νέας εποχής ή μένει κολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;
Καθημερινά, εκατομμύρια ανθρώπων παράγουν πολιτισμό αναπτύσσοντας γόνιμο διάλογο με την ελληνική σκέψη, τέχνη κι επιστήμη όλων των εποχών. Ορισμένοι φιλέρευνοι Έλληνες συμμετέχουν ενεργά και ισότιμα σε αυτό τον οικουμενικό διάλογο ενώ άλλοι, από αδράνεια, άγνοια ή αυταρέσκεια, απέχουν. – Με ποια ταυτότητα οι Έλληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;Με την ταυτότητα ενός «Τζον Σμιθ», 20χρoνου φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Μίσιγκαν που, επειδή ακούει πως είχε κάποια Ελληνίδα προγιαγιά, παρακολουθεί ένα-δυο νεοελληνικά μαθήματα για να δει αν κάτι τον συνδέει με αυτή τη μακρινή πλευρά της καταγωγής του (περισσότερο, ας πούμε, από την ιταλική ή τη μεξικανική). Αυτό θα αποτελέσει μια προσωπική απόφαση, που θα χρειαστεί χρόνο και δεν ξέρουμε ακόμη πού θα καταλήξει. Η ταυτότητα συνιστά διακύβευμα. – Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.Αναρωτιέμαι γιατί η δημοκρατία διαπράττει συχνά ύβρη και αυτοκαταστρέφεται. Πέταξα τη σεφερική εντολή: «Δέξου ποιος είσαι. / Το ποίημα… / Θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις. / Τα περισσότερα / σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις». – Ο Έλληνας ποιητής μου.Ο Dionisio conte Salamon, νόθος γιος, γεννημένος Γάλλος πολίτης, εβραϊκής καταγωγής, που έζησε σε ένα βρετανικό προτεκτοράτο μιλώντας Ιταλικά και δεν πήγε στην ελεύθερη Ελλάδα αφού την βρήκε σε Γερμανούς συγγραφείς. – Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.
Κάθε αλήθεια είναι αδιαπραγμάτευτη και μάλιστα οι ελληνικές. Μια απόλυτη αλήθεια δεν είναι ελληνική, είναι θεοκρατική. Μόνον όποιος στερείται αυτοπεποίθησης έχει ανάγκη την αδιαλλαξία και αρνείται να διαπραγματευθεί.
Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.
Η Οδός των Ελλήνων εκεί που ζω είναι κεντρόφυγος: οδηγεί μακριά και επιζητεί το διαφορετικό. Είναι η οδός εκείνων που έφυγαν από την όποια εστία τους για να γίνουν άλλοι Έλληνες, εκείνων που γίνονται Έλληνες διαφέροντας αλλού. Οι δικοί μου Έλληνες είναι πλάνητες πολίτες του παγκόσμιου Ελληνισμού: δεν έφτασαν στην πατρίδα τους διότι παραμένουν καθ’ οδόν εφευρίσκοντας και ανασκευάζοντάς την. Πατριδογνωσία και πατριδοκλασία είναι αλληλένδετα.


* Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος κατέχει την Έδρα Νεοελληνικών Σπουδών Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν της Αμερικής.


***
Αυτά έλεγε ο Β. Λαμπρόπουλος στις 10.2.2008. Και τότε σήκωσε τη ρομφαία του ο Κ. Γεωργουσόπουλος, γράφοντας με τίτλο «Οικουμενικοί Μιτσιγκάνοι» (Τα Νέα, 16.2.2008) διάφορα εξυπναδίστικα: «Ξαναχτύπησε η κυρία Πάνια της νεοελληνικής φιλολογίας!! Γιατί υπάρχουν και τα τοκ σόου της λογοτεχνικής και φιλολογικής αγοράς. Όπου κάτι σαλτιμπάγκοι σόουμαν εξευτελίζουν έργα και συγγραφείς…». Έκανε λόγο για τους «υπερπόντιους καθηγητάδες που για να γίνουν αρεστοί στους πετρελαιάδες σπόνσορες των πανεπιστημίων τους στην πολυπολιτισμική Αμερική αποσκορακίζουν την εθνική τους Παιδεία και την εθνική τους Λογοτεχνία». Τον χαρακτήρισε «μπουμπούνα» και «πολιτισμικά σχιζοφρενή εθνοκτόνο με το πριόνι» κ.λπ., σύμφωνα με το ήθος γραφής του.
Με επιστολή του η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα της 23.2.2008, με τίτλο «Ο εξευτελισμός του δημοσίου διαλόγου», ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος προσπάθησε να υπερασπισθεί τον Β. Λαμπρόπουλο υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται «για έναν φιλόλογο διεθνούς διαμετρήματος», με σαφή αιχμή στον Κ.Γ. για την «ελληνικότητα» που υπερασπίζεται «το κατεστημένο αυτό [η οποία] είναι ανταλλάξιμη με τα προνόμια και την ασυλία του». Στο σύντομο κείμενο της επιστολής του διατύπωνε και τον σαφή υπαινιγμό: «Αν πρέπει να αντιδράσουμε, είναι γιατί τελικά εκείνο που εξευτελίζεται και δηλητηριάζεται είναι ο δημόσιος διάλογος για οτιδήποτε καινούργιο ή διαφορετικό φαίνεται να απειλεί το κατεστημένο που σχηματίστηκε με κρατικές επιχορηγήσεις και κυριαρχεί στη νεοελληνική κουλτούρα από τον καιρό της Μεταπολίτευσης (λ.χ., στην περίπτωση αυτή, μονοπώλιο των μεταφράσεων αρχαίων έργων που ανεβάζουν τα κρατικά θέατρα κ.ά.).». Του ανταπάντησε ο αρχοντοχωριάτης: «Ο κ. Λιάκος τσίμπησε, να δείτε, θα μαζευτούν κι άλλοι να τσιμπήσουν το δόλωμα και θα τους γνωρίσουμε όλους», διαστρέφοντας μάλιστα τα γραφόμενά του που για λόγους οικονομίας ήταν συνεπτυγμένα.
Ένα πορτρέτο του «εθνοκτόνου» Β. Λαμπρόπουλου τον οποίον υπερασπιζόταν ο επίσης «εθνοκτόνος» Α. Λιάκος είχε παρουσιάσει μαζί με συνέντευξή του στην ίδια εφημερίδα η Μικέλα Χαρτουλάρη με τίτλο «Βασίλης Λαμπρόπουλος, Το “μαύρο πρόβατο” των καβαφιστών» (Τα Νέα, 18.2.2002), η οποία επεσήμαινε ότι «είναι ένας φιλόλογος που ενοχλεί. Ίσως γι’ αυτό πέτυχε τη χωρίς προηγούμενο προβολή του Καβάφη στην Αμερική».
Δύο ημέρες αργότερα έκανε παρέμβαση ο καθηγητής της Συγκριτικής Λογοτεχνίας και πρόεδρος της Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών στις ΗΠΑ Στάθης Γουργουρής, η οποία δημοσιεύθηκε με τίτλο «Η “επιφυλλίδα” περί Β. Λαμπρόπουλου» (Τα Νέα, 25.2.2008). Επεσήμαινε ότι ο Κ.Γ. είναι «ανήμπορος να κατανοήσει τις πολυσχιδείς μορφές μιας έννοιας. Οπότε, τι Κουμανούδης τι Βακαλό (ως προς τα περί “ελληνικότητας”), τι Κούμας τι Καστοριάδης (ως προς τα περί “αυτογνωσίας”)», για να καταλήξει τονίζοντας ότι «το δημοσιογραφικό έργο του κ. Γεωργουσόπουλου θα καταλογιστεί στην Ιστορία ως ένα από τα ογκωδέστερα λύμματα της Νεοελληνικής Γραμματείας (ναι, δεν γράφεται με η, ελληνικά μιλάμε)». Αυτό το παιχνίδι με τα λήμματα και λύματα, όπου συνέβη η αβλεψία να γράψει τελικά τα λύματα με δύο μι θα έδινε την αφορμή στον χοντράνθρωπο αργότερα να το επισημάνει με τους λεπτούς τρόπους που τον διακρίνουν. Όσον αφορά τις ύβρεις του Γεωργουσόπουλου εναντίον των ελλήνων επιστημόνων του εξωτερικού τόνιζε: «Μπορεί να έχει τη διαστροφή να υπηρετεί τον πιο νεάντερταλ αντιαμερικανισμό του δρόμου. Αλλά δεν επιτρέπεται να λοιδορεί το έργο Ελλήνων, που μακριά από κομματικά συμφέροντα και εθνικές μικροπολιτικές, εν μέσω των κορυφαίων πανεπιστημιακών του κόσμου (προερχομένων από όλα τα μέρη του κόσμου), προσπαθούν να μεγαλώσουν, έστω και λίγο, την Ελλάδα».
Στη διαμάχη παρενέβη η Κατερίνα Σχινά, με το άρθρο της «Μαθήματα ενός δασκάλου» (“Βιβλιοθήκη” Ελευθεροτυπίας, 29.2.2008) για να συνοψίσει με πικρό χιούμορ τα μαθήματα του Κ.Γ. και να επισημάνει την επιλεκτική ανάγνωση από τον Γεωργουσόπουλο των πρακτικών του συνεδρίου «Ελληνισμός και ελληνικότητα - ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας», τα οποία είχε επικαλεστεί για να χαρακτηρίσει «μπουμπούνα» τον Β. Λαμπρόπουλο. Για να καταλήξει με μια φράση του Δ. Μαρωνίτη από τον ίδιο τόμο, ότι «στην ποίηση και γενικότερα στην τέχνη ο Ελληνισμός μας φτάνει, η ελληνικότητα περισσεύει – και συχνά είναι εκ του πονηρού».
Νέα παρέμβαση, αυτή τη φορά του Δημήτρη Παπανικολάου, λέκτορα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με τίτλο «Ελληνιστές ή αφελληνιστές;» (Τα Νέα, 1.3.2008). Ο Δ.Π., ανάμεσα σε άλλα εύστοχα επισημαίνει: «Αυτό που αντιπαρατίθεται όμως ουσιαστικά είναι από τη μια ένας λόγος αυτοσυνείδητα κεντρόφυγος, μεταεθνικός, συχνά αυτοϋπονομευόμενος, και στρατηγικά ευρετικός. Από την άλλη η κεντρομόλος σιγουριά της εθνικής παιδείας ως μεγέθους απόλυτου, η κριτική ομφαλοσκόπηση και η ετεροφοβία». Όμως, κατά τη γνώμη μου, πιο καίρια επισήμανσή του είναι ότι οι Λαμπρόπουλος και Γεωργουσόπουλος ανήκουν «σε δύο διαφορετικές “κοινότητες λόγου” που έχουν πάψει πια να επικοινωνούν μεταξύ τους», αν και νομίζω ότι ποτέ δεν μπόρεσαν να επικοινωνήσουν. [Το εξαιρετικό άρθρο του Δ. Παπανικολάου εδώ και η συνέχειά του εδώ ].
Τότε πια ο Κ. Γεωργουσόπουλος, στο φύλλο της 1.3.2008, με τίτλο τον στίχο του Ελύτη «Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν» [και συνέχεια εδώ] επετέθη εναντίον όλων, εκείνων δηλαδή που… «τσίμπησαν» και πιάστηκαν στα δίχτυα που είχε ρίξει για να παγιδεύσει τους ανθελληνικά σκεπτόμενους: «Όταν πριν από δεκαπέντε ημέρες σ’ αυτήν εδώ τη σελίδα καταπιανόμουνα με τα έργα και τις ημέρες του κ. Βασίλη Λαμπρόπουλου, καθηγητή της έδρας Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν, περίμενα, όπως άλλωστε συνέβη και παλιότερα, πως θα ξεσκάριζαν σαν τα σαλιγκάρια (τα γνωστά ερπετά που αναρριχώνται με το γλοιώδες λόγω σάλιου σώμα τους) οι οπαδοί και οι συνοδοιπόροι του». Πρώτον παραλαμβάνει τον Α. Λιάκο, ο οποίος τάχα διαστρέβλωσε όσα έγραφε και τον αποκαλεί «καραμπινάτο συκοφάντη», τον οποίο απειλεί και με προσφυγή στα δικαστήρια (!) «αν αμέσως δεν ζητήσει συγγνώμη». Στη συνέχεια επανέρχεται στον Β. Λαμπρόπουλο στηλιτεύοντάς γιατί με το άρθρο του «Η Ιστορία απέναντι στη λογοτεχνία» στη “Βιβλιοθήκη” της Ελευθεροτυπίας (8.2.2008) αυτός ο «εθνοκτόνος» κατεδαφιστής «δεν αφήνει τίποτε όρθιο». Και δεν θα παραλείψει να περιποιηθεί τον «έτερο σαλίγκαρο» Στάθη Γουργουρή. Τον Δ. Παπανικολάου δεν πρόλαβε να τον περιποιηθεί.
Λίγες ημέρες αργότερα ο Αντώνης Λιάκος θα απαντούσε στον αρχοντοχωριάτη με το άρθρο του «Ανεύθυνος ο ελιτίστικος λαϊκισμός» [η συνέχεια εδώ] (Τα Νέα, 8.3.2008). Όχι μόνο δεν θα ζητούσε συγγνώμη από αυτόν, αλλά θα παρέθετε στοιχεία των τελευταίων ετών που αποδεικνύουν ότι στις μισές παραστάσεις οι μεταφράσεις αρχαίων έργων στις κρατικές σκηνές είναι του Κ.Χ. Μύρη (δηλαδή του Γεωργουσόπουλου). Και κατέληγε με το συμπέρασμα: «Αν μια επιχείρηση που ελέγχει το 50% της αγοράς δεν ανήκει στα μονοπώλια, τότε θα έπρεπε να υποδείξουμε στη Siemens, στην General Μotors ή στην ΒΡ να εγγραφούν στο ταμείο ανεργίας! Και αν λογαριάσει κανείς ότι η μετάφραση αμείβεται με το 22% των εσόδων της παράστασης, μάλλον έχει κανείς λόγο να υπερασπίζει τα κεκτημένα με κάθε τρόπο. Ζητούμενο βέβαια είναι πώς μπορεί να λειτουργήσει κανείς ταυτόχρονα και ως προμηθευτής μεταφράσεων και ως κριτικός παραστάσεων που επηρεάζει τη ζήτηση. Αλλά αυτή είναι η παθολογία του παγιωμένου καθεστώτος με το οποίο λειτουργούν τα πολιτισμικά μας πράγματα εδώ και τρεις δεκαετίες». Ο K. Γεωργουσόπουλος δεν απάντησε σ’ αυτό το κείμενο του Α. Λιάκου ούτε απείλησε ξανά με προσφυγή στα δικαστήρια. Ασχολήθηκε με τις Απόκριες…
Αθήνα 10.3.2008


ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Με παρέμβαση επί της ουσίας επανήλθε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια Στάθης Γουργουρής, με τίτλο «Η ελληνικότητα δεν είναι ουσία» (η συνέχειά του εδώ) από «Τα Νέα» της 15.3.2008 τονίζοντας: «Όπως κάθε εθνολογικός προσδιορισμός, η ελληνικότητα δεν είναι ουσία. Δεν υπήρχε ανέκαθεν, δεν γέννησε τους Έλληνες (Έλληνες υπήρχαν προτού αυτή εφευρεθεί από κάποιους Έλληνες) και θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο αν οι Έλληνες εξακολουθούν να την θεωρούν έννοια που τους προσδιορίζει. Ο προσδιορισμός, όμως, δεν είναι ούτε απόλυτος ούτε αναλλοίωτος ούτε εκ Θεού προερχόμενος. Οι προσδιοριστικές δυνατότητες της ελληνικότητας αλλάζουν, καμιά φορά αυτοαναιρούνται και εφευρίσκονται ξανά, αλλιώς, και πολλαπλώς. Την (επαν)εφεύρεση της ελληνικότητας από τη Γενιά του ’30 δεν πρωτοσχολίασε ο Βασίλης Λαμπρόπουλος στην Αμερική, αλλά η Ελένη Βακαλό στην Αθήνα». Για να καταλήξει: «Από την εποχή του Κοραή συναντάμε το φαινόμενο να απορρίπτονται ιδέες ως ξενόφερτες, τότε φράγκικες, τώρα αμερικανικές, στο μέλλον πιθανόν κινεζικές. Το κόστος της απόρριψης δεν αφορά ποτέ τον έξω κόσμο. Αφορά και βαραίνει την ίδια την Ελλάδα, της αφαιρεί τις δυνάμεις να αναστοχαστεί τα λάθη της και να καλυτερεύσει ως κοινωνία. Όσοι φοβούνται την καταστροφή του Ελληνισμού να κοιτάξουν εκεί.


ΥΓ: Δεν έχω καμία φιλοδοξία να πρωτεύσω στις ύβρεις και τα ψεύδη, στη ζηλοφθονία και τη μικροπρέπεια, στην ασχετοσύνη και τη μικρόνοια. Το αφήνω στον κ. Γεωργουσόπουλο, ο οποίος και ταλαντούχος είναι σε αυτούς τους τομείς και δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει».
Στο ίδιο φύλλο ο Τάκης Θεοδωρόπουλος με το άρθρο «Ελληνικότητα ναι, αλλά όχι με τους όρους της Γκόλφως» (και η συνέχεια εδώ) μιλoύσε για τον τρόμο μπροστά στην παγκομιοποίηση: «Ο εθνικός, γλωσσικός, θρησκευτικός ή και πολιτικός προστατευτισμός, με τους φανατισμούς που συνεπάγεται μπορεί να βολεύει τον τρόμο που μας προκαλούν τα μεγέθη του παγκόσμιου χωριού, όμως, εκτός τού ότι είναι πολλές φορές θανατηφόρος στην κυριολεξία, υπονομεύει τη διαπραγματευτική μας ικανότητα απέναντι στο παρόν». Και κατέληγε σχετικά με το «φάντασμα του τρόμου μας»: «Η “ελληνικότητα” ως στοιχείο της ταυτότητας είναι ένα στείρο, φοβικό σύμπλεγμα. Η “ελληνικότητα” ως εσωτερική ρωγμή, ως στοιχείο της δημιουργίας, παραλλαγμένη, μεταμορφωμένη, μεταλλαγμένη από μια δύναμη που ξεπερνάει τα όριά της και αυτοσαρκαζόμενη, έφτιαξε μερικά από τα σημαντικότερα έργα τέχνης της ιστορίας μας. Ο κόσμος μας πάσχει από πληθωρισμό ταυτοτήτων. Εκείνο που του λείπουν είναι τα έργα, αυτά που θα μας βοηθήσουν να ανακτήσουμε τη χαμένη εμπιστοσύνη απέναντι στον εαυτό μας, αυτά που θα μας βοηθήσουν να σταθούμε όρθιοι απέναντι στο φάντασμα του τρόμου μας».
Ο Κ. Γεωργουσόπουλος, αφού έλαβε μέρος σε συζήτηση στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στις 14.3.2008, υπό τον τίτλο «Η Τέχνη ως θύλακας αντίστασης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση» (!), δείγμα της εθνικιστικής Ανοησίας, την επομένη ξιφούλκησε πάλι κατά των «εθνοκτόνων» από τη σελίδα του στα «Νέα» (15.3.2008), δίνοντάς τους μαθήματα περί του νοήματος και της συγκρότησης της Ελληνικότητας, επικαλούμενος τις διαφορετικές από τις σημερινές του απόψεις τις οποίες είχε διατυπώσει το μακρινό 1981, για να καταλήξει στο «δίδαγμα», καταπώς λέγανε οι δημοδιδάσκαλοι παλιά: «Έτσι, μεταμοντέρνοι μιτσιγγάνοι και η παρέα σας, ο Εβραίος Σάλαμον έλαβε την ελληνική ιθαγένεια γιατί έγραψε Ελληνικά! Γκέκε;». Ιδιαιτέρως περιποιήθηκε την Κατερίνα Σχινά και κατέληξε με ένα δριμύ υβρεολόγιο εναντίον του «λαγού» Αντώνη Λιάκου, με νομική διατύπωση: «Μόνο οίκτο μού προκαλεί το φαινόμενο Λιάκου. Γνώριζα βέβαια πως κάποιοι γκαιμπελίσκοι καραδοκούν και κατά καιρούς εξαπολύουν τον συκοφαντικό τους οχετό. Αλλά ένας λαγός να μεταμφιέζεται αποκριάτικα σε σουπιά για να εκτελέσει τη συκοφαντική του διαστροφή, και μάλιστα καθηγητής Πανεπιστημίου, είναι απ’ τ’ άγραφα.Αν απαντώ είναι για να δείξω το μέγεθος της συκοφαντικής του διαστροφής. Γιατί ενώ τον συμβούλεψα να ζητήσει συγγνώμη για τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας εν γνώσει του και με πρόθεση, με δόλο να θίξει την επαγγελματική και προσωπική μου τιμή, επανέρχεται διαστρέφοντας τα διεστραμμένα». Το άρθρο του Κ.Γ. εδώ και η συνέχειά του εδώ.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Δεν θα ασχοληθώ με τα ανοητολογήματα και τις ύβρεις του Κ. Γεωργουσόπουλου. Θα σταθώ μόνο σε δύο σημεία, χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του:
1. Έγραψε τάχα διακριτικά, αλλά ο ιδιοτελής υπαινιγμός είναι κραυγαλέος: «Πού είσαι, Καλύβα, της χούντας, που με ανέβασες στην ταράτσα με την κατηγορία του αντεθνισμού…», στο κείμενό του στα «Νέα» της 1.3.2008. Αναφερόταν στον χουντικό υπαστυνόμο Ιωάννη Καλύβα και την ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Κι όλα αυτά αφού είχε περάσει γενεές δεκατέσσερις τον Αντώνη Λιάκο, τον άνθρωπο ακριβώς ο οποίος φυλακίσθηκε κατά τη δικτατορία από το 1969 έως το 1974. Και φυσικά έχει το ήθος να μην το κάνει σημαία ούτε να πωλεί τις αντιστασιακές περγαμηνές του. Μόνο κάτι τζάμπα Ελληνάρες «αντιστασιακοί» πωλούν «αντίσταση» σήμερα στην… παγκοσμιοποίηση, με τα «πνευματικά» τους όπλα, δηλαδή με μπούρδες και βρισιές. Μόνο κάτι κρυπτορατσιστές χρησιμοποιούν εξυπναδίστικες ύβρεις τύπου «Μιτσιγκάνοι» (ή «Μιτσιγγάνοι») και μιλούν ύπουλα περί «μεταμοντέρνων της διασποράς (προσέξατε πώς αποφεύγουν να μιλήσουν για ομογένεια και ομογενείς – εξάλλου η ελληνική διασπορά δεν έχει καμία σχέση με όρους ιστορικούς με την εβραϊκή, έτσι;)» .
2. Αφού χρησιμοποίησε όλους τους βάρβαρους και προφανώς ανυπόστατους χαρακτηρισμούς εναντίον τόσων πολιτισμένων ανθρώπων, απειλεί τον Αντώνη Λιάκο με προσφυγή στα δικαστήρια, αν δεν του ζητήσει συγγνώμη. Αυτό το κτηνώδες θράσος, αυτός ο τραμπουκισμός είναι που σοκάρει. Όχι πως δεν περνάει από το μυαλό του ότι, λόγου χάρη, ο Β. Λαμπρόπουλος τον οποίο προπηλάκισε με τόσο βάρβαρο τρόπο («εθνοκτόνος δολοφόνος με το πριόνι», «Αννίτα Πάνια της νεοελληνικής φιλολογίας» κ.λπ.) θα μπορούσε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, αλλά ξέρει ότι δεν είναι εκβιαστής, ότι είναι πολιτισμένος άνθρωπος, του δημοσίου διαλόγου, και δεν θα το πράξει. Ο ίδιος όμως θεωρεί φυσικό να απειλεί (δις) τον Αντώνη Λιάκο, αφού πρώτα τον έχει περιλούσει με τόσα κοσμητικά.
3. Δημόσιος διάλογος με επιχειρήματα από τη μια και λεκτικούς τραμπουκισμούς από την άλλη δεν γίνεται. Διάλογος τεσσάρων όντως καθηγητών με σημαντικό έργο (Στάθη Γουργουρή, Βασίλη Λαμπρόπουλου, Αντώνη Λιάκου, Δημήτρη Παπανικολάου) και την Κατερίνα Σχινά με τον συνάδελφο του «««καθηγητή»»» Ζουράρι ««καθηγητή»» Γεωργουσόπουλο δεν νομίζω πως είναι δυνατόν να γίνει.
«Είμαστε όλοι εθνοκτόνοι με πριόνι»


[*] Ο Μανώλης Βασιλάκης είναι συγγραφέας του βιβλίου «Η Μάστιγα του Θεού».
http://mvasilakis.wordpress.com/2008/03/11/

αρχή σελίδας

Σωτήρης Παστάκας: Γιάννης Λειβαδάς, ο Σωρός των Ποιητών

Ερμηνεύουν και υπερασπίζονται την ποίηση, ενώ εξακολουθούν να αναρωτιούνται αν και πώς η ποίηση δύναται να εκφράσει την πραγματικότητα στο σύνολό της. Να μιλήσει δηλαδή, όχι μόνο για τον εσωτερικό κόσμο της, μα και για τον κόσμο έξω από αυτήν. Αναρωτιούνται αν η ποίηση λειτουργεί κατά πως φαίνεται ή και αλλιώτικα. Αναρωτιούνται αν η ποιητική γραφή περικλείει δυνάμεις που πρέπει να ανακαλύψει ή απλά να αποδεχτεί κανείς. Διερωτήσεις του πρωτάρη. Δουλειά από τέταρτο χέρι. Φιλολογία επί μαρμάρων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, παρόμοια με τον τρόπο που γίνεται κάποιος ακαδημαϊκός, εντελώς αυθαίρετα δηλαδή, έχουν αποκτήσει τον τίτλο του ποιητικού μέντορα ενώ οι παραβλέψεις και τα λάθη των κρίσεών τους είναι ασυγχώρητα, όμοια με εκείνα των ακαδημαϊκών. Παίρνουν θέση υπέρ ενός, μονομερούς και εντελώς περιφερειακού χαρακτήρα, κανόνα, ο οποίος αποδεδειγμένα αδυνατεί να εκφράσει ουσιαστικά το ποιητικό φαινόμενο. Και να επισημάνουμε πως και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για εκείνους που εύκολα πηγαίνει το μυαλό μας. Γιατί υπάρχουν κι άλλοι, ακαδημαϊκοί, φιλόλογοι και γενικώς «περί της ποίησης» οι οποίοι όντας εχέφρονες μένουν σιωπηλοί, υπό την έννοια πάντοτε πως δεν διακατέχονται από την «ευθύνη» να διαφωτίσουν κανέναν.

Ποια είναι μεγαλύτερη ψευδαίσθηση από την άποψη πως μόνο ένα μέρος της γλώσσας μπορεί να υποστηρίξει την ποίηση; Πως το εικονικό είναι συγχωνευμένο με το πραγματικό; Πως η ποίηση βρίσκει τον δρόμο της χρησιμοποιώντας τα γνωστικά εργαλεία που βάναυσα έχουν θέσει ολόκληρη την παγκόσμια κοινωνία στην υποτέλεια; Πως αναμένεται επιτέλους κάποιο ποιητικό όραμα; Φωστήρες από τα Άβδηρα.
Σαν απάντηση λέω πως αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση. Πως το εικονικό είναι εκζήτηση της βλακείας και μόνο οι αστοιχείωτοι έχουν λόγους να του προσδίδουν σημασίες και έννοιες. Πως το πραγματικό δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από εκείνον που χρειάζεται να τεμαχίζει αδιάκοπα τη γνώση και τη διάνοια για να το αντιμετωπίσει. Πως η τέχνη της γραφής δεν εμπεριέχει στοιχεία της γενικευμένης και επιβαλλόμενης γνώσης• και πως εάν τα χρησιμοποιήσει θα είναι μόνο για καύσιμη ύλη. Πως το ποιητικό όραμα έχει από αιώνες αποκαλυφθεί και πως το όραμα αυτό είναι ο Ποιητής.

Ο ποιητικός λόγος δεν θα ήταν ποιητικός εάν από τη φύση του δε διέθετε τις δυνάμεις εκείνες που τον καθιστούν μυστικό ελεγκτή των πραγμάτων. Από την άλλη, ο ποιητικός λόγος ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, ή άλλη σύμβαση, για να καταφέρει να είναι ποίηση. Ο ποιητικός λόγος δεν «ασχολείται» μήτε «συστηματικο-ποιείται». Η ποίηση εκφράζει την κατάσταση της αληθινής σχέσης με τη ζωή, με τους ανθρώπους και κάθε τι που από αυτούς απορρέει. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της, όταν κανείς την διαβάζει.

Στην πραγματικότητα η ποίηση έχει ήδη δράσει πριν ακόμη γραφτεί, ή καλύτερα, είναι μία αδιάκοπη αν και μεταβαλλόμενης ισχύος δράση, η οποία βρίσκεται μονίμως λίγο ή πολύ πιο μπροστά από τα πράγματα. Γι’ αυτό και η ποίηση είναι χρήσιμη, γιατί μπορεί να μεταστρέψει τον αναγνώστη. Η ποίηση που δεν μεταστρέφει είναι ραβασάκι της ντροπής. Η κοινωνία οφείλει να επωφελείται από τον ποιητικό λόγο γιατί πολύ απλά αργεί εκείνη η μέρα που όλοι οι άνθρωποι θα είναι ποιητές. Η κοινωνία μπορεί να αναζητήσει τις πιο καίριες απαντήσεις μέσα στην ποίηση.

Διαβάζουμε, με μεγάλη λύπη, τοποθετήσεις διαφόρων γραφιάδων (και δυστυχώς όχι μόνο μεγάλων ηλικιών) που αντιμετωπίζουν την ποίηση σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον. Και αν ακόμη θεωρούν πως μία επίγνωση μπορεί να σταθεί για κάτι τέτοιο ικανή, δηλαδή να παράσχει στον κάτοχό της άδεια ποιητική, πόσο πραγματικά αξίζει εφόσον τίποτα δεν επιφέρει; Έχει οδηγήσει πουθενά πέρα από τις ξέρες των κρατικών βραβείων το γνωστό κατεστημένο της ποιητικής γραφής στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια;

Η επίγνωση δεν είναι ποιητικά χρήσιμη αν δεν αντανακλά μία με φυσικό τρόπο ορισμένη Θέση. Δηλαδή, η επίγνωση δεν αφορά κανέναν πέρα από τον κάτοχό της εάν δεν είναι Κενή. Διατυμπανίζουν ένα αλαλούμ επινοήσεων τόσο απομακρυσμένων από την υπαρξιακή συνθήκη που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν οτιδήποτε εκτός από ποίηση.
Στην πραγματικότητα ένας αρκετά διευρυμένος κύκλος ασθενών προσωπικοτήτων, προσφέρουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό δοκίμια, άρθρα και ποιήματα που μόνο κατ’ επίφαση είναι τέτοια. Εάν οι άνθρωποι αυτού του συγκεκριμένου κύκλου ανακαλύπτουν μόλις τώρα τις δυνάμεις, τις τήξεις και τις ρίξεις του σύμπαντος που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «ανθρώπινο», αυτό δεν σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να μοιραζόμαστε την αδαημοσύνη τους. Αντί να καταγράφουν όλες αυτές τις εντυπώσεις σε ένα προσωπικό ημερολόγιο, με την ανοχή εκδοτών και περιοδικών που είτε δεν είναι σε θέση να κρίνουν, είτε ελέγχονται, έχουν αυτοανακηρυχθεί ικανοί να καταπιάνονται με ένα τόσο δυναμικό και συνάμα εξοντωτικό φαινόμενο όπως η ποίηση.

Συνοδεία σ’ αυτήν την παράτα: η κριτική. Εκείνη που θέλει, μα ουδέποτε απέδειξε πως είναι σε θέση να ονομάζεται έτσι. Για όλους αυτούς τους θεατρίνους η ποίηση ξεκινά και σταματάει στις μεταξύ τους συμφωνίες. Σε μία ολοφάνερη πλέον omertà. Τους ποιητές τους τρέμουν.

Θα εμφανιστούν οπωσδήποτε ορισμένοι απ’ αυτούς και θα θέσουν το γνωστό εκείνο «ερωτηματάκι», πείτε μας τότε εσείς, κύριε υπογράφοντα αυτού του δύσμοιρου κειμένου, ποια είναι η άλλη «άποψη» για την οποία κάνετε λόγο; Και θα περιμένουν, τι; Να τους τρίψει κάποιος στα μούτρα τα κιτάπια που εδώ και χρόνους έχουν με τον καλύτερο τρόπο εκφράσει το ποιητικό φαινόμενο; Όχι βέβαια, αυτό θα το έκανε μονάχα άλλος ένας «μέντορας» όμοιός τους.

Αλλά μήπως είναι δυνατό να ανεχθούν τις αυθεντικές πηγές; την πραγματική φύση της Μούσας, εφόσον το ποιόν τους δεν περιλαμβάνεται στη δική της λίστα; Αλλά γιατί άραγε θεωρούν πως η ποίηση χρειάζεται στην εποχή μας υπεράσπιση; Μήπως απλά για να καταφέρουν να συγχωνεύσουν με έμμεσο τρόπο τις δύστυχες αράδες τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι; Είναι δυνατόν να χρειάζεται η ποίηση υποστήριξη; Όχι βέβαια. Αν αυτό συμβαίνει προφανώς δεν μιλάμε για ποίηση. Μιλάμε για φιλολογική ενασχόληση.
Τα πράγματα όμως είναι εντελώς ξεκάθαρα στην βάση τους, διότι με τις απόψεις τους δείχνουν να μην αντέχουν καν τον ρόλο που τους αρέσει να παίζουν. Μήπως υπάρχει έστω κι ένας από δαύτους που αντέχει τον δημόσιο διάλογο με θέμα την ποίηση; Τους το προτείνω, όπως τους προτείνω συνάμα να αλλάξουν βιβλιοθήκη, να αλλάξουν ζωή και εαυτό. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να το κάνεις, αν είσαι ποιητής.

Φαίνεται πως ο νεότερος κόσμος έχει επικινδύνως υποταχθεί σε ένα κλειστό κύκλωμα πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, καλλιτεχνικών και ψυχαναλυτικών ιδεών, το οποίο έχει οδηγήσει τα πράγματα στην κατάντια που επικρατεί γύρω μας. Καθώς και στην κατάντια να έχουμε για ποιητές αυτού του κυκλώματος τα φερέφωνα. Πρόσφατα μάλιστα από την πλευρά τους τα πράγματα κάπως αγρίεψαν. Μα ποιος μπορεί να φοβηθεί τους δειλούς που κρύβονται πίσω από μια κόλα χαρτί; Διακρίσεις, περιοδικά, ανθολογίες, πανεπιστήμια, κατινισμός, λιβανιστήρια. Κανείς δεν τα χρειάζεται όλα αυτά. Αυτή είναι αλήθεια. Με τον ίδιο τρόπο που την 21η Μαρτίου δεν υπάρχουν ποιητές σε κοινή θέα.

Copyright©Σωτήρης Παστάκας / Δικτυακός Τόπος: http://poiein.gr

αρχή σελίδας

Κώστας Κουτσουρέλης: Πολιτικοί και λογοτεχνικοί καθωσπρεπισμοί


ΤΟΝ ΟΡΟ political correctness τον αποδίδουμε συνήθως στα ελληνικά ως πολιτική ορθότητα. Η μετάφραση μου φαίνεται μηχανική. Το correct είναι βέβαια έννοια πολυστρώματη, που αποτιμά ανάμεσα στ' άλλα και την ακρίβεια των αντικειμενικών μετρήσεων, επαληθεύοντας ή διαψεύδοντας την ορθότητά τους. Εξίσου έκτυπο έχει ωστόσο και το θετό, συμβατικό της φορτίο. Correct dress, μας πληροφορεί το λεξικό, είναι η προσήκουσα, η ενδεδειγμένη αμφίεση, εκείνη δηλαδή που ανταποκρίνεται στο τυπικό της στιγμής· correctness είναι ακόμη η συνέπεια (he's always correct in his appointments), μια ακόμη λέξη που παραπέμπει στον φορτισμένο λόγο της συμβατικής πειθαρχίας. Correctness μεταξύ κοινωνών είναι εν τέλει ό,τι παλαιότερα θα ονομάζαμε κόσμια, ευπρεπή διαγωγή. Αν λογαριάσουμε δε και τις ιστορικές καταβολές της πολιτικής "κοσμιότητας", εννοώ βέβαια τον βαθύ πουριτανισμό που την τρέφει, μόνος κατάλληλος για την αποδώσει επαρκώς μου φαίνεται ο δικός μας, από καιρό παροπλισμένος "καθωσπρεπισμός". Κι αυτό, μ' όλο το κακόσημο του όρου, ή μάλλον εξαιτίας του. Με δεδομένο το ξενόφερτο του πράγματος, η απόπειρά μας να το εξελληνίσουμε γλωσσικά, θα ήταν καλό αν συμβάδιζε με μια έμμεση έστω κριτική.


###

Ότι ο πολιτικός καθωσπρεπισμός είναι πρώτα και πάνω απ' όλα πουριτανισμός, φαίνεται καθαρά αν δοκιμάσουμε να τον συγκρίνουμε με το πιο γνωστό φανέρωμα του πουριτανισμού των τελευταίων δύο αιώνων, εννοώ τον σεξουαλικό καθωσπρεπισμό της αστικής εποχής. Για τον τελευταίο, όπως ξέρουμε, σκάνδαλο και ανάθεμα υπήρξε πάντα η σάρκα. Ανήμποροι να σβήσουν ολότελα την σαρκικότητα του έρωτα απ' το ευπρεπισμένο τους λέγειν, οι αστοί θα προσπαθήσουν να την εξαφανίσουν τουλάχιστον από το πρόσωπο της επίσημης γλώσσας. Του λοιπού, ο αφροδίσιος έρωτας θα μείνει λεκτικό ταμπού απαράβατο στα φιλολογικά σαλόνια και τα κοινωνικά εντευκτήρια. Όμως, όπως μας θυμίζει η γνωστή στατιστική για την αναλογία πορνείων και κατοίκων στο βικτωριανό Λονδίνο, αυτός ο πρώτος θα πάρει την εκδίκησή του στους δρόμους.

Ό,τι για τον αστό υπήρξε ανέκαθεν η σάρκα, για τον πολιτικό καθωσπρεπιστή του μετανεωτερικού κόσμου είναι η βία. Σε άκρα αντίθεση με τον κοινωνικό ή εθνικό επαναστάτη, που έβλεπε πάντα στη βία την καλοδεχούμενη μαμή της ιστορίας, σε διάσταση ακόμη και με τους προμάχους του παραδοσιακού πολιτικού ρεαλισμού, που καθώς έβρισκαν σ' αυτήν ένα εργαλείο συχνότατα πρόσφορο για τους δικούς τους σκοπούς, δεν ορρωδούσαν ποτέ να πουν ανοιχτά τ' όνομά της, ο μεταμοντέρνος καθωσπρεπιστής πασχίζει φιλότιμα να την αποσιωπήσει όπου δει. Αν ο καθωσπρεπιστής μας είναι ιστορικός, και γράφει για να διδάξει παιδιά του δημοτικού λ.χ., πρώτο του μέλημα θα είναι παντί σθένει να πάψει το εγχειρίδιο να βρέχεται από αίμα. Εξανδραποδισμοί, δηώσεις, σφαγές, όλα όσα συνθέτουν την ιστορία εν τέλει, θα τα θέσει εκποδών. Τα ολοκαυτώματα θα στρογγυλευτούν, οι προαιώνιες αντιπαλότητες θα υποβαθμιστούν, οι αρχαίες ενοχές θα κατασιγαστούν ή θα τεθούν κατά μέρος εμπρός στο προσδόκιμο πάμφωτο μέλλον. Ο καθωσπρεπιστής ιστορικός δεν διστάζει να πει ότι βλέπει στο παρελθόν μία νόσο, και ότι δικός του σκοπός είναι πρώτα η επούλωση των παλαιών πληγών. Μόνο, που στους αντίποδες της κλασσικής θεραπευτικής, η οποία ζητά από τους ιατήρες να καταπολεμούν τις παθογόνες αιτίες, ο καθωσπρεπιστής μας νομίζει πως θ' αρκέσει γι' αυτό μια τελετουργική condemnatio memoriae, ένα άναρθρο ξόρκι.

Αν ο καθωσπρεπιστής μας είναι κριτικός, κι έχει να κάνει με λογοτεχνικά κείμενα καίρια, θα τα κοιτάξει πάντα υπό γωνίαν. Σκοπός του δεν είναι να εκθέσει όσα πράγματι διάβασε, αλλά να μας ανακοινώσει απλώς όσα πιστεύει ότι κιόλας γνωρίζει. Αν στα χέρια του πέσει ο Σολωμός, φερ' ειπείν, και ο Ύμνος , εκείνες οι εκπληκτικές τριάντα ή σαράντα στροφές του ποιήματος που ιστορούν την άλωση της Τριπολιτσάς, ο καθωσπρέπει κριτικός θα διαγνώσει αμέσως την προσχεδιασμένη γενοκτονία, θα κατακεραυνώσει τις φονικές βουλές των πορθητών, θα υποδείξει κραδαίνοντας το δάχτυλο του ψηλά την κατάντια όσων τολμούν να ισχυρίζονται ότι πολεμούν περί πάτρης. Αν του θυμίσεις τι ρητή ηδονή, πόσο απύθμενο πάθος εκδίκησης κρύβουν οι περιγραφές των σφαγών στον Σαίξπηρ ή στον Όμηρο, οι σκηνές των κολασμένων στον Δάντη, ο κριτικός μας θα σηκώσει αμήχανα τους ώμους. Αν του θυμίσεις τον Λουκρήτιο και το De rerum naturae, την πανάρχαια αλήθεια δηλαδή ότι τίποτε δεν περιστρέφει ταχύτερα τον τροχό του μίσους απ΄ ό,τι ο φόβος και η καταπίεση που το γεννούν (nam cupide conculcatur nimis ante metutum – με λύσσα κανείς ποδοπατά ό,τι πρωτύτερα έτρεμε), ο καθωσπρεπιστής μας θ΄ αρνηθεί και την ανθρώπινη φύση.


###

Για όλους αυτούς, η βία είναι το έσχατο, το μεταφυσικό, το μη περαιτέρω αναγώγιμο κακό. Απ΄ όπου και αν προέρχεται, της πρέπει ένα μονάχα: καταδίκη απερίφραστη. Και δη αδιάκριτα. Βία ληστρική και βία επαναστατική, βία των ισχυρών και βία των αδυνάτων, βία ως αντίσταση και βία ως καταστολή, βία ως φίμωτρο και βία ως κραυγή – βία εν τέλει με πρόσημο και προσδιορισμό, στα μάτια τους δεν υφίσταται. Όλες της οι εκδηλώσεις μπαίνουν στο ίδιο σακκί. Κι επειδή βία μόνη της δεν νοείται, μαζί της παρασιωπώνται όλα όσα τυχόν θεωρηθούν εστίες που την υποθάλπουν. Όχι μόνο η Βία, αλλά και το σκαιό ετερώνυμό της, η εξίσου αισχύλεια θεότητα του Κράτους, που την συντηρεί, χάνεται από προσώπου γλώσσας. Κι ενώ η βία των μικρών λοιδορείται, τύραννοι, δεσπότες, δυνάστες εξαγνίζονται αναδρομικά, οι πράξεις τους σχετικεύονται ή δικαιολογούνται, τα ονόματά τους αναβαπτίζονται στην κολυμβήθρα του αναθεωρητικού Σιλωάμ ώστε να απαλλαγούν από το στίγμα που αιώνες "μεροληπτισμού" τους επέρριψαν.

Σε οψιμότερο στάδιο, οι μέγιστοι δράστες πάντα απαλλάσσονται. Στο εδώλιο τη θέση τους παίρνουν τα απρόσωπα κίνητρα. Όχι τα άμεσα οφέλη ή συμφέροντα, αυτά μένουν το συνηθέστερο αδίκαστα. Αλλά τα απώτερα, σκοτεινά ελατήρια που τάχα οπλίζουν το ανθρώπινο χέρι. Ιδεοληψίες πανίσχυρες και επίφοβες ψυχώσεις, απατηλά ιδεώδη και κινδυνώδεις ευφημισμοί – αυτοί είναι ένοχοι, οι άνθρωποι όχι. Ετούτοι οι τελευταίοι, σε όποια τους πάντα ιδιότητα, σφαγείς και σφαγέντες, θριαμβευτές και ηττημένοι, πολιορκητές και αμυνόμενοι, δεν είναι παρά ενεργούμενα κι υποκινούμενα πιόνια. Την ευθύνη φέρουν οι λέξεις, αυτές πρέπει να απομυθευθούν, να αποδομηθούν, να ελεγχθούν. Οι λέξεις έθνος, πατρίδα, ταυτότητα, λ.χ., γιατί εκτρέφουν μαζικά ξενοφοβίες, ξενηλασίες και σωβινισμούς. Οι λέξεις θρησκεία, πίστη και Θεός, επειδή συνωνυμούν με την μισαλλοδοξία και την ανορθόλογη ροπή προς το Επέκεινα. Οι λέξεις πατέρες ή ανδρισμός, γιατί συνεπάγονται αυτοματικά τον υποβιβασμό της γυναίκας σε θέση καταστατικής ανισότητας ή και ανυπόφορης υποταγής. Ακόμη και η ατομική αριστεία, η φιλοπρωτία, η αυτοθυσία, ο ηρωισμός, πρέπει κι αυτές να αποσκορακιστούν, μιας και αντιστρατεύονται το ρυθμιστικό ιδεώδες του άκρου εξισωτισμού, κι επιπλέον μας καθηλώνουν σ' εποχές "βάρβαρων" αξιών και "περιφρόνησης της ζωής".


###

Ιστορία, κοινωνικές επιστήμες, λογοτεχνική κριτική. Για την σχηματική αυθεντία του πολιτικού καθωσπρεπισμού, έδαφος προσφορότερο από αυτό της άκρατης θεωριοκρατίας που ταλανίζει τις ανθρωπιστικές σπουδές τις τελευταίες δεκαετίες δεν θα μπορούσε ασφαλώς να βρεθεί. Πού αλλού παρά σε εδάφη ακραιφνώς θεωρητικά μπορεί να ευδοκιμήσει η σχηματικότητα; Πώς αλλιώς παρά ως θολή αυθεντία μπορούν να γίνουν δεκτές οι αφ' υψηλού γενικεύσεις; Από κοντά η εικόνα φαντάζει χαώδης, στρυφνή, ανυπότακτη· το βλέμμα συχνά παραλύει. Όσο πιο μεγάλη η κλίμακα, τόσο ελαφρύτερη η ανάγκη να εξηγεί κανείς τα καθέκαστα.

Τι γίνεται όμως με την λογοτεχνία την ίδια; Πόσο καθωσπρεπιστής μπορεί να γίνει τελικά ένας ποιητής, ένας δραματουργός, ένας μυθιστοριογράφος; Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση μοιάζει ίσως απλή. Η σχέση της ποίησης με τα πράγματα –κι εδώ λογοτεχνία και ποίηση αποκαλώ, όπως το θέλει ο Ταρκόφσκι, όχι το είδος το γραμματολογικό, αλλά τον ξέχωρο εκείνο τρόπο να αντικρίζει κανείς τον ίδιο τον κόσμο– η σχέση λοιπόν της ποίησης με τα πράγματα υπήρξε πάντοτε σχέση δυσκαθόριστη. Θυμικός και στοχαστικός την ίδια στιγμή, υμνητής και αρνητής, εγγύτατος και όμως μακρινός, ο ποιητής πάντα παλινδρομεί, καμμιά πραγματικότητα δεν είναι γι' αυτόν εξαντλημένη ή μονοσήμαντη, στα μάτια του κανένα ερώτημα δεν έχει βρει ποτέ απάντηση τελεσίδικη. Απέναντί του ο καθωσπρεπιστής είναι ο λάτρης της μονόδρομης αιτιότητας, το άσπρο-μαύρο είναι ο τρόπος του να διαβάζει τον κόσμο, οι αχνές αφαιρέσεις το μόνο τοπίο όπου ο φακός του μπορεί να στραφεί. Ο ποιητής αντίθετα βλέπει, και βλέπει ολικά. Ακόμη κι όταν το πιστεύω ή οι κλίσεις του τον τραβούν προς την μία πλευρά, το ένστικτό του τον επαναφέρει γοργά προς την άλλη, ωσότου κερδίσει εκείνο το νοητό σημείο της ισορροπίας που συνιστά την εσώτερη ελευθερία του. Με τούτη την έννοια, λογοτεχνία καθωσπρεπική θα σήμαινε λογοτεχνία άκυρη, λογοκριμένη, τυφλή. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατή;

Το εκ πρώτης όψεως αδύνατο γίνεται οφθαλμοφανέστατα δυνατό, μόλις αναλογιστούμε ποια είναι η πραγματική θέση του συγγραφέα στο τώρα. Ταλαντευόμενος ανάμεσα στις δυνάμεις της αγοράς που επιβάλλουν εκείνες σ' αυτόν τις ορέξεις τους, κι όχι αντίστροφα, και στα ποικίλα ιδεολογήματα του συρμού που αναβοσβήνουν με καταπληκτική ταχύτητα στις οθόνες της εργαλειακής σκέψης, ο συγγραφέας κινδυνεύει κι απ' τις δυο μεριές. Αν παρασυρθεί προς την πρώτη κατεύθυνση, η πιθανότητα να μεταλλαχθεί σε απλό διασκεδαστή είναι μεγάλη· αν αφεθεί ν' ακολουθήσει τη δεύτερη, το ενδεχόμενο να μείνει ες αεί ένας λογοτεχνίζων ηθικολόγος, κάτι σαν κοσμικός ιεροκήρυκας του συρμού, είναι εξ ίσου ορατό. Χωρίς να έχουν διόλου κατά νουν το αρχαίο τέρπειν άμα και διδάσκειν, κάποιοι υποκύπτουν ανέμελα και στα δύο. Τίποτε το παράδοξο – οι καθωσπρέπει και οι ευπώλητοι θύουν ομοίως στον κομφορμισμό.


###

Ιδίως σε ό,τι αφορά την τρέχουσα ελληνική πεζογραφία, φαίνεται ότι πολιτικός καθωσπρεπισμός και εμπορική απήχηση συμβαδίζουν περίπου αναγκαία. Τουλάχιστον η υποδοχή ενός έργου από την κριτική, εξαρτάται από την ικανότητα του συγγραφέα του να πείσει ότι υιοθετεί αδίστακτα όλα τα κραταιά στερεότυπα. Το φαινόμενο έχει σατυρίσει περίφημα σ' ένα πρόσφατο διήγημά του ο Ρέννος Οιχαλιώτης (περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1773, Δεκέμβριος 2004). Ο ήρωας του διηγήματος, συγγραφέας ο ίδιος, αναλογίζεται την αποτυχία του να βρει εκδοτικό οίκο πρόθυμο να εκδώσει το μυθιστορήμα του. Στο τέλος, παρακινημένος και από έναν επαγγελματία του χώρου, πείθεται να προβεί σε μια σειρά "δραστικές παρεμβάσεις".

"Καταρχάς ο γεωγραφικός χώρος όπου διαδραματιζόταν η ιστορία του έπρεπε να αλλάξει… Διαβάζει ο άλλος, Καλύβια, Κουβαράς, Μαρκόπουλο, πιο κάτω, και βαριέται, τον στραγγαλίζει η πλήξη… Κατέληξε σε μια συνοικία της Θεσσαλονίκης. Η τετριμμένη επωδός της 'πανέμορφης Θεσσαλονίκης' τόσων Βορειοελλαδιτών καλλιτεχνών του θεάματος –που κατά τα άλλα, με την πρώτη σοβαρή ευκαιρία, την εγκατέλειπαν και εγκαθίσταντο μόνιμα στην Αθήνα– θα λειτουργούσε υπέρ του: νάρκωνε το μυαλό του αναγνώστη σε μία αυταπάτη παρελθοντικής ομορφιάς που, χωρίς κανένα δικό του κόπο, έδινε βάθος στους χαρακτήρες του. Εξάλλου του έφερνε και πολυπολιτισμικότητα· με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια."

Στη συνέχεια, θα έρθει η σειρά των πρωταγωνιστών του βιβλίου να μεταδημοτεύσουν. Ο θείος του κύριου ήρωα, αντί της Αταλάντης Φθιώτιδος θα βρεθεί να έλκει την καταγωγή του από την Οδυσσό, συγκεντρώνοντας "στο πρόσωπό του την αίγλη του ακμάζοντος ελληνισμού της διασποράς". Ένα άλλο από τα πρόσωπα αποκτά εκ των υστέρων ρίζες στη Σμύρνη, στον "μύθο της ιστορίας και την τραγωδία της προσφυγιάς". Ένας ασήμαντος νεαρός θαμώνας της δημοτικής καφετέριας θα μετατραπεί σε

"ένα Αλβανόπουλο, δουλευτή, με απονήρευτο βλέμμα στο πρόωρα γερασμένο από τις δοκιμασίες πρόσωπο. Μάτωναν, τώρα, τα χέρια του μετανάστη από τη Σκόδρα στις βαριές αγροτικές εργασίες… και εισέπραττε επιπλέον την υποτίμηση μιας ελληνικής οικογένειας μικρομεσαίων αυθαίρετων οικιστών με σωβινιστικές προκαταλήψεις. Όταν ολοκλήρωσε τη σχετική ενότητα, ο συγγραφέας έβαλε ικανοποιημένος ένα 'νι' δίπλα στην ένδειξη 'ξενοφοβία-ρατσισμός' στον κατάλογο των προσαρμογών που είχε σκεφτεί να επιφέρει στο μυθιστόρημα."

Κ.ο.κ., κ.ο.κ., στο ίδιο πάντα πνεύμα. Όπως εύκολα μπορεί να εικάσει κανείς, μετά από τόσες καίριες αλλαγές το μυθιστόρημα του ήρωα μας θα γίνει επιτέλους δεκτό. Τη δημοσίευσή του μάλιστα θα συνοδεύσουν οι καλύτεροι οιωνοί:

"οι πωλήσεις το επιβεβαίωσαν· διότι, όπως παρατηρούσε μια κριτική στήλη, 'μέσα από τη φωτεινή δέσμη της περιπέτειας του Κλεάνθη που τον οδηγεί στην αυτογνωσία, περνούν αθόρυβα και δεξιοτεχνικά –δοσμένες με μια τραγανή και πάλλουσα γλώσσα–, τόσο οι μνήμες του μείζονος ελληνισμού, όσο και οι κοινωνικοπολιτισμικές αρρυθμίες της σύγχρονης Ελλάδας, της προσαρμογής των ξένων μεταναστών και της σφυρηλάτησης μιας νέας ταυτότητας'".

Με τη σειρά της η παρωδία του Οιχαλιώτη θα πρέπει ασφαλώς να διαβαστεί ως διεισδυτική διάγνωση των καθωσπρεπικών αγκυλώσεων και αρρυθμιών που ταλαιπωρούν μεγάλο τμήμα της ελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά και ως πειστική απαρίθμηση των λόγων που εξηγούν γιατί αυτή η τελευταία, αν δεν ανακτήσει γρήγορα τη χαμένη αυτογνωσία της, είναι καταδικασμένη να μείνει και μελλοντικά ό,τι είναι ήδη τώρα. Πάει να πει: αμελητέα ποσότης.


Πρώτη δημοσίευση:
περ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, τχ. 65, Ιούνιος 2007

Copyright©Κώστας Κουτσουρέλης / Δικτυακός Τόπος: www.koutsourelis.gr

 

αρχή σελίδας

Κριτική Βιβλίου από την Μαρία Πετρίτση: Ελένη Σαραντίτη, Κάποτε ο κυνηγός… Εκδόσεις Καστανιώτη

Με το βιβλίο της Κάποτε ο κυνηγός…, το οποίο τιμήθηκε αρχικά με το Κρατικό Βραβείο παιδικής λογοτεχνίας του Υπουργείου Πολιτισμού και με το βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού παιδικού βιβλίου, το 1997 η Ελένη Σαραντίτη απέσπασε έπαινο στον παγκόσμιο διαγωνισμό νεανικού μυθιστορήματος της UNESCO με θέμα την ανοχή και την κατανόηση.
Οι τρεις λέξεις που αποτελούν τον τίτλο του μυθιστορήματος ανήκουν στο ποίημα του Γ. Σεφέρη «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα», τμήμα του οποίου η συγγραφέας παραθέτει στην αρχή του βιβλίου της:

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. / Έτυχε να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα• πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί / Κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά / κάποτε δεν τα βρίσκει».
.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό νεανικό μυθιστόρημα που εξερευνά το θέμα της διαφορετικότητας των ανθρώπων και των λαών της εποχής μας. Με αυτό τον καλογραμμένο μύθο η συγγραφέας αγγίζει ένα από τα καίρια ζητήματα που αφορούν τη σύγχρονη κοινωνία και χτίζουν την ανθρώπινη ιστορία των ηθών και των συμπεριφορών που χάραξαν τα «καραβάνια της δυστυχίας» στην ατέλειωτη διαδρομή τους μέσα στον κόσμο.
Η υπόθεση του βιβλίου αναπτύσσεται ζωντανά και με δυναμισμό. Η σκηνοθεσία των προσώπων και η περιγραφή του περιπετειώδους οδοιπορικού της οικογένειας που πρωταγωνιστεί, αιχμαλωτίζει αμέσως το βλέμμα του αναγνώστη και γίνεται καθρέφτης των συναισθημάτων του. Οι διάλογοι, οι ανατροπές της ιστορίας και τα συναισθήματα που διοχετεύονται απλόχερα σε ολόκληρο το βιβλίο δημιουργούν μια πλοκή με αυτόνομο παλμό και αμείωτη ένταση.
Επιπλέον, οι εσωτερικές διακυμάνσεις του αναγνώστη ταυτίζονται εύκολα με αυτές των πρωταγωνιστών του βιβλίου. Αυτή η ταύτιση επιτυγχάνεται χάρη στον άμεσο τρόπο περιγραφής κάποιων απλών καθημερινών σκηνών που ξαφνικά μετατρέπονται σε τραύματα δίχως γιατρειά. Οι ψυχολογικές ανατροπές και τα απρόοπτα γεγονότα στη ζωή των ηρώων είναι ισχυρά (εκπατρισμός, ξενιτιά, προσπάθεια ενσωμάτωσης σε άγνωστες κοινωνίες, ρατσισμός, φόβος) και λειτουργούν αφυπνιστικά για το κοινό καθώς ο κάθε πρόσφυγας που γνωρίζουμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε ανώνυμος οικονομικός πρόσφυγας που κατέφυγε στη χώρα μας και ζει στη διπλανή μας πόρτα.
Με χιούμορ, κατανόηση και προσεγμένη γραφή, η Σαραντίτη παρουσιάζει την ιστορία μιας ελληνικής οικογένειας πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η νεαρή Ευρυδίκη, που είναι και η αφηγήτρια της ιστορίας, προσπάθησε να αφομοιώσει τα θετικότερα στοιχεία των δύο πολιτισμών και των δύο πατρίδων της και να αποδώσει με ρεαλιστικό τρόπο και εκφραστική ωριμότητα τα βιώματα της οικογένειάς της κατά την περίοδο των σαράντα χρόνων που περιγράφονται στο βιβλίο.
Ο Εμφύλιος πόλεμος, ο εκπατρισμός, οι προσπάθειες ένταξης κι επιβίωσης στην καινούρια πατρίδα, η νέα κοινωνία που τους περίμενε μετά τον ξεριζωμό, οι δεσμοί με τους ανθρώπους και η νοσταλγία της παλιάς πατρίδας αποτελούν τον ιστό της ιστορίας που το νεαρό κορίτσι μας διηγείται πλήρης συναισθημάτων και ωριμότητας.
Η οικογένεια της Ευρυδίκης έζησε μια δύσκολη ζωή. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε στη Σοβιετική Ένωση, ο πόνος του αποχωρισμού της Ελλάδας και ο επαναπατρισμός τους σε έναν τόπο που τους αντιμετώπισε ως πρόσφυγες και όχι ως παιδιά του δημιουργούν ένα σκληρό σκηνικό κόπων, αδικίας και κοινωνικού ρατσισμού που δύσκολα πιστεύει κανείς πως είναι αληθινό. Ανάμεσα σε όλα αυτά, η Ευρυδίκη αναφέρεται με τρυφερότητα και συγκινητική γλυκύτητα στον πρώτο της έρωτα, ο οποίος παρέμεινε ανεκπλήρωτος κι εμποδίστηκε πριν καλά καλά ξεκινήσει μιας και συχνά άλλα θέλουν οι άνθρωποι κι άλλα ορίζει τελικά η ζωή.
Η οικογένεια της Ευρυδίκης παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την παραδοσιακή ελληνική οικογένεια και αυτό καθίσταται σαφές μέσα από τις λεπτομέρειες της διήγησης της νεαρής κόρης. Ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά αυτής της οικογένειας είναι οι άρρηκτοι δεσμοί αγάπης που συνδέουν τα μέλη της. Εξάλλου, η οικογένεια της Ευρυδίκης, ως γνήσιοι Έλληνες, λατρεύουν τον τόπο τους παρόλο που δεν έχουν ζήσει για καιρό στα πατρογονικά εδάφη. Μερικές φορές νοσταλγούν την Τασκένδη, η πραγματική πατρίδα τους όμως παραμένει η Ελλάδα, η χώρα καταγωγής τους που τελικά, «ίδια κακιά μητριά», θα τους προδώσει και θα τους κάνει να αισθανθούν απόπαιδα χωρίς δικαιώματα και μέλλον.
Εντούτοις, μέσα από το βιβλίο Κάποτε ο κυνηγός…, αναδύεται ένα αισιόδοξο μήνυμα για εκείνους που γνωρίζουν στη ζωή τους ταλαιπωρίες και ξεριζωμό και ταυτόχρονα ένα ηθικό δίδαγμα για όσους ευνοήθηκαν από τις συνθήκες και ζουν μια ήσυχη ζωή.
Όπως ο Οδυσσέας κατόρθωσε να ξαναβρεί την πολυπόθητη Ιθάκη μετά από χρόνια περιπλάνησης και ύστερα από τρομερές κακουχίες, έτσι και η οικογένεια της Ευρυδίκης, καθώς και όλες οι οικογένειες που της μοιάζουν, αξίζουν να ξαναβρούν τη χαμένη πατρίδα και να κερδίσουν το κομμάτι ζωής που τους αναλογεί σε αυτήν.
Ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου. Ένα τέτοιο βιβλίο όμως μπορεί να εισχωρήσει στους μαγικούς κόσμους των παιδικών ονείρων και της καρδιάς τους και να κινητοποιήσει την κατανόηση και το αίσθημα δικαιοσύνης σε μικρούς και μεγάλους, κι έτσι να αφυπνίσει τις συνειδήσεις μας.
Η ιστορία της Ευρυδίκης είναι ένα μάθημα ανθρωπιάς που ωθεί την κοινωνία να απαλλαγεί από τα μελανά σημεία της. Όντας τότε πιο δίκαιη, θα μπορεί να αγκαλιάσει με περισσότερη στοργή και κατανόηση τα παιδιά της, κι ειδικά εκείνα τα «άνθη της πέτρας», όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, που με πείσμα και μόχθο ξαναγύρισαν κοντά της μετά από ταλαιπωρίες και περιπέτειες μιας ολόκληρης ζωής.

(Ευχαριστώ πολύ τη Φιλομένα για σημαντική βοήθεια που μου προσέφερε από την αρχή έως το τέλος.)


Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες / maria_petritsi@yahoo.com

αρχή σελίδας

Κριτική Βιβλίου από τον Δημήτρη Αθηνάκη : Νίκος Παναγιωτόπουλος,Αγιογραφία. Εκδόσεις Πόλις

«Αν αφαιρέσουμε τη θρησκεία, τι θα βάλουμε στη θέση της; Τι θα προσφέρουμε στους ασθενείς, στους απελπισμένους, σε όλους εκείνους για τους οποίους ο Θεός είναι ο μοναδικός τους φίλος;»
[Richard Dawkins, Η περί θεού αυταπάτη, εκδ. Κάτοπτρο]


Μετά το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα «Το γονίδιο της αμφιβολίας» (Πόλις 1999), ο Νίκος Παναγιωτόπουλος επέστρεψε το 2003 με την «Αγιογραφία». Συνηθισμένος ο συγγραφέας στην πραγμάτευση βασικών θεωρητικών και ψυχολογικών ζητημάτων στα βιβλία του, σ’ αυτό το μυθιστόρημα καταπιάνεται με τη θρησκευτική πίστη ως συλλογικό μύθο ή συλλογική, εντέλει, φρεναπάτη.
Στην Αρκαδία, καλοκαίρι του 1940, σ’ ένα χωριό ονόματι Θερμό, ένα ολόκληρο χωριό εξεγείρεται και λιντσάρει τον Ιωάννη Ορφανό, τον οποίο προηγουμένως έχει άτυπα ανακηρύξει άγιο και προστάτη του τόπου. Ο Ορφανός είχε βρεθεί σε μια παράγκα από μια κακοποιημένη από το σύζυγό της γυναίκα, να κοιμάται πάνω σε κάτι κόκαλα, που όλοι πίστεψαν ότι είναι του Δαμασκηνού, σημάδι ευλογίας προς το παρατημένο απ’ την Εκκλησία χωριό, αφού μύριζαν λιβάνι. Η γυναίκα αυτή πήρε το παιδί στο σπίτι της, αφού δεν είχε καταφέρει να κάνει δικά της παιδιά, και, παρ’ όλη τη βιαιότητα του άντρα της, προσπάθησε να το μεγαλώσει. Μάταια, όμως, γιατί τελικά πέθανε από τους ξυλοδαρμούς, κάτι που θα πάθαινε και ο μέλλων άγιος, αν ο επίτροπος του χωριού δεν τον έπαιρνε στο σπίτι του. Από κει και πέρα ξεκινά το γαϊτανάκι της «αγιοποίησης». Λόγω πολλών συμπτώσεων και συμπτωμάτων, ο Ορφανός ανακηρύσσεται άγιος από τους χωρικούς και του παραχωρούνται πολλά προνόμια. Οι κάτοικοι του Θερμού προστρέχουν σ’ αυτόν ζητώντας πλήρη άφεση αμαρτιών και εξομολογούμενοι τα κρίματά τους. Ώσπου, κάποια στιγμή, εξαιτίας οικονομικών συμφερόντων, όπως και εξαιτίας της δίψας για εξουσία, ο άγιος δε θεωρείται, δικαιολογημένα εκ των υστέρων, και τόσο άγιος…
Όλο το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που στέλνει, στην εποχή μας, ένας ηλικιωμένος πια που είχε βρει όμως τον Ορφανό κάπου παρατημένο και αιμόφυρτο, κυνηγημένο απ’ τους πάλαι ποτέ πιστούς του. Ήταν εκείνη τη στιγμή που ο Ορφανός εξομολογήθηκε όλη την αλήθεια στον δεκαοχτάχρονο τότε νεαρό. Αυτές οι επιστολές απευθύνονται στον Μητροπολίτη Αρκαδίας ο οποίος και έχει αναλάβει όλα αυτά τα χρόνια τη διαλεύκανση της υπόθεσης του «αγίου».
Η «Αγιογραφία» είναι μία ξεκάθαρη κατάθεση του Παναγιωτόπουλου για το θέμα της θρησκευτικής πίστης και πώς αυτή μπορεί να επηρεάσει, ή μάλλον να κατακλύσει, τις ζωές των ανθρώπων. Όχι απαραίτητα και αποκλειστικά από πνευματικής και ψυχολογικής πλευράς, αλλά κυρίως από οικονομικής και από πλευράς δίψας για εξουσία.
Το ζήτημα της πίστης, οποιασδήποτε μορφής, είναι απ’ τα καίρια θέματα που ερευνώνται συνεχώς υπό διάφορα πρίσματα, αφού, καταπώς φαίνεται, εδώ εδράζεται το κέντρο του ανθρώπου. Και αυτό είναι το βασικό ερώτημα, αλλά και τελικά απάντηση, που καταθέτει ο Παναγιωτόπουλος, λαμβάνοντας θέση απέναντι στη μανία που οδηγεί τους ανθρώπους στις απάτες, τις αυταπάτες και τους μύθους που χτίζουν με σκοπό το ζην αλλά κυρίως το ευ ζην. Και ίσως το δεύτερο να είναι το κυρίαρχο ζητούμενο.
Το 2007 κυκλοφόρησε η «Περί θεού αυταπάτη» του διάσημου εξελικτικού βιολόγου Richard Dawkins (εκδ. Κάτοπτρο) το οποίο φαίνεται να αποτελεί το θεωρητικό ταίρι του Παναγιωτόπουλου. Σ’ αυτό το βιβλίο, ο κορυφαίος διανοητής προσπαθεί να θεμελιώσει την πολεμική του εναντίον της έννοιας του θεού υπό πολλές μορφές. Με τον Dawkins ο Παναγιωτόπουλος φαίνεται να έχουν ακόμα μία εκλεκτική συγγένεια: ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης έχει εκδώσει, μεταξύ άλλων, το «Εγωιστικό γονίδιο» θυμίζοντάς μας το «Γονίδιο της αμφιβολίας» του Παναγιωτόπουλου, που έχει να κάνει με εύρημα ενός αμερικανού βιολόγου!
Εντύπωση προκαλεί η γλώσσα του μυθιστορήματος. Είναι έτσι δοσμένη, συντακτικά και ορθογραφικά, όπως ένας σημερινός εξηντάρης, με μια κάποια εκπαίδευση, θα χρησιμοποιούσε. Αυτό εντάσσεται στα πολύ θετικά του βιβλίου και του ίδιου του Παναγιωτόπουλου, που δεν αφήνει στιγμή να πιστέψει ο αναγνώστης ότι το κείμενο είναι γραμμένο από κάποιο νέο της εποχής μας, κάτι που στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, σπάνια το συναντά κανείς, αφού φαίνεται ότι πολλές φορές καταθέτουν ήρωες που η γλώσσα τους δε συμβαδίζει ούτε με το υπόβαθρο αλλά ούτε και με την εποχή των ηρώων τους. Αυτό είναι και ένα ζήτημα που φαίνεται στο εξαιρετικό τελευταίο κομμάτι του μυθιστορήματος να (αυτό)σαρκάζει ο συγγραφέας της «Αγιογραφίας».
Γεμάτος από πολύ σημαντικά στοιχεία αφηγηματικής τεχνικής, ο Παναγιωτόπουλος κατάφερε να μας θυμίσει το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, και ως προς τη μορφή της «Αγιογραφίας» αλλά και ως προς τη γλώσσα, η οποία έχει συνδυάσει επιτυχώς τη δημοτική με την καθαρεύουσα, τον διανοούμενο λόγο με την λαϊκά προφορική γραφή, την ειρωνεία με την αυτοαναφορικότητα, το γενικό με το ειδικό. Και κάπου στο βάθος του μυθιστορήματος υπάρχει η επιρροή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και, ακόμα περισσότερο, τα γεγονότα του Εμφυλίου που και πάλι, έχω την αίσθηση, ότι χρησιμοποιούνται για να δείξουν συμβολικά τον εσωτερικό διχασμό των ανθρώπων.
Ωστόσο, η ιστορία η ίδια, κατά την εξέλιξή της, μπορεί αφενός να περνά απ’ τη θεωρητική αναζήτηση στην ιδιωτική, ας πούμε, καταγραφή, αφετέρου σε διάσπαρτα σημεία του κειμένου η ίδια η ιστορία κουράζει τον αναγνώστη απ’ τις συνεχείς επαναλήψεις όχι των γεγονότων αλλά της ουσίας τους. Αυτό συνέβη, μάλλον, στην προσπάθεια του συγγραφέα να καλύψει εξ ολοκλήρου το θέμα του. Από την άλλη, στην προσπάθειά του να καλύψει ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων, ο Παναγιωτόπουλος εξαντλεί του ήρωές του στα ένστικτά τους, αφήνοντάς τους έτσι ανολοκλήρωτους.
Τέλος, η «Αγιογραφία» είναι το ξεγύμνωμα των ανθρώπων που παλεύουν να βρουν τη δύναμή τους μέσα σε άλλους ανθρώπους, αποθεώνοντάς τους μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Αυτό από τη μια είναι βολικό, γιατί στην ενδεχόμενη αποτυχία η μεταβίβαση ευθυνών που λαμβάνει χώρα οδηγεί στην εξάλειψη της αυτοκριτικής κάτι που δε βοηθά κανέναν.
Εξάλλου, κανείς δεν έχει δικαίωμα να γίνεται βαρίδι στα πόδια κανενός, πόσο μάλλον μια μέρα να γυρίσει, ως βαρίδι, και να τον χτυπήσει κατακούτελα…

[Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Σπούδασε τεχνολόγος μηχανικός. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται επαγγελματικά με το σενάριο. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Η ενοχή των υλικών» (Πόλις 1997), «Ο Ζίγκι απ’ το Μόρφαν – Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» (Πόλις 1998) και το «Γονίδιο της αμφιβολίας» (Πόλις 1999)]

Copyright©Δημήτρης Αθηνάκης /athinakisdimitris.wordpres.com

αρχή σελίδας

Έκτωρ Πανταζής: Από τη συλλογή: ΣΧΉΜΑ ΤΕΛΙΚΌ (υπό έκδοση)

ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Νομίζαμε ότι ήταν το άπειρο όταν μόνο είχαμε φτάσει στο μηδέν
τότε που ο ζυγοστάτης έδειχνε μια ισορρόπηση
τότε που οι βυθοί απότομα έδειξαν άλλα ύψη .
Κβαντισμένο συμβάν παράδοξα αρπίσματα
κομμάτι από άνεμο που σμιλεύτηκε σε γρανίτη
αποφασιστικότητα και θέληση στο έπακρο συγκινημένη
στρέφει το χρόνο προς τα μέσα
αφού επίμονα κοίταξε έξω και εκεί έξω.
Χορός γύρω από φωτιά
ιλαρές σκιές βαθιά στα μάτια
σφιχτοδεμένα χέρια τρέχει σα λάβα το αίμα
στον κύκλο αυτό
ένας εαυτός πολλοί εαυτοί και γίνεται ένα.
Αυτό που ήσουν γίνεσαι αυτό που είσαι έλευση.
Άδυτη προσωπογράφηση έντασης εσωτερικής
το μέσα άγαλμα, Πρόσωπο
μιας πορείας που βυθίζεται
με συγκίνηση εσωτερικό ρυθμό και αναστοχασμό
Ναός του λυρισμού συμφωνία
άναβε ήλιος κβάντα
(το ποίημα όσο ο παρατηρητής το παρατηρεί
είναι παλμός είναι και σώμα
κατορθωμένο σώμα , ανέμου σώμα
αδιόρατη σμίλη χρόνου πάνω σε γρανίτη
ιδρυτική στιγμή).
Διέσχιζα ένα τοπίο περιστοιχισμένο με ξιφολόγχες
κοίταξα επίμονα το μαύρο.
Και τα κουπιά δε σάλευαν, κωπηλατούσα ακίνητος για χρόνια
ταξιδεύοντας στην καρδιά του χρόνου.
Και το τοπίο δε σάλεψε
Σε κάθε ανατολή μια δύση
Γη νωπή νεοζωγραφισμένη
ανέβαινε κι ανέβαινε στα μάτια μου
κρουστή εικόνα αγάπη βαθιά εγκάτων σάλαγος
έγινε στα χείλη αθέλητα προσευχή
Ακμές κρύσταλλου
στο σιντριβάνι του χρόνου αναβρυτήρι πνευματικής χαράς
Από του συμβολισμού τα βάθη η μουσική αναβλύζει
μαζί με τα συμβολά της
Η γρήγορη ακίδα του χρόνου η λιγότερο γρήγορη και η ακίνητη σχεδόν
και πίσω από το ρολόι ο αδιαπέραστος τοίχος των αιώνων
μάς κάνει να κοιτάξουμε μέσα μας πίσω μας στο μέλλον στην αρχή
Εσωτερικό στήριγμα Ανθρώπινη κωμωδία
άποικοι του σύμπαντος της μελαγχολίας
Δεν πρόκειται γι αυτό. Το όλο ζήτημα είναι
να αγαπήσουμε κάποιες στιγμές που πήραμε απόφαση
να σταθούμε μπροστά στον υπολογιστή μας, όπως όταν
συναντάμε κομμάτια σαν από το ρυθμό ζωντανού χρόνου
Στην ίδια όψη μονογραφείται εαυτός σε βαθύ εαυτό
όπως σε εκείνα τα σιντριβάνια από στέρνα σε πιο χαμηλή στέρνα
αρτεσιανά συγκοινωνούντα και σαν σε γκέυζερ
«Τα φύλλα ξαναγυρνούν στα δέντρα
τα πουλιά βυθίζονται στα σκοτεινά φυλλώματα σαν αστραπές
καφέ Γκρέκ ναυτικοί κόμποι σιδηρές αψίδες
Φιλιατρό και γκρεμός ένα. Πρωτοπηγή πηγάδα σε γκρεμό
ζωντανό νεράκι Ιπποκρήνης
τσαλαβουτάνε κύκνοι και αλκυόνες
Αντί να κοιτάς τις πυραμίδες σαν παρελθόν δες τες σαν μέλλον
θα ζήσουν περισσότερο από όσο έζησαν ήδη
τις έχει φοβηθεί ο χρόνος ώρα που μια καρφίτσα
μια ακίδα αγκαθιού γίνεται πιό επίφοβη
από μιά ατομική βόμβα ( ατομική η μαζική;)
Αισθητική της δημιουργίας: έννοια της δύναμης
έννοια του συμβόλου
στα πλαίσια της συνείδησης η δύναμη ονομάζεται αίσθημα
Κι εσάς άστρα εγώ δε σας προσκάλεσα
στο γαμήλιο αυτό κοιτώνα με την ποίηση εκείνης;
Ποιος ποτίζει τον ουρανό; Ποιος μαθαίνει στο νερό
να ανέρχεται και να πέφτει σαν βροχή αστρολούλουδα;
Διέλαση υπόστασης, ησυχίας σφυρήλατα άνθη
Πετάω πέτρες της σιωπής τις τρώει δε χορταίνει
Ερωτοποιητικά μετατοπίζεις αισθήσεις αισθήματα
Χρυσές γιρλάντες
Αστάθμητα μακρύνονται από τη στάθμη της θάλασσας
Μα εγώ θέλω να πω για τα δικά μας
Όταν φευγαλέες εντυπώσεις όταν σαγήνες
Και δεν χωράνε σε λογικής νόημα,
Όμως γεμάτες λογική και νόημα
Μα εγώ θέλω να ονειρευτώ για τα δικά μας
Πού ξάφνου σαν άγαλμα φωτιάς οι αυγές αυγάζουν σαν πουλιά
«αυγάζει ξάφνου ένα πουλί μα τα κορμιά έχουν σβήσει»
Αδρή γλυπτική των ήχων
Σχεδόν αγγίζαμε το φεγγάρι που σχεδόν γαμογελούσε
Λες και το είχαμε γαργαλήσει στις μασχάλες
Στο δίχτυ της φεγγαρομέρας του
Ατέλειωτες τσιπουροκατανύξεις
Γιατί μας σκούντηξε ένας ψίθυρος: σύντομη η ζωή, έλεγε
(τώρα Βασίλη έχεις φύγει)
στιγμή που έσκυβε και φίλαε
εναλλάξ τους καρπούς των χεριών του.
-Το δέρμα της μουσικής τραντάζεται
τάμ τάμ νυχτερινό αιώνιο
νόμος της ζούγκλας
νομάδες στο άγνωστο εμείς ρουφάμε μεδούλι της θλίψης
μελαγχολικό βυζί στον κόρφο σου άνεμος σκοτεινός μελανό γάλα)
Τα κορδόνια μου δένω στο γηπεδό σου μπαίνω
Είναι το γρασίδι στεγνό ,τσιγγουνιές στο νερό;
Τα κορδόνια μου λύνω φεύγω σ αφήνω
Πλήρωσα το λογαριασμό ρίξε λίγο νερό
Τα κορδόνια μου δένω επιμένω επιμένω
Χίλια χρόνια περιμένω Στις παραλίες της ζωής
Κι έτσι ένα δηλαδή ένα επειδή γίνεται στοιχείο ύφους
Σχήμα υπερβατό που κάνει το ύφος υψηλόν
Πολιτισμοί χτισμένοι πάνω στη θάλασσα όνειρο στο κύμα
Τοπίο της γέννησης: άβυσσος δημιουργίας-
Πάνω στον καμβά του αιώνιου
Κεντά το εφήμερο άλγος
Αστραπή, κεραυνοβόλο όνειρο το ξάφνου-
Άρπισμα ηχάδι γιατί αστερισμός λύρας υπάρχει.
Πεντακόρυφα βροντής
Αστράφτουν κορφές πορφυρένιες
Εκεί που όλα είχαν χαθεί
Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου
Η αγαπημένη
Επιβεβαιώνοντας το: «όταν όλα θα έχουν χαθεί
Θα βρούμε το άπειρο». Και ναι ήταν εκεί
Μπροστά μας το άπειρο
Φωτοστέφανο σα φέτα λεμονιού.
Τεντώνει το λαιμό του
Σαν ο μακρυλαίμης έφηβος
Του Μοντιλιάνη
Για να δεί στα αστέρια
Κάτι που έπρεπε να βρίσκεται
Στη γή
Ήχος κιθάρας
Είχε πετάξει από κάποια
Αόρατη γωνιά ή από πού;
Πέρασμα η τέχνη
Φρεσκοστρωμένοι δρόμοι
Ανέμεναν να τους πρωτοπατήσω
Άστραφταν τα χαλίκια με στράβωναν
Σαν έπεσε η άσφαλτος δεν μου έκαιγαν πιά τα μάτια
Στρεφόταν προς το χρόνο κεντρόφυγα
Στη θεματική εντολή αφιερωμένος εξαιρετικά
Προλαβαίνοντας το μέλλον
Ελατήριο πάθος δημιουργίας νέα επαγγελία
Πρόζα εσωτερικής ολοκλήρωσης
Τα ιδρυτικά φράγματα δεν έχουν φανερούς δρόμους
Οι αερόλιθοι κρατήθηκαν μακριά με τη μεσολάβηση
Η παρηγοριά στα μεγάλα βουβά πάθη είναι μονοσύλλαβη
Ίσως επειδή με τίποτα δεν πιάνει. Όλα εκεί είναι προδοσία
Αν εξαιρέσεις το ραγισμένο σπαραγμένο άφωνο τοπίο
Με μόνο την κραυγή της χαράδρας
Όψεις, ιστορικότητα εξ ονόματος του καιρού σου
Σύνδεση που ενώνει την άνοδο με την κάθοδο
Τον καλλιτέχνη και τη ζωή, τον ποιητή και το χρόνο.
Αισθητικό φόντο να ακουμπήσεις
Πυροβολισμός στη δημοσιά Το ένα προφίλ πάνω στο άλλο
Και τώρα που δεν έχω χρόνο για τον ποιητή
Δεν έχω ζωή. Έχω θάνατο.
Συγκοπτόμενο σαν να μην θέλει να ανασάνει
άλλο από τον αέρα αυτό ξαναμετρώντας τον
Με κρυφό πυρετό διανοίγει εσωτερικά ψύχραιμα
Με αμμοβολή σε γρανιτώδες υλικό αποφασιστικά
αερόλιθος και φωτιά κυριεύει τα μάτια μας:
Πρωτογένεια αυτόγραφη.-
Αργυρά τόξα στον παλμό του κίονα
ένοιωσες τον τρελό σφυγμό
από τη φλέβα του καλλιτέχνη
μεταφερμένο στο μάρμαρο
Ήταν τότε που τράκαρες για τα καλά
το μαύρο μάρμαρο κατά μέτωπο
ώστε μετώπες μέτωπο ταυτόν
κι αντικρίστηκαν ανισόπεδα βουνά ονειρεμένα:
Στην κοιλάδα της φεγγαρομέρας
γύρω μας χόρευαν βουνοκορφές λόφοι
χαζεύοντας τη μυρμηγκιά των ανθρώπων
στο σεληνόφως
Φεγγαροποντή μετάλλαζε των τοπίων την όψη
εξαργύρωνε σε ασήμι
Ανέβαινε από των κυμβάλων τα κλειδιά
ασήμι ήχων ξανά προς τη σελήνη
αργυρόηχη λαλιά πίναμε
πίναμε και πίναμε όνειρο ορεινό.

Copyright©Έκτωρ Πανταζής

αρχή σελίδας

Θανάσης Γιαννόπουλος: Μέρος 11. Με την πλάτη στον τοίχο

Πόσο μπορεί να σε τρομάξει ένα φάντασμα; Αν νιώσεις τον παγωμένο αέρα να γλύφει το πρόσωπό σου, πόσο θα ταραχτείς; Μη βιάζεσαι –η σωστή απάντηση δεν έχει να κάνει με ποσοτικές περιγραφές. «Εξαρτάται» -αυτή είναι η σωστή απάντηση. Όταν κοιμάσαι ήσυχος στα λευκά σεντόνια κάποιο απρόσμενο θρόισμα είναι ανησυχητικό –δεν νομίζεις; Όταν σε παρακολουθεί το εσωτερικό της απέναντι ντουλάπας –η χαραμάδα που βαθαίνει αδειάζοντας σκοτάδι είναι τρομακτική –δεν συμφωνείς; Όταν όμως ο θάνατος κλωτσάει άδειες κονσέρβες στα πεζοδρόμια, όταν η απειλή βγαίνει από την κρυψώνα της, την ώρα που οι διπλανοί σου αποχωρούν σφαδάζοντας –τότε, το φάντασμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από φυσικό περιβάλλον. Πόσο μπορεί να σε τρομάξει ένα φάντασμα λοιπόν; Εξαρτάται.

Φλερτάροντας με τις πόρτες
«Θα μου κάνεις παρέα στη διαδρομή;» ρώτησε ο Γιάννης.
«Και μετά -αν θέλεις».
«Εννοείς ότι μπορώ να επιλέξω;»
«Όχι βέβαια. Από ευγένεια το είπα».
«Έγινες ευγενικός μετά το θάνατό σου; Αυτό κι αν είναι εξέλιξη!» θαύμασε ο Γιάννης.
«Είπατε τίποτα κύριε;» ρώτησε ο ταξιτζής από μπροστά.
«Όχι –δεν μίλησα. Μάλλον παράκουσες», απάντησε ο Γιάννης.
«Στην επόμενη στροφή σας αφήνω. Δεν πάει παραπέρα ο δρόμος –έχει μπλόκο».
«Δεν υπάρχει καμιά άλλη διαδρομή; Είμαι μακριά ακόμα».
«Ναι υπάρχει. Αλλά δεν έχω καμιά όρεξη να βρεθώ στη μπούκα».
«Κι αν σε πληρώσω;»
«Τι να τα κάνω τα λεφτά κύριέ μου; Να τα αφήσω στους συγγενείς μου για τα έξοδα κηδείας;»
Το ταξί σταμάτησε μαλακά, η πόρτα έξυσε το ρείθρο του πεζοδρομίου καθώς ο Γιάννης κατέβαινε. Μπροστά του έχασκε ένα θολό τίποτα –απειλητικά βουβό. Ο ταξιτζής βιάστηκε να ξεκινήσει, ξεχνώντας να του δώσει ρέστα. Μερικοί άνθρωποι είναι ενστικτώδικα άπληστοι –ικανοί να σηκωθούν ακόμα και από το φέρετρο γιατί άκουσαν κάποιο κέρμα να κουδουνίζει στα μάρμαρα της εκκλησίας.
Έσυρε τα βήματά του προσπαθώντας να αδειάσει από σκέψεις. Έψαξε να κρατηθεί από κάποιον σκοπό. Χρέος, φιλία, συνέπεια. Μαλακίες. Η εικόνα της μικρής, δυο εκατοστά πίσω από τα μάτια του, στο εσωτερικό του κεφαλιού –η Βίκυ να κοιτάζει με τρόμο. Τάχυνε το βήμα του –δεν ήταν ώρα να σκέφτεται τους ζωντανούς, όσο βάδιζε προς τους πεθαμένους.

Περπατούσαν προσέχοντας που ακουμπούσαν τα σκονισμένα τους παπούτσια. Διστακτικά, ίσως φοβισμένα. Κολλημένοι στους τοίχους που ριγούσαν από ξαφνικές φωνές και πηχτά πλέγματα ησυχίας.
«Τι θα κάνουμε τώρα ρε μαλάκες;»
«Θα ρωτήσουμε κανέναν περαστικό –να μας πει που είναι ο Βασίλης».
Κοίταξαν ολόγυρα. Ούτε γάτα δεν πέρναγε.
«Είχα συναντήσει τον Βασίλη σε κάποια ταβέρνα, εδώ παρακάτω», πρότεινε ο Νίκος.
«Λες να είναι εκεί;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Λέω πως από κάπου πρέπει ν΄αρχίσουμε», απάντησε ο άλλος.
«Σκασμός!» είπε κοφτά ο Γρηγόρης.
Κράτησαν τις ανάσες τους. Μια περίπολος φάνηκε από την απέναντι γωνία. Στρατιώτες έτρεχαν λιώνοντας σακούλες σκουπιδιών κάτω από τις αρβύλες τους. Η περίπολος ακροβολίστηκε 100 μέτρα μακριά τους.
«Τι κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Σκασμός γαμώτο!», σφύριξε ο Γρηγόρης.
«Αν το ξαναπείς, θα βάλω τα κλάματα» μουρμούρισε ο Νίκος κοιτάζοντάς τον.
Οι άλλοι δυο πνίγηκαν κρατώντας τα γέλια τους. Η Μαριάνα τους κοίταξε άγρια.
Ξαφνικά ακούστηκαν οι πυροβολισμοί, συνεχόμενοι, απροσδιόριστοι. Ένας στρατιώτης έπιασε το πρόσωπό του, ο αξιωματικός γάβγισε διαταγές τις οποίες κανένας δεν εκτέλεσε σωστά. Οι στρατιώτες πισωπατούσαν μέχρι που κάποιος τραντάχτηκε –έκανε στροφή 180 μοιρών, αποκαλύπτοντας μια λεκιασμένη πλάτη και προσπάθησε να το βάλει στα πόδια. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν –ο αξιωματικός έτρεξε να καλυφθεί. Περισσότεροι πυροβολισμοί –το ίδιο ακανόνιστοι. Οι στρατιώτες ούρλιαζαν, ο αξιωματικός πέταξε το περίστροφο και έκανε δυο παράλογα βήματα. Κοίταζε τον ουρανό όσο κατουριόταν επάνω του. Τράβηξε τους πυροβολισμούς σα μαγνήτης –οι αθέατοι σκοπευτές έριχναν μέχρι που σταμάτησε να σφαδάζει στο οδόστρωμα. Ησυχία. Ο χρόνος σύρθηκε αγκομαχώντας –το κάθε λεπτό χρειαζόταν γύρω στη μια ώρα για να περάσει. Άνθρωποι ξεφύτρωσαν από ανύπαρκτες πόρτες, πόδια πετάχτηκαν από σαραβαλιασμένα παράθυρα. Κάτι πιτσιρίκια μάζεψαν το περίστροφο του αξιωματικού, μετά βάλθηκαν να ψαχουλεύουν τους πεσμένους άντρες. Πιτσιρίκια σε επιφυλακή, κάποιος πεσμένος αναστέναξε, ένα παιδί τον κλώτσησε στο κεφάλι.
«Θέλουμε να σας μιλήσουμε», φώναξε ο Γρηγόρης καθώς πεταγόταν στη μέση του δρόμου.
Ένα πιτσιρίκι στράφηκε απότομα, τον πυροβόλησε με το περίστροφο που είχε βουτήξει από τον νεκρό αξιωματικό. Δεν έγινε τίποτα –κανένας δεν είχε φροντίσει να απασφαλίσει το όπλο.
«Χαλάρωσε ρε παιδάκι μου!» φώναξε ο Αντώνης καθώς πεταγόταν στο πλευρό του Γρηγόρη.
Τα πιτσιρίκια σήκωσαν ότι όπλο είχαν προς το μέρος τους.
«Θέλουμε να δούμε τον Βασίλη», είπε ο Γρηγόρης.
«Βασίλη;» μούγκρισε ένας πιτσιρικάς.
«Τον Βασίλη τον τυπογράφο», είπε ο Νίκος καθώς έπαιρνε θέση δίπλα στους άλλους.
Τα πιτσιρίκια έβγαλαν μια ξεγυρισμένη αναστάτωση.
«Τι ‘σαστ’ εσείς;» φώναξε ο μεγαλύτερος από αυτά.
«Φίλοι του. Κολλητοί. Από χρόνια», είπε ο Αντώνης.
Τα πιτσιρίκια έκαναν κύκλο σαν ομάδα μπάσκετ και άρχισαν να τσακώνονται. Από τα δίπλα σπίτια βγήκαν κι άλλοι, παιδιά συνομήλικα, μαγνητισμένα από τη φασαρία.
«Που μπλέξαμε γαμώ τη ζωή μου!» βλαστήμησε ο Νίκος.
«Μην τρελαίνεσαι –θα βγει άκρη», τον καθησύχασε ο Γρηγόρης.
Ένα κορίτσι ξεκόλλησε από τη χάβρα των πιτσιρικάδων και τους πλησίασε. Έδειχνε τον Νίκο με την κάνη ενός σκουριασμένου λούγκερ. Μουρμουρίζοντας.
«Κρύψου μαλάκα!» πετάχτηκε πάνω του ο Γρηγόρης.
Ο Νίκος παραπάτησε από το βάρος του άλλου και κόντεψε να σωριαστεί στο πεζοδρόμιο. Τελευταία στιγμή πρόλαβε να στρίψει λίγο και να απελευθερωθεί αφήνοντας τον Γρηγόρη να παρασυρθεί από μόνος του σε μια ελεύθερη πτώση προς κάποιον ξεκοιλιασμένο σκουπιδοτενεκέ.
«Ήρεμα φιλαράκο. Την έχω τη γκόμενα –παλαιόθεν», χαμογέλασε ο Νίκος. Μετά την πλησίασε μουρμουρίζοντας, «με θυμάσαι –έτσι κοριτσάκι;»
Η κοπέλα μούγκρισε κάτι που έμοιαζε με το όνομα του Βασίλη και έτρεξε να μιλήσει στους υπόλοιπους πιτσιρικάδες.
«Τι είσαι εσύ ρε; ‘Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Άλογο’;» απόρησε ο Αντώνης.
«Μπορεί και ‘Το μεγάλο μικρό Ανθρωπάκι’», συνέχισε τη σαχλαμάρα ο Νίκος.
«Εντάξει μην το παιδεύεις άλλο. Ήδη έχω μετανιώσει που πήγα να σε σώσω», γκρίνιαζε ο Γρηγόρης καθώς σηκωνόταν τινάζοντας λεμονόκουπες από τα ρούχα του.
«Θα το παίζετε για πολύ ακόμα;» φώναξε η Μαριάνα από την άλλη πλευρά του πεζοδρομίου.
«Συνήθειες μιας ολόκληρης ζωής αγάπη μου. Δύσκολα κόβονται», της ψιθύρισε περνώντας από δίπλα ο Νίκος. Όσο το έλεγε, σήκωσε και τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό του, δήθεν για να γλιτώσει κάποιο χαστούκι.
«Είμαστε γελοίοι, ή γελοίοι είμαστε;» φιλοσόφησε ο Αντώνης ακολουθώντας τους υπόλοιπους.

Περιμένοντας κάτω από μολυβένιο ουρανό
Καθόταν σε έναν πεσμένο πυροσβεστικό κρουνό παρακολουθώντας την πορεία του ήλιου. Υπολόγιζε πως χρειαζόταν γύρω στη μια ώρα ακόμα για να σκοτεινιάσει –τότε θα ερχόταν η κατάλληλη στιγμή για να περάσει μέσα από τα μπλόκα. Δεν την ήξερε αυτή τη συνοικία –μόνο οτι ο Βασίλης ζούσε εκεί, αυτό είχε μάθει από «φίλους φίλων».
«Τσιγαράκι;» είπε η φωνή δίπλα του.
«Καπνίζουν και οι πεθαμένοι;» απόρησε ο Γιάννης.
«Θα τους ρωτήσω και θα σου πω. Πάντως, γουστάρουν να μυρίζουν φρέσκο καπνό –αυτό είναι σίγουρο».
«Πέρα από τη μεταφυσική ενατένιση, μήπως σου βρίσκεται κάποια ιδέα σχετικά με το πώς θα μπούμε εκεί μέσα;» έδειξε μπροστά του ο Γιάννης.
«Απλά πράγματα. Θα βαδίσουμε ανάμεσά τους με τη σιγουριά του ανθρώπου που έχει δικαίωμα πρόσβασης παντού».
«Κι αν δεν πιάσει;» αναρωτήθηκε ο Γιάννης.
«Τότε φιλαράκο … πριν ξημερώσει αυτή η νύχτα, θα μυρίζεις τον καπνό από τα τσιγάρα των άλλων -μαζί μου. Τι σου λέει αυτή η προοπτική;»
«Τι θα έπρεπε να μου λέει δηλαδή;»
«Ότι την έχεις πατήσει –έτσι κι αλλιώς».
«Δεν σε βρίσκω καθόλου πρωτότυπο τώρα τελευταία», παρατήρησε ο Γιάννης.
«Ούτε εγώ σε βρίσκω ιδιαίτερα έξυπνο –αλλά δεν το κάνω θέμα», ψιθύρισε η φωνή καθώς χανόταν στις ρωγμές των τοίχων.

«Είσαστε σίγουροι ότι μας πάνε στον Βασίλη;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Πάντως … κάπου μας πάνε. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο», είπε ο Γρηγόρης.
Οι πιτσιρικάδες έτρεξαν προς τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις την ακριβώς επόμενη στιγμή. Ο Νίκος προσπάθησε να κρατήσει οπτική επαφή με το λούγκερ της πιτσιρίκας –αλλά το έχασε καθώς εκείνη βούτηξε σε κάποιο μισάνοιχτο παράθυρο.
«Είσαστε ακόμα σίγουροι;» φώναξε η Μαριάνα.
«Η προσήλωση στις λάθος επιλογές ήταν ανέκαθεν το έμβλημά μας», θαύμασε ο Αντώνης.
«Τανκς μαλάκες!» ούρλιαξε ο Γρηγόρης.
Χωρίς δεύτερη σκέψη βούτηξαν μέσα στο παράθυρο που είχε χαθεί προηγουμένως η κοπέλα με το λούγκερ. Κράτησαν τις ανάσες τους. Τριγύρω γυάλιζαν τα μάτια των παιδιών.
«Βρωμάει εδώ μέσα», μούγκρισε ο Νίκος φτύνοντας χώμα.
«Τι φλώρος!» κορόιδεψε η Μαριάνα.
«Άσε μας μωρή τσουράπω», έβρισε ο Νίκος.
«Βουλώστε το ρε! Χειρότερα από πιτσιρίκια κάνετε!» ψιθύρισε ο Γρηγόρης.
«Λες να είναι ερωτευμένοι κατά βάθος;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Λες να γίνει επιτέλους άντρας ο Νίκος μας;» συνέχισε ο Γρηγόρης.
«Όταν σηκωθούμε θα σας γαμήσω και τους δύο!» σφύριξε ο Νίκος.
Μαζί με ένα βλήμα που κατεδάφισε τον τοίχο δεξιά τους. Ο αέρας έγινε πηχτός, τα μάτια έτσουξαν.
«Αν καταφέρουμε να σηκωθούμε –θα σου κάτσω ευχαρίστως», σχολίασε ο Γρηγόρης.
Όσο καθάριζαν τα μάτια τους, κατάφεραν να διακρίνουν το άρμα ακινητοποιημένο. Φαίνεται πως κάποιοι είχαν στήσει παγίδες στους δρόμους. Σύρματα με σιδερόβεργες μαγκωμένα στους υπονόμους, είχαν μπλοκάρει στις ερπύστριες του άρματος. Ο πυργίσκος στριφογύριζε σημαδεύοντας τα σπίτια όσο η μηχανή αγωνιούσε να ξηλώσει την άσφαλτο. Ένα κεφάλι πετάχτηκε από τον πυργίσκο, κάποιοι σκόρπιοι πυροβολισμοί το έκλεισαν πάλι μέσα.
«Αυτή η γειτονιά είναι κολασμένη –οι τοίχοι ζωντανεύουν από μόνοι τους», μουρμούρισε ο Αντώνης.
Κάποιες φιγούρες εμφανίστηκαν πίσω από το άρμα –μαλακά παπούτσια πετούσαν καθώς άνθρωποι σκαρφάλωναν στο σιδερένιο κουβούκλιο. Ο πυργίσκος στριφογύρισε και έριξε ακόμα μια βολή χωρίς σκόπευση. Ριπές συνόδευσαν την έκρηξη –το απόσπασμα που ακολουθούσε την πορεία του άρματος είχε μπλεχτεί σε οδομαχία. Όσοι ήταν σκαρφαλωμένοι στο άρμα, αγωνίζονταν να ανοίξουν την καταπακτή.
Η Μαριάνα σηκώθηκε και τίναξε τα ρούχα της.
«Τι χαζεύετε σαν χάνοι; Δεν φεύγουμε καλύτερα;»
Οι υπόλοιποι ακολούθησαν απρόθυμα.
«Τώρα που σταθήκατε στα ποδαράκια σας –ποιος θα μου κάτσει πρώτος;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
Οι υπόλοιποι δεν είχαν διάθεση να συνεχίσουν το αστείο. Έτρεξαν με τα κεφάλια σκυμμένα.

Καθυστερώντας στην είσοδο
«Νύχτωσε».
«Για τα καλά».
«Τι περιμένεις;»
«Ξέρω ‘γω;»
«Παπούτσι έγινε το στόμα σου από τα τσιγάρα. Ξεκίνα».
«Φοβάμαι ρε μαλάκα».
«Και καλά κάνεις. Ξεκίνα λοιπόν».
Ο Γιάννης πέταξε το αποτσίγαρο στον αέρα και το κλώτσησε με τη μύτη του παπουτσιού του. Το αποτσίγαρο σηκώθηκε ψιλοκρεμαστά πριν καταλήξει σε μια λιμνούλα με λασπόνερα. Το παρακολούθησε να σβήνει τσιτσιρίζοντας.
«Άψογος ο παίχτης –δεν μπορείς να πεις!» μουρμούρισε και χώθηκε στο στενό δρομάκι χωρίς να περιμένει απάντηση.
Κάποιες φωνές του έδειχναν προς τα πού πέφτει ο μαζεμένος κόσμος. Κόλλησε στον τοίχο. Φωνές κοφτές με επαναλαμβανόμενες σιωπές –στρατιώτες. Έβγαλε το κεφάλι από τη γωνία και κρυφοκοίταξε. Καμιά δεκαριά κάπνιζαν στρωμένοι στο πεζοδρόμιο, την ώρα που δυο-τρεις φορτώνονταν τον οπλισμό τους για να εκτελέσουν κάποια διαταγή. Τους περίμενε να φύγουν και μετά κινήθηκε στην πλάτη των καθισμένων.
Είκοσι μέτρα έπρεπε να κάνει στα ανοιχτά –περπάτησε πάνω σε ριζόχαρτο, απαλά, ήρεμα. Η απέναντι γωνία τον περίμενε για να τον κρύψει, άγγιζε ήδη τον σκοπό του γι΄αυτό έκανε τη μαλακία -επίσπευσε τα τελευταία βήματα και κλώτσησε ένα πλαστικό μπουκάλι. Ο επίμονος θόρυβος τον ξεκούφανε –κοίταξε τους στρατιώτες –δυο από αυτούς γύρισαν και τον είδαν.
Φώναξαν. Έτρεξε. Πυροβόλησαν –μάλλον στον αέρα -γιατί δεν άκουσε κανένα βούισμα σφίγγας στους τοίχους τριγύρω του. Έτρεξε πιο γρήγορα. Πιο τυφλά. Ούρλιαξε χωρίς να βγάζει φωνή. Ήταν τυχερός γιατί κανένας δεν τον ακολούθησε.
Ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του μπροστά σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι. Η σκεπή και ο μισός πλαϊνός τοίχος έλειπαν, το σπίτι ήταν τριώροφο, εκτός κι αν είχαν κουρέψει κανέναν όροφο με βλήματα –χώθηκε μέσα. Σκοτάδι. Χώθηκε πιο μέσα, πιο βαθιά. Σκοτάδι. Μπερδεύτηκε σε κάτι μαλακό, έσκυψε, άγγιξε ένα παγωμένο μπράτσο. Γονάτισε για να δει καλύτερα –ήταν απαραίτητο αν δεν ήθελε να τον αρπάξει ο τρόμος από τ΄αρχίδια. Μια πεθαμένη γυναίκα, μισοπλακωμένη από σοβάδες. Κάτι σκληρό στην άκρη –το ξεσκόνισε –μια στρατιωτική μπερέτα. Τη ζύγισε στην παλάμη του πριν απελευθερώσει τον γεμιστήρα. Έλειπαν μόνο δυο σφαίρες. Έψαξε το κεφάλι της γυναίκας και βρήκε που είχε πάει η μία από αυτές τις σφαίρες. Κλώτσησε σοβάδες, το πανωφόρι της γυναίκας ήταν ανοιχτό –έψαξε στις τσέπες για να βρει άλλους δυο γεμιστήρες. Στάθηκε στα πόδια του, κράτησε το όπλο σταθερά και σημάδεψε το φεγγάρι που τον κρυφοκοίταζε από τον τρύπιο τοίχο.
«SAS», φώναξε, «Πρίγκιπας Μάλκο Λίνγκε, βγείτε έξω όπου κι αν είστε –με τα πόδια ψηλά!»
«Καλή προσπάθεια», τον επιβράβευσε η φωνή δίπλα του.
«Σκοτώνω ότι τριχωτό κυκλοφορεί –πηδάω ότι έχει κάνει χαλάουα», απείλησε ο Γιάννης με τα πόδια μισάνοιχτα.
«Διακρίνω κάποια μεταφεμινιστικά απωθημένα», είπε η φωνή.
«Κι εγώ διακρίνω κάποιο εμπλουτισμένο λεξιλόγιο. Σας κάνουν φροντιστήριο μετά θάνατον;» γέλασε ο Γιάννης.
«Μπα –που τέτοια πράγματα! Μελετάμε στα κρυφά λόγω ανίας», σχολίασε η φωνή.
«Συγχαρητήρια», σχολίασε ο Γιάννης. «Εγώ λέω να την πέσω εδώ παραδίπλα κι όταν είσαι έτοιμος για τις Πανελλήνιες –ξύπνα με».
Μετά σωριάστηκε, όσο μπορούσε πιο μακριά από την πεθαμένη γυναίκα.

Περιπλανήθηκαν μέσα στα χαλάσματα οδηγημένοι από σκιές παιδιών. Είδαν τη συνοικία να μεταμορφώνεται σταδιακά –τα γκρεμισμένα σπίτια λιγόστευαν πλησιάζοντας στο κέντρο, μέχρι που έφτασαν σε μια πλατεία ανέγγιχτη από τον όλεθρο. Αν δεν είχε νυχτώσει θα περίμεναν να δουν παιδάκια με ποδήλατα. Κατευθύνθηκαν προς το δημαρχείο το οποίο αποτελούσε τη μοναδική παραφωνία, έτσι ταμπουρωμένο όπως στεκόταν, πίσω από αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα.
«Καμιά πρωτοτυπία στην επιλογή Κέντρου Επιχειρήσεων», παρατήρησε ο Αντώνης.
«Φοβάσαι να το πεις ‘Αρχηγείο’;» ψιθύρισε ο Νίκος.
«Αν φοβάμαι λέει!» έκανε έναν μορφασμό ο Αντώνης.
«Πρώτο δείγμα αρνητικό, αλλά δεν ψαρώνουμε», συνέστησε ο Γρηγόρης.
«Ναι –κάθε πράγμα στην ώρα του», σχολίασε ο Νίκος.
«Όσα λέτε, τα καταλαβαίνετε μεταξύ σας ή έτσι τα πετάτε για να κάνετε φιγούρα;» ρώτησε η Μαριάνα.
«Αυτό είναι ένα μυστικό που θα πάρουμε μαζί μας στον τάφο», την πληροφόρησε ο Νίκος.
«Εκτός κι αν πάρουμε τον τάφο και φύγουμε –σαν του κουφού την πόρτα …» σχολίασε ο Γρηγόρης.
Η Μαριάνα έκανε μια γκριμάτσα απέραντης αηδίας και προχώρησε μπροστά. Οι υπόλοιποι προσπάθησαν μάταια να καθυστερήσουν τη συνάντηση. Άδικος κόπος, βέβαια.

Ευδιάκριτοι εφιάλτες
Περπατούσε σε έναν εκτυφλωτικό δρόμο, οι τοίχοι γυάλιζαν τις αντανακλάσεις του ήλιου. Ίδρωνε τον γιακά του πουκαμίσου του. Είχε χάσει τον προσανατολισμό του και δεν μπορούσε να βγάλει λέξη από το στόμα του. Αγωνιζόταν ωστόσο. Σε κάποια φάση κάτι κατάφερε, ξοδεύοντας όσο οξυγόνο του απέμενε, σουφρώνοντας τα χείλια. Αλλά αυτό που βγήκε δεν ήταν ήχος. Ένα χρυσόψαρο πετάχτηκε από το στόμα του και κολύμπησε στο αδιάκοπο φως. «Φτάνει πια», σκέφτηκε. Και τότε, απότομα, άρχισε να ψιλοβρέχει. Κοίταξε ψηλά –σύννεφα είχαν καλύψει τον ήλιο. Εντελώς. Χαμογέλασε. Εντελώς. Και άρχισε να περπατάει σφυρίζοντας ανέμελα. Τον είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο να του κουνάει το χέρι. Για μια στιγμή χάρηκε –αλλά αμέσως κατάλαβε. Κοίταξε αλλού –προσπάθησε να αποφύγει τον άνθρωπο που του έγνεφε. Αλλά ήταν αργά –ο άλλος τον είχε εντοπίσει.
«Έλα ρε μαλάκα –τι περιμένεις;» του χαμογέλασε ο άνθρωπος από απέναντι. Είχε μιλήσει χωρίς να ανοίξει το στόμα του.
«Δεν θέλω. Είσαι πεθαμένος ρε. Δεν έρχομαι».
«Έλα μωρέ –μην κολλάς σε λεπτομέρειες. Όλοι εδώ είμαστε –σε περιμένουμε».
«Δεν έρχομαι ρε κερατάδες! Δεν θέλω!»
Ο ήλιος τον ξαναχτύπησε απροειδοποίητα. Από παντού. Τρέκλισε.
«Έλα -δεν θα σε περιμένουμε μια ζωή»
«Άντε γαμηθείτε –φύγετε από εδώ. Δεν έρχομαι!»
Ο Γιάννης χτύπησε το κεφάλι του σε ένα πεσμένο δοκάρι καθώς τρανταζόταν, πόνεσε, ξύπνησε, δίψασε. Έγλειψε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του –δίψασε περισσότερο. Σηκώθηκε.
«Καιρός να την κάνω από εδώ μέσα», μουρμούρισε.
«Δεν είναι ότι καλύτερο να κοιμάσαι δίπλα σε πεθαμένο», σχολίασε η φωνή.
«Γενικό σχόλιο είναι αυτό ή αναφέρεσαι στη συγκεκριμένη περίπτωση;» ρώτησε ο Γιάννης.
«Πάρτο όπως θέλεις», απάντησε η φωνή.
«Διψάω σαν τσιμέντο σε αυγουστιάτικο καύσωνα», ψιθύρισε ο Γιάννης.
«Μήπως περιμένεις να σε σερβίρω κιόλας;» κορόιδεψε η φωνή.
Ο Γιάννης ξεκίνησε σκυφτός –δεν είχε πλέον κουράγιο ούτε να γελάσει.

Δυο άντρες με προτεταμένα όπλα τους σταμάτησαν στην είσοδο του δημαρχείου.
«Για πού το βάλατε ρε λεβέντες;» ρώτησε αυτός που βρέθηκε πιο κοντά τους.
«Μέσα είναι ο Βασίλης;» πετάχτηκε ο Νίκος, προσπαθώντας να πλησιάσει.
«Και τι σας νοιάζει εσάς;»
«Είμαστε φίλοι του».
«Σώπα!» ειρωνεύτηκε ο οπλισμένος άντρας.
«Στον κώλο σου μια γόπα», απάντησε ετοιμόλογα ο Νίκος.
Ο άντρας γύρισε απότομα το όπλο και προσπάθησε να τον χτυπήσει με το κοντάκι στο στήθος. Ο Νίκος τραβήχτηκε, αλλά ο Αντώνης δεν πρόλαβε. Έπιασε το δεξί του μπράτσο βογκώντας.
«Κόψτε τις μαλακίες», τους φώναξε ο Γρηγόρης. «Θέλουμε να δούμε τον Βασίλη –πήγαινε πες του ότι ήρθαν κάτι δικοί του. Με λένε Γρηγόρη … θα καταλάβει».
«Δεν μας αρέσουν οι διαταγές», είπε ένας ακόμα άντρας που εμφανίστηκε ξαφνικά από τον διάδρομο.
«Δεν είναι διαταγή», ξεκαθάρισε ο Γρηγόρης. «Αλλά πρέπει να δούμε τον Βασίλη, είναι ανάγκη».
Οι άντρες πλησίασαν πιο κοντά, απειλητικοί. Εκείνη τη στιγμή, το κορίτσι με το λούγκερ πετάχτηκε από τις σκιές και έπιασε έναν από αυτούς. Κάτι του ψιθύρισε. Η στάση του άλλαξε.
«Περιμένετε λίγο εδώ», είπε πριν χαθεί σε μια σκάλα.
«Αστέρι η δικιά σου», ψιθύρισε στο Νίκο ο Γρηγόρης.
«Είναι που μένω αξέχαστος σε όλες», είπε εκείνος.
«Αλήθεια –πως το καταφέρνεις;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Απλά πράγματα. Δεν τους κάθομαι να με πηδήξουν», απάντησε ο Νίκος.
«Πράγμα που πολύ θα ήθελαν!» ειρωνεύτηκε η Μαριάνα.
«Αν κρίνω από σένα –μάλλον ναι», απάντησε ο Νίκος –έτοιμος για καυγά.
«Άντε χάσου ρε ψώνιο», έδωσε τόπο στην οργή η Μαριάνα.
«Ανεβείτε, ακολουθήστε με», φώναξε ένας άντρας από την κορυφή της σκάλας.
Και αυτό έκαναν.

Κολυμπώντας σε χωμάτινα νερά
Ο Γιάννης κατάφερε να προσανατολιστεί στον άδειο δρόμο. Κοφτές φωνές, στρατιώτες –ψίθυροι και σουρσίματα μέσα σε κτίρια –οι δικοί του. Σκέφτηκε να μπει στο σπίτι μπροστά του –από μέσα ακουγόταν ένας ακατάστατος θόρυβος. Σα να έσερναν σακί στο πάτωμα –επιφυλακτικά. Διακοπτόμενα. Μπήκε κρατώντας το πιστόλι.
«Είναι κανένας εδώ;» ψιθύρισε.
Το δωμάτιο αντήχησε από τον πυροβολισμό –έπεσε στο πάτωμα με τα χέρια πάνω από το κεφάλι. Τα αυτιά του βούιζαν.
«Είμαι φίλος», είπε εκλιπαρώντας την ανθρώπινη κατανόηση.
«’χεις ΄στόλι», απάντησε μια κρυμμένη φωνή.
«Το βρήκα εκεί έξω. Αλλά δεν θέλω το κακό σου».
«Χαφιέ», άκουσε πεντακάθαρα πριν κουφαθεί, για μια ακόμα φορά, από τους πυροβολισμούς.
Σηκώθηκε γεμάτος νεύρα.
«Σταμάτα ρε κωλόπαιδο –θα πλακώσουν οι στρατιώτες γαμώ το στανιό σου!»
Ο κρυμμένος σταμάτησε για να σκεφτεί.
«Πέτα το», ακούστηκε μια κοριτσίστικη φωνή.
«Δε γαμιέστε -λέω εγώ; Να το πετάξω για να με κάνετε σουρωτήρι; Είμαι φίλος –βγείτε να μιλήσουμε. Αλλιώς την κάνω τρέχοντας. Στα σίγουρα θα μας έχει πάρει ήδη χαμπάρι κάποιο περίπολο», φώναξε ο Γιάννης.
Ησυχία. Οι πιτσιρικάδες τον είχαν στη μέση, αλλά αισθάνονταν ανήμποροι γιατί τους έκοβε τη δυνατότητα συνεννόησης. Κοίταξε πίσω του, τον έρημο δρόμο, αφουγκράστηκε. Είχε δίκιο –μερικές κοφτές διαταγές ακούστηκαν να πλησιάζουν.
«Έρχονται -μαλακισμένα. Σας το έλεγα εγώ!» φώναξε και μισοκρύφτηκε στο κούφωμα της ανύπαρκτης πόρτας. Άκουσε διστακτικά βήματα πίσω του, αλλά δεν γύρισε να δει.
Πέντε στρατιώτες εμφανίστηκαν με τα όπλα σε θέση βολής. Επιφυλακτικοί, βραδυκίνητοι. Ελπίζοντας πως δεν θα βρουν τίποτα.
Ο Γιάννης γύρισε το κεφάλι.
«Μη ρίξετε πριν από μένα. Εντάξει;»
Ένα αγόρι με σκισμένο μπουφάν στεκόταν δυο βήματα πίσω του –κούνησε το κεφάλι απρόθυμα. Που διάολο ήταν το κορίτσι; Οι στρατιώτες πλησίαζαν αργοπορώντας. Ο Γιάννης σημάδεψε. Θα μπορούσε να σκοτώσει τον μπροστινό –αλλά δεν υπήρχε λόγος. Κοίταξε πάλι πίσω του –το αγόρι είχε πιάσει ένα παράθυρο και παραμόνευε.
«Που είναι η άλλη;» τον ρώτησε.
Ένας πυροβολισμός αχρήστευσε την, όποια, απάντηση του αγοριού –οι στρατιώτες έτρεξαν να κρυφτούν.
«Μαλακισμένα!» βλαστήμησε ο Γιάννης και πυροβόλησε βιαστικά –χωρίς αποτέλεσμα. Οι στρατιώτες απάντησαν με μια ομοβροντία.
«Έχει έξοδο από πίσω το σπίτι;» ρώτησε το αγόρι δίπλα του.
Αυτό ένευσε καταφατικά.
«Φύγετε τώρα! Τσακιστείτε!»
Προσηλώθηκε στις κινήσεις των στρατιωτών –πίσω του τα παιδιά έτρεχαν σαν ποντίκια. Έβαλε καινούργιο γεμιστήρα στο πιστόλι του, όταν βεβαιώθηκε πως τα παιδιά είχαν φύγει.
«Θα την κάνεις τη βλακεία σου;» ρώτησε η φωνή στο πλάι του.
«Όπως πάντα –Χωρίς Ανάσα», μουρμούρισε ο Γιάννης και πετάχτηκε στο άνοιγμα της πόρτας, αφύλαχτος.
Έκλεισε τα μάτια, άδειασε τον γεμιστήρα –οι στρατιώτες κρύφτηκαν, είχε κερδίσει ένα λεπτό. Γύρισε την πλάτη –έτρεξε. Οι στρατιώτες ανταπέδωσαν τους πυροβολισμούς, αλλά ήταν αργά –ο Γιάννης πετάχτηκε από το άνοιγμα του πίσω τοίχου και έτρεξε, για μια ακόμα φορά, στα τυφλά.
«Πρέπει να βρω τα σκατόπαιδα, είναι κάποια άκρη», μουρμούρισε.

Ο Βασίλης έμοιαζε με καρικατούρα οπλαρχηγού του Εμφυλίου. Ζωσμένος με δυο περίστροφα και χειροβομβίδες –αξύριστος.
«Τα καταφέρατε και φτάσατε ως εδώ ρε μαλάκες;» γέλασε ανοίγοντας την αγκαλιά του. Ψεύτικο γέλιο –αληθινή ανησυχία.
«Τι νόμιζες; Ότι θα χάναμε την ευκαιρία να σε δούμε ντυμένο Βελουχιώτη;» κορόιδεψε ο Γρηγόρης.
«Σεμνά σύντροφε!» συννέφιασε στιγμιαία ο Βασίλης. «Βγείτε έξω όλοι», είπε χωρίς να κοιτάξει τον κόσμο που στριφογύριζε στο δωμάτιο. Ο κόσμος τσακίστηκε να φύγει.
«Καθίστε –τι θα σας προσφέρουμε;» χαμογέλασε. «Και ποια είναι η κυρία;» αναρωτήθηκε δείχνοντας τη Μαριάνα.
«Η Μαριάνα», απάντησε ο Γρηγόρης.
«Κάποια γνωστή Μαριάνα;» ξαναρώτησε ο Βασίλης.
«Η παντοτινή Μαριάνα», είπε σιγά ο Αντώνης –κάνοντάς την να τον κοιτάξει με έκπληξη.
«Πάει να πει;» έξυσε το κεφάλι του ο Βασίλης.
«Πάει να πει ότι κάποιοι αδιόρθωτοι, θα κυνηγάνε τις κυλόττες μέχρι θανάτου», μουρμούρισε ο Νίκος.
«Ενώ κάποιοι άλλοι θα ντρέπονται να τις φορέσουν», συμπλήρωσε η Μαριάνα.

Η γαλήνη των αδιεξόδων
Τα παιδιά σταμάτησαν, περιμένοντάς τον. Έφτασε κοντά τους λαχανιασμένος.
«Παραλίγο να την πατήσουμε με τις βλακείες σας», φώναξε.
«’α τους γαμούσα», σχολίασε το κορίτσι. Δεν ήταν πάνω από 15 χρονών.
«Ναι αμέ! Σε είδα πως τους γάμησες!» νευρίασε ο Γιάννης.
Τα παιδιά μαζεύτηκαν. Δυο πιτσιρίκια που θα έπρεπε να μπαλαμουτιάζονται σε κάποια σκοτεινή γωνιά, κοίταζαν τώρα τα σκουριασμένα πιστόλια τους. Ο Γιάννης κάρφωσε τα νύχια στις παλάμες του. «Αυτό θέλαμε να κάνουμε –γαμώτο;»
«Θέλω να με πάτε στον Βασίλη», ανακοίνωσε στα παιδιά.
«Ποιος είναι ο Βασίλης;» ρώτησε το αγόρι.
Έλα ντε! Ποιος ήταν ο Βασίλης;

«Καλά την έχεις ψήσει εδώ τη δουλειά!» είπε ο Αντώνης. «Κανονικό επιτελείο έχεις φτιάξει».
«Το παλεύουμε όσο μπορούμε. Έχουμε και επικοινωνία με όλη τη δυτική πλευρά –συνεννοούμαστε. Οι συνοικίες είναι οργανωμένες, μια χαρά. Δεν πρόκειται να μπουν στρατιώτες στα δυτικά –που να χτυπάνε τον κώλο τους κάτω!» περηφανεύτηκε ο Βασίλης.
«Καλά –πως επικοινωνείτε;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Ασύρματοι. Εξοπλισμός εισαγωγής, από τα βόρεια σύνορα της χώρας», είπε ο Βασίλης.
«Και τι σκοπεύετε να κάνετε;»
«Διαπραγματεύσεις –τι άλλο; Θα δουν ότι δε μασάμε και θα αναγκαστούν να καθίσουν στο τραπέζι».
«Με ποια αιτήματα;»
«Αυτοδιάθεση, αυτονομία των περιοχών μας».
«Δεν παίζει με τίποτα κάτι τέτοιο και το ξέρεις», πετάχτηκε ο Νίκος.
«Το ξέρω –έχουμε εναλλακτικές».
«Όπως;»
«Αμνηστία σε αντάλλαγμα με τον εξοπλισμό μας. Και εκλογές –άμεσα».
«Στις οποίες θα κατέβετε».
«Στις οποίες θα κατέβουμε και θα τους πηδήξουμε. Θα βάλουμε πόδι στη Βουλή και μετά …»
«Μετά;»
«Μετά … Όλα θα γίνουν. Σιγά –σιγά. Ένα βήμα τη φορά».
Ο Βασίλης σηκώθηκε για να κλείσει το απέναντι παράθυρο. Ένας πυροβολισμός έπεσε, όσο έστριβε τη μπετούγια. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, καθυστέρησε λίγο πριν ξανακαθίσει στην καρέκλα του.
«Χαφιές», απάντησε στα ανήσυχα βλέμματα των υπολοίπων. «Εκτέλεση».
«Κάνετε και τέτοια;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Αναγκαίο κακό. Έχουμε πόλεμο –μην το ξεχνάς».
«Για ποιο λόγο;» ρώτησε η Μαριάνα.
«Τι εννοείς;» κοίταξε προς το μέρος της ο Βασίλης.
«Για ποιο λόγο έχετε πόλεμο –αυτό εννοώ», απάντησε εκείνη.
«Μα … για να αλλάξουν τα πράγματα. Να σταματήσει η καταπίεση …»
«Και η τρομοκρατία», συμπλήρωσε η Μαριάνα.
«Ναι … κι αυτή …»
«Χαίρομαι που το θυμάστε», ειρωνεύτηκε η Μαριάνα.
«Τι θέλει αυτή ρε;» πετάχτηκε ο Βασίλης. «Βαλτή είναι; Τι μου την κουβαλήσατε;»
«Ηρέμησε μάγκα μου. Δεν είναι όλα αυτονόητα για όλους», μπήκε στη μέση ο Γρηγόρης.
«Τότε να ρωτάει και να μαθαίνει πριν πετάξει την παπαριά της –άντε, μη γαμήσω!» φώναξε ο Βασίλης.
«Τι θε’ ρε; Νομίζεις πως θα σε φοβηθούμε επειδή το παίζεις τσαμπούκι στα λιγούρια;» πετάχτηκε η Μαριάνα έξαλλη.
«Κάτσε κάτω –καθίστε κάτω και κόψτε τις βλακείες!» φώναξε ο Γρηγόρης. «Δεν ήρθαμε να τσακωθούμε εδώ –εντάξει;»
«Και γιατί ήρθαμε δηλαδή; Για πες μου κι εμένα να μάθω», φώναξε η Μαριάνα.
«Για να πεθάνουμε όπως μας αξίζει», είπε ο Αντώνης κοιτάζοντας τον απέναντι τοίχο.
«Δεν πρόκειται, φιλαράκι», τον καθησύχασε ο Βασίλης. «Θα βγούμε από εδώ μέσα με το κεφάλι ψηλά και τα πόδια κάτω –στο υπογράφω».
«Σαν τους τραυματίες όταν τους σέρνουν –ένα πράγμα», σχολίασε ο Νίκος.
«Ε, μα … παραμένεις μεγάλος μαλάκας!» απηύδησε ο Βασίλης.
«Ασφαλώς», παραδέχτηκε ο Νίκος.
«Τέλος πάντων –πάω λίγο κάτω και ξανάρχομαι. Βολευτείτε –υπάρχει ένα ψυγείο δίπλα, αλλά δεν έχουμε ρεύμα. Όποιον δεν τον ενοχλεί η ζεστή μπύρα …»
Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε πριν τελειώσει τη φράση του. Έμειναν μόνοι να κοιτάζονται.
«Τι γίνεται εδώ πέρα;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Μια ακόμα φωτισμένη ηγεσία, στελεχωμένη από την επαναστατική πρωτοπορία», είπε ο Αντώνης.
«Η συνηθισμένη ιστορία του Κάτω Κόσμου», μουρμούρισε ο Γρηγόρης.
«Κι εμείς; Εμείς τι κάνουμε;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Θέλει και ρώτημα; Θα τον σκοτώσουμε το μαλάκα πριν ξεφτιλίσει τα πάντα», απάντησε σταθερά ο Νίκος.
Η Μαριάνα σηκώθηκε αργά, τον πλησίασε και του τράβηξε ένα ρουφηχτό φιλί.
«Με γέμισες σάλια γαμώτο!» ψευτογκρίνιαξε εκείνος.
«Τα Σφυριά δεν είναι δολοφόνοι», είπε απαλά ο Γρηγόρης.
«Ανάποδα το είπες –οι δολοφόνοι δεν είναι Σφυριά –έτσι ταιριάζει καλύτερα», τον αντέκρουσε ο Νίκος.
«Όπως και να ΄χει …», μουρμούρισε σκεφτικός ο Αντώνης.
«Όπως και να ΄χει, ο μαλάκας δεν θα δει πολλά ξημερώματα ακόμα. Ή εσείς, ή μόνη μου», κατέληξε η Μαριάνα.
«Που την βρήκες τη γκόμενα –είπαμε;» ρώτησε χαμογελαστός ο Νίκος.
«Ξέρω ΄γω; Λες να έπεσα πάνω στη Νεκρή Νύφη που ψάχνει να σκοτώσει τον Βασίλη;» γέλασε ο Γρηγόρης.
«Ποτέ δεν θα μάθουμε. Και όσοι ξέρουν, θα πάρουν το μυστικό στον τάφο τους –σωστά;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Εκτός αν πάρουν τον τάφο και φύγουν …», το ξαναπήγε ο Αντώνης.
«… σαν του κουφού την πόρτα», το έκλεισε η Μαριάνα εκπλήσσοντάς τους.

Ακολουθούσε τα παιδιά σε δαιδαλώδη σοκάκια με τα πόδια μουδιασμένα. Το έδαφος ήταν μια κινούμενη άμμος, γεμάτη τσακισμένους τσιμεντόλιθους. Κάθε βήμα πονούσε –αλλά τα παιδιά έδειχναν να μην παίρνουν χαμπάρι.
«Που πάμε;» αναρωτήθηκε.
«Δεν πάμε εμείς –εκείνοι έρχονται», τον πληροφόρησε η φωνή από δίπλα του.
Σε άλλες συνθήκες θα αναστατωνόταν, γιατί είναι άβολο να κουβεντιάζεις με ένα φάντασμα. Αλλά τώρα έγνεψε συμφωνώντας. Άλλωστε, το φάντασμα είχε δίκιο.

άτι πάει να γίνει για τη συνέχεια)

Copyright©Θανάσης Γιαννόπουλος

αρχή σελίδας

Δώρα Κασκάλη: Πέρα από τον παράδεισο

Των 16.20. Αυτό σήμαινε η καθυστέρηση για τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας. Εντολή Διευθυντού γαρ: κρίσιμα θέματα, καμία εκκρεμότητα για την επόμενη μέρα. Το κρίσιμο για κείνη ήταν να επιστρέφει με το φιλικό και καθαρό των 15.45. Συγκριτικά βέβαια. Ήταν σημαντικό να αρχίζει και να τελειώνει τη μέρα της με κάτι που να μην της προκαλεί αναγούλα και αναστάτωση. Αν δεν μπορούσε να ελέγξει το εξωτερικό περιβάλλον, σίγουρα μπορούσε να κάνει κάποιες επιλογές που δεν θα την έβγαζαν εκτός κλίματος για το υπόλοιπο του απογεύματος και μέχρι την ώρα του βραδινού ύπνου.
Το συγκεκριμένο δρομολόγιο φαινόταν αναπόδραστο. Η παρουσία της στην εταιρία θα κρινόταν ύποπτη αν έμενε πιο αργά, εφόσον είχε τελειώσει με τα καθήκοντα της ημέρας. Των 16.50 παραπήγαινε πίσω το πρόγραμμά της και ούτε ήταν σίγουρη ότι δεν θα ήταν το ίδιο ή περισσότερο τραγικό με αυτό των 16.20. Όσες φορές το είχε πάρει, αποδείχτηκε άνισο και απρόβλεπτο. Πώς το λένε οι Άγγλοι; “Καλύτερα το διάβολο που ξέρεις”. Δεν άντεχε άλλη βραδυφλεγή βόμβα μετά τα σημερινά νέα για τις περικοπές προσωπικού.
Αν δεν ήταν η μισοειπωμένη διευθυντική νύξη για τις επικείμενες, άγνωστες ποιων, απολύσεις, θα παράγγελνε ραδιοταξί. Ήταν μια εξαιρετικά κουραστική μέρα για να αντέξει και των 16.20. Και ειδικά τώρα που καλοκαίριαζε. Έβγαλε μηχανικά από την τσάντα της το πρώτο αρωματικό μαντηλάκι κι άρχισε να το παιδεύει στο ιδρωμένο χέρι της. Με το που φάνηκε το λεωφορείο, πήρε θέση πρώτη πρώτη στο χείλος του πεζοδρομίου και σαν άνοιξαν οι πόρτες, έκανε ένα σάλτο και με πυρετώδεις κινήσεις αναζήτησε τον λιγότερο ενοχλητικό συνεπιβάτη για να καθίσει δίπλα του. Η δεύτερη ατυχία ήταν η πλήρης έλλειψη ελεύθερων καθισμάτων στο κέντρο, και όπως διαπίστωσε, σκανάροντας το χώρο, και σε κάθε σημείο του ανυπόφορου των 16.20. Επόμενο ήταν, εφόσον είχαν θρονιαστεί, χυθεί σχεδόν, πάνω στις θέσεις με τα νερουλιασμένα κρέατά τους οι πενηντάρες, τρεις ξεβαμμένες ξανθές που καλαμπούριζαν φωναχτά και χυδαία στη μέση του κήτους. Γιατί έτσι ένιωθε σ’ αυτό το συγκεκριμένο: σαν τον Ιωνά, αλλά με γνωστό τον προορισμό.
Στο πρώτο μισό και στ’ αριστερά, είχαν καταλάβει τις θέσεις-φιλέτο τα μέλη μιας πολυμελούς οικογένειας, η χοντρή μανούλα, ο κακομοίρης πατέρας και τα έξι τους παιδιά. Ακόμη χειρότερη συγκυρία και από το να πετύχει τις θείτσες από τη βιοτεχνία καλτσών, οι οποίες ξεμαλλιασμένες και κακοντυμένες μονοπωλούσαν συνήθως τις εξέχουσες θέσεις και κοίταζαν επικριτικά όλο τον κόσμο με το στυφό μάτι τους. Τώρα που το σκεφτόταν, προτιμούσε την μονίμως μαυροντυμένη καρακάξα που παινευόταν για το γιόκα της και τις επιδόσεις του στο Πανεπιστήμιο, από τούτο το αποτρόπαιο παιδί με το λαγόχειλο και την παραμορφωμένη κάτω γνάθο. Πρέπει να ήταν και το μεγαλύτερο από τα παιδιά της πολυοικογένειας. Αλλά μια ματιά και στο μικρομέγαλο αγοράκι με το σοβαρό πρόσωπο, τα κοντά χέρια και την τσιριχτή ομιλία, την έπεισε ότι οι άσκεφτοι αυτοί άνθρωποι μετά από την τερατογένεση όχι μόνο δεν έβαλαν μυαλό, αλλά θέλησαν να επικυρώσουν με τους επόμενους, κακοφτιαγμένους σπόρους τους την παρουσία τους σε τούτο τον κόσμο, ο οποίος θα ήταν πιθανόν καλύτερος και ομορφότερος χωρίς παρόμοια εξαμβλώματα.
Δεν έκανε καν τον κόπο να κοιτάξει προς τα δεξιά. Βιδωμένοι στα καθίσματά τους, οι συνήθεις συνταξιούχοι, δύο παππούδες με τα φωνακλάδικα εγγονάκια τους, διάβαζαν μακάριοι την εφημερίδα τους, την ώρα που οι μικροί διαβόλοι έβγαζαν τη γλώσσα τους κοροϊδεύοντας το απέναντι τέρας. Με όλη αυτή την ανθρώπινη φρίκη καλοβολεμένη, άνθρωποι αξιοπρεπείς, σε θέσεις κομβικές στις εργασίες τους, θα την έβγαζαν στο πόδι μέχρι να κατέβουν στη στάση τους, θα τους σκουντούσαν οι επιβάτες φαντομάδες της μιας στάσης, θα τους τσαλαπατούσε η αναιδέστατη κυρία με το καροτσάκι της λαϊκής. Εκνευρισμένη, άνοιξε το πλαστικό περίβλημα και το άρωμα από το μαντηλάκι τής χάρισε μια προσωρινή στιγμή γαλήνης. Η ιαματική μυρωδιά του λεμονιού τρύπησε τον πηχτό αέρα της ανθρωπίλας που γέμιζε ασφυκτικά το λεωφορείο κι άνοιξε ένα παράθυρο με πρασινάδα από περικοκλάδες, έναν τριζάτο ορίζοντα και ίσως στο βάθος την υποψία ενός αηδονιού. Φυσικά τι να σου κάνει ένα τοσοδά μαντηλάκι με ευεργετική δράση πέντε λεπτών.
Δεν θα καταδεχόταν να γυρίσει το βλέμμα της, ζητιανεύοντας στο πίσω μέρος του ανθρωποφάγου κήτους για μια θεσούλα. Εφόσον η αρχική εκτίμησή της την έπεισε ότι δεν υπήρχε ούτε μια για δείγμα, θα έμενε μ’ αυτήν και την αξιοπρέπειά της αλώβητη. Προτιμούσε, εξάλλου, το κορίτσι με το λαγόχειλο, από τα φιλαράκια, κάτι ασουλούπωτους σαραντάρηδες που καμάκωναν τις πενηντάρες και λέγανε σόκιν ανέκδοτα για να δείξουν τον υπερβάλλοντα ανδρισμό τους. Τελικά, σκέφτηκε, αυτή η χώρα έθρεφε και τράνωνε τους ανέργους και τους είχε και στα πούπουλα. Με τα δικά τους λεφτά, με τα δικά της, που κι αυτά ίσως να κόβονταν απότομα. Δεν είδε το ύφος του διευθυντή, δεν ήθελε να τον κοιτάξει στα μάτια, για να μην καταλάβει αν η πρότασή του για μείωση προσωπικού αφορούσε και κείνη, την πιο αφοσιωμένη και ταγμένη στο καθήκον υπάλληλο.
Ένα μαντηλάκι θα ήταν αρκετό, αν στην επόμενη στάση δεν ανέβαινε ο εφιάλτης της. Ναι, εκείνος ο βδελυρός εξηνταπεντάρης. Και φυσικά με τα ίδια ρούχα. Ίδια ρούχα για τρεις εβδομάδες τώρα. Γνωστή και δοκιμασμένη μέθοδος. Ιδρώτας, βρωμιά και σκόνη, απλυσιά και ξεθυμασμένο οινόπνευμα. Πάντα διάλεγε μια περιοχή και ακόμη χειρότερα ένα θύμα για να το βασανίσει και φυσικά χτυπούσε σε όλα τα δρομολόγια. Από ένστικτο, ξεδιάλεγε αυτούς που κατέβαιναν σε μακρινούς προορισμούς για να είναι το μαρτύριό τους μακράς διαρκείας. Ο βρομύλος σαδιστής θα περνούσε καλά και το θύμα του χειρότερα, ειδικά τώρα που δεν υπήρχε χώρος να μετακινηθεί κανείς και να γλιτώσει από τη λαίλαπα της μπόχας. Μαζί με τον άθλιο αυτό τύπο εισέβαλαν καμιά δεκαριά ανόητοι έφηβοι με μαλλιά κοκαλωμένα από το ζελέ και μισοσχισμένα παντελόνια. Υπέθετε ότι θα ήταν μόδα, μαζί με τα βλακώδη ρούχα, ο ανθός της χώρας να φοράει και το πιο βοϊδίσιο βλέμμα, την εκνευριστική αργόσυρτη ομιλία –ανάλογη απόλυτα με το απόλυτο κενό στη θέση του εγκεφάλου- και την αγένεια να στοιβάζεται δίπλα στους καλοντυμένους ανθρώπους που θέλουν την ησυχία τους, που δεν ενοχλούν κανέναν.
Θα μπορούσε να τα υπομείνει όλα, όλα εκτός απ’ αυτό. Τις προηγούμενες φορές είχε σταθεί τυχερή ή απλώς κατέβηκε σε προηγούμενες στάσεις και περπάτησε ακόμη και μισό χιλιόμετρο μέσα στο λιοπύρι, προκειμένου να αποφύγει αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας. Αλλά τώρα, έτσι που ήταν εγκλωβισμένη δίπλα στο τζάμι, με δύο από τους εφήβους να την έχουν περιορίσει σε μια γωνία δίπλα στον κερματοδέκτη, έτσι ακόμη που ένιωθε ανήμπορη, ειδικά μετά τα νέα των περικοπών, να περπατήσει ένα μέτρο παραπάνω απ’ τη διαδρομή στάση-σπίτι, σχεδόν υποτάχτηκε στη μοίρα της. Ο γέρος βρέθηκε δίπλα της και ακολουθώντας τον προσφιλή του τρόπο, άρχισε να ανασαίνει αχόρταγα τον αέρα του κήτους, εκβάλλοντας παράλληλα τα μεθυσμένα σκουπίδια των σωθικών του. Φυσικά, θα είχε προλάβει να καπνίσει και κανένα πακέτο τσιγάρα, για να προσθέσει και μια εσάνς καπνού στο ήδη δυσώδες σύνολο. Και η τελική πινελιά ήταν η σπηλιά της μασχάλης που ξερνούσε τα πνιγηρά αέριά της, καθώς ο ανόσιος ιδιοκτήτης της είχε σηκώσει το χέρι για να πιαστεί από τη χειρολαβή, πράγμα αχρείαστο βέβαια εκείνη τη στιγμή, εφόσον τα κορμιά όλων ήταν ένας συμπαγής προστατευτικός τοίχος και στις πιο επικίνδυνες στραβοτιμονιές του οδηγού.
Τσαλάκωσε το χρησιμοποιημένο μαντηλάκι και με μανία έψαξε στο εσωτερικό της τσάντας της για να βρει εκείνο το καλό που κρατούσε για πιο ειδικές στιγμές. Της το είχαν δώσει στο πολυκατάστημα, σαν σετ με το σαπούνι και την κρέμα σώματος της Εστέ Λόντερ. Ψάχνοντας, έκανε άνω κάτω την πάντα οργανωμένη και τακτοποιημένη τσάντα της, μολονότι η αναζήτησή του έπρεπε να είναι κάτι εξαιρετικά απλό. Αλλά αυτή η τελευταία ατυχία της την αποσυντόνισε πλήρως. Θόλωσε το μάτι της, έτρεμε το χέρι της, το προφανές και γνωστό χάθηκε από τον ορίζοντα του λογικού της.
Της φάνηκε μια αιωνιότητα μέχρι να ξεφλουδίσει το ευτελές περίβλημα και να φτάσει στην καρδιά των ανθών, των μεταξωτών φορεμάτων και της αιώνιας νιότης. “Πέρα από τον παράδεισο”, πόσο είχε ανάγκη αυτή την έξοδο διαφυγής από την κόλαση της ανθρωπίλας που την έζωνε από παντού σε όλες τις εκδοχές της, από το γερό κρέας των εφήβων μέχρι το σάπιο του παλιόγερου. Έφραξε τη μύτη με το μαντηλάκι και τράβηξε μερικές βαθιές ρουφηξιές, μέχρι να εμποτίσει το είναι της με το αιθέριο απόσταγμα της ανθρώπινης ομορφιάς.
Θα μπορούσε να κατέβει στην επόμενη στάση. Η απόβαση των εφήβων ελευθέρωσε κάπως το χώρο. Οπότε ή θα κατέβαινε ή θα τραβούσε για το βάθος και την κολλώδη ανοησία των σαραντάρηδων χασομέρηδων που ακόμη χασκογελούσαν. Πήρε την απόφαση σχεδόν αυτόματα. Όχι, θα έμενε εκεί. Όχι μόνο να βλέπει το κορίτσι με το μιαρό πρόσωπο. Όχι μόνο να ακούει τα διαβολόπαιδα να παίζουν με τα κινητά τους. Κυρίως να υπομείνει το αποκορύφωμα της κατάντιας και να επιβιώσει από το ανθρώπινο κτήνος που αποπατούσε στην αισθητική και το Ωραίο.
Σιγά σιγά ο κόσμος αραίωσε κι άλλο και οι επόμενοι επιβάτες με την είσοδό τους κιόλας επέλεγαν ένα από τα δύο άκρα του λεωφορείου, σοκαρισμένοι από το κύμα της δυσοσμίας που τους χτυπούσε κατάστηθα. Αλλά εκείνη όχι. Έπιασε μερικά βλέμματα να την κοιτούν περίεργα. Εκείνη παρέμενε εκεί, αγέρωχη, αέρινη, περήφανη, χαρίζοντας στον κόσμο μυρωδιές από τα πιο ακριβά της αρώματα, σκίζοντας και αποκαλύπτοντας την καρδιά του γιασεμιού, την ανασεμιά του σανταλόξυλου, το βελούδο του τριαντάφυλλου.
Αυτοί φυσικά δεν καταλάβαιναν τα δώρα της. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν την προσφορά της εκείνη την ώρα. Μέχρι τούτη τη μέρα όλα αυτά τα κρατούσε για την ίδια. Τώρα τα χάριζε στις μαραμένες πενηντάρες που την κοίταζαν απορημένες, αυτές τις άοσμες ψυχές που είχαν μόλις ξεκαλουπωθεί από τα γραφεία τους για να καταλύσουν σύντομα στα άχρωμα σπίτια τους και να πάρουν το σχήμα του καναπέ τους μέχρι το επόμενο πρωινό. Κι αν αυτή η προσφορά σήμαινε ότι έπρεπε να ανοίξει κι άλλα αρωματικά μαντηλάκια, να εξαντλήσει το απόθεμα της τσάντας της, χαλάλι τους. Κι ας μην το εκτιμούσαν. Φτάνει που ήξερε εκείνη.
Μακάρι να μπορούσε να πάρει από το χέρι μια απ’ αυτές τις στεγνές γυναίκες που την σχολίαζαν τώρα στη διπλανή τους και την κακολογούσαν. Να την πάρει μαζί της στο κομψό σπίτι της και να της δείξει στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας της τη σπάνια συλλογή από κρυστάλλινα βάζα, φιαλίδια και αμπούλες που χρονολογούνταν από την εποχή της γιαγιάς της. Γιατί αυτόν τον πολιτισμό τον διδάσκεσαι από μικρός. Στα σαράντα και τα πενήντα είναι αργά πια. Τότε απλώς καταναλώνεις και δεν κοινωνείς. Θα της αφηγούνταν πώς η γιαγιά της, παιδάκι ακόμη, της αρωμάτιζε τις κορδέλες της για να μυρίζει το λεμονανθό την ώρα που ο αέρας θα έπαιζε με τα μαλλιά της. Ή πώς μάζευαν τη λεβάντα και την ξέραιναν για να φρεσκάρουν τα ρούχα τους χειμώνα καλοκαίρι. Θα της μιλούσε και για τα φαγητά τους που είχαν πάντα ένα φρουτένιο άρωμα για να καλύπτεται η φτώχεια των λαχανικών και το άχαρο κρεατένιο του μαγειρεμένου ζώου.
Θα της έδειχνε, ακόμη, τα ζωντανά αρώματά της που τα φύλαγε με αλφαβητική σειρά σε μια ξύλινη, βαριά βιβλιοθήκη δίπλα στις ντουλάπες, ενώ τη συλλογή της, τις αντίκες της που κρατούσαν έναν αβέβαιο απόηχο του σπάνιου κάποτε περιεχομένου τους, τις είχε αραδιασμένες πάνω στην κερασένια τουαλέτα της. Υπήρχαν εποχές που ένα μεγάλο μέρος του μισθού της τον έδινε στα μπουκαλάκια του Αρμάνι, του Ντιορ και της Σανέλ. Κι ακόμη προμηθευόταν μια ικανή ποσότητα τόσο από δοκιμασμένες αξίες όπως το Allure και το White Linen όσο και από πιο ακροβατικές για τη μύτη συλλήψεις λεπταίσθητων γιαπωνέζων και φλεγματικών σκωτσέζων.
Αυτό, όμως, που δεν θα έλεγε σε κανένα είναι ότι την έθλιβε που δεν πρόλαβε να γνωρίσει καλά τη γιαγιά της –πέθανε όταν εκείνη ήταν έξι ετών- και να μάθει τα μυστικά των χειροποίητων αρωμάτων της που τόσο παίνευε η μητέρα της. Βέβαια, στα δέκα της χρόνια είχε ανακαλύψει στα πράγματα της μαμάς της ένα παλιό, χοντρό τετράδιο με εξώφυλλο ζωγραφισμένο στο χέρι, αλλά δεν τόλμησε να το ανοίξει. Ο τίτλος του ήταν γραμμένος με εξαιρετική καλλιγραφία, σχεδόν ακατανόητη τότε για την ίδια, έτσι που το νόημα των γνωστών λέξεων χανόταν σε τσιγκελωτούς λαβύρινθους και ξαφνικά ξεσπάσματα της πένας. Αυτό το τετράδιο δεν το ξαναείδε, ακόμη κι όταν η μητέρα της έφυγε κάποια μέρα με μια μικρή βαλίτσα, αφήνοντας στην ουσία όλη της την γκαρνταρόμπα, τα ακριβά γαλλικά της αρώματα και τη συλλογή της από χειροποίητα παπούτσια. Σύντομα χάθηκαν κι αυτά, μια που ο πατέρας έκανε οριστική εκκαθάριση της παρουσίας της πρώην συζύγου του, όσο η κόρη του έλειψε στην κατασκήνωση του καλοκαιριού παρέα με τις αγαπημένες συμμαθήτριές της. Πάντως τα αρώματα πρόλαβε και τα έσωσε από τη μήνι του πατέρα, κρύβοντάς τα σε μια χάρτινη κούτα ανάμεσα στα παιχνίδια της.
Ούτε φυσικά χρειαζόταν να μάθει κανείς ότι έπρεπε να πεθάνει ο πατέρας της, όταν εκείνη ήταν τριάντα πέντε, για να φορέσει φανερά τ’ αρώματα που λάθρα κουβαλούσε στο σπίτι μέσα στις τσάντες της. Ο καημένος δεν άντεχε να μυρίζει τίποτε εκτός από σαπούνι Μασσαλίας, αναπτύσσοντας ίσως μια περίεργη ψυχολογική αλλεργία, κι εκείνη από αγάπη το δεχόταν, αν κι έτσι την στερούσε από μια μοναδική απόλαυση. Τώρα, όμως, είχε όλο το χρόνο να τις ντυθεί αυτές τις λατρεμένες μυρωδιές. Αλλά δεν τις χαλάλιζε για τον κόσμο. Όχι τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Καθημερινά στο γραφείο φορούσε ένα άοσμο αποσμητικό και προτιμούσε να αρωματίζει το δέρμα της κάνοντας μπάνιο με ένα χαμηλότονο σαπούνι αλόης. Έτσι κι αλλιώς η ίδια, ό,τι και να φορούσε, θα έπαυε να το μυρίζει στο πρώτο λεπτό. Επομένως δώρο άδωρο. Και δεν ήθελε να τα μοιράζει ανέξοδα τα δώρα της.
Τουλάχιστον τώρα η θυσία της είχε ένα σκοπό. Κάποια στιγμή έπρεπε η ομορφιά να νικήσει την ασχήμια, ο πολιτισμός το ζώο, ο μυριστικός κήπος το βόθρο. Εκείνη θα στεκόταν εκεί, θα ανάσαινε το βόρβορο της ψυχής του γέρου και θα τον επέστρεφε, όχι μόνο σε κείνον αλλά και σε όλους, φιλτραρισμένο και πλουτισμένο με όλους τους τόνους του ρόδου, του γιαπωνέζικου γαρύφαλλου, της ορχιδέας και του νοτισμένου γρασιδιού. Αρκεί να είχε απόθεμα μέχρι να κατέβαινε στη στάση της. Προς το παρόν έσκιζε βιαστικά τα μαντηλάκια της και τα πετούσε στα πόδια του ρυπαρού σαράβαλου. Ήθελε να μπορούσε να θάψει αυτό το απεχθές πλάσμα σε τόνους αρωματισμένων μαντηλιών μπας κι εξαγνίσει την ψυχή του.
Περίεργο που δεν είδε σαν σωτηρία από το λεωφορείο των 16.20 τη στάση της, όπως φάνηκε να ζυγώνει μετά τη στροφή του δρόμου. Λες και κάτι την κρατούσε στο κήτος, κάτι ανώτερο της ζητούσε μια διαρκέστερη παρουσία. Είχε, όμως, πάει πίσω στο πρόγραμμά της. Έπρεπε να κατέβει. Με το που σταμάτησε το λεωφορείο, πιο ευθυτενής και μεγαλειώδης από ποτέ έδωσε μια σπρωξιά στο γέρο και κατέβηκε με σταθερά βήματα. Σχεδόν έτρεχε αλαφιασμένη προς το σπίτι της.
Δεν γύρισε να κοιτάξει τον μισομεθυσμένο που έχασε την ισορροπία του κι έπεσε και χτύπησε πάνω στο σίδερο που βάσταγε τις χειρολαβές. Δεν είχε χρόνο να δει το απορημένο βλέμμα του ανθρώπου, τη βιάση του να σηκωθεί, αν και ματωμένος, για να μην είναι εμπόδιο, για να μην τον κοιτάνε όλοι που την έπαθε έτσι, για να προλάβει να μην λερωθεί και τον μαλώνει πάλι η κόρη του που του έβαλε χθες καθαρό πουκάμισο. Δεν θα μπορούσε να κάνει και τίποτε πια εκείνη, έτσι που βιαστικά πορευόταν προς το σπίτι της για να κάνει ένα μπάνιο, να φορέσει τα μαλακά βαμβακερά της ρούχα, να αρωματιστεί με το νερό του Μιγιάκε που κρατούσε κάτι από τις ανοιξιάτικες καταιγίδες και το πιπεράτο άρωμα του όψιμου χρυσάνθεμου κόντρα στο καλοκαίρι που εισέβαλε για τα καλά, να φάει το γαλλικό φαγητό που μαγείρεψε από βραδύς και να κλάψει μπροστά στην τηλεόρασή της με μια νοσταλγική ταινία του ιταλικού νεορεαλισμού που θα εξυμνεί το ανθρώπινο μεγαλείο και την καλοσύνη.

Copyright©Δώρα Κασκάλη

αρχή σελίδας

Ανθρακίτης Μεθόδιος (περ. 1650/60 - περ. 1736): Οδός Μαθηματικής (Βενετία, 1749) από τον "Ελληνομνήμων"

 


αρχή σελίδας

Ίριδα Κούτσα: Φτάνει!

Κρατιέσαι πάντα απ’ τους ανθρώπους και πιο πολύ απ’ αυτούς που ξέρεις ότι μια μέρα θα φύγουν.

Πολύ φως…Το χάπι σου. Λευκό φως. Τραβάς με μανία τις κουρτίνες, κλείνεις τα πατζούρια. Where is My Mind? ακούγεται από το ράδιο. Πού είναι; Για πες μου! Χθες στεκόσουν στη μέση του δρόμου και κοίταγες το αυτοκίνητο που ερχόταν. Άγρια χαρά στα μάτια σου. Ανατριχιάζω. Χαμογέλασες. Σου κορνάρει. Κι εσύ την τελευταία στιγμή φεύγεις.

Απ’ έξω ακούγεται φασαρία. Κάποιοι μαλώνουν. Δυναμώνεις το ράδιο. Σε λέγανε χαρισματικό γιατί έμοιαζες με άγγελο. Γελάς τώρα…Γελάς γιατί πιο πολύ με καταφύγιο κάποιου δαίμονα μοιάζεις. Άδεια μπουκάλια, τσιγάρα και μια εκκωφαντική σιωπή από πάνω σου, σκεπάζει και τις φωνές και τα γέλια και τη μουσική.

Κάποιος χτυπάει. Ζαλίζεσαι. Αλλά πας ν’ ανοίξεις. Παραπατάω. Ποιος είναι;
Λένε πως θα ‘ρθει μια μέρα που όλα θα γίνουν στάχτη, αλλά δε θα σκορπίσουν στη γη. Θα αρχίσουν να χορεύουν στον αέρα και να στροβιλίζονται και να ανεβαίνουν πάνω, στον ουρανό. Σαν το αγόρι που χόρευε πάνω στη διάβαση…Everybody goes, leaving those who fall behind…Ποιος είναι;

«Τι θες;»
«Ήρθα να τα πούμε. Συγγνώμη για το αίμα, θα σκουπίσω μετά αν θες.»
«Τι έπαθαν τα φτερά σου;»
«Κακός υπολογισμός!»
Γελάει. Γελάς. Γελάω.

Ο Ξένος μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε ολόγυρα. Παραμέρισε κάτι βιβλία και κάθισε στον καναπέ, προσέχοντας όσο μπορούσε να μη λερώσει με αίμα το χαλί. Δεν τα κατάφερε.

Κάθεσαι απέναντί του κι ανάβεις τσιγάρο. Αυτός στον καναπέ, εσύ στο πάτωμα, με διπλωμένα τα πόδια στο στήθος σου και το τσιγάρο στο χέρι. Τον κοιτάς από πάνω μέχρι κάτω. Τα μαλλιά του άτακτα ριγμένα στο μέτωπο, και κάτω από τα μάτια του μαύροι κύκλοι. Οι ώμοι του ματωμένοι, το μαύρο ρούχο γυαλίζει πολύ σ’ αυτό το σημείο. Τα χέρια του ακουμπάνε πάνω στα γόνατα. Κοιτάζει την τηλεόραση.
«Δε θα την κλείσεις ποτέ λοιπόν;»
«Κοίτα τη δουλειά σου καλύτερα»
Σωπαίνω για λίγο.

«Τι θες;»
«Είναι ώρα.»
«Για ποιο πράγμα;»
«Ξέρεις.»
«Ναι ξέρω. Θα γίνουν όλα στάχτη! Και;»
«Πρέπει να πάρεις μια απόφαση. Μου το είχες υποσχεθεί όταν πέρασα στα χέρια σου τα δεσμά της Αλήθειας.»

Σκύβεις και με κοιτάς βαθιά στα μάτια.
«Φτάνουν πια οι αηδίες για παράλληλους κόσμους και αλήθειες, Ξένε»
«Υπάρχουν πολλά κελιά εκεί έξω. Το ξέρεις αυτό. Αλλά εσύ έχεις διαλέξει το χειρότερο και δεν…»
«Φτάνει!»

Εγώ θα πω φτάνει! Μόνο εγώ μπορώ να το πω!
Φτάνει με τα Χάπια και τα Σκοτάδια σου
Φτάνει με τις Μουσικές και τα Αυτοκίνητα
Φτάνει με τα Τσιγάρα
Φτάνει με τις Σιωπές σου
Φτάνει!

Copyright©Ίριδα Κούτσα

αρχή σελίδας

Σπύρος Παπαδόπουλος : μικρό σχόλιο για την απαισιοδοξία

Είδε τα παιδιά με τις σάκες στον ώμο να στέκονται με τα στόματα ανοιχτά, στο πλάι του περίπτερου. Κοιτούσαν με λαχτάρα την ημίγυμνη γκομενίτσα που πόζαρε, με ύφος προκλητικό και βλέμμα που κατάπινε το φακό και τον πελάτη. Ξεφύλλιζαν αργά, διψούσαν και σχολίαζαν, ανυπομονώντας να μεγαλώσουν και να εξαργυρώσουν το δικό τους μερίδιο σε κορμί και ιδρώτα.

Τα προσπέρασε και μπήκε στο κτίριο. Φόρεσε την ποδιά και κάθισε στη θέση της. Η Γ. ταμίας στο super market της γειτονιάς. Η Γ. πίσω από τα γελοία, ανέραστα χρώματα της υπαλληλικής στολής, άρχιζε ξανά τα αθροίσματα, τα παρακαλώ και τα ορίστε.

Κανείς δεν καθυστερούσε τα βήματά του για να την προσέξει. Σκυμμένοι πελάτες πάνω από πορτοφόλια και κατεψυγμένα κρέατα, βιάζονταν να τακτοποιήσουν τις σακούλες τους και να αφήσουν πίσω τους, τους χαώδεις διαδρόμους και τα ξέχειλα ράφια. Ο δημοτικός υπάλληλος που ψώνιζε τρεις φορές την εβδομάδα, αν και ήταν πολύ ευγενικός, δεν είχε σηκώσει ποτέ τα μάτια να την κοιτάξει. Ο νεαρός φοιτητής, δευτεροετής στο φυσικό, συνήθιζε να χαμογελάει συγκαταβατικά, ενώ μερικοί τακτικοί πελάτες απόμαχοι της δουλειάς και του έρωτα ήταν μάλλον απότομοι, αν όχι αγενείς. Κι όμως, μόνο άσχημη δεν ήταν.

Πίσω από τις μικρές ρωγμές που σχηματίζονταν γύρω στο λαιμό της, πίσω απ’ τις μαύρες τρύπες που εδώ και λίγο καιρό παρίσταναν τα μάτια, πίσω από το ξεραμένο, αφυδατωμένο στόμα της, ταλαντεύονταν χωρίς αμφιβολία μια ολόκληρη σειρά από χαμένες ευκαιρίες.

Τα μαλλιά και τα χέρια, από χρόνια χωρίς χάδι ή φιλί, πάλευαν, ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια, να αντισταθούν στα εκατοντάδες απορρυπαντικά, λευκαντικά και παστεριωμένα γάλατα που το απέναντι ράφι εκτόξευε κατά ρυπάς εναντίον της. Χιλιάδες διαφημίσεις, επαναστατικές λοσιόν και ολοκαίνουριες λακ την παρακολουθούσαν καθημερινά και ειρωνεύονταν το αντικείμενο της παρατήρησης. Ειρωνικό ύφος έπαιρναν συνήθως και οι απειράριθμες μοντέλες, τραγουδίστριες και εν γένει celebrities που στόλιζαν τα εξώφυλλα των μηνιαίων περιοδικών, που το τελευταίο εξάμηνο άλλαξαν θέση και ήρθαν και θρονιάστηκαν ακριβώς δίπλα της.

Ακριβώς το ίδιο έργο, της παρακολούθησης εννοώ, επιτελούσαν ήσυχα και συστηματικά και οι τρεις πλησιέστερες κάμερες του καταστήματος, οι οποίες μπορούσε εύκολα να καταλάβει ότι ζούμαραν συνεχώς στο δεξί της χέρι και συγκεκριμένα μεταξύ δείκτη και μεγάλου δάχτυλου, στο σημείο δηλαδή ακριβώς που τοποθετούνταν τα ρέστα μέχρι να φτάσουν στο χέρι του βιαστικού καταναλωτή. Αναρωτιόταν αν ο χοντρούλης που καθόταν στο δωμάτιο με τις γεμάτες άπειρα θραύσματα αλήθειας οθόνες και την παντελή άγνοια του πραγματικού κόσμου, είχε προσπαθήσει να στρέψει την κάμερα προς το πρόσωπο ή το υπόλοιπο σώμα της. Θα ήθελε να πιστεύει ότι του τράβηξε την προσοχή, αλλά 6 μέρες την εβδομάδα τους τελευταίους 18 μήνες στην ίδια άβολη καρέκλα έλεγαν ότι η κάμερα, όπως και κάθε κάμερα κλειστού κυκλώματος, αδυνατεί να αποτυπώσει οποιοδήποτε πρόσωπο.

Εκείνη, παρά τις τακτικές επιθέσεις ενός κόσμου που αιμορραγεί αντιγυραντικές κρέμες και πικάντικες μουστάρδες, θαύμαζε ακόμη τις ξανθές με τα γυμνασμένα σώματα και τις αινιγματικές δηλώσεις, όπως θαύμαζε και ορισμένες κοπελίτσες που έρχονταν στο super market για να ψωνίσουν ένα βιολογικό μαρούλι ή δύο γιαούρτια με φρούτα και φορούσαν ακριβές φόρμες, μοδάτα κασκόλ και δεκάδες αξεσουάρ. Τις θαύμαζε γιατί έδειχναν αψεγάδιαστες, κομψές και έτοιμες για όλα. Τις θαύμαζε γιατί είχαν σφιχτούς κώλους, στενά τζιν και ένα στρατό ανδρών να τις λαχταράνε από το απέναντι πεζοδρόμιο. Τις θαύμαζε γιατί έβλεπε με τα μάτια κλειστά και με μοναδικό φως την αντανάκλαση της τηλεόρασης.

Στην πραγματικότητα οι άνδρες λαχταρούσαν την ψευδαίσθηση του συνδυασμού σκληρής τσόντας και προκομμένης νοικοκυράς που δημιουργούσαν οι επώνυμες κιλότες και το κρεμασμένο στα περίπτερα συλλογικό φαντασιακό κι όχι τις ίδιες.
Αν πρόσεχε λίγο καλύτερα, θα καταλάβαινε ότι ο δημοτικός σύμβουλος δεν σήκωνε τα μάτια του εξαιτίας της ντροπής και της υπερβολικής προσπάθειας να καμουφλάρει τον κόμπο στο στομάχι και στα λόγια του. Αν ήξερε καλύτερα, μπορεί να υποπτευόταν ότι ο φοιτητής πολλές φορές πήγαινε στο μπάνιο παρέα με το πρόσωπο, τη φωνή και τα πόδια της. Αν είχε τα αυτιά της ανοιχτά στους ήχους του δρόμου και κλειστά στις μεσημεριανές τηλεοπτικές υστερίες μπορεί και να άκουγε τον ψίθυρο όταν περνούσε μπροστά από το καφενείο. Εκεί ο Κώστας, ο Πέτρος κι ο Ευθύμης, που ήταν γνωστό ότι έπαιρναν τον καφέ τους σκέτο, γεύονταν κάθε απόγευμα, την ώρα που εκείνη σχόλαγε, τα πιο γλυκά ροφήματα. Κάθε βήμα της ήταν ζάχαρη, μέλι ή έμοιαζε ακόμη με το απογευματινό ούζο που χαίρονται οι τελευταίοι ζωντανοί στα νησιά του Ιούλη. Όλα αυτά, εμφανέστατα για όποιον δεν περιμένει να μάθει τα νέα από τις ειδήσεις, εκείνη αδυνατούσε να τα υποψιαστεί.

Αδυνατούσε να υποψιαστεί ότι ο κόσμος αποτελείται κυρίως από πόνο, ταλαιπωρημένα χαμόγελα, διψασμένα κορμιά και στιγμές που αδημονούν να ξετινάξουν τα κάθε λογής φτιασίδια. Αδυνατούσε να πιστέψει ότι οποιαδήποτε πραγματική γυναίκα κουρασμένη, γεμάτη ζέστη, τρυφεράδα και βάσανο, είναι απείρως προτιμότερη από κάθε μια πλαστική κουκλάρα που περιφέρει τα φτηνά γοφιά της από εκπομπή σε εκπομπή.
Εκείνο ακριβώς το βράδυ την ώρα που έσβηνε το πορτατίφ πλάι στο κρεβάτι, σκεφτόταν ότι η μοναξιά ώρες ώρες μοιάζει με θηλιά, με σφιχτό σκοινί γύρω απ’ το λαιμό. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι κάθε βράδυ, πολλοί άνδρες στη γειτονιά την καληνύχτιζαν ψιθυριστά και ονειρεύονταν το ίδιο εκείνο πορτατίφ που τώρα την καταδίκαζε για άλλη μια νύχτα στο σκοτάδι.

Copyright©Σπύρος Παπαδόπουλος



αρχή σελίδας

Θεωρία - Λίτσα Χατζοπούλου: Μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο

Για την Αθηνά, που με έμαθε

 

Η 25η Μαρτίου είναι για μένα ημέρα γκρίνιας. Ένα χρόνο πριν, είχα κάνει ένα υπολογισμένα οργισμένο post όπου έλεγα τι δεν θα ακούσουμε στους ρητορικούς λόγους και τα διαγγέλματα που κατ’ ανάγκην εκφωνούνται με αφορμή την εθνική επέτειο. Φέτος είχα ακόμη περισσότερους λόγους να γκρινιάξω – αποφάσισα όμως να αλλάξω ελαφρώς το θέμα, χωρίς εν τούτοις να μεταβάλλω και τη γκρινιάρικη διάθεση. Και, είπα, αντί να μιλήσω για την επανάσταση και την ιστορία, να αναφερθώ στην ποίηση και στη φιλολογία – και να περάσω τη μέρα μου μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο. Ούτω και εγένετο.
Τον θυμάστε τον Κάλβο; Είναι εκείνος ο Ζακύνθιος ποιητής, που έγραφε σε γλώσσα ακαταλαβίστικη και που συνήθως στο σχολείο μας τον δίδασκαν επί τροχάδην πριν από τον Σολωμό• ψελίζανε κάτι τι για τις ιταλικές του καταβολές, για την αρχαΐζουσα γλώσσα του και για τη στιχουργία του και μετά πέρναγαν στον «Εθνικό Ύμνο» και στους «Ελεύθερους πολιορκημένους» («πολιορκισμένους» είναι το σωστό, έτσι το έγραψε ο Σολωμός). Μερικοί ίσως τον θυμούνται και από την (άθλια, κατ’ εμέ) μελοποίηση του Θεοδωράκη στα «Τραγούδια του Αγώνα». Περιέργως, παρά τη μελοποίηση, ο Κάλβος δεν πέρασε ποτέ στο λεγόμενο «ευρύ κοινό», όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης• απέμεινεν, ωστόσο, ο στίχος του θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία, και κατά καιρούς χρησιμοποιείται από διάφορους (και αδιάφορους) ομιλητές που θέλουν να παραστήσουν τους βαθυστόχαστους.
Ο Κάλβος έγραψε κυρίως για την ελληνική επανάσταση. Δέκα ωδές στη Λύρα που τυπώθηκε το 1824 στη Γενεύη και άλλες δέκα στα Λυρικά, που τυπώθηκαν το 1826 στο Παρίσι. Ο ίδιος έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ευρώπη (με είδε / το πέμπτον του αιώνος / εις ξένα έθνη)– στην Ιταλία (Χαίρε Αυσονία), στην Αγγλία (χαίρε / και συ Αλβιών) και στη Γαλλία (χαιρέτωσαν / τα ένδοξα Παρίσια). Και, παρ’ όλο που ευχήθηκε να πεθάνει στη Ζάκυνθο (Ας μη μου δώσει η μοίρα μου / εις ξένην γην τον τάφον• / είναι γλυκύς ο θάνατος / μόνον όταν κοιμώμεθα / εις την πατρίδα), η μοίρα του το έφερε να πεθάνει στην Αγγλία το 1867• κανείς στην Ελλάδα δεν τον επένθησε, όπως προσφυώς παρατηρεί αργότερα ο Παλαμάς, ο οποίος άλλωστε τον «ανακαλύπτει» περί τα τέλη του 19ου αιώνα.
Από τότε μέχρι σήμερα, έχουν γραφεί πολλές σελίδες για τον ιδιότυπο ποιητή• μέχρι και ο Σεφέρης του αφιέρωσε ένα δοκίμιο («Απορίες διαβάζοντας Κάλβο»), διετύπωσε δε εκείνον τον περίφημο (και απολύτως εσφαλμένο) αφορισμό: «Κάλβος, Σολωμός, Καβάφης, οι τρεις μεγάλοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά» - ο Ελύτης πάλι στάθηκε δίπλα του μ’ έναν άλλο τρόπο, ουσιαστικότερο και πιο βαθύ.
Τέλος πάντων, όλες οι εμβριθείς αναλύσεις για το καλβικό έργο κατέληγαν πάντα στην ίδια κριτική αντίληψη – ότι ο Κάλβος επηρεάστηκε πρωτίστως από την ιταλική ποίηση και ότι έμεινε πιστός στους κανόνες της κλασικιστικής ποιητικής. Έτσι τον διδαχτήκαμε στο σχολείο και τα ίδια ακούσαμε και στο πανεπιστήμιο. Αλλά, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.
Δεν είναι της ώρας να αναλύσω λεπτομερώς ποιητικές και αισθητικές θεωρίες – και σε τελική ανάλυση, ποιον αφορά τι στην πραγματικότητα ήταν ο Κάλβος; Αν κανείς συγκινείται από τους στίχους του, αδιαφορεί για τα περαιτέρω• αν πάλι δεν του λέει τίποτα το όνομα «Κάλβος», ομοίως παραμένει απαθής στους φιλολογικούς σχολαστικισμούς μερικών «βαρεμένων», που, τέλος πάντων, αγνοούν και το νόημα της λεγόμενης «πραγματικής ζωής». Εγώ πάλι έχω το blog μου για να βγάζω το άχτι μου: και, η περίπτωση του Κάλβου, εμπίπτει μέσα στα δεκάδες πράγματα που με εκνευρίζουν, ακριβώς διότι απεικονίζει πλήρως τις εμμονές της ελληνικής φιλολογίας και της λογοτεχνικής κριτικής και την αδυναμία τους να εξελιχθούν και να συμβαδίσουν με το παρόν.
Ας μονολογήσω, λοιπόν. Τι είναι ο κλασικισμός (ή νεοκλασικισμός, κατά μία άλλη προσέγγιση); Μια θεωρία για την τέχνη – που βασίζεται στην ευλαβική τήρηση των λογοτεχνικών κανόνων όπως αυτοί διατυπώθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους κλασικούς (κυρίως Αριστοτέλη και Οράτιο) και τους Γάλλους (κυρίως) θεωρητικούς του 17ου αιώνα (κατεξοχήν από τον Boileau). Σύμφωνα μ’ αυτούς τους κανόνες (που είναι πράγματι πολύ σχολαστικοί ως προς τη σύνθεση, τη στιχουργία, τη λογοτεχνική γλώσσα και τα παρόμοια) γράφτηκαν λ.χ. οι τραγωδίες του Racine και του Corneille, τα ποιήματα του Alexander Pope και του John Dryden, τα πεζογραφήματα του Joseph Addison και του James Boswell. Πέρα όμως από τους ειδικότερους κανόνες, η ποιητική του κλασικισμού βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο κοσμοείδωλο, το οποίο χαρακτηρίζεται από την τάξη, την αρμονία, την πληρότητα• ο κόσμος των κλασικιστών είναι, ας πούμε, ένας κόσμος τακτοποιημένος, τέλειος, ισορροπημένος, ακόμη και τα πάθη υποτάσσονται στο μέτρο, και η εξέχουσα ποιότητα είναι αυτή του ωραίου – ωραία πρόσωπα, ωραία συναισθήματα, ωραίοι νόμοι, ωραίες κοινωνίες: ωραία δηλαδή αρμονικά, χωρίς εντάσεις, ήρεμα, χωρίς ανατροπές.
Ας πάρουμε οποιανδήποτε από τις Ωδές του Κάλβου• ο κόσμος που βγαίνει από τους στίχους του, καμία σχέση δεν έχει με το κλασικιστικό κοσμοείδωλο:

Άγρια, μεγάλα τρέχουσι / τα νερά της θαλάσσης, / και ρίπτονται και σχίζονται / βίαια επί τους βράχους / αλβιονείους.

Πού είναι η τάξη και η αρμονία και η ομορφιά; Καμία αίσθηση γαλήνης, καμία ηρεμία – το αντίθετο ακριβώς: βιαιότητα, η φύση στις άγριες στιγμές της, τα ελάχιστα «ειδυλλιακά» τοπία που περιγράφονται είναι συνδεδεμένα με την ανατριχιαστική και εφιαλτική παρουσία του θανάτου. Σε όλες τις Ωδές βλέπουμε άλογα να τρέχουν μανιασμένα, ανέμους να ξεθεμελιώνουν τον κόσμο, τον ωκεανό να συνταράζεται από θύελλες, τις συγκρούσεις του πολέμου, επικίνδυνες πτήσεις και μοιραίες πτώσεις, αίμα και φωτιά, και σχεδόν πάντα τον πόθο, την απόφαση και την επιταγή για μια πορεία ανηφορική, η οποία οδηγεί στην ελευθερία – και στη δόξα, αφού Έσφαλεν ο την δόξαν / ονομάσας ματαίαν.
Ιδού ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Όσοι το χάλκεον χέρι / βαρύ του φόβου αισθάνονται / ζυγόν δουλείας ας έχωσι•/ θέλει αρετήν και τόλμην / η ελευθερία.
Αυτή (και ο μύθος κρύπτει / νουν αληθείας) επτέρωσε / τον Ίκαρον• και αν έπεσεν / ο πτερωθείς κ’ επνίγη / θαλασσωμένος
αφ' υψηλά όμως έπεσε, / και απέθανεν ελεύθερος. / Αν γένης σφάγιον άτιμον / ενός τυράννου, νόμιζε / φρικτόν τον τάφον.

Έχει και εικόνες ωραιότητος και αρμονίας ο Κάλβος – μόνο που φροντίζει να τις ανατρέψει βίαια• όπως ας πούμε στην ωδή «Εις Ψαρά», όπου περιγράφει ένα ανακρεόντειο συμπόσιο, σχεδόν βακχικό, με μουσικές, μελιφρόνους αμφορείς, ηδονές και χορούς παρθένων, κι εκεί που τα μέλη λύνονται, βλέπεις την αρμονία να γίνεται χίλια κομμάτια μ’ εκείνη την τρομερή ποιητική αποστροφή Αναίσχυντα φρονήματα των αγεννέων ανθρώπων και τις συνακόλουθες εικόνες από την καταστροφή των Ψαρών. Ή στα «Ηφαίστεια», όπου κάθε εικόνα της (άλλοτε) ήρεμης και όμορφης φύσης εμπεριέχει μια βίαιη δύναμη, την υποψία του τρόμου και της φρίκης:

Ελεύθερα αχαλίνωτα / μέσα εις τ’ αμπέλια τρέχουν / τ’ άλογα, και εις την ράχην τους / το πνεύμα των ανέμων / κάθεται μόνον.
Εις τον αιγιαλόν / από τα ουράνια σύγνεφα / αφόβως καταβαίνουν / κραυγάζοντες οι γλάροι / και τα γεράκια.

Λοιπόν, τίποτα από όλα αυτά δεν είναι κλασικιστικό – αντιθέτως, όλα είναι εικόνες και στάσεις του ρομαντισμού, και μάλιστα στην ανατρεπτική, βυρωνική του εκδοχή. Ακόμη και η στιχουργία του Κάλβου έρχεται να ενισχύσει τη ρομαντική εικονογραφία και διάθεση λόγω του διασκελισμού, του γεγονότος δηλαδή ότι το νόημα δεν ολοκληρώνεται μέσα σ’ έναν στίχο, αλλά ξεδιπλώνεται και αναπτύσσεται σε ολόκληρη τη στροφή, συχνά δε ολοκληρώνεται στην επόμενη• έτσι, κυριολεκτικά βλέπεις τα κύματα να στροβιλίζονται, τα άλογα να τρέχουν, τους ανέμους να περνάνε μανιασμένοι πάνω από έρημες πεδιάδες. Αλλά, όπως ξέρουμε, η χρήση του διασκελισμού στην ποίηση, πάντα, από την αρχαιότητα ακόμη, εσήμαινε τη διάθεση της ρήξης με την παράδοση, της ανατροπής, της απελευθέρωσης.
Τα γνωρίζει όλα αυτά η νεοελληνική φιλολογία; Θα έπρεπε, διότι έχουν δημοσιευτεί εδώ και δέκα σχεδόν χρόνια οι σχετικές μελέτες της Αθηνάς Γεωργαντά (η οποία προσφάτως δημοσίευσε ένα ακόμη μελέτημα για τη σχέση του Κάλβου με το κίνημα των Καρμπονάρων). Γιατί, παρ’ όλα αυτά, επιμένει στις παλαιότερες αντιλήψεις; Άγνωστο. Ή μάλλον γνωστό. Επειδή, χαλάει η «συνταγή» - και όχι τόσο η «συνταγή» που αφορά την αναθεώρηση παγίων θέσεων της κριτικής (ας πούμε, ότι με όλα αυτά ο Κάλβος αναβαθμίζεται σε σχέση με τον Σολωμό), όσο η «συνταγή» που σχετίζεται με τη φήμη ορισμένων μελετητών, με το υπάρχον κύρος τους (το όποιο, τέλος πάντων, διότι είναι συζητήσιμο όλο αυτό το περί «κύρους» υπό τις δεδομένες συνθήκες και τις κυρίαρχες νοοτροπίες), με τις πανεπιστημιακές ή άλλες θέσεις που κατέχουν.
Τώρα όλα τα παραπάνω, θα μπορούσαν να οδηγήσουν ξανά στη συζήτηση αναφορικά με τα διδακτικά εγχειρίδια, με το τι μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο, με το ποια τέλος πάντων είναι η ταυτότητα και ο ρόλος των ανθρωπιστικών σπουδών και τα παρόμοια.
Μάταιος κόπος, φίλτατοι. Εξάλλου, εγώ ό,τι έγραψα, το έγραψα επειδή αγαπώ τον Κάλβο.

Copyright©Λίτσα Χατζοπούλου / Email: litsah@gmail.com

 

αρχή σελίδας

Κώστας Νησιώτης

Λονδίνο

Λονδίνο μυθιστόρημα οι γειτονιές σου μοιάζουν
βγαλμένο απ΄ το πονετικό του Ντίκενς το μελάνι΄
γεφύρια και λιθόστρωτα στη καταχνιά ταιριάζουν
σε μίας άλλης εποχής βικτωριανής την πλάνη.

Δένανε στο λιμάνι σου περήφανα σκαριά
πελεκημένα στα δριμιά του Ινδικού μουσώνια
τ’ αμπάρια τους ολόγιομα μπαχάρια εξωτικά
και στα κατάρτια φλύαρα αρπαχτικά γλαρόνια.

Τ’ ατάραχο του Νέλσωνα πανοπτικό κρανίο
τα περιστέρια δέχεται στη κεφαλή του στέμμα.
Παρατηρούν αιχμάλωτα το δείλι απ’ το Μουσείο
τον ουρανό τ’ αγάλματα να πλημμυρίζει αίμα

και να χρυσώνει απλόχερα τρούλους ο γαλαντόμος
καθώς βουλιάζει άσαντος, πελώριος, πορφυρός
σα δάδα μεγαλόπρεπη που σβήνει ένας θεός
αρχαίος υποτακτικός στου Νεύτωνα το νόμο.

Στο Χάιντ Πάρκ του έρωτα ξαπλώνουν τα παιδιά
και σαν τεντώνει γκριζωπό στο θόλο σου σεντόνι
τα γέρικα πλατάνια σου προσφέρουνε σκιά
σ’ εκείνα που δεν πρόλαβαν ν’ αγαπηθούν ακόμη!

***
Ν.Κ.Π.


«Φίλησε με θάλασσα προτού σε χάσω»
Δεν ξέρω γιατί όταν πρωτοδιάβασα τον στίχο του Ελύτη είχα την εντύπωση πως τον ψέλλισε ο πατέρας μου λίγο πριν βγει στη στεριά. Θα μου πεις, σαράντα χρόνια τον ράντιζε η αλισάχνη της, πως να μην την αγαπήσει; Τι ήταν λίγες φουρτούνες μπροστά στην απέραντη ελευθερία της;
Μια κορδιλιέρα απο φορτία είχε χαπιαριστεί στα αμπάρια του. Είτε αρμένιζε φορτωμένος είτε όχι, η έγνοια τον βούλιαζε μέχρι τα ίσαλα. Ηταν απο τους ναυτίλους που «οι ψυχές τους έγιναν ένα με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης», γι αυτό, όταν ήρθε ο καιρός να αφήσει τα βαπόρια, μελαγχόλησε. Βγήκε στη στεριά γκρίζος μέσα-έξω. Σαν να ήξερε τι τον περίμενε.
Είδε κι έπαθε να συνηθίσει. Πάει το καφεδάκι στη γέφυρα «και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής», που λέει ενας άλλος ποιητής, μαρκόνης.
Μπορεί να τον ήξερες. Να κάματε μαζί σε κανένα φορτηγό.
Σε έχω φλομώσει στους ποιητές, ακούραστε αχθοφόρε του πελάγου, εσυ που πέρασες απο σαράντα κύματα.
Μόνο σαράντα; σ΄ακούω να μου λες, μ’ εκείνο το πικρό χαμόγελο.
Σαλπάρησε η καπετάνισσα, η αγαλματένια. Μια σκιά απέμεινε, δεν θέλω να θυμάμαι. Την έβλεπες, άμοιρε, με τα μάτια της ψυχής σου. Οπως σε βλέπουν όλοι όσοι έκαμαν μαζί σου. Μου μιλούσαν για σένα και το βλέμμα τους σπίθιζε. Λίγο το ‘χεις;
Η πίκρα ερχότανε πάντα απο τη στεριά.
Σε θυμάμαι όταν πηγαίναμε για μπάνιο το καλοκαίρι. Εμπαινες στο νερό κοιτάζοντας επίμονα εμπρός, λες και πήγαινες να παραβγείς κάποιον στο κολύμπι. Μέσα σε λίγα λεπτά είχες ξεμακρύνει. Βλέπαμε το κεφαλάκι σου στα βαθιά, σαν σημαδούρα, και βάζαμε τα γέλια. Ομως εκείνη έτρεμε. Σου έγνεφε να βγείς έξω. Και συ, γύριζες πίσω αργά, θριαμβευτικά, σαν να είχες κερδίσει κάποιο στοίχημα.
Εχασες πολλά στοιχήματα απο τότε. Ομως κέρδισες την αγάπη των ταπεινών.
Θέλω να σου στείλω κάτι, τώρα που δεν σε βαραίνουν έννοιες, τώρα που την έχεις πλάι σου. Πες μου μονάχα πως θα το διαβάσεις. Το έγραψε ένας ποιητής που μοιάζει λίγο με τον Κωνσταντή, τον πατέρα σου. Είναι κι αυτός απάνω. Μαζί σου. Ουράνιο πλήρωμα.


Ω περιστέρι της ψυχής πήγαινε στο καλό
Πήγαινε τώρα με το μελτέμι
Και φίλησέ μου όσα μαργαριτάρια συναντήσεις
Αν δεν με βλέπεις μη φοβάσαι θα γιορτάζω μαζί σου
Στο ταξίδι μας θα σηκώσουμε τα νερά της θάλασσας
να ευλογήσουν ο,τι αγαπήσαμε και ο,τι δεν ξεχνάμε πιά.


Copyright© Κώστας Νησιώτης

αρχή σελίδας

Μιχάλης Στειακάκης

“Οδυσσέας”

...να δω με τα μάτια
να ακούσω με τα αυτιά
για να πιστέψω
.
David Hume


[.......... Σειρήνας μέν πρώτον αφίξεαι, αι ρα τε πάντας
ανθρώπους θέλγουσιν, ότις σφεας εισαφίκηται.
ός τις ανδρείη πελάση και φθόγγον ακούση
Σειρήνων, τώ δ' ού τι γυνή και νήπια τέκνα
οίκαδε νοστήσαντι παρίσταται ουδέ γάνυνται,
αλλά τε Σειρήνες λιγυρή θέλγουσιν αοιδή......
.]

Σ' εβένινο κατάρτι πισθωμένος
καμώνεται τον δέσμιο ν' ακούσει
ανήμπορα τραγούδια των Σειρήνων
μα τα σχοινιά του τά 'φαε η αρμύρα

καμώνεται τον δέσμιο κι ακούει
ανώφελα τραγούδια των Σειρήνων
να κάνει τίποτ' άλλο δε μπορούσε
βαρύ το πλήγμα θα 'ταν στους συντρόφους
............
Θα κλόνιζε τα θέμελα του κόσμου...
[…]

Ήλιοι, βροχές χορτάριασαν *** της προσμονής τα μάτια
χρόνια θωρούσαν πέλαγα *** κοιτούσαν ουρανούς
κι όπως διαβαίναν οι καιροί *** κλείονταν σε δωμάτια
στερέψανε οι θάλασσες *** ποιός σφίγγει τους κρουνούς.

Ω! της καρδιάς μας ναυαγοί *** μαράθηκαν τα χέρια
πούν' τα σινιάλα, που οι φωτιές *** στεγνώσαν οι λαιμοί
Τι καρτεράς; δε ξέρω πιά *** θα μας το πουν τ' αστέρια
στάθη το δείλι ανήμπορο *** ματώσαν οι ουρανοί.

Στέκει η ψυχή μας σιωπηλή *** αντίκρα στο λεπίδι
σφίγγει τα χείλη τα πικρά *** εμπρός στο Θεριστή
πάει καιρός - πιά το 'μαθε *** του πόνου το παιχνίδι
χαρακωμένη - σαν ελιά *** που θα ξαρμυριστεί.

Στο δέντρο της υπομονής *** κατέλυσε το βράδυ
να στάξουν τ' άστρα βάλσαμο *** να μαραθεί η πληγή
να δώσει μιά - ν' αναστηθεί *** να σκίσει το σκοτάδι
ν' απλώσει φως ατέλευτο *** να σηκωθεί η αυγή.

Copyright©Μιχάλης Στειακάκης

αρχή σελίδας


Ελένη Λυσικόμος

Ένα δάκρυ στο βορά

δεν έχει μάτια ουρανό απόψε
μονάχα βλέφαρα
ρίζες γης
δεν έχει κύκλο η σελήνη
μόνο ακίδες
κι ένα παράθυρο κλειστό

μετρώ… ανάστροφα
την απουσία που πληθαίνει

ξένη σε τόπο γέννας
δρόμοι έλικες δε φθάνουν
σε κάρπισμα Ηούς απ' Αστραιού σπορά

ποιο σύννεφο πυκνό ν' απλώσω ποιο να' βρω χρώμα νύχτας
της όψης τη χοή να κλείσει…
πονά η καλημέρα σε φλέβα ξενική
κι άθελα το δάκρυ
την άκρη των ματιών μου

γιατί δεν βρέχει μέρα
με μάνταλο ανοιχτό


**

Κι ιδρώνω χώμα… σημαίνον

στη πέτρα στο ψαλίδι και στη κόψη οι λόγοι
να θρυμματίζονται και να σπα ο κονιορτός τους
θρύψαλα υδατωμένα – υδραγωγός
να φέρω σεσουάρ για να στεγνώσω, να ισιώσω
τις ρωγμές
να μ' βρει η νύχτα που γράφονται Ω!!! τα μεγάλα εκείνων που ξενυχτούν αναπνοές σε ισιάδα,

μη και σκαλώσουν σ' ακίδες σταγόνες από κόμη φύκια λουσμένη βότσαλα

ιασμέλαιο μη λησμονήσω…
και στλεγγίδα για να δέφω σήψη
ξωθιά που μ' έδωκε άσαρκο οστό

σάπια νερά και στάχτη εδώ βορβόρου θέαση
και πώς να ημπορείς μ' έντιμα χέρια περιπατητή των καιρών
σε τέτοια μνήμη να σταθείς γραφή
ταγιαδόρος κι ασκητής το πόνημα σου

μα δεν προσφέρονται ματσάκια χώμα
ρήτορες τεχνίτες
σαρίκι των καιρών από δρόμο λάμπα δανικό
δεν διεκδίκησε κεφαλικό ως θυρεό
πόρρω απέχει…
κι ίσκιο απέκτησα αναπάντεχο – περιηγητή

**

έπηλυς

γράφω ελάχιστη λάμπα
χέρι σουγιά
κόμη καρφί
και ξύλινο δοκάρι πένα
ράβω μαχαίρια για να μερώνει η πληγή

δες
γιατί τώρα τάχα τα μολύβια δεν γραμμώνουν
κι ο μυς ταλαντεύεται σε σύσπαση αναμονής;

κερί διαβάζω

σε λησμονιά το ακρωτηριασμένο στόμα
βάζω τις λέξεις σε λευκό να μην πονούν
μα γράφουν θέση τρύπα και σφυρί
πρόσφατα και παλιά χαρίσματα…
με σπόγγους κοιμίζω τις οπές…

κι αθροίζω θειάφι και κενό
τα μιλημένα τ' ανέπαφα νεκρά

μα έπηλυς φερμένη δανείζομαι χέρια
κι ερέτης δένομαι αφρό

Copyright©Ελένη Λυσικόμος

αρχή σελίδας


Ελένη Ευαγγελάτου: Η Ελένη στις Φλόγες (Μια αληθινή ιστορία)

Η ζέστη ήταν σχεδόν αφόρητη και έμοιαζε να μεγαλώνει κάθε στιγμή. Η Ελένη ήταν τρομαγμένη σε τέτοιο βαθμό, που κάποιες στιγμές νόμιζε ότι έχανε τον κόσμο γύρω της, σαν να μην ήξερε που βρισκόταν.
Ακούγε τις φωνές των αδελφιών της γύρω της σαν έρχονταν από κάπου μακριά, απόκοσμα. Η μάνα της οδηγούσε νευρικά κι όλο έλεγε:
-Θεέ μου να φύγουμε να γλιτώσουμε .Τι θα κάνω με τέσσερα παιδιά, που θα πάω;
Αχ Θανάση, γιατί έμεινες πίσω; Το σπίτι, αμάν το σπίτι. Άστο να γίνει ό,τι θέλει. Ας ήσουν τώρα εδώ.
Η Ελένη την άκουγε και δεν ήξερε, δεν της ερχότανε μια λέξη ενθάρρυνσης στο στόμα, να της πει: Μάνα μην στεναχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά.
Προσπαθούσε να ξεστομίσει τις λέξεις αλλά αυτές δεν ήθελαν να βγουν, είχαν ξεραθεί στο λαιμό της. Κοίταξε τριγύρω με μάτια ξαναμμένα, άγρια. Παντού έβλεπε καπνό.
Δεξιά στο βάθος ξεπηδούσαν φλόγες. Αριστερά όλη η πλαγιά φεγγοβολούσε. Ο αγροτικός δρόμος δεν ήταν πολύ μεγάλος. Μπροστά έβλεπε και άλλα αυτοκίνητα που έφευγαν. Τρέχουν κι αυτοί να σωθούν συλλογίστηκε. Λες να προλάβουμε; Σίγουρα θα προλάβουμε διαβεβαίωσε τον εαυτό της. Ποτέ μέχρι τώρα, στα δεκαπέντε της χρόνια, δεν είχε ακούσει για ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να φύγουν. Είχε ακούσει κι έχει δει στην τηλεόραση δέντρα να καίγονται, ακόμη και σπίτια να καίγονται αλλά οι άνθρωποι την τελευταία στιγμή έτρεχαν πανικόβλητοι και σώζονταν.
Ω Θεέ μου κι ο πατέρας που είχε μείνει στο σπίτι να το σώσει, τι θα γινόταν; Άρχισε στο μυαλό της να βλέπει φρικτές εικόνες. Ο πατέρας με το λάστιχο να προσπαθεί να σβήσει τις φλόγες στον κήπο και μετά να βρέχει τα παράθυρα. Το λάστιχο στο χέρι του να καίει , το νερό νάναι λιγοστό και ύστερα... Το τράβηγμα στη φούστα της από τον μικρό αδελφό της ευτυχώς την ξυπνήσε από το ζωντανό όνειρο.
-Κοίτα, κοίτα μπροστά. Πολλά αμάξια. Δεν προχωράνε. Γιατί; Πώς θα φύγουμε;
Κοίταξε και είδε μπροστά ένα πυροσβεστικό και πίσω του κάμποσα αμάξια. Όλα στέκονταν. Μάλλον ήταν και κάνα δύο αμάξια μπροστά από το πυροσβεστικό, σαν να έρχονταν αυτά και τούτα σταματημένα.
-Μη φοβάσαι, είπε στον αδελφό της, δεν βλέπεις; Είναι πυροσβεστικό έχει νερό μέσα πολύ νερό. Θα ρίξει και θα μας βοηθήσει. Μη φοβάσαι.
Άκουγε τον εαυτό της να μιλάει σαν να ήταν κάποιος άλλος και μέσα της μια άλλη φωνή, σιωπηλή, που έλεγε: μα γιατί σταμάτησαν; κάτι κακό τρέχει.
Η φωνή της μάνας της διέκοψε και τη δική της φωνή και την μέσα της.
-Τι γίνεται εδώ; γιατί σταμάτησαν; Δεν βλέπουν τις φλόγες που έρχονται;
Πάτησε την κόρνα με θυμό και φόβο. Τίποτα δεν έγινε.
-Μείνετε εδώ, είπε, πάω να δω τι έγινε.
Έτρεξε στο μπροστινό αυτοκίνητο. Η Ελένη την είδε να μιλάει αλαφιασμένη στον οδηγό και να κάνει χειρονομίες. Να δείχνει τη φωτιά, μπροστά, πίσω, παντού. Και οι άλλοι άνθρωποι βγήκαν από τα αμάξια, χειρονομούσαν κι αυτοί, φώναζαν. Η μάνα της γύρισε, μπήκε στο αυτοκίνητο, άρπαξε το κινητό και πήρε τον πατέρα. Την άκουγε να του λέει τρομαγμένη πως δεν μπορούσαν να προχωρήσουν άλλο, είχε κλείσει ο δρόμος, δεν ήξερε γιατί και πίσω δεν μπορούσε να κάνει, έβλεπε παντού φωτιά.
-Τι να κάνω; Τι να κάνω; του φώναζε. Τα παιδιά, τα παιδιά. Θα καούμε.
Και έκλαιγε. Μιλούσε κι έκλαιγε. Η φωνή της μπερδευόταν με το κλάμα και έχανε τα λόγια της.
Η Ελένη πήρε το τηλέφωνο από τα τρεμάμενα χέρια της.
-Πατέρα, τι να κάνουμε;
Άκουσε τη φωνή του που έκλαιγε και αυτός να προσπαθεί να τη στηρίξει μα κι αυτός έτρεμε, πώς να τη βοηθήσει; Η Μάνα ξανάρπαξε το τηλέφωνο.
-Θα φύγουμε από το αυτοκίνητο, του είπε. Έρχεται η φωτιά. Θα πάμε στα χωράφια μήπως βρούμε κάτι να κρυφτούμε.
Τα μικρότερα αδέλφια της κλαίγαν, η γιαγιά με αναφιλητά παρακαλούσε να σωθούν.
-Πάμε Ελένη, πάρε το μωρό, φώναξε η μάνα της.
Πήρε το μωρό αγκαλιά, τράβηξε την γιαγιά που λες κι είχε γίνει εκατό κιλά και δεν μπορούσε να κουνήσει και έτρεξαν στα χωράφια.
Η ζέστη όλο και μεγάλωνε, ο καπνός λες και ήταν παντού. Ανάσαινε με δυσκολία. Το μωρό τσίριζε, η μάνα της φώναζε:
-Γρήγορα, γρήγορα Ελένη, από δώ.
Έτρεξαν στα χωράφια. Έρχονταν και άλλοι άνθρωποι, προσπαθούσαν κάπου να βρουν καταφύγιο. Μπροστά όλα ήταν ίσια, δεν είχε βράχους, κάτι να κρυφτούν. Η μάνα τους τους αγκάλιασε και έκατσαν στο χώμα, εκεί στη μέση του πουθενά.
Ακουγόντουσαν από παντού φωνές και στριγκλιές.
-Βοήθεια, καιγόμαστε.
Ποιος φώναζε; Η Ελένη δεν καταλάβαινε αν ήταν η μάνα της που μίλαγε στο τηλέφωνο με τον πατέρα της ή αν ήταν τα αδέλφια της, η γιαγιά της, ο θείος, οι άλλοι από τα αμάξια μπροστά. Τι σημασία είχε; Ήταν εκεί κουλουριασμένη στο χώμα όλη η οικογένεια μαζί. Μόνο ο πατέρας θα σωζε το σπίτι.
Το σπίτι, σκέφτηκε και σαν να το είδε στα αλήθεια μπροστά της με την κληματαριά στην είσοδο να κάνει σκιά, με τα γεράνια παντού κόκκινα και άσπρα, το γιασεμί να μοσχοβολά.
Θα το ξαναδώ το σπίτι; σκέφτηκε. Θα καεί ή μήπως θα καώ εγώ;
Ένοιωθε σαν κάποιος να της έκλεβε τις ώρες της. Σε ένα μήνα αρχίζει το σχολείο, συλλογίστηκε. Νέα τάξη. Θα πάω στο Λύκειο. Θα τα βγάλω πέρα; Ήθελε να σπουδάσει. Θα γινόταν καθηγήτρια ή μάλλον αρχιτέκτονας ή μήπως γιατρός; Κάθε μέρα σκεφτόταν και κάτι άλλο. Μα τώρα, εκεί κουλουριασμένη, όλες αυτές οι αγωνίες για το αύριο μοιάζαν τόσο μικρές. Και η μάνα της που της έλεγε συχνά:
-Θα γίνεις πολύ ωραία γυναίκα Ελένη μου.
Αυτή η γυναίκα τι θα γινόταν; Θα χανόταν; Ποτέ δεν θα μεγάλωνε αρκετά, νάχει δικά της παιδιά, δική της ζωή;
Ένας θόρυβος ακούστηκε στον ουρανό.
-Αεροπλάνο, αεροπλάνο φώναζαν όλοι μαζί με λαχτάρα.
Η Ελένη κοίταξε ψηλά. Ήταν καπνός παντού σαν συννεφιά αλλά είδε ένα κόκκινο κίτρινο αεροπλάνο από πάνω της.
-Θεέ μου, ήρθε βοήθεια, νερό, νερό.
Δεν ήξερε αν φώναζε δυνατά ή ούρλιαζε μέσα της. Άπλωσε τα χέρια της στον ουρανό σαν να παρακαλούσε για βροχή. Θυμήθηκε το τραγούδι που της άρεσε. Ένας κουτσός που όλο το χωριό τον κορόιδευε. Όταν όμως έπιασε φωτιά ένα σπίτι όρμησε και έβγαλε έξω τα παιδιά. Τώρα κανείς δεν τον γελά. Η Ελένη σκέφτηκε πρέπει να γράψω ένα τραγούδι που να λέει ότι το αεροπλάνο έσωσε τα παιδιά και κουλουριάστηκε πάλι με την οικογένεια για να μην τους χτυπήσει πολύ το νερό.
Ο βόμβος του αεροπλάνου άρχισε να μικραίνει, σχεδόν χανόταν. Τρομαγμένη η Ελένη κοίταξε τον ουρανό. Το κόκκινο κίτρινο αεροπλάνο χανόταν προς τα νότια.
-Φεύγει, φεύγει φώναξαν όλοι μαζί.
-Θεέ μου, γιατί φεύγει;
Δεν θα μας είδε, σκέφτηκε η Ελένη. Έχει πολύ καπνό, δεν θα μας είδε. Κρίμα, νομίζω δεν θα γράψω αυτό το τραγούδι. Νομίζω δεν προλαβαίνω. Μου έκλεψαν και άλλη ώρα. Πόσα λεπτά έμειναν; Δεν υπήρχε κανείς κουτσός τώρα να βοηθήσει. Κι αν υπήρχε θα τον έτρωγαν και αυτόν οι φλόγες.
Κοίταξε κλεφτά γύρω της. Δεν ήθελε να πολυδεί. Φλόγες παντού έτριζαν, χοροπηδούσαν σαν τότε που στο χωριό είχε γιορτή και το αρνί στην σούβλα καψαλιζόταν.
Η μάνα της είχε πάψει να μιλάει στο τηλέφωνο. Μέχρι και η μπαταρία τους είχε αφήσει. Μόνοι εκεί αγκαλιασμένοι αγκαλιάστηκαν πιο σφιχτά…
Σκέφτηκε τον πατέρα της, όχι το σπίτι πια . Τον είδε μόνο του, εκεί στην μέση του χωριού, όρθιο αλλά καμπουριασμένο. Της φάνηκε σαν νάταν καπνισμένος, μαύρα τα ρούχα του και το πρόσωπό του. Είχε παλέψει με την φωτιά και την είχε νικήσει. Αλλά ο χειρότερος εχθρός είναι ο θάνατος, σκέφτηκε η Ελένη και θυμήθηκε την γειτόνισσα τους που τόλεγε.
-Και τι κάνεις με αυτόν τον εχθρό, κυρά Νίτσα; άκουσε τον εαυτό της να την ρωτά άλλη μια φορά.
-Κόρη μου, παλεύεις όπως και όσο μπορείς. Όταν έχεις παλέψει ως εκεί που δεν πάει άλλο αφήνεις τα πράγματα στα χέρια του Θεού και γαληνεύεις.
-Ναι, είναι ώρα να γαληνέψω. Δεν υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω είπε η Ελένη στην Ελένη και φίλησε τρυφερά όλους με μισόκλειστα μάτια
.

Copyright©Ελένη Ευαγγελάτου

αρχή σελίδας

Nίκος Σφαμένος

Τα νεκρά σώματα του Απριλίου

Ζωντανεύουνε εικόνες μέσα
απ’ τα
χέρια μου
ξυπνάνε φωνές
από τα
μάτια μου
τις νύχτες
η θλίψη γίνεται
τόσο μεγάλη
δεν αντέχει
στη κάμαρα
κυλά έξω
στέκεται σε
καμινάδες
καμπαναριά

βούισμα σε μια
άκρη
του μυαλού μου
ήχοι μιας
άγνωστης
παλιάς
μουσικής
μια ήπειρος
ανεξερεύνητη
τώρα
η θλίψη
ξαναπλώνεται στη
κάμαρα
με τυλίγει
με πνίγει
γυρνά στη πόλη
σκεπάζει
χώρες
σκόρπιες
εικόνες
λεηλατημένες
πολιτείες

η γεύση
της
η μόνη
αλήθεια
τα ξημερώματα
λίγο πριν
οι πρώτες αχτίδες
λούσουν
τα νεκρά σώματα του Απριλίου
Μακαριότητα

Τα γαλάζια φορέματα και
οι νυχτερινοί ήλιοι
ο ήχος του μπουκαλιού στο
τοίχο και
μουρμουρητά από
γέρους σακάτες
τα ωραία κορίτσια και
τα ξεθωριασμένα βιβλία

Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος

Υγρά δωμάτια και
καλοκαιρινοί κήποι
σωροί ιδρώτα τα
ξημερώματα
λεηλατημένα μυαλά και
μισές ζωές

Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος
Ω μα είναι ένας υπέροχος κόσμος


Copyright©Νίκος Σφαμένος

αρχή σελίδας

Γιώργος Πυρόβαλης-Γέργος

Δεν έχω μάτια
(10.01.07)

Από το τώρα ως το τέλος
Τι άθλιο μήκος..
Γεμάτο το στόμα με μύθους νοσηλείας
Όπως εσύ εξαίσια υπομένεις και ξέρεις.

Πάρε με μέσα στο θάλαμο της νύχτας
Τις ώρες που διαστέλλεται το μαύρο
Πάρε με μέσα στο θάλαμο της νύχτας.

Σε περιμένω στην άλλη όχθη της παραλήγουσας θλίψης.

Έτοιμος κατεδαφίζω τον αθώο μου ύπνο
Χαρίζομαι στις κλειδαριές και τις κλειδώσεις
Όπως το κήτος της αμφιβολίας στο Τώρα χαρίζεται
αστέρας άγρυπνος και γαλαξίας μόνος
έτσι, που με την υποψία
που με την αιμορραγία της ηλικίας σου ανάβω
και σε περιμένω
με τα νύχια σου από μελάνι
με τις ανάσες σου, τέρας μου, τέρας…
με τις ανάσες σου, τέρας…

Μέσα σε τόση κόλαση
τα χέρια μου στέγνωσαν πως στέγνωσαν
διψώντας δίψα αιώνων γιορτή μου
ανέβηκα στο έπ’ άπειρον
υπάρχει εκεί και με περιμένει
κομμάτι ατόφιο του φωτός σε κατάπια
τρομερή ζωή σε κέρδισα
να ευχαριστώ επισκευάζοντας τον κόσμο
να ευχαριστώ καταργώντας το στερέωμα
πέτρα στο τίποτα νεροποντή στο κάτι.
Αγάπη μου,
βρήκα στο σπίτι μας ακατοίκητο άνθος
θα πιω μαζί του όλες τις βροχές
και κυρίως τ’ακριβότερα τσιγάρα.
Κανένα τέλος και κανένας ήχος.
Άνοιξη άνοιξε κι ανέχτηκε η ανόητη τα σώματά μας.
Τώρα είμαι κόκκινο αφρίζον μένος.
Τώρα είμαι ηλεκτροφόρος κύκνος.

Δεν έχω μάτια
παρά μόνο
για τη νύχτα.

**

Ένας άνθρωπος.
μνήμη Μ.Σαχτούρη

Ανάμεσά μας περνάει ένας άνθρωπος
Μ’ ένα κεφάλι γεμάτο κόκκινα φεγγάρια.
Γλιστράει χορεύει με τη μουσική μας
Καπνίζει τα τσιγάρα μας
Μας χαϊδεύει στα μέτωπα.
Ένας άνθρωπος
Ένας σοφός αστερισμός
Μ’ ένα τραγούδι στο στόμα διπλοκλειδωμένο.

Κάθε απόγευμα
Μοιράζει ατάραχος στις παλάμες μας κέρματα
Και ζαχαρένιες σφαίρες
Μετράει τα θαύματα με το ένα του χέρι
Στο άλλο ισορροπεί περίτεχνα
Ένα φεγγάρι κόκκινο
Γεμάτο με τα κεφάλια μας.

**

Όπως Όταν

Χθες βράδυ
κατάπια το χρόνο
κι ας έρθουν τώρα οι αιώνες αλάβαστροι
κι ας υποθέσουμε επιτέλους την άνοιξη σαν κάτι το φλέγον
όπως όταν ανοίγει το σώμα μου πριν τον έρωτα
βαθύτερα και πολύ πιο μακριά από κρεβάτι
κι αποκοιμιέμαι στα λιβάδια σκαλίζοντας χρησμούς στο σώμα σου, έαρ...
κι αποκοιμιέμαι στα λιβάδια ρουφώντας γρίφους απ’ το στόμα σου, έαρ...

Αθέριστο κάλλος, σ’ αδίκησα να καίγομαι δίπλα σου και να πεθαίνω
των μέσα μου κάθε φορά φαρέτρα μου κάθε φορά μου φέρετρο
σ’ αδίκησα να τραγουδάω το χνούδι σου.

Χθες βράδυ
κοιμήθηκα την ομορφιά,
ας ξεχειλίσω τώρα στο στήθος σου...

Copyright©Γιώργος Πυρόβαλης-Γέργος

 

αρχή σελίδας

Ανδρέας Γεωργαλλίδης

ΦΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΤΙΜΕΣ

,γράφω
για τις φασματικές τιμές των πραγμάτων.
Για τα χρώματα εκείνα
που λόγω ανάμειξης - δεν ξεχωρίζουν
Για τους ήχους εκείνους
που λόγω φύσης - δεν αναγνωρίζονται
Για εκείνο το Απόλυτο το οποίο αποτελεί,
το ίδιο το Φάσμα


ΠΛΗΝ ΟΣΩΝ ΕΙΠΑ

Υπόλογος
σ’ ένα παιγνίδι
υπό το φως της εισπνοής μου - αναπνέω.
Δυστυχισμένη άποψη
η λογική εικόνα της εικόνας μας.
Πλην - όσων είπα, παρατήρησα.
Παρατήρησα την έκφραση του ύφους.
Τώρα μετρώ επίθετα
που τρέχουν στα συρτάρια.
Καλό υπόλοιπο,
αλλά - μην φεύγεις το χειμώνα.
Τα συρτάρια, είναι ακόμη ανοικτά.
Ο χειμώνας κάνει κρύο.

ΑΦΙΛΟΞΕΝΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

Προσθέτω, λίγο ουρανό στη σκέψη μου
και ταξιδεύω - εκεί - που με ορίζω.
Κλειδώνομαι στις αφιλόξενες θάλασσες
και παρασέρνω τα κύματα στο ναό της σιωπής.
Πλήθος οι ρόλοι.
Μα το ξέρεις,
υπάρχω όσο δεν συμμετέχω στο μύθο.
Πλήθος οι ρόλοι.
Μα το ξέρω,
ο καλύτερος παρατηρητής
δεν βλέπει μόνο με τα μάτια.


ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Κενοφωτεί το φεγγάρι
και οι ουρανοί μου ξεχασμένοι
αποσιωπούνται στο χώρο του ήχου.
Οι φωνές των πουλιών
δηλώνουν την αντάμωση
και το θρόισμα των φύλλων
ακυρώνει τις μεγάλες αποστάσεις .
Αναδιπλώνομαι αμφίρροπα και ακλονώ άκαιρα
χωρίς να λογαριάζω τον εξανεμισμό του χρόνου.
Όσο το θρόισμα των φύλλων
δεν κάνει φασαρία,
εγώ θα το ακούω.

Copyright©Ανδρέας Γεωργαλλίδης

αρχή σελίδας

Στέλλα Γεωργιάδου

Επώδυνες γέννες

Διάβαζα, έγραφα, έσβηνα διόρθωνα
Σε μια δίνη ολημερίς
σε μια πλάνη
κι άλλο ένα… κι άλλο ένα
Φτάνει!
Μελάνη στο χαρτί
κι αίμα στα χέρια

Στη φουρτούνα μου
δεν έστερξες
Καιγόσουν ήσυχα
στο διπλανό τασάκι
κι απλωνόσουν
Γκρίζο άρωμα
στους τοίχους, στο πάτωμα
στις κουρτίνες… μέσα μου.

Ας μου δέσει κάποιος τη σκέψη!

Όταν μεγάλωνες μέσα μου
δε φανταζόμουν
τέτοιες οδύνες

Λέξη τη λέξη γεννήθηκες
έρωτα…

Και για κάθε μικρή μαχαιριά
Ένα ποίημα

*

Επί ματαίω

Και εγώ τους λέω είσαι παντού, στο Μεξικό στο Κατμαντού μετάξι στα κουρέλια.
Στα όνειρα των εραστών, στα δάκρυα των ποιητών και στων τρελών τα γέλια
Α@ Αλκαίος

Σ’ αναζητώ…
χαμένη λέξη μου
άλυτο αίνιγμά μου
Μέσα στα φυλαγμένα μου τετράδια
πίσω απ’ των ποιητών τα λόγια τα περίτεχνα
στα στοιβαγμένα δίχτυα κουρασμένης προσμονής
μέσα στο φαύλο μύθο γνώσης κι αίσθησης

Σ’ αναζητώ…
λέξη εφαλτήριο
των πιο ακραίων λογισμών
Στο σύθαμπο μιας πρωινής μελαγχολίας
στης ανελέητης άνοιξης τα ξεραμένα χείλη
πλάι σε κρεβάτια εξουθενωμένου έρωτα
στην αγκαλιά μιας αντοχής οφθαλμαπάτης

Σ’ αναζητώ…
λέξη υπόσχεση
στιγμή αντιφρονούσα
Στου μεσημεριανού μου ονείρου την κατάνυξη
σ’ εκείνες τις απρόοπτες ξετρελαμένες νότες
στην ηδυπάθεια του λικνίσματος των χορευτών
στο εύρος των αλκοολούχων μου δυνάμεων

Σάμπως ν’ απέδρασες
απ’ όση θάλασσα σου αναλογούσε
και χώθηκες μέσα στους πάγους
των χιονισμένων μου οροσειρών
Μια δρασκελιά απ’ την ανάσα μου
ήσουν πάντα, μα αγεφύρωτη,
στα πρόθυρα της τελευταίας
των τελευταίων μου πιθανοτήτων

Χαράμι κι αν σε βρήκα…

*

Αυτό το γκρίζο

Σου πάει αυτό το γκρίζο
μην τ’ αλλάξεις
Είναι η στάχτη που σκεπάζει
όσα πέρασαν, και τα γλυκαίνει
μέσα σε μια θαμπάδα προστασίας

Κάποτε χρύσιζαν τα γέλια
και τα ηλιοτρόπια
έστρεφαν το βλέμμα τους
στο πέρασμά σου
ζευγαρωτοί οι δρόμοι
διαλαλούσαν τα γαλάζια τους
το κόκκινο μαντήλι μου
δεμένο στο λαιμό του αιώνιου
ανέμιζε σε φωτεινότερο ουρανό

Δε βαριέσαι
μήπως μας γλίτωσε η αγάπη απ’ τον πόνο;
όλο φιλιά κι απελπισμένα ραντεβού
όλο ακατόρθωτες οι περιστάσεις
και η κατά συνθήκην ενοχή
η θλίψη
να μπαινοβγαίνει
απ’ το παρόν στη λήθη.

Κουράστηκα ν’ αρπάζομαι
απ’ τα μαλλιά της κάθε ελπίδας,
τελευταία στιγμή να ξεφύγω
από απαντήσεις
που τσάκιζαν τα ερωτήματα
από χρώματα
που ξέβαφαν στο πρώτο δείλι

Γι’ αυτό σου λέω
Σου πάει αυτό το γκρίζο,
μην τ’ αλλάξεις

Copyright©Στέλλα Γεωργιάδου

αρχή σελίδας

ΣΤΕΙΛΤΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΜΑΣ

Αγαπητοί αναγνώστες,
Μπορείτε να στείλετε κείμενά σας στο stachtes@2stratos.com συνοδευόμενα από ένα σύντομο (προαιρετικό) βιογραφικό. Κάποια φωτογραφία που να σας εκφράζει είναι επίσης καλοδεχούμενη. Χαρακτηρίστε τα κείμενά σας, είτε σαν ποίηση, πεζό, δοκίμιο κ.α. Μπορείτε βεβαίως να τα στέλνετε και άτιτλα!
Κάποια κείμενά σας μπορούν να δημοσιευτούν στην κύρια σελίδα κάποιου τεύχους αν το κρίνουμε εμείς, και μετά από έγκριση δική σας.

αρχή σελίδας

ΝΕΑ, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ και ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ. (συνεχή ανανέωση)

(κατ. 05.04.08)ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 6-24 Μαΐου 2008: Έκθεση Βασίλη Καρακατσάνη με τίτλο ενότητας ‘Urban Behaviours’ | ‘Αστικές Συμπεριφορές’ 2007/2008

Η αίθουσα τέχνης «έ κ φ ρ α σ η γιάννα γραμματοπούλου», εγκαινιάζει την Τρίτη, 6 Μαΐου 2008, την έκθεση ζωγραφικής του Βασίλη Καρακατσάνη με τίτλο «Αστικές
Συμπεριφορές».

Στην έκθεση "Αστικές Συμπεριφορές" ο Καρακατσάνης ρισκάρει την εμπλοκή του σε κοινωνικοπολιτική συζήτηση. Η ματαιοδοξία, ο σαρκασμός και το μπέρδεμα των κοινωνικών αξιών καθρεφτίζονται στα μάτια και τα σώματα των συναθροισμένων ανθρώπων που αποτελούν τον κορμό των έργων του.

Ο Jaume Mir, Πρόεδρος της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών Μαγιόρκας, σχολιάζει μεταξύ άλλων:
«Ο Καρακατσάνης προσεγγίζει την πραγματικότητα με τρόπο λιτό, σαφή και καυστικό. Η ματαιοδοξία, ο σαρκισμός και το μπέρδεμα των αξιών καθρεπτίζονται στα μάτια και τα σώματα των συναθροισμένων ανθρώπων που αποτελούν τον κορμό των έργων του, ενώ η επαναλαμβανόμενη καρέκλα, στοιχειοθετεί εννοιολογικά το αστικό τοπίο.
Το υλικό του είναι η διαπίστωση, το αδιέξοδο και η υποκρισία, όπου χωρίς διανοουμενίστικη διάθεση, εκφράζει με ελάχιστα υλικά την αγωνία του. Δεν έχει την λύση, απλά παραθέτει έναν καθρέπτη όπου μπορούμε όλοι μας να δούμε το αληθινό μας πρόσωπο ή τις ενδόμυχες φαντασιώσεις μας, εάν φυσικά θέλουμε να δούμε.
Ο Καρακατσάνης ρισκάρει την εμπλοκή του σε κοινωνικοπολιτική συζήτηση. Η ζωγραφική όμως & γενικότερα η τέχνη είναι υποχρεωμένη να δημιουργεί αισθητικές παραμέτρους τόσο από το ίδιο της το υλικό όσο & από το 'κείμενο' προσδιορισμού του περιεχομένου της.»

Ο Βασίλης Καρακατσάνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Από το 1976 έως το 1984 σπούδασε Ζωγραφική, Σκηνογραφία και Τέχνη του Βιβλίου στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας (εργαστήρια του Δ. Μυταρά και Γ. Μαυροίδη) και στη Βαρκελώνη αποσπώντας υποτροφία από το Ελληνικό Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών και από την Ισπανική κυβέρνηση. Με υποτροφία του συμβουλίου της Ευρώπης σπούδασε συντήρηση αρχιτεκτονικών μνημείων στο Centro Europeo της Βενετίας. Έχει παρουσιάσει πολλές ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ έργα του βρίσκονται σε δημόσιες συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Εγκαίνια: Τρίτη 6 Μαΐου 2008, ώρα 7.30 μ.μ. Διάρκεια: 6-24 Μαΐου 2008

ΩΡΕΣ: πρωί 11.00-2.00 / απόγευμα 6.00-9.00 Σάββατο απόγευμα, Κυριακή και Δευτέρα κλειστά / Βαλαωρίτου 9α, 10671 Αθήνα/Τηλ. 2103607598, Fax. 2103607546 Email: info@ekfrasi-art.gr, www.ekfrasi-art.gr

---

(κατ. 20.02.08)Το Σπίτι της Κύπρου και η Ενωτική Πορεία Συγγραφέων σας προσκαλούν την Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008 στις 8.00 μ.μ. στην παρουσίαση των ποιητικών βιβλίων του Ανδρέα Γεωργαλλίδη «Όταν βυθίζεται το πιάνο. Χρώματα απέναντι» Θα μιλήσουν: Μάκης Αποστολάτος εκδότης /διευθυντής περ. Ομπρέλλα ποιητής κριτικός. Γιώργος Καραντώνης ποιητής κριτικός. Φροσούλα Κολοσιάτου φιλόλογος - ποιήτρια
Κατερίνα Τσιτσεκλή συγγραφέας – μεταφράστρια. Αποσπάσματα από τα βιβλία θα διαβάσει ο ίδιος ο ποιητής.
Η εκδήλωση πραγματοποιείται με τη συνεργασία των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου.
Επιμέλεια εκδήλωσης: Μύρνα Αγρότου Ηρακλείτου 10, 106 73 Κολωνάκι, Αθήνα, τηλ. 210 3641217-18

---

(κατ. 20.02.08)Το Σπίτι της Κύπρου και η Ενωτική Πορεία Συγγραφέων σας προσκαλούν την Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008 στις 8.00 μ.μ. στην παρουσίαση των ποιητικών βιβλίων του Ανδρέα Γεωργαλλίδη «Όταν βυθίζεται το πιάνο. Χρώματα απέναντι» Θα μιλήσουν: Μάκης Αποστολάτος εκδότης /διευθυντής περ. Ομπρέλλα ποιητής κριτικός. Γιώργος Καραντώνης ποιητής κριτικός. Φροσούλα Κολοσιάτου φιλόλογος - ποιήτρια
Κατερίνα Τσιτσεκλή συγγραφέας – μεταφράστρια. Αποσπάσματα από τα βιβλία θα διαβάσει ο ίδιος ο ποιητής.
Η εκδήλωση πραγματοποιείται με τη συνεργασία των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου.
Επιμέλεια εκδήλωσης: Μύρνα Αγρότου Ηρακλείτου 10, 106 73 Κολωνάκι, Αθήνα, τηλ. 210 3641217-18

---

(κατ. 14.12.07) Γιάννης Γκούμας «ΤΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΤΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ». Επιλογή - επιμέλεια: Σπύρος Αραβανής ΣΧΗΜΑ: 14 x 21 εκ. ΣΕΛΙΔΕΣ: 102 ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: Δεκέμβριος 2007 Εκδόσεις Heteron
Τα «Πορτρέτα της ωριμότητας» περιλαμβάνουν 89 ανέκδοτα στην πλειοψηφία τους ποιήματα της τελευταίας πενταετίας και είναι η πρώτη έκδοση που ο Γιάννης Γκούμας μεταφράζει τον εαυτό του, από τα Αγγλικά. Αγγλόφωνος ποιητής -τα ποιήματά του έχουν κυκλοφορήσει από σημαντικούς αγγλικούς εκδοτικούς οίκους- έχει μεταφράσει όλους σχεδόν τους Έλληνες ποιητές στα αγγλικά (Εγγονόπουλο, Ασλάνογλου, Εμπειρίκο, Σαχτούρη κ.α.), ενώ μέχρι τώρα η ποίησή του έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε μεταφράσεις άλλων.
Κυκλοφορεί από σήμερα 5 Δεκεμβρίου στα βιβλιοπωλεία: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ιανός, Οδός Πανός, Πολιτεία, Πρωτοπορία.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΜΑΣ είναι ποιητής, μυθιστοριογράφος, μεταφραστής, ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, συνθέτης του Νέου Κύματος και τραγουδιστής. Γεννημένος στην Αθήνα, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αγγλία, όπου έζησε είκοσι χρόνια. Συγγραφέας οκτώ ποιητικών συλλογών στα Αγγλικά, πέντε στα Ελληνικά (σε μετάφραση) και μιας τρίγλωσσης συλλογής στα Αγγλικά, Ελληνικά και Τουρκικά. Διετέλεσε αντιπρόεδρος της οικογενειακής ναυτιλιακής εταιρείας στον Πειραιά για αρκετά χρόνια. Το 1994 εγκατέλειψε τη θέση αυτή, για να αφοσιωθεί στην καριέρα του ηθοποιού, παίζοντας μεταξύ άλλων στο Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

copyright©Logo - contents may be copied. Editor, Designer-Publisher : Visual artist Stratos Fountoulis / copyright©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης Στράτος Φουντούλης

 

Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες / Brussels, Belgium