Άνοιξη: Μάρτιος - Μάιος 2008  ( 20 )  www.stachtes.com        

i) αγριμολόγος...(ο): Σύμφωνο Συμβίωσης, μερικές σκέψεις ii) Κριτική Βιβλίου. Μαρία Πετρίτση: Ελένη Σαραντίτη, Κάποτε ο κυνηγός… iii) Κριτική Βιβλίου. Δημήτρης Αθηνάκης: Aγιογραφία - Nίκος Παναγιωτόπουλος iv) Μνήμη. Ανθρακίτης Μεθόδιος (περ.1650/60 - περ.1736) v) Θεωρία. Λίτσα Χατζοπούλου: Μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο vi) Δοκίμιο. Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Γ. Κορδάτος: Για την ορθογραφική μεταρρύθμιση vii) Οδός Ευρυπίδου του Σωτήρη Παστάκα: Γιάννης Λειβαδάς, ο Σωρός των Ποιητών viii) Δοκίμιο. Κώστας Κουτσουρέλης: Πολιτικοί και λογοτεχνικοί καθωσπρεπισμοί ix) Ανορθολογισμός. Μανώλης Βασιλάκης : Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ο Aυτόχθων εναντίον ετεροχθόνων

x) Θανάσης Γιαννόπουλος xi) Δώρα Κασκάλη xii) Ίριδα Κούτσα xiii) Σπύρος Παπαδόπουλος xiv) Kώστας Νησιώτης xv) Μιχάλης Στειακάκης xvi) Ελένη Λυσίκομος xvii) Ανδρέας Γεωργαλλίδης xviii) Έκτωρ Πανταζής xix) Γιώργος Πυρόβαλης-Γέργος xx) Ελένη Ευαγγελάτου xxi) Νίκος Σφαμένος xxii) Στέλλα Γεωργιάδου xxiii) Διαβάστε τα κείμενα των συνεργατών μας (συνεχή ενημέρωση) | ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ (+ Δελτία Τύπου, συνεχή ανανέωση) | ΟΙ σ τ ά χ τ ε ς ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΑΣ

 

αρχή σελίδας

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο)

Σύμφωνο Συμβίωσης, μερικές σκέψεις

Μέσα στον ορυμαγδό του άδικου ασφαλιστικού νομοσχεδίου που θίγει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους και που δίκαια οι εργαζόμενοι όλων των κλάδων αντιδρούν. Μέσα και ανάμεσα από τα σκουπίδια όλων των ειδών που έχουν κατακλύσει την ελληνική καθημερινότητα, υπάρχει κάτι θετικό που αναβοσβήνει στον ορίζοντα κι έρχεται από το μέλλον (ήδη παρόν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης). Πρόκειται για το Σύμφωνο Συμβίωσης που προωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης και που ήδη μετράμε τις πρώτες αντιδράσεις, μπορεί με μια ματιά να φαίνεται ότι η κοινή γνώμη είναι μοιρασμένη, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ελ. Τύπου αλλά με μια προσεκτικότερη ματιά θα δούμε ότι στις νεαρότερες ηλικίες η συντριπτική πλειοψηφία τάσσεται σαφώς υπέρ και αυτό είναι σημάδι σημαντικό για το μέλλον του τόπου.
Βέβαια το νομοσχέδιο, έτσι όπως παρουσιάστηκε δεν λαμβάνει υπ’ όψη του την ελεύθερη συμβίωση ζευγαριών του ιδίου φύλλου, κι αυτό είναι μέγα σφάλμα. Κάνετε που κάνετε τη δουλειά κύριοι νομοθέτες, κάντε την τουλάχιστον σωστά και σοφά, κι αν η κοινή γνώμη ή η εκκλησία έχει σοβαρές αντιρρήσεις, εσείς είστε για να νομοθετείτε κοιτώντας πάντα ορθολογιστικά το δημοκρατικό μέλλον, αυτό νομοτελειακά θα σας επιβραβεύσει, οι ομοφυλόφιλοι είναι και αυτοί ισάξιοι φορολογούμενοι συμπολίτες μας, μέρος της κοινωνίας μας, του εαυτού μας. Κύριοι, δεν αποφεύγουμε την πραγματικότητα, την κοιτάμε κατάματα και την αντιμετωπίζουμε θετικά και δημιουργικά, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα δικαιώματα της όποιας ομάδας, ακόμη και της ποιο ολιγομελή. Σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, πλην Ιταλίας λόγω Βατικανού, έχουν υιοθετήσει μέτρα θεσμικής αναγνώρισης της ελεύθερης συμβίωσης, περιλαμβάνοντας και τα ομόφυλα ζευγάρια. Μην κάνετε λοιπόν μισές δουλειές καλύπτοντας κάποιες εκλογικής φύσης σκοπιμότητες γιατί αυτές συνήθως γυρίζουν μπούμερανγκ. Η Ελλάδα άλλαξε, θα συνεχίζει να αλλάζει. Οι ελεύθερες ενώσεις ετερόφυλων και ομόφυλων ζευγαριών είναι χρόνια τώρα μια πραγματικότητα, η εξασφάλιση των ατομικών τους δικαιωμάτων, της αμοιβαίας στήριξης, της συνταξιοδότησης, των κληρονομικών τους δικαιωμάτων θα πρέπει να είναι πράγματα θεμελιώδη και αυτονόητα.
Δυστυχώς, δεν πρέπει, και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την παράνομη και απολίτιστη συμπεριφορά της Εκκλησίας, την εμπάθεια και την βαρβαρότητα της ανακοίνωσής της που «δέχεται και ευλογεί την παραδεδομένη τέλεση του γάμου κατά το ορθόδοξο τυπικό ενώ θεωρεί πορνεία κάθε άλλη ‘συζυγική’ σχέση εκτός αυτού». Θεωρώ την ανακοίνωση αυτή τουλάχιστον άξια περιφρόνησης. Εάν υπήρχε ουσιαστικός διαχωρισμός εκκλησίας – κράτους, δεν θα υπήρχε λόγος να μας αφορούν τέτοιες γραφικότητες και θα τις προσπερνούσαμε. Όμως, δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε γιατί η ελλαδική Εκκλησία είναι κρατική, οι επίσκοποί της δίνουν τα διαπιστευτήριά τους στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είναι ανώτατοι και καλοπληρωμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, με σκανδαλώδη προνόμια, φοροαπαλλαγές και παροχές. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν παράνομες εξαγγελίες και ανακοινώσεις που θίγουν μεγάλες ή μικρές μερίδες του πληθυσμού. Η συγκεκριμένη ανακοίνωση λοιπόν εκτός από απαράδεκτη είναι και νομικά παράνομη. Προσβάλλει και θίγει όλους τους ανθρώπους που έχουν τελέσει πολιτικό ή θρησκευτικό γάμο με άλλο “τυπικό” ή συζούν και θεωρούν εαυτούς συζύγους. Με ποιο δικαίωμα.
Όσο για το άρθρο του κυρίου Γιανναρά στη «Καθημερινή»… που με πλάγιο και καλυμμένο τρόπο υποκριτικά «μαλώνει» τους δήθεν…άμυαλους πιστούς λέγοντας «[…]όσοι χριστιανοί μετέχουν στο μυστήριο του Γάμου δεν απαιτούν να θεωρείται μόνο ο δικός τους γάμος νόμιμος και κάθε άλλος γάμος «παλλακεία και πορνεία». Δυστυχώς, υπάρχουν και τραγικά αθεολόγητοι επίσκοποι, όπως και μικρονοϊκού ηθικισμού ζηλωτές, που θεωρούν τον εκκλησιαστικό γάμο σαν θρησκευτική νομιμοποίηση της «αμαρτωλής» καθεαυτήν σεξουαλικότητας. Γι’ αυτό και μάχονται να καταστήσουν υποχρεωτικό για όλους το ευτελισμένο θρησκευτικό φολκλόρ της φιέστας με το νυφικό και τα κουφέτα, το ρύζι και τον χαβαλέ.»
Δεν θα έπρεπε να τα γράψετε αυτά κύριε Γιανναρά, όταν εσείς ξέρετε καλά ότι στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας όχι μόνον δεν έλειψαν οι… «μικρονοϊκού ηθικισμού ζηλωτές», αντιθέτως κυριαρχούν. Σωστά λέτε για «ευτελισμένο θρησκευτικό φολκλόρ της φιέστας με το νυφικό και τα κουφέτα, το ρύζι και τον χαβαλέ». Είστε όμως ειλικρινής;….
Αν, ναι. Τότε προς τι το περιφρονητικό σας ύφος για το Σύμφωνο Συμβίωσης. Γράφετε: «Το κυρίως θλιβερό είναι ότι η πολιτεία στην Ελλάδα σήμερα […] αναλαμβάνει σε κοινωνικά θέματα νομοθετικές πρωτοβουλίες που δεν μοιάζει να απηχούν ρεαλιστικές συλλογικές ανάγκες. Μάλλον πιθηκίζουν ό,τι «μοδέρνο» και «προοδευτικό» λιμπίζεται η επαρχιωτίλα των καφενείων του Κολωνακίου. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η προκλητική αδιαφορία που χαρακτηρίζει τα κείμενα των «θεωρητικών» της «προόδου» για τη γνησιότητα ή την αλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης σε συνθήκες άκριτου μιμητισμού».
Αφήστε τη χώρα κύριε Γιανναρά να κάνει κάποια βήματα προόδου, έστω και εάν μιμείται. Αφήστε εσείς και οι όμοιοί σας αυτό τον δύσμοιρο λαό να αντιμετωπίσει με αισιοδοξία το μέλλον. Η χώρα μας δεν έχει ανάγκη άλλες τρικλοποδιές. Δεν πειράζει, ας «πιθηκίζουμε» όπως τόσο περιφρονητικά λέτε, φτάνει να προχωρήσουμε, έστω για μερικά μόνο βήματα. Επιτέλους.

Copyright©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, Μάρτιος 2008 | stratosfountoulis.wordpress.com |

 

αρχή σελίδας

Ομάδα «Ανορθογραφίες»: Γ. Κορδάτος: Για την ορθογραφική μεταρρύθμιση

Ο Γιάνης Κορδάτος (1891-1961) υπήρξε μαρξιστής ιστορικός, συγγραφέας του βιβλίου "Η Κοινωνική Σημασία της της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821" (1η εκδ, Αθήνα 1924). Έγραψε εκτενώς και για το γλωσσικό ζήτημα. Εξέδωσε το 1927 (Αθήνα) το βιβλίο "Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός" και τη δεύτερη έκδοσή του με σημαντικές αλλαγές το 1943 (Αθήνα) με τον τίτλο "Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος".

Από την "Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος" παραθέτουμε τις απόψεις του για την ορθογραφία, (σσ.204-209 από τη 2η εκδ., Μπουκουμάνης, Αθήνα 1973), όπου ο Κορδάτος εξετάζει τηn υιοθέτηση της "ιστορικής ορθογραφίας" ως κομμάτι του γλωσσικού ζητήματος και τάσσεται υπέρ της ορθογραφικής μεταρρύθμισης με την υιοθέτηση της φωνητικής γραφής, θέση που υιοθέτησε και το ΕΑΜ.
------------

Η δημοτική και η ιστορική ορθογραφία[1]

Με τη διγλωσσία κληρονομήσαμε κ' έναν άλλο μπελά. Την ιστορική ορθογραφία. Είτε στην καθαρεύουσα γράφουμε, είτε στη δημοτική, δε γράφουμε τις λέξεις όπως τις λέμε, μα βάνουμε σε κάθε λέξη μερικά μπιχλιμπίδια, τόνους, πνεύματα. Και ξεχωρίζουμε τα γράμματα σε μακρά και βραχέα φωνήεντα, σε διπλά σύμφωνα κλπ. Βέβαια, μια φορά κ' έναν καιρό, όταν εφαρμόστηκε το ιωνικό αλφάβητο (5ος προ της χρονολογίας μας αιώνας), οι λέξεις δεν προφέρονταν στην ομιλία όπως τις προφέρουμε σήμερα. Π.χ. υιός σήμερα προφέρεται: γιός ή και στην καθαρεύουσα: ιός, μα στην αρχαία εποχή θα προφέρονταν κάπως αλλιώτικα, για να υπάρχει αυτό το: υι-ός.
Κοντά λοιπόν στη διγλωσσία, υπάρχει και το ορθογραφικό ζήτημα. Βέβαια, το ζήτημα αυτό δεν το έχουμε μονάχα εμείς. Και στους άλλους λαούς η ιστορική ορθογραφία, λίγο πολύ, υπάρχει (Αγγλοσάξωνες, Γάλλους, Σλάβους, Τούρκους, Άραβες κλπ.). Μα έγιναν αλλού πολλές απόπειρες για την κατάργησή της. Η Τουρκία (1926), όχι μόνο ψήφισε για επίσημη γραφτή τη λαϊκή γλώσσα[2], μα κατάργησε και το αραβικό αλφαβητάριο για να το αντικαταστήσει με το λατινικό.
Σε μας, για το παρόν, τέτοιες μεταρρυθμίσεις φαίνονται σα μακρινό όνειρο. Άλλοι τρομάζουν. Και άλλοι τις παίρνουν για παλαβομάρες. Εξάλλου, βαστούν ακόμα οι προλήψεις, που κάθε τόσο συστηματικά τις καλλιεργεί η αστική τάξη, για να εμποδίσει με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο το φώτισμα των μαζών.
Ωστόσο, το ορθογραφικό ζήτημα δεν πρώτη φορά που απασχόλησε τους ειδικούς. Πριν από το Φιληντά και τον Τριανταφυλλίδη, από τον Ψυχάρη, τον Πάλλη και τον Βλαστό, κι άλλοι ασχολήθηκαν μ' αυτό.
Τι σχέση μπορεί να έχει το παλιό, το ιωνικό αλφάβητο με το σημερινό; Αυτό είναι το ζήτημα.
Πρώτα πρώτα, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μόνο κεφαλαία γράμματα και δεν είχαν μικρά. Όλες οι επιγραφές και όλα τα βιβλία τους ήταν γραμμένα με κεφαλαία. Τόνοι λοιπόν και πνεύματα δεν υπήρχαν. Εκείνο που είναι σωστό, είναι τούτο: οι αρχαίοι Έλληνες πρόφεραν τις λέξεις πολύ διαφορετικά από μας. Είχαν, όπως είπαμε, μακρά και βραχέα φωνήεντα και στην κουβέντα τους πότε έσερναν την προφορά του α ή και του η και πότε την έκοβαν. Είχαν δηλαδή μουσικό τονισμό. Γι' αυτό ο Γ. Χατζηδάκης πολύ σωστά σε μια ανακοίνωση του στην Ακαδημία τόνιζε:

"Μη νομίζετε, ότι οι τόνοι και τα πνεύματα είναι αρχαία κληρονομία μας. Οι αρχαίοι δεν μετεχειρίζοντο ούτε τόνους ούτε πνεύματα. Τα πνεύματα και οι τόνοι επενοήθησαν όταν εχάθη το αίσθημα του μακρού και του βραχέος. Σήμερον επομένως εγώ, που δεν έχω την αίσθησιν αυτήν, δεν ενδιαφέρομαι να μάθω, αν ένα φωνήεν είναι μακρόν? Το μόνον που ενδιαφέρομαι να μάθω, είναι να γνωρίζω, ποιον είναι το τονιζόμενον γράμμα. Ένας τόνος επομένως ή ένα στίγμα επί του τονιζόμενου γράμματος μου αρκεί. Σήμερον, εις την εποχήν του τηλεγράφου, του αυτοκινήτου και του αεροπλάνου, ο καιρός μας είναι τόσο πολύτιμος, ώστε να μη μας περισσεύει για παρόμοια μπιχλιμπίδια." (Βλ. πραχ. εφ. «Εστία», 24 Φλεβάρη 1929).

Μα, θα μας πουν και το λένε κάθε τόσο, όλη η αρχαία φιλολογία των προγόνων μας είναι γραμμένη με βάση το αρχαίο ιωνικό αλφάβητο. Αυτό είναι το σωστό. Μα επειδή εμείς σήμερα κρατούμε το ιωνικό αλφάβητο, μπορούμε να νοιώσουμε και να μελετήσουμε τους κλασσικούς; Ή, πάλι, επειδή οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί κλπ., έχουν άλλη γλώσσα και άλλο αλφάβητο, αυτοί πρέπει να είναι καταδικασμένοι για πάντα να μην πάρουν ποτέ τους είδηση τι έγραψαν, τι είπαν, τι περιέγραψαν, τι τραγούδησαν οι αρχαίοι;
Και όμως στην πραγματικότητα δε συμβαίνει αυτό. Οι ξένοι (όσοι βέβαια πάνε στα ανώτερα σχολεία) ξέρουν πολύ καλύτερα από τους Έλληνες και την αρχαία μας την ιστορία και μερικοί από δαύτους είναι και ξακουστοί ελληνιστές, που παίζουν στα δάχτυλά τους τα αρχαία κείμενα.
Η κατάργηση λοιπόν της καθαρεύουσας, καθώς και της ιστορικής ορθογραφίας, σε τίποτα δε θα μας βλάψει. Ίσα ίσα θα έχουμε και μεγάλο κέρδος, γιατί τα σχολεία (αυτά τέλος πάντων που είναι) θα έχουν κέρδος τα τρία τέταρτα του χρόνου που ξοδεύεται για τη νεκρή γραμματική και ορθογραφία και, κατ’ ανάγκη, θα τονε διαθέσουν για άλλα πράγματα. Γι’ αυτό, το ορθογραφικό ζήτημα, όσο κι αν φαίνεται σαν παρακατιανό μπροστά σε άλλα ζητήματα, είναι πολύ σοβαρό και πολύ σπουδαίο. Η τέτοια λύση του μας ενδιαφέρει και πρέπει να μας ενδιαφέρει πολύ.
Πριν από το Εικοσιένα, στα χρόνια της Ενετοκρατίας (17ος αιώνας), η Κρήτη άρχισε να παραδέχεται στη γραφτή γλώσσα το λατινικό αλφάβητο.
Μάλιστα - ας μην ξαφνιαστεί ο αναγνώστης μου -, και λογοτεχνικά έργα με αξία γράφτηκαν με το λατινικό αλφάβητο. Η «Ερωφίλη», το αρκετό γνωστό δράμα του Χορτάτζη, γράφτηκε με βάση το λατινικό αλφάβητο και όχι το ελληνικό. Επίσης και πολλά συμβολαιογραφικά έγγραφα συντάσσονταν μ’ αυτόν τον τρόπο.

Να για παράδειγμα ένας στίχος από την «Ερωφίλη»:

Tσ' όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίγει πριχού βραδιάσει.
Chie opios egiela to taghi, clegi prighu vradhiassi.

Μα το ορθογραφικό, σαν ένα ζήτημα που ενδιαφέρει το λαό και μπορεί να έχει έμμεση βοηθητική επίδραση στη μόρφωσή του, αντικρύστηκε από το Βηλαρά[3] στα 1814. Ο Βηλαράς καταργούσε το ω και το υ από το αλφάβητο και ήθελε μόνο 23 ψηφία. Βέβαια, η ορθογραφική μεταρρύθμιση του Βηλαρά δεν έλυνε οριστικά το ζήτημα της κατάργησης της ιστορικής ορθογραφίας. Ίσως μάλιστα και το μπέρδευε. Ήταν όμως μια καλή αρχή. Μα του Βηλαρά οι γνώμες δεν έγιναν δεχτές. Αφού δεν λύθηκε το γλωσσικό, δεν ήταν δυνατό να γίνουν μεταρρυθμίσεις στην ορθογραφία. Το ένα θα φέρει το άλλο.
Πολλά χρόνια ύστερα, ξανάγινε θόρυβος για τη μεταρρύθμιση (απλοποίηση) της ορογραφίας από το Φαρδύ (1884) και τον Ισιδ. Σκυλίτση[4] (1886). Κι αργότερα από τους Εμίλ. Εβρότα, Αλ. Πάλλη, Βλαστό και Ψυχάρη.
Μα εκείνος που μελέτησε συστηματικά το ορθογραφικό μας ζήτημα και το ανάλυσε επιστημονικά και ιστορικά, είναι ο Μ. Τριανταφυλλίδης. Η μελέτη του «Η ορθογραφία μας» σχεδόν εξαντλεί το θέμα στην ιστορική του άποψη και μας δίνει μια πολύ καλή μονογραφία πάνω στο ζήτημα αυτό. Μα στα συμπεράσματά του (στο σύστημα που προτείνει ο Τριανταφυλλίδης) φαίνεται πολύ συντηρητικός. Κρατάει πολλά από τη γλωσσική παράδοση. Ο γλωσσολόγος Φιλήντας σ’ αυτό δεν τον ακολουθεί. Είναι ριζοσπαστικότερος και προτείνει ριζική απλοποίηση της ιστορικής ορθογραφίας μας. «Τα ημίμετρα ο κόσμος δεν τα προσέχει - γράφει - • ένας είναι ο αληθινός δρόμος, η ριζική μεταρρύθμιση.»

Να λοιπόν τι προτείνει ο Φιλήντας:

α) Κατάργηση των η, υ, ει, οι, υι• αντίς γι' αυτά το ι είναι αρκετό. β) Κάτω το ω, δε χρειάζεται• ένα ο φτάνει. Μακρά και βραχέα δεν υπάρχουν σήμερα. γ) Το υποταχτικό υ των αρχαίων διφθόγγων θα το γράφουμε όπως προφέρνεται φ ή β = αφτός, άβριο, εφτίς κλπ. δ) το αι δεν χρειάζεται, το ε φτάνει. ε) Το ξ και το ψ σήμερα είναι άχρηστα, να τα αντικαταστήσουμε με το κς και πς. στ) Να λείψουν τα δίψηφα ου, τς, τζ (για το ου έχουμε το φθόγγο u). ζ) Να καταργηθεί το διπλό γράψιμο του σ (σ και ς), ένα είναι αρκετό[5]. Και η) Να καταργηθούν τα πνεύματα και οι τόνοι (δασεία, ψιλή, περισπωμένη, οξεία, βαρεία).

Κι ο Φιλήντας προσθέτει[6]:

«Η γραφική μεταρρύθμιση, που υποδείχνουμε πιο επάνω, είνε η τελειωτική, είνε η ιδανική, να πούμε. Αφτή μπορούσε να γίνει αμέσως, αν η κοινωνία των ανθρώπωνε δεν είταν ένα συντηρητικό καθεστώς, αν το Κράτος αποτελούνταν από ανθρώπους φωτισμένους, αν οι Μανταρίνοι δεν διέφτυναν την πνευματική κίνηση των εθνώνε.»

Η κίνηση γύρω στην ορθογραφική μεταρρύθμιση ζωήρεψε. Ύστερα από το Φιλήντα είπε τη γνώμη του και ο Ελισαίος Γιαννίδης• διατύπωσε και αυτός ένα δικό του απλοποιημένο σύστημα και το εφάρμοσε κιόλας σε μερικά του βιβλία.
Μα και ο Χατζηδάκης πήρε μέρος στη συζήτηση και αυτή τη φορά δε στάθηκε αντιδραστικός. Να και μια σωστή πράξη της ζωής του. Μίλησε, όπως είπαμε, στην Ακαδημία το 1929 για το ορθογραφικό ζήτημα και πρότεινε την τονική απλοποίηση, τονίζοντας πως οι τόνοι και τα πνεύματα δεν είναι αρχαία κληρονομία. Και άλλοι ακόμη καθηγητές τάχτηκαν με την άποψη πως πρέπει να καταργηθούν οι τόνοι και να απλοποιηθεί η ορθογραφία μας. Ο πολύς μάλιστα αρχαιολόγος Χρ. Τσούντας από το 1913 τόνισε πως:

«Χάριν της απλοποιήσεως της ορθογραφίας ημών, δέχομαι αδιστάκτως την
κατάργησιν των τόνων και των πνευμάτων? Σήμερον προ πάντων έχομεν
υπέρτατον καθήκον εθνικόν να καταστήσωμεν την διδασκαλίαν της νέας
Ελληνικής γλώσσης όσον το δυνατόν ευκολωτέραν.
» (Βλ. «Δελτίο Εκπαιδ.
Ομίλου, τ. 3 [1913], σ.326).

Επίσης και οι καθηγητές Γ.Σωτηριάδης, Κ. Παπαδάκης, Κ. Ρωμαίος και πολλοί άλλοι, είπαν καθαρά τη γνώμη τους πως οι τόνοι για τα παιδιά είναι μεγάλος μπελάς και δε χρειάζονται.
----
[1] Στην ιστορική ανάπτυξη συμβουλευόμαστε το σχετικό βιβλίο του Τριανταφυλλίδη: Η ορθογραφία μας• και του Μ. Φιλήντα: Η ορθογραφία (Δ.Ε.Ο., 11, 1923-1924)• και του ίδιου: Σωστή γραφή, Αθήνα 1926. Τώρα τελευταία ο Ελ. Γιαννίδης («Αναγέννηση», φύλ. 6-7, 1927) δημοσιεύει μια ειδική μελέτη για το ζήτημα της ορθογραφίας και κυρίως για το ζήτημα της τονικής μεταρρύθμισης, στο βάθος όμως συντηρητική.
[2] Οι γλωσσικές μεταρρυθμίσεις, που κάνει η σύγχρονη Τουρκία (μεταπολεμική περίοδο), από μερικούς κουφιοκεφαλάκηδες ιδεαλιστές, αποδίδονται στον Κεμάλ και μόνο σ' αυτόν. Μα δεν είν' έτσι. Σήμερα η Τουρκία περνάει την αστική της επανάσταση. Γι’ αυτό χτυπάει αλύπητα και γκρεμίζει όλους τους θρησκευτικοκοινωνικούς φεουδαρχικούς θεσμούς (μεταρρύθμιση νομοθεσίας, χτύπημα της εκκλησιαστικής κλίκας, εισαγωγή ευρωπαϊκών θεσμών κλπ.). μόνο έτσι εξηγιένται αυτά που έκανε ο Κεμάλ. Ο πόλεμος ο αμείλιχτος της σημερινής αστικής τάξης της Τουρκία ενάντια σε κάθε φεουδαρχικό θεσμό κι ακόμα ενάντια και στους θρησκευτικούς, αλλοιώτικα δεν μπορεί να εξηγηθεί.
[3] Κοίτ. Βηλαρά: Φιλολογικές γραφές, περιοδ. «Προπύλαια», Ι (1900-1908), σ. 186-187.
[4] Και οι δυο τους ήταν κατά τα άλλα καθαρευουσιάνοι. Ο πρώτος καταργούσε τόνους και πνεύματα, ο δεύτερος τη βαρεία και την ψιλή.
[5] Αντίς να μείνει το ς, που προτείνει ο Φ., να αντικατασταθεί με το λατ. s λέω εγώ. Π.χ. αντίς: γλώσσα ή γλόςα, να γράφουμε: γλόsα.
[6] Κοίτ. «Δελτ. Εκ Ομ.», 11 (1923-1924), σ.227?.

Copyright©http://anorthografies.blogspot.com

αρχή σελίδας

Μανώλης Βασιλάκης*: Κώστας Γεωργουσόπουλος, Ο Aυτόχθων εναντίον ετεροχθόνων

• φωτόμορφος εναντίον «ερεβομανών»
• μυροβόλος εναντίον «κοπροκρατών»


«Είμαστε όλοι εθνοκτόνοι»

Ένα πολεμικό κείμενο ή, ακριβέστερα, ένα υβρεολόγιο του ελλαδοέλληνα Κώστα Γεωργουσόπουλου εναντίον του Βασίλη Λαμπρόπουλου, καθηγητή στην Έδρα Νεοελληνικών Σπουδών Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν των ΗΠΑ, πυροδότησε τις αντιδράσεις αρκετών σοβαρών επιστημόνων που υπερασπίστηκαν τον ετερόχθονα από τον πνευματικό τραμπουκισμό του αυτόχθονα – και το σημειώνω με τη διάκριση που γινόταν το 1844 όταν ψηφιζόταν ο επαίσχυντος νόμος περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, τουλάχιστον όσον αφορά τον φθόνο και το σύμπλεγμα κατωτερότητας. Αφορμή της επίθεσης του αρχοντοχωριάτη στον Β. Λαμπρόπουλο ήταν μια συνέντευξη του τελευταίου η οποία δημοσιεύθηκε στη στήλη «Πατριδογνωσία» της Άννας Γριμάνη, στο ένθετο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής (10.2.2008). Τα κείμενα του εντύπου αυτού δεν υπάρχουν στο Ίντερνετ και ως εκ τούτου το πλήρες κείμενο της συνέντευξης δεν είναι ευρέως γνωστό, παρά μόνον τα αποσπάσματα που δημοσίευσε ο Κ. Γεωργουσόπουλος. Γι’ αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη τη συνέντευξη, ώστε να κρίνουν οι αναγνώστες με βάση το πλήρες κείμενο και όχι τα αποσπάσματα βάσει των οποίων τον στηλιτεύει ο Κ.Γ. Αν παρεμβαίνω είναι γιατί με σοκάρει το απύθμενο θράσος του φωτόμορφου τέκνου της Ελλάδος Κ. Γεωργουσόπουλου να καθυβρίζει ένα τόσο μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας κραδαίνοντας εν είδει λαβάρου «Εν τούτω νίκα» τους στίχους του Ελύτη: «Σελτζούκοι, ροπαλοφόροι καραδοκούν / χαγάνοι, ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν / σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς / κοπροκρατούν το μέλλον». Ναι, τέτοιοι είναι όσοι επιστήμονες διαφωνούν με τον ιδιοτελή επαρχιωτικό εθνικισμό και τη δημοσιογραφία της αυθεντίας Του.


Βασίλης Λαμπρόπουλος: «Με χαλάει η προγονολατρία που εστιάζεται στις “χαμένες πατρίδες»
Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Η «ελληνικότητα» ήταν ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα διανοουμένων του Μεσοπολέμου το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον ανεπανόρθωτο τραυματισμό του οικουμενικού Ελληνισμού το 1922. Αντικατέστησε τον κοσμοπολιτισμό ενός Καβάφη με την τοπογραφία ενός Ελύτη, προσφέροντας αίσθημα για συνείδηση. Έτσι, η αισθητική της «ελληνικότητας» έγινε η ηθική του Ελλαδισμού και άνθησε για μισό αιώνα περίπου. Στη δεκαετία του 1990 έχασε και το πολιτιστικό και το πνευματικό της κύρος και σήμερα επιβιώνει μόνο στους χώρους του υψηλού ή δημώδους λαϊκισμού. Αποτελεί πλέον αντικείμενο ιστορικής μελέτης μαζί με παλαιότερα κινήματα, όπως ο Ρομαντισμός και ο Συμβολισμός. Εδώ και είκοσι χρόνια, η διερεύνηση της μείξης και της υβριδικότητας έχει θέσει τις αντιλήψεις περί Ελληνισμού σε μια νέα, πλουσιότατη προβληματική, στην οποία συμβάλλουν τόσο οι τέχνες όσο και οι επιστήμες.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.
Το κάλεσμα του κόρνου και η απάντηση του πιάνου στην αρχή του 2ου κοντσέρτου του Μπραμς. Είναι κάτι που εγώ έπλασα ελληνικό κι έτσι λειτουργεί έξω από συμβατικούς προσδιορισμούς.

Η υπέροχη εκδοχή του Έλληνα.
Ο Έλληνας είναι υπέροχος όταν παύει να χρησιμοποιεί το δεκανίκι της εθνικής ταύτισης και πορεύεται αυτόνομος και γενικά όταν δεν αντλεί ούτε δικαίωση ούτε ενότητα από την προσκόλλησή του σε κάποιο συλλογικό μεγαλείο. Ο υπέροχος Έλλην δεν σε κάνει ποτέ να συνδέεις την υπεροχή με την καταγωγή του.
Αυτό που με χαλάει.
Η προγονολατρία που εστιάζεται στις «χαμένες πατρίδες» και συντελεί στο να αγνοούνται οι υπάρχουσες πατρίδες. Η νοσταλγία για Σμύρνη, Αλεξάνδρεια και Οδησσό που ενθαρρύνει την αδιαφορία για Ντιτρόιτ, Μελβούρνη και Τορόντο. Η εμμονή για ό,τι παρήλθε στη Μεσόγειο, που κλείνει τα μάτια σε ό,τι αναπτύσσεται στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό. Η προσκόλληση στην έννοια της αποδημίας ενώ ζούμε στον αιώνα της διασποράς. (Φυσικά και υπήρξε ένας πλούσιος λεβαντίνικος κόσμος, φυσικά και υπάρχει μετανάστευση. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να αίρονται σε εθνικά σύμβολα και να μονοπωλούν τον ελληνικό κοσμοπολιτισμό.)
Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;
Προσόν όταν θεωρείται ιδιότητα προς διεκδίκηση, μειονέκτημα όταν εκλαμβάνεται σαν ταυτότητα προς κατοχύρωση.
Παράγει πολιτισμό ο Έλληνας της νέας εποχής ή μένει κολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;
Καθημερινά, εκατομμύρια ανθρώπων παράγουν πολιτισμό αναπτύσσοντας γόνιμο διάλογο με την ελληνική σκέψη, τέχνη κι επιστήμη όλων των εποχών. Ορισμένοι φιλέρευνοι Έλληνες συμμετέχουν ενεργά και ισότιμα σε αυτό τον οικουμενικό διάλογο ενώ άλλοι, από αδράνεια, άγνοια ή αυταρέσκεια, απέχουν. – Με ποια ταυτότητα οι Έλληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;Με την ταυτότητα ενός «Τζον Σμιθ», 20χρoνου φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Μίσιγκαν που, επειδή ακούει πως είχε κάποια Ελληνίδα προγιαγιά, παρακολουθεί ένα-δυο νεοελληνικά μαθήματα για να δει αν κάτι τον συνδέει με αυτή τη μακρινή πλευρά της καταγωγής του (περισσότερο, ας πούμε, από την ιταλική ή τη μεξικανική). Αυτό θα αποτελέσει μια προσωπική απόφαση, που θα χρειαστεί χρόνο και δεν ξέρουμε ακόμη πού θα καταλήξει. Η ταυτότητα συνιστά διακύβευμα. – Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.Αναρωτιέμαι γιατί η δημοκρατία διαπράττει συχνά ύβρη και αυτοκαταστρέφεται. Πέταξα τη σεφερική εντολή: «Δέξου ποιος είσαι. / Το ποίημα… / Θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις. / Τα περισσότερα / σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις». – Ο Έλληνας ποιητής μου.Ο Dionisio conte Salamon, νόθος γιος, γεννημένος Γάλλος πολίτης, εβραϊκής καταγωγής, που έζησε σε ένα βρετανικό προτεκτοράτο μιλώντας Ιταλικά και δεν πήγε στην ελεύθερη Ελλάδα αφού την βρήκε σε Γερμανούς συγγραφείς. – Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.
Κάθε αλήθεια είναι αδιαπραγμάτευτη και μάλιστα οι ελληνικές. Μια απόλυτη αλήθεια δεν είναι ελληνική, είναι θεοκρατική. Μόνον όποιος στερείται αυτοπεποίθησης έχει ανάγκη την αδιαλλαξία και αρνείται να διαπραγματευθεί.
Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.
Η Οδός των Ελλήνων εκεί που ζω είναι κεντρόφυγος: οδηγεί μακριά και επιζητεί το διαφορετικό. Είναι η οδός εκείνων που έφυγαν από την όποια εστία τους για να γίνουν άλλοι Έλληνες, εκείνων που γίνονται Έλληνες διαφέροντας αλλού. Οι δικοί μου Έλληνες είναι πλάνητες πολίτες του παγκόσμιου Ελληνισμού: δεν έφτασαν στην πατρίδα τους διότι παραμένουν καθ’ οδόν εφευρίσκοντας και ανασκευάζοντάς την. Πατριδογνωσία και πατριδοκλασία είναι αλληλένδετα.


* Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος κατέχει την Έδρα Νεοελληνικών Σπουδών Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν της Αμερικής.


***
Αυτά έλεγε ο Β. Λαμπρόπουλος στις 10.2.2008. Και τότε σήκωσε τη ρομφαία του ο Κ. Γεωργουσόπουλος, γράφοντας με τίτλο «Οικουμενικοί Μιτσιγκάνοι» (Τα Νέα, 16.2.2008) διάφορα εξυπναδίστικα: «Ξαναχτύπησε η κυρία Πάνια της νεοελληνικής φιλολογίας!! Γιατί υπάρχουν και τα τοκ σόου της λογοτεχνικής και φιλολογικής αγοράς. Όπου κάτι σαλτιμπάγκοι σόουμαν εξευτελίζουν έργα και συγγραφείς…». Έκανε λόγο για τους «υπερπόντιους καθηγητάδες που για να γίνουν αρεστοί στους πετρελαιάδες σπόνσορες των πανεπιστημίων τους στην πολυπολιτισμική Αμερική αποσκορακίζουν την εθνική τους Παιδεία και την εθνική τους Λογοτεχνία». Τον χαρακτήρισε «μπουμπούνα» και «πολιτισμικά σχιζοφρενή εθνοκτόνο με το πριόνι» κ.λπ., σύμφωνα με το ήθος γραφής του.
Με επιστολή του η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα της 23.2.2008, με τίτλο «Ο εξευτελισμός του δημοσίου διαλόγου», ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος προσπάθησε να υπερασπισθεί τον Β. Λαμπρόπουλο υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται «για έναν φιλόλογο διεθνούς διαμετρήματος», με σαφή αιχμή στον Κ.Γ. για την «ελληνικότητα» που υπερασπίζεται «το κατεστημένο αυτό [η οποία] είναι ανταλλάξιμη με τα προνόμια και την ασυλία του». Στο σύντομο κείμενο της επιστολής του διατύπωνε και τον σαφή υπαινιγμό: «Αν πρέπει να αντιδράσουμε, είναι γιατί τελικά εκείνο που εξευτελίζεται και δηλητηριάζεται είναι ο δημόσιος διάλογος για οτιδήποτε καινούργιο ή διαφορετικό φαίνεται να απειλεί το κατεστημένο που σχηματίστηκε με κρατικές επιχορηγήσεις και κυριαρχεί στη νεοελληνική κουλτούρα από τον καιρό της Μεταπολίτευσης (λ.χ., στην περίπτωση αυτή, μονοπώλιο των μεταφράσεων αρχαίων έργων που ανεβάζουν τα κρατικά θέατρα κ.ά.).». Του ανταπάντησε ο αρχοντοχωριάτης: «Ο κ. Λιάκος τσίμπησε, να δείτε, θα μαζευτούν κι άλλοι να τσιμπήσουν το δόλωμα και θα τους γνωρίσουμε όλους», διαστρέφοντας μάλιστα τα γραφόμενά του που για λόγους οικονομίας ήταν συνεπτυγμένα.
Ένα πορτρέτο του «εθνοκτόνου» Β. Λαμπρόπουλου τον οποίον υπερασπιζόταν ο επίσης «εθνοκτόνος» Α. Λιάκος είχε παρουσιάσει μαζί με συνέντευξή του στην ίδια εφημερίδα η Μικέλα Χαρτουλάρη με τίτλο «Βασίλης Λαμπρόπουλος, Το “μαύρο πρόβατο” των καβαφιστών» (Τα Νέα, 18.2.2002), η οποία επεσήμαινε ότι «είναι ένας φιλόλογος που ενοχλεί. Ίσως γι’ αυτό πέτυχε τη χωρίς προηγούμενο προβολή του Καβάφη στην Αμερική».
Δύο ημέρες αργότερα έκανε παρέμβαση ο καθηγητής της Συγκριτικής Λογοτεχνίας και πρόεδρος της Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών στις ΗΠΑ Στάθης Γουργουρής, η οποία δημοσιεύθηκε με τίτλο «Η “επιφυλλίδα” περί Β. Λαμπρόπουλου» (Τα Νέα, 25.2.2008). Επεσήμαινε ότι ο Κ.Γ. είναι «ανήμπορος να κατανοήσει τις πολυσχιδείς μορφές μιας έννοιας. Οπότε, τι Κουμανούδης τι Βακαλό (ως προς τα περί “ελληνικότητας”), τι Κούμας τι Καστοριάδης (ως προς τα περί “αυτογνωσίας”)», για να καταλήξει τονίζοντας ότι «το δημοσιογραφικό έργο του κ. Γεωργουσόπουλου θα καταλογιστεί στην Ιστορία ως ένα από τα ογκωδέστερα λύμματα της Νεοελληνικής Γραμματείας (ναι, δεν γράφεται με η, ελληνικά μιλάμε)». Αυτό το παιχνίδι με τα λήμματα και λύματα, όπου συνέβη η αβλεψία να γράψει τελικά τα λύματα με δύο μι θα έδινε την αφορμή στον χοντράνθρωπο αργότερα να το επισημάνει με τους λεπτούς τρόπους που τον διακρίνουν. Όσον αφορά τις ύβρεις του Γεωργουσόπουλου εναντίον των ελλήνων επιστημόνων του εξωτερικού τόνιζε: «Μπορεί να έχει τη διαστροφή να υπηρετεί τον πιο νεάντερταλ αντιαμερικανισμό του δρόμου. Αλλά δεν επιτρέπεται να λοιδορεί το έργο Ελλήνων, που μακριά από κομματικά συμφέροντα και εθνικές μικροπολιτικές, εν μέσω των κορυφαίων πανεπιστημιακών του κόσμου (προερχομένων από όλα τα μέρη του κόσμου), προσπαθούν να μεγαλώσουν, έστω και λίγο, την Ελλάδα».
Στη διαμάχη παρενέβη η Κατερίνα Σχινά, με το άρθρο της «Μαθήματα ενός δασκάλου» (“Βιβλιοθήκη” Ελευθεροτυπίας, 29.2.2008) για να συνοψίσει με πικρό χιούμορ τα μαθήματα του Κ.Γ. και να επισημάνει την επιλεκτική ανάγνωση από τον Γεωργουσόπουλο των πρακτικών του συνεδρίου «Ελληνισμός και ελληνικότητα - ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας», τα οποία είχε επικαλεστεί για να χαρακτηρίσει «μπουμπούνα» τον Β. Λαμπρόπουλο. Για να καταλήξει με μια φράση του Δ. Μαρωνίτη από τον ίδιο τόμο, ότι «στην ποίηση και γενικότερα στην τέχνη ο Ελληνισμός μας φτάνει, η ελληνικότητα περισσεύει – και συχνά είναι εκ του πονηρού».
Νέα παρέμβαση, αυτή τη φορά του Δημήτρη Παπανικολάου, λέκτορα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με τίτλο «Ελληνιστές ή αφελληνιστές;» (Τα Νέα, 1.3.2008). Ο Δ.Π., ανάμεσα σε άλλα εύστοχα επισημαίνει: «Αυτό που αντιπαρατίθεται όμως ουσιαστικά είναι από τη μια ένας λόγος αυτοσυνείδητα κεντρόφυγος, μεταεθνικός, συχνά αυτοϋπονομευόμενος, και στρατηγικά ευρετικός. Από την άλλη η κεντρομόλος σιγουριά της εθνικής παιδείας ως μεγέθους απόλυτου, η κριτική ομφαλοσκόπηση και η ετεροφοβία». Όμως, κατά τη γνώμη μου, πιο καίρια επισήμανσή του είναι ότι οι Λαμπρόπουλος και Γεωργουσόπουλος ανήκουν «σε δύο διαφορετικές “κοινότητες λόγου” που έχουν πάψει πια να επικοινωνούν μεταξύ τους», αν και νομίζω ότι ποτέ δεν μπόρεσαν να επικοινωνήσουν. [Το εξαιρετικό άρθρο του Δ. Παπανικολάου εδώ και η συνέχειά του εδώ ].
Τότε πια ο Κ. Γεωργουσόπουλος, στο φύλλο της 1.3.2008, με τίτλο τον στίχο του Ελύτη «Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν» [και συνέχεια εδώ] επετέθη εναντίον όλων, εκείνων δηλαδή που… «τσίμπησαν» και πιάστηκαν στα δίχτυα που είχε ρίξει για να παγιδεύσει τους ανθελληνικά σκεπτόμενους: «Όταν πριν από δεκαπέντε ημέρες σ’ αυτήν εδώ τη σελίδα καταπιανόμουνα με τα έργα και τις ημέρες του κ. Βασίλη Λαμπρόπουλου, καθηγητή της έδρας Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν, περίμενα, όπως άλλωστε συνέβη και παλιότερα, πως θα ξεσκάριζαν σαν τα σαλιγκάρια (τα γνωστά ερπετά που αναρριχώνται με το γλοιώδες λόγω σάλιου σώμα τους) οι οπαδοί και οι συνοδοιπόροι του». Πρώτον παραλαμβάνει τον Α. Λιάκο, ο οποίος τάχα διαστρέβλωσε όσα έγραφε και τον αποκαλεί «καραμπινάτο συκοφάντη», τον οποίο απειλεί και με προσφυγή στα δικαστήρια (!) «αν αμέσως δεν ζητήσει συγγνώμη». Στη συνέχεια επανέρχεται στον Β. Λαμπρόπουλο στηλιτεύοντάς γιατί με το άρθρο του «Η Ιστορία απέναντι στη λογοτεχνία» στη “Βιβλιοθήκη” της Ελευθεροτυπίας (8.2.2008) αυτός ο «εθνοκτόνος» κατεδαφιστής «δεν αφήνει τίποτε όρθιο». Και δεν θα παραλείψει να περιποιηθεί τον «έτερο σαλίγκαρο» Στάθη Γουργουρή. Τον Δ. Παπανικολάου δεν πρόλαβε να τον περιποιηθεί.
Λίγες ημέρες αργότερα ο Αντώνης Λιάκος θα απαντούσε στον αρχοντοχωριάτη με το άρθρο του «Ανεύθυνος ο ελιτίστικος λαϊκισμός» [η συνέχεια εδώ] (Τα Νέα, 8.3.2008). Όχι μόνο δεν θα ζητούσε συγγνώμη από αυτόν, αλλά θα παρέθετε στοιχεία των τελευταίων ετών που αποδεικνύουν ότι στις μισές παραστάσεις οι μεταφράσεις αρχαίων έργων στις κρατικές σκηνές είναι του Κ.Χ. Μύρη (δηλαδή του Γεωργουσόπουλου). Και κατέληγε με το συμπέρασμα: «Αν μια επιχείρηση που ελέγχει το 50% της αγοράς δεν ανήκει στα μονοπώλια, τότε θα έπρεπε να υποδείξουμε στη Siemens, στην General Μotors ή στην ΒΡ να εγγραφούν στο ταμείο ανεργίας! Και αν λογαριάσει κανείς ότι η μετάφραση αμείβεται με το 22% των εσόδων της παράστασης, μάλλον έχει κανείς λόγο να υπερασπίζει τα κεκτημένα με κάθε τρόπο. Ζητούμενο βέβαια είναι πώς μπορεί να λειτουργήσει κανείς ταυτόχρονα και ως προμηθευτής μεταφράσεων και ως κριτικός παραστάσεων που επηρεάζει τη ζήτηση. Αλλά αυτή είναι η παθολογία του παγιωμένου καθεστώτος με το οποίο λειτουργούν τα πολιτισμικά μας πράγματα εδώ και τρεις δεκαετίες». Ο K. Γεωργουσόπουλος δεν απάντησε σ’ αυτό το κείμενο του Α. Λιάκου ούτε απείλησε ξανά με προσφυγή στα δικαστήρια. Ασχολήθηκε με τις Απόκριες…
Αθήνα 10.3.2008


ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Με παρέμβαση επί της ουσίας επανήλθε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια Στάθης Γουργουρής, με τίτλο «Η ελληνικότητα δεν είναι ουσία» (η συνέχειά του εδώ) από «Τα Νέα» της 15.3.2008 τονίζοντας: «Όπως κάθε εθνολογικός προσδιορισμός, η ελληνικότητα δεν είναι ουσία. Δεν υπήρχε ανέκαθεν, δεν γέννησε τους Έλληνες (Έλληνες υπήρχαν προτού αυτή εφευρεθεί από κάποιους Έλληνες) και θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο αν οι Έλληνες εξακολουθούν να την θεωρούν έννοια που τους προσδιορίζει. Ο προσδιορισμός, όμως, δεν είναι ούτε απόλυτος ούτε αναλλοίωτος ούτε εκ Θεού προερχόμενος. Οι προσδιοριστικές δυνατότητες της ελληνικότητας αλλάζουν, καμιά φορά αυτοαναιρούνται και εφευρίσκονται ξανά, αλλιώς, και πολλαπλώς. Την (επαν)εφεύρεση της ελληνικότητας από τη Γενιά του ’30 δεν πρωτοσχολίασε ο Βασίλης Λαμπρόπουλος στην Αμερική, αλλά η Ελένη Βακαλό στην Αθήνα». Για να καταλήξει: «Από την εποχή του Κοραή συναντάμε το φαινόμενο να απορρίπτονται ιδέες ως ξενόφερτες, τότε φράγκικες, τώρα αμερικανικές, στο μέλλον πιθανόν κινεζικές. Το κόστος της απόρριψης δεν αφορά ποτέ τον έξω κόσμο. Αφορά και βαραίνει την ίδια την Ελλάδα, της αφαιρεί τις δυνάμεις να αναστοχαστεί τα λάθη της και να καλυτερεύσει ως κοινωνία. Όσοι φοβούνται την καταστροφή του Ελληνισμού να κοιτάξουν εκεί.


ΥΓ: Δεν έχω καμία φιλοδοξία να πρωτεύσω στις ύβρεις και τα ψεύδη, στη ζηλοφθονία και τη μικροπρέπεια, στην ασχετοσύνη και τη μικρόνοια. Το αφήνω στον κ. Γεωργουσόπουλο, ο οποίος και ταλαντούχος είναι σε αυτούς τους τομείς και δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει».
Στο ίδιο φύλλο ο Τάκης Θεοδωρόπουλος με το άρθρο «Ελληνικότητα ναι, αλλά όχι με τους όρους της Γκόλφως» (και η συνέχεια εδώ) μιλoύσε για τον τρόμο μπροστά στην παγκομιοποίηση: «Ο εθνικός, γλωσσικός, θρησκευτικός ή και πολιτικός προστατευτισμός, με τους φανατισμούς που συνεπάγεται μπορεί να βολεύει τον τρόμο που μας προκαλούν τα μεγέθη του παγκόσμιου χωριού, όμως, εκτός τού ότι είναι πολλές φορές θανατηφόρος στην κυριολεξία, υπονομεύει τη διαπραγματευτική μας ικανότητα απέναντι στο παρόν». Και κατέληγε σχετικά με το «φάντασμα του τρόμου μας»: «Η “ελληνικότητα” ως στοιχείο της ταυτότητας είναι ένα στείρο, φοβικό σύμπλεγμα. Η “ελληνικότητα” ως εσωτερική ρωγμή, ως στοιχείο της δημιουργίας, παραλλαγμένη, μεταμορφωμένη, μεταλλαγμένη από μια δύναμη που ξεπερνάει τα όριά της και αυτοσαρκαζόμενη, έφτιαξε μερικά από τα σημαντικότερα έργα τέχνης της ιστορίας μας. Ο κόσμος μας πάσχει από πληθωρισμό ταυτοτήτων. Εκείνο που του λείπουν είναι τα έργα, αυτά που θα μας βοηθήσουν να ανακτήσουμε τη χαμένη εμπιστοσύνη απέναντι στον εαυτό μας, αυτά που θα μας βοηθήσουν να σταθούμε όρθιοι απέναντι στο φάντασμα του τρόμου μας».
Ο Κ. Γεωργουσόπουλος, αφού έλαβε μέρος σε συζήτηση στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στις 14.3.2008, υπό τον τίτλο «Η Τέχνη ως θύλακας αντίστασης ενάντια στην παγκοσμιοποίηση» (!), δείγμα της εθνικιστικής Ανοησίας, την επομένη ξιφούλκησε πάλι κατά των «εθνοκτόνων» από τη σελίδα του στα «Νέα» (15.3.2008), δίνοντάς τους μαθήματα περί του νοήματος και της συγκρότησης της Ελληνικότητας, επικαλούμενος τις διαφορετικές από τις σημερινές του απόψεις τις οποίες είχε διατυπώσει το μακρινό 1981, για να καταλήξει στο «δίδαγμα», καταπώς λέγανε οι δημοδιδάσκαλοι παλιά: «Έτσι, μεταμοντέρνοι μιτσιγγάνοι και η παρέα σας, ο Εβραίος Σάλαμον έλαβε την ελληνική ιθαγένεια γιατί έγραψε Ελληνικά! Γκέκε;». Ιδιαιτέρως περιποιήθηκε την Κατερίνα Σχινά και κατέληξε με ένα δριμύ υβρεολόγιο εναντίον του «λαγού» Αντώνη Λιάκου, με νομική διατύπωση: «Μόνο οίκτο μού προκαλεί το φαινόμενο Λιάκου. Γνώριζα βέβαια πως κάποιοι γκαιμπελίσκοι καραδοκούν και κατά καιρούς εξαπολύουν τον συκοφαντικό τους οχετό. Αλλά ένας λαγός να μεταμφιέζεται αποκριάτικα σε σουπιά για να εκτελέσει τη συκοφαντική του διαστροφή, και μάλιστα καθηγητής Πανεπιστημίου, είναι απ’ τ’ άγραφα.Αν απαντώ είναι για να δείξω το μέγεθος της συκοφαντικής του διαστροφής. Γιατί ενώ τον συμβούλεψα να ζητήσει συγγνώμη για τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας εν γνώσει του και με πρόθεση, με δόλο να θίξει την επαγγελματική και προσωπική μου τιμή, επανέρχεται διαστρέφοντας τα διεστραμμένα». Το άρθρο του Κ.Γ. εδώ και η συνέχειά του εδώ.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Δεν θα ασχοληθώ με τα ανοητολογήματα και τις ύβρεις του Κ. Γεωργουσόπουλου. Θα σταθώ μόνο σε δύο σημεία, χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του:
1. Έγραψε τάχα διακριτικά, αλλά ο ιδιοτελής υπαινιγμός είναι κραυγαλέος: «Πού είσαι, Καλύβα, της χούντας, που με ανέβασες στην ταράτσα με την κατηγορία του αντεθνισμού…», στο κείμενό του στα «Νέα» της 1.3.2008. Αναφερόταν στον χουντικό υπαστυνόμο Ιωάννη Καλύβα και την ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Κι όλα αυτά αφού είχε περάσει γενεές δεκατέσσερις τον Αντώνη Λιάκο, τον άνθρωπο ακριβώς ο οποίος φυλακίσθηκε κατά τη δικτατορία από το 1969 έως το 1974. Και φυσικά έχει το ήθος να μην το κάνει σημαία ούτε να πωλεί τις αντιστασιακές περγαμηνές του. Μόνο κάτι τζάμπα Ελληνάρες «αντιστασιακοί» πωλούν «αντίσταση» σήμερα στην… παγκοσμιοποίηση, με τα «πνευματικά» τους όπλα, δηλαδή με μπούρδες και βρισιές. Μόνο κάτι κρυπτορατσιστές χρησιμοποιούν εξυπναδίστικες ύβρεις τύπου «Μιτσιγκάνοι» (ή «Μιτσιγγάνοι») και μιλούν ύπουλα περί «μεταμοντέρνων της διασποράς (προσέξατε πώς αποφεύγουν να μιλήσουν για ομογένεια και ομογενείς – εξάλλου η ελληνική διασπορά δεν έχει καμία σχέση με όρους ιστορικούς με την εβραϊκή, έτσι;)» .
2. Αφού χρησιμοποίησε όλους τους βάρβαρους και προφανώς ανυπόστατους χαρακτηρισμούς εναντίον τόσων πολιτισμένων ανθρώπων, απειλεί τον Αντώνη Λιάκο με προσφυγή στα δικαστήρια, αν δεν του ζητήσει συγγνώμη. Αυτό το κτηνώδες θράσος, αυτός ο τραμπουκισμός είναι που σοκάρει. Όχι πως δεν περνάει από το μυαλό του ότι, λόγου χάρη, ο Β. Λαμπρόπουλος τον οποίο προπηλάκισε με τόσο βάρβαρο τρόπο («εθνοκτόνος δολοφόνος με το πριόνι», «Αννίτα Πάνια της νεοελληνικής φιλολογίας» κ.λπ.) θα μπορούσε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, αλλά ξέρει ότι δεν είναι εκβιαστής, ότι είναι πολιτισμένος άνθρωπος, του δημοσίου διαλόγου, και δεν θα το πράξει. Ο ίδιος όμως θεωρεί φυσικό να απειλεί (δις) τον Αντώνη Λιάκο, αφού πρώτα τον έχει περιλούσει με τόσα κοσμητικά.
3. Δημόσιος διάλογος με επιχειρήματα από τη μια και λεκτικούς τραμπουκισμούς από την άλλη δεν γίνεται. Διάλογος τεσσάρων όντως καθηγητών με σημαντικό έργο (Στάθη Γουργουρή, Βασίλη Λαμπρόπουλου, Αντώνη Λιάκου, Δημήτρη Παπανικολάου) και την Κατερίνα Σχινά με τον συνάδελφο του «««καθηγητή»»» Ζουράρι ««καθηγητή»» Γεωργουσόπουλο δεν νομίζω πως είναι δυνατόν να γίνει.
«Είμαστε όλοι εθνοκτόνοι με πριόνι»


[*] Ο Μανώλης Βασιλάκης είναι συγγραφέας του βιβλίου «Η Μάστιγα του Θεού».
http://mvasilakis.wordpress.com/2008/03/11/

αρχή σελίδας

Σωτήρης Παστάκας: Γιάννης Λειβαδάς, ο Σωρός των Ποιητών

Ερμηνεύουν και υπερασπίζονται την ποίηση, ενώ εξακολουθούν να αναρωτιούνται αν και πώς η ποίηση δύναται να εκφράσει την πραγματικότητα στο σύνολό της. Να μιλήσει δηλαδή, όχι μόνο για τον εσωτερικό κόσμο της, μα και για τον κόσμο έξω από αυτήν. Αναρωτιούνται αν η ποίηση λειτουργεί κατά πως φαίνεται ή και αλλιώτικα. Αναρωτιούνται αν η ποιητική γραφή περικλείει δυνάμεις που πρέπει να ανακαλύψει ή απλά να αποδεχτεί κανείς. Διερωτήσεις του πρωτάρη. Δουλειά από τέταρτο χέρι. Φιλολογία επί μαρμάρων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, παρόμοια με τον τρόπο που γίνεται κάποιος ακαδημαϊκός, εντελώς αυθαίρετα δηλαδή, έχουν αποκτήσει τον τίτλο του ποιητικού μέντορα ενώ οι παραβλέψεις και τα λάθη των κρίσεών τους είναι ασυγχώρητα, όμοια με εκείνα των ακαδημαϊκών. Παίρνουν θέση υπέρ ενός, μονομερούς και εντελώς περιφερειακού χαρακτήρα, κανόνα, ο οποίος αποδεδειγμένα αδυνατεί να εκφράσει ουσιαστικά το ποιητικό φαινόμενο. Και να επισημάνουμε πως και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για εκείνους που εύκολα πηγαίνει το μυαλό μας. Γιατί υπάρχουν κι άλλοι, ακαδημαϊκοί, φιλόλογοι και γενικώς «περί της ποίησης» οι οποίοι όντας εχέφρονες μένουν σιωπηλοί, υπό την έννοια πάντοτε πως δεν διακατέχονται από την «ευθύνη» να διαφωτίσουν κανέναν.

Ποια είναι μεγαλύτερη ψευδαίσθηση από την άποψη πως μόνο ένα μέρος της γλώσσας μπορεί να υποστηρίξει την ποίηση; Πως το εικονικό είναι συγχωνευμένο με το πραγματικό; Πως η ποίηση βρίσκει τον δρόμο της χρησιμοποιώντας τα γνωστικά εργαλεία που βάναυσα έχουν θέσει ολόκληρη την παγκόσμια κοινωνία στην υποτέλεια; Πως αναμένεται επιτέλους κάποιο ποιητικό όραμα; Φωστήρες από τα Άβδηρα.
Σαν απάντηση λέω πως αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση. Πως το εικονικό είναι εκζήτηση της βλακείας και μόνο οι αστοιχείωτοι έχουν λόγους να του προσδίδουν σημασίες και έννοιες. Πως το πραγματικό δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από εκείνον που χρειάζεται να τεμαχίζει αδιάκοπα τη γνώση και τη διάνοια για να το αντιμετωπίσει. Πως η τέχνη της γραφής δεν εμπεριέχει στοιχεία της γενικευμένης και επιβαλλόμενης γνώσης• και πως εάν τα χρησιμοποιήσει θα είναι μόνο για καύσιμη ύλη. Πως το ποιητικό όραμα έχει από αιώνες αποκαλυφθεί και πως το όραμα αυτό είναι ο Ποιητής.

Ο ποιητικός λόγος δεν θα ήταν ποιητικός εάν από τη φύση του δε διέθετε τις δυνάμεις εκείνες που τον καθιστούν μυστικό ελεγκτή των πραγμάτων. Από την άλλη, ο ποιητικός λόγος ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, ή άλλη σύμβαση, για να καταφέρει να είναι ποίηση. Ο ποιητικός λόγος δεν «ασχολείται» μήτε «συστηματικο-ποιείται». Η ποίηση εκφράζει την κατάσταση της αληθινής σχέσης με τη ζωή, με τους ανθρώπους και κάθε τι που από αυτούς απορρέει. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της, όταν κανείς την διαβάζει.

Στην πραγματικότητα η ποίηση έχει ήδη δράσει πριν ακόμη γραφτεί, ή καλύτερα, είναι μία αδιάκοπη αν και μεταβαλλόμενης ισχύος δράση, η οποία βρίσκεται μονίμως λίγο ή πολύ πιο μπροστά από τα πράγματα. Γι’ αυτό και η ποίηση είναι χρήσιμη, γιατί μπορεί να μεταστρέψει τον αναγνώστη. Η ποίηση που δεν μεταστρέφει είναι ραβασάκι της ντροπής. Η κοινωνία οφείλει να επωφελείται από τον ποιητικό λόγο γιατί πολύ απλά αργεί εκείνη η μέρα που όλοι οι άνθρωποι θα είναι ποιητές. Η κοινωνία μπορεί να αναζητήσει τις πιο καίριες απαντήσεις μέσα στην ποίηση.

Διαβάζουμε, με μεγάλη λύπη, τοποθετήσεις διαφόρων γραφιάδων (και δυστυχώς όχι μόνο μεγάλων ηλικιών) που αντιμετωπίζουν την ποίηση σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον. Και αν ακόμη θεωρούν πως μία επίγνωση μπορεί να σταθεί για κάτι τέτοιο ικανή, δηλαδή να παράσχει στον κάτοχό της άδεια ποιητική, πόσο πραγματικά αξίζει εφόσον τίποτα δεν επιφέρει; Έχει οδηγήσει πουθενά πέρα από τις ξέρες των κρατικών βραβείων το γνωστό κατεστημένο της ποιητικής γραφής στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια;

Η επίγνωση δεν είναι ποιητικά χρήσιμη αν δεν αντανακλά μία με φυσικό τρόπο ορισμένη Θέση. Δηλαδή, η επίγνωση δεν αφορά κανέναν πέρα από τον κάτοχό της εάν δεν είναι Κενή. Διατυμπανίζουν ένα αλαλούμ επινοήσεων τόσο απομακρυσμένων από την υπαρξιακή συνθήκη που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν οτιδήποτε εκτός από ποίηση.
Στην πραγματικότητα ένας αρκετά διευρυμένος κύκλος ασθενών προσωπικοτήτων, προσφέρουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό δοκίμια, άρθρα και ποιήματα που μόνο κατ’ επίφαση είναι τέτοια. Εάν οι άνθρωποι αυτού του συγκεκριμένου κύκλου ανακαλύπτουν μόλις τώρα τις δυνάμεις, τις τήξεις και τις ρίξεις του σύμπαντος που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «ανθρώπινο», αυτό δεν σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να μοιραζόμαστε την αδαημοσύνη τους. Αντί να καταγράφουν όλες αυτές τις εντυπώσεις σε ένα προσωπικό ημερολόγιο, με την ανοχή εκδοτών και περιοδικών που είτε δεν είναι σε θέση να κρίνουν, είτε ελέγχονται, έχουν αυτοανακηρυχθεί ικανοί να καταπιάνονται με ένα τόσο δυναμικό και συνάμα εξοντωτικό φαινόμενο όπως η ποίηση.

Συνοδεία σ’ αυτήν την παράτα: η κριτική. Εκείνη που θέλει, μα ουδέποτε απέδειξε πως είναι σε θέση να ονομάζεται έτσι. Για όλους αυτούς τους θεατρίνους η ποίηση ξεκινά και σταματάει στις μεταξύ τους συμφωνίες. Σε μία ολοφάνερη πλέον omertà. Τους ποιητές τους τρέμουν.

Θα εμφανιστούν οπωσδήποτε ορισμένοι απ’ αυτούς και θα θέσουν το γνωστό εκείνο «ερωτηματάκι», πείτε μας τότε εσείς, κύριε υπογράφοντα αυτού του δύσμοιρου κειμένου, ποια είναι η άλλη «άποψη» για την οποία κάνετε λόγο; Και θα περιμένουν, τι; Να τους τρίψει κάποιος στα μούτρα τα κιτάπια που εδώ και χρόνους έχουν με τον καλύτερο τρόπο εκφράσει το ποιητικό φαινόμενο; Όχι βέβαια, αυτό θα το έκανε μονάχα άλλος ένας «μέντορας» όμοιός τους.

Αλλά μήπως είναι δυνατό να ανεχθούν τις αυθεντικές πηγές; την πραγματική φύση της Μούσας, εφόσον το ποιόν τους δεν περιλαμβάνεται στη δική της λίστα; Αλλά γιατί άραγε θεωρούν πως η ποίηση χρειάζεται στην εποχή μας υπεράσπιση; Μήπως απλά για να καταφέρουν να συγχωνεύσουν με έμμεσο τρόπο τις δύστυχες αράδες τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι; Είναι δυνατόν να χρειάζεται η ποίηση υποστήριξη; Όχι βέβαια. Αν αυτό συμβαίνει προφανώς δεν μιλάμε για ποίηση. Μιλάμε για φιλολογική ενασχόληση.
Τα πράγματα όμως είναι εντελώς ξεκάθαρα στην βάση τους, διότι με τις απόψεις τους δείχνουν να μην αντέχουν καν τον ρόλο που τους αρέσει να παίζουν. Μήπως υπάρχει έστω κι ένας από δαύτους που αντέχει τον δημόσιο διάλογο με θέμα την ποίηση; Τους το προτείνω, όπως τους προτείνω συνάμα να αλλάξουν βιβλιοθήκη, να αλλάξουν ζωή και εαυτό. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να το κάνεις, αν είσαι ποιητής.

Φαίνεται πως ο νεότερος κόσμος έχει επικινδύνως υποταχθεί σε ένα κλειστό κύκλωμα πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, καλλιτεχνικών και ψυχαναλυτικών ιδεών, το οποίο έχει οδηγήσει τα πράγματα στην κατάντια που επικρατεί γύρω μας. Καθώς και στην κατάντια να έχουμε για ποιητές αυτού του κυκλώματος τα φερέφωνα. Πρόσφατα μάλιστα από την πλευρά τους τα πράγματα κάπως αγρίεψαν. Μα ποιος μπορεί να φοβηθεί τους δειλούς που κρύβονται πίσω από μια κόλα χαρτί; Διακρίσεις, περιοδικά, ανθολογίες, πανεπιστήμια, κατινισμός, λιβανιστήρια. Κανείς δεν τα χρειάζεται όλα αυτά. Αυτή είναι αλήθεια. Με τον ίδιο τρόπο που την 21η Μαρτίου δεν υπάρχουν ποιητές σε κοινή θέα.

Copyright©Σωτήρης Παστάκας / Δικτυακός Τόπος: http://poiein.gr

αρχή σελίδας

Κώστας Κουτσουρέλης: Πολιτικοί και λογοτεχνικοί καθωσπρεπισμοί


ΤΟΝ ΟΡΟ political correctness τον αποδίδουμε συνήθως στα ελληνικά ως πολιτική ορθότητα. Η μετάφραση μου φαίνεται μηχανική. Το correct είναι βέβαια έννοια πολυστρώματη, που αποτιμά ανάμεσα στ' άλλα και την ακρίβεια των αντικειμενικών μετρήσεων, επαληθεύοντας ή διαψεύδοντας την ορθότητά τους. Εξίσου έκτυπο έχει ωστόσο και το θετό, συμβατικό της φορτίο. Correct dress, μας πληροφορεί το λεξικό, είναι η προσήκουσα, η ενδεδειγμένη αμφίεση, εκείνη δηλαδή που ανταποκρίνεται στο τυπικό της στιγμής· correctness είναι ακόμη η συνέπεια (he's always correct in his appointments), μια ακόμη λέξη που παραπέμπει στον φορτισμένο λόγο της συμβατικής πειθαρχίας. Correctness μεταξύ κοινωνών είναι εν τέλει ό,τι παλαιότερα θα ονομάζαμε κόσμια, ευπρεπή διαγωγή. Αν λογαριάσουμε δε και τις ιστορικές καταβολές της πολιτικής "κοσμιότητας", εννοώ βέβαια τον βαθύ πουριτανισμό που την τρέφει, μόνος κατάλληλος για την αποδώσει επαρκώς μου φαίνεται ο δικός μας, από καιρό παροπλισμένος "καθωσπρεπισμός". Κι αυτό, μ' όλο το κακόσημο του όρου, ή μάλλον εξαιτίας του. Με δεδομένο το ξενόφερτο του πράγματος, η απόπειρά μας να το εξελληνίσουμε γλωσσικά, θα ήταν καλό αν συμβάδιζε με μια έμμεση έστω κριτική.


###

Ότι ο πολιτικός καθωσπρεπισμός είναι πρώτα και πάνω απ' όλα πουριτανισμός, φαίνεται καθαρά αν δοκιμάσουμε να τον συγκρίνουμε με το πιο γνωστό φανέρωμα του πουριτανισμού των τελευταίων δύο αιώνων, εννοώ τον σεξουαλικό καθωσπρεπισμό της αστικής εποχής. Για τον τελευταίο, όπως ξέρουμε, σκάνδαλο και ανάθεμα υπήρξε πάντα η σάρκα. Ανήμποροι να σβήσουν ολότελα την σαρκικότητα του έρωτα απ' το ευπρεπισμένο τους λέγειν, οι αστοί θα προσπαθήσουν να την εξαφανίσουν τουλάχιστον από το πρόσωπο της επίσημης γλώσσας. Του λοιπού, ο αφροδίσιος έρωτας θα μείνει λεκτικό ταμπού απαράβατο στα φιλολογικά σαλόνια και τα κοινωνικά εντευκτήρια. Όμως, όπως μας θυμίζει η γνωστή στατιστική για την αναλογία πορνείων και κατοίκων στο βικτωριανό Λονδίνο, αυτός ο πρώτος θα πάρει την εκδίκησή του στους δρόμους.

Ό,τι για τον αστό υπήρξε ανέκαθεν η σάρκα, για τον πολιτικό καθωσπρεπιστή του μετανεωτερικού κόσμου είναι η βία. Σε άκρα αντίθεση με τον κοινωνικό ή εθνικό επαναστάτη, που έβλεπε πάντα στη βία την καλοδεχούμενη μαμή της ιστορίας, σε διάσταση ακόμη και με τους προμάχους του παραδοσιακού πολιτικού ρεαλισμού, που καθώς έβρισκαν σ' αυτήν ένα εργαλείο συχνότατα πρόσφορο για τους δικούς τους σκοπούς, δεν ορρωδούσαν ποτέ να πουν ανοιχτά τ' όνομά της, ο μεταμοντέρνος καθωσπρεπιστής πασχίζει φιλότιμα να την αποσιωπήσει όπου δει. Αν ο καθωσπρεπιστής μας είναι ιστορικός, και γράφει για να διδάξει παιδιά του δημοτικού λ.χ., πρώτο του μέλημα θα είναι παντί σθένει να πάψει το εγχειρίδιο να βρέχεται από αίμα. Εξανδραποδισμοί, δηώσεις, σφαγές, όλα όσα συνθέτουν την ιστορία εν τέλει, θα τα θέσει εκποδών. Τα ολοκαυτώματα θα στρογγυλευτούν, οι προαιώνιες αντιπαλότητες θα υποβαθμιστούν, οι αρχαίες ενοχές θα κατασιγαστούν ή θα τεθούν κατά μέρος εμπρός στο προσδόκιμο πάμφωτο μέλλον. Ο καθωσπρεπιστής ιστορικός δεν διστάζει να πει ότι βλέπει στο παρελθόν μία νόσο, και ότι δικός του σκοπός είναι πρώτα η επούλωση των παλαιών πληγών. Μόνο, που στους αντίποδες της κλασσικής θεραπευτικής, η οποία ζητά από τους ιατήρες να καταπολεμούν τις παθογόνες αιτίες, ο καθωσπρεπιστής μας νομίζει πως θ' αρκέσει γι' αυτό μια τελετουργική condemnatio memoriae, ένα άναρθρο ξόρκι.

Αν ο καθωσπρεπιστής μας είναι κριτικός, κι έχει να κάνει με λογοτεχνικά κείμενα καίρια, θα τα κοιτάξει πάντα υπό γωνίαν. Σκοπός του δεν είναι να εκθέσει όσα πράγματι διάβασε, αλλά να μας ανακοινώσει απλώς όσα πιστεύει ότι κιόλας γνωρίζει. Αν στα χέρια του πέσει ο Σολωμός, φερ' ειπείν, και ο Ύμνος , εκείνες οι εκπληκτικές τριάντα ή σαράντα στροφές του ποιήματος που ιστορούν την άλωση της Τριπολιτσάς, ο καθωσπρέπει κριτικός θα διαγνώσει αμέσως την προσχεδιασμένη γενοκτονία, θα κατακεραυνώσει τις φονικές βουλές των πορθητών, θα υποδείξει κραδαίνοντας το δάχτυλο του ψηλά την κατάντια όσων τολμούν να ισχυρίζονται ότι πολεμούν περί πάτρης. Αν του θυμίσεις τι ρητή ηδονή, πόσο απύθμενο πάθος εκδίκησης κρύβουν οι περιγραφές των σφαγών στον Σαίξπηρ ή στον Όμηρο, οι σκηνές των κολασμένων στον Δάντη, ο κριτικός μας θα σηκώσει αμήχανα τους ώμους. Αν του θυμίσεις τον Λουκρήτιο και το De rerum naturae, την πανάρχαια αλήθεια δηλαδή ότι τίποτε δεν περιστρέφει ταχύτερα τον τροχό του μίσους απ΄ ό,τι ο φόβος και η καταπίεση που το γεννούν (nam cupide conculcatur nimis ante metutum – με λύσσα κανείς ποδοπατά ό,τι πρωτύτερα έτρεμε), ο καθωσπρεπιστής μας θ΄ αρνηθεί και την ανθρώπινη φύση.


###

Για όλους αυτούς, η βία είναι το έσχατο, το μεταφυσικό, το μη περαιτέρω αναγώγιμο κακό. Απ΄ όπου και αν προέρχεται, της πρέπει ένα μονάχα: καταδίκη απερίφραστη. Και δη αδιάκριτα. Βία ληστρική και βία επαναστατική, βία των ισχυρών και βία των αδυνάτων, βία ως αντίσταση και βία ως καταστολή, βία ως φίμωτρο και βία ως κραυγή – βία εν τέλει με πρόσημο και προσδιορισμό, στα μάτια τους δεν υφίσταται. Όλες της οι εκδηλώσεις μπαίνουν στο ίδιο σακκί. Κι επειδή βία μόνη της δεν νοείται, μαζί της παρασιωπώνται όλα όσα τυχόν θεωρηθούν εστίες που την υποθάλπουν. Όχι μόνο η Βία, αλλά και το σκαιό ετερώνυμό της, η εξίσου αισχύλεια θεότητα του Κράτους, που την συντηρεί, χάνεται από προσώπου γλώσσας. Κι ενώ η βία των μικρών λοιδορείται, τύραννοι, δεσπότες, δυνάστες εξαγνίζονται αναδρομικά, οι πράξεις τους σχετικεύονται ή δικαιολογούνται, τα ονόματά τους αναβαπτίζονται στην κολυμβήθρα του αναθεωρητικού Σιλωάμ ώστε να απαλλαγούν από το στίγμα που αιώνες "μεροληπτισμού" τους επέρριψαν.

Σε οψιμότερο στάδιο, οι μέγιστοι δράστες πάντα απαλλάσσονται. Στο εδώλιο τη θέση τους παίρνουν τα απρόσωπα κίνητρα. Όχι τα άμεσα οφέλη ή συμφέροντα, αυτά μένουν το συνηθέστερο αδίκαστα. Αλλά τα απώτερα, σκοτεινά ελατήρια που τάχα οπλίζουν το ανθρώπινο χέρι. Ιδεοληψίες πανίσχυρες και επίφοβες ψυχώσεις, απατηλά ιδεώδη και κινδυνώδεις ευφημισμοί – αυτοί είναι ένοχοι, οι άνθρωποι όχι. Ετούτοι οι τελευταίοι, σε όποια τους πάντα ιδιότητα, σφαγείς και σφαγέντες, θριαμβευτές και ηττημένοι, πολιορκητές και αμυνόμενοι, δεν είναι παρά ενεργούμενα κι υποκινούμενα πιόνια. Την ευθύνη φέρουν οι λέξεις, αυτές πρέπει να απομυθευθούν, να αποδομηθούν, να ελεγχθούν. Οι λέξεις έθνος, πατρίδα, ταυτότητα, λ.χ., γιατί εκτρέφουν μαζικά ξενοφοβίες, ξενηλασίες και σωβινισμούς. Οι λέξεις θρησκεία, πίστη και Θεός, επειδή συνωνυμούν με την μισαλλοδοξία και την ανορθόλογη ροπή προς το Επέκεινα. Οι λέξεις πατέρες ή ανδρισμός, γιατί συνεπάγονται αυτοματικά τον υποβιβασμό της γυναίκας σε θέση καταστατικής ανισότητας ή και ανυπόφορης υποταγής. Ακόμη και η ατομική αριστεία, η φιλοπρωτία, η αυτοθυσία, ο ηρωισμός, πρέπει κι αυτές να αποσκορακιστούν, μιας και αντιστρατεύονται το ρυθμιστικό ιδεώδες του άκρου εξισωτισμού, κι επιπλέον μας καθηλώνουν σ' εποχές "βάρβαρων" αξιών και "περιφρόνησης της ζωής".


###

Ιστορία, κοινωνικές επιστήμες, λογοτεχνική κριτική. Για την σχηματική αυθεντία του πολιτικού καθωσπρεπισμού, έδαφος προσφορότερο από αυτό της άκρατης θεωριοκρατίας που ταλανίζει τις ανθρωπιστικές σπουδές τις τελευταίες δεκαετίες δεν θα μπορούσε ασφαλώς να βρεθεί. Πού αλλού παρά σε εδάφη ακραιφνώς θεωρητικά μπορεί να ευδοκιμήσει η σχηματικότητα; Πώς αλλιώς παρά ως θολή αυθεντία μπορούν να γίνουν δεκτές οι αφ' υψηλού γενικεύσεις; Από κοντά η εικόνα φαντάζει χαώδης, στρυφνή, ανυπότακτη· το βλέμμα συχνά παραλύει. Όσο πιο μεγάλη η κλίμακα, τόσο ελαφρύτερη η ανάγκη να εξηγεί κανείς τα καθέκαστα.

Τι γίνεται όμως με την λογοτεχνία την ίδια; Πόσο καθωσπρεπιστής μπορεί να γίνει τελικά ένας ποιητής, ένας δραματουργός, ένας μυθιστοριογράφος; Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση μοιάζει ίσως απλή. Η σχέση της ποίησης με τα πράγματα –κι εδώ λογοτεχνία και ποίηση αποκαλώ, όπως το θέλει ο Ταρκόφσκι, όχι το είδος το γραμματολογικό, αλλά τον ξέχωρο εκείνο τρόπο να αντικρίζει κανείς τον ίδιο τον κόσμο– η σχέση λοιπόν της ποίησης με τα πράγματα υπήρξε πάντοτε σχέση δυσκαθόριστη. Θυμικός και στοχαστικός την ίδια στιγμή, υμνητής και αρνητής, εγγύτατος και όμως μακρινός, ο ποιητής πάντα παλινδρομεί, καμμιά πραγματικότητα δεν είναι γι' αυτόν εξαντλημένη ή μονοσήμαντη, στα μάτια του κανένα ερώτημα δεν έχει βρει ποτέ απάντηση τελεσίδικη. Απέναντί του ο καθωσπρεπιστής είναι ο λάτρης της μονόδρομης αιτιότητας, το άσπρο-μαύρο είναι ο τρόπος του να διαβάζει τον κόσμο, οι αχνές αφαιρέσεις το μόνο τοπίο όπου ο φακός του μπορεί να στραφεί. Ο ποιητής αντίθετα βλέπει, και βλέπει ολικά. Ακόμη κι όταν το πιστεύω ή οι κλίσεις του τον τραβούν προς την μία πλευρά, το ένστικτό του τον επαναφέρει γοργά προς την άλλη, ωσότου κερδίσει εκείνο το νοητό σημείο της ισορροπίας που συνιστά την εσώτερη ελευθερία του. Με τούτη την έννοια, λογοτεχνία καθωσπρεπική θα σήμαινε λογοτεχνία άκυρη, λογοκριμένη, τυφλή. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατή;

Το εκ πρώτης όψεως αδύνατο γίνεται οφθαλμοφανέστατα δυνατό, μόλις αναλογιστούμε ποια είναι η πραγματική θέση του συγγραφέα στο τώρα. Ταλαντευόμενος ανάμεσα στις δυνάμεις της αγοράς που επιβάλλουν εκείνες σ' αυτόν τις ορέξεις τους, κι όχι αντίστροφα, και στα ποικίλα ιδεολογήματα του συρμού που αναβοσβήνουν με καταπληκτική ταχύτητα στις οθόνες της εργαλειακής σκέψης, ο συγγραφέας κινδυνεύει κι απ' τις δυο μεριές. Αν παρασυρθεί προς την πρώτη κατεύθυνση, η πιθανότητα να μεταλλαχθεί σε απλό διασκεδαστή είναι μεγάλη· αν αφεθεί ν' ακολουθήσει τη δεύτερη, το ενδεχόμενο να μείνει ες αεί ένας λογοτεχνίζων ηθικολόγος, κάτι σαν κοσμικός ιεροκήρυκας του συρμού, είναι εξ ίσου ορατό. Χωρίς να έχουν διόλου κατά νουν το αρχαίο τέρπειν άμα και διδάσκειν, κάποιοι υποκύπτουν ανέμελα και στα δύο. Τίποτε το παράδοξο – οι καθωσπρέπει και οι ευπώλητοι θύουν ομοίως στον κομφορμισμό.


###

Ιδίως σε ό,τι αφορά την τρέχουσα ελληνική πεζογραφία, φαίνεται ότι πολιτικός καθωσπρεπισμός και εμπορική απήχηση συμβαδίζουν περίπου αναγκαία. Τουλάχιστον η υποδοχή ενός έργου από την κριτική, εξαρτάται από την ικανότητα του συγγραφέα του να πείσει ότι υιοθετεί αδίστακτα όλα τα κραταιά στερεότυπα. Το φαινόμενο έχει σατυρίσει περίφημα σ' ένα πρόσφατο διήγημά του ο Ρέννος Οιχαλιώτης (περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1773, Δεκέμβριος 2004). Ο ήρωας του διηγήματος, συγγραφέας ο ίδιος, αναλογίζεται την αποτυχία του να βρει εκδοτικό οίκο πρόθυμο να εκδώσει το μυθιστορήμα του. Στο τέλος, παρακινημένος και από έναν επαγγελματία του χώρου, πείθεται να προβεί σε μια σειρά "δραστικές παρεμβάσεις".

"Καταρχάς ο γεωγραφικός χώρος όπου διαδραματιζόταν η ιστορία του έπρεπε να αλλάξει… Διαβάζει ο άλλος, Καλύβια, Κουβαράς, Μαρκόπουλο, πιο κάτω, και βαριέται, τον στραγγαλίζει η πλήξη… Κατέληξε σε μια συνοικία της Θεσσαλονίκης. Η τετριμμένη επωδός της 'πανέμορφης Θεσσαλονίκης' τόσων Βορειοελλαδιτών καλλιτεχνών του θεάματος –που κατά τα άλλα, με την πρώτη σοβαρή ευκαιρία, την εγκατέλειπαν και εγκαθίσταντο μόνιμα στην Αθήνα– θα λειτουργούσε υπέρ του: νάρκωνε το μυαλό του αναγνώστη σε μία αυταπάτη παρελθοντικής ομορφιάς που, χωρίς κανένα δικό του κόπο, έδινε βάθος στους χαρακτήρες του. Εξάλλου