αρχική | συνδέσεις | επικοινωνία | τεύχος 1 | τεύχος 2

3- Οκτώβριος 2003


Πάνος Καρνέζης : "Μικρές Ατιμίες" εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2003
Από το διήγημα: "Η μέρα του κτήνους"

Ο μαέστρος σήκωσε την μπαγκέτα του κι αμέσως το πένθιμο εμβατήριο άρχισε. 
Κατεβαίνοντας το χωματόδρομο προς το νεκροταφείο, με τις διαλυμένες μπλε 
στολές τους που κρατιόνταν με παραμάνες, τις σχισμένες επωμίδες. τα πηλήκια 
με τα μαδημένα λοφία και τα στραπατσαρισμένα όργανα, οι μουσικοί έμοιαζαν 
με στρατό σε οπισθοχώρηση. Πίσω τους περπατούσαν οι τέσσερις βαστάζοι με
το φέρετρο στους όμους, που είχε κατασκευαστεί βιαστικά και μύριζε ακόμα
βερνίκι, ακολουιούσε ο παπάς κουνώντας το θυμιατό κι από πίσω ο υπόλοιπος
κόσμος, ντυμένος στα μαύρα. Όλα τα παιδιά, υποχρεωμένα από τους γονείς τους
να έρθουν, είχαν σχηματίσει ένα κοπάδι που το φύλαγαν τσοπανόσκυλα.
Τελευταίοι, πασχίζοντας να μη μείνουν πίσω, προχωρούσαν ο δικηγόρος
Ζαχαρίας κι ο γιατρός Παντελέων, φορώντας ο τελευταίος το φράκο του με το 
άδειο μανίκι καρφιτσωμένο στην τσέπη του στήθους. Ήταν μια σεμνή πομπή.

Παύλος Μάτεσις : απόσπασμα από το Μυθιστόρημα, "Ο Παλιός των Ημερών" Δωδέκατη Έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη 2000

Στον δρόμο συνάντησε ένα φίδι που πέθαιε από γεράματα. Κθόταν αυτό και όλο αγωνιζόταν να κουλουριαστεί, να χτυπηθεί από απελπισία, όμως δεν είχε πια τη δύναμη. Ολόγυρα του είχαν μαζευτεί διάφορα πουλάκια μικρά και αδύνατα, με πόδια σαν κλωσίτσες και ωραία φτερά πολλών χρωμμάτων· μαζεμένα γύρω γύρω από το φίδι και το περίμεναν πότε θα ξεψυχήσει για να το φάνε. Η θεία-Μαλαβίτσα σκέφτηκε για μια στιγμή να το σκοτώσει να το γλυτώσει από το βάσανο της αναμονής, μετά όμως είπε εγώ θα φορτωθώ όλε ς τις ευθνες του κόσμου τούτου; Και ούτε το δηλητήριο του θα μου είναι χρήσιμο, στα γέρικα φίδια έχουν πέσει τα δόντια που βαστάνε το δηλητήριο. Και έτσι το παράτησε να πεθάνει από μόνο του.

Τάσος Λειβαδίτης : από "Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου" Εκδόσεις Κεδρος 1990

"Αυτός Που Σωπαίνει"

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη ενός ατελείωτου χωρισμού
κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια, με τις σκοτεινές σκάλες
         τους που οδηγούνε στο άγνωστο πού
με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές πού αρνούνται, κλαίνε λίγο κι
         ύστερα ενδίδουν και τ' άλλο πρωί αερίζουν το σπίτι απ' τους
         μεγάλους στεναγμούς,
στα παλαιικά κρεβάτια με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες, πλάγιασαν
         κι ονειρεύτικαν πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν, γλυκείς κι απληροφόρητοι, σαν τους
         νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια --
όμως εσύ σωπαίνεις, γιατί δε μιλάς, πες μου γιατί ήρθαμε εδώ;
         από που ήρθαμε; Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω 
         στο χώμα
τι θέλουν να πουν; Ω αν μπορούσες να τα διαβάσεις, όλα θ' άλλα-
         ζαν.

Όταν, τέλος, ύστερα από χρόνια, ξαναγύρισα, δε βρήκα παρά τους
         ίδιους έρημους δρόμους, το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά
κι ολόκληρο το άγνωστο την ώρα που βραδυάζει.  

Δημήτρης  Νόλλας : αποσπάματα από το βιβλίο ."Τα θολά τζάμια" Διηγήματα,
4η έκδοση "εκδόσεις Καστανιώτη" 1997.
Από το διήγημα : "Δύο πήχες γης"
"ΛΕΞΕΙΣ ΑΝΟΗΤΕΣ ΞΕΦΤΙΑ που ψάχνουν στα τυφλά τον σκοπό τους μεσα σε
κείμενο ξεδοντιασμένο". Έτσι σκεφτόταν η Μαρίκα Μάρκου, μέσα σε αλλεπάλληλα
κύματα εικόνων και μεταφορών, για ένα άρθρο της που έπρεπε να τελείωσει, παρα-
τηρώντας επίμονα την οθόνη του κομπιούτερ, λες και θα μπορούσε από μόνο του να
γεννήσει νόημα σε κάτι που το 'βλεπε να απλώνεται μπροστά στα μάτια της 
στεγνό από χυμούς, χωρίς τσαλίμια κι ημιτόνια, όπως πρέπει να διαθέτει κάθε 
γραπτό που θέλει να αποτυπωνει την πραγματικότητα.Χωρίς καν κουκούτσι να σκα-
λώνει στα δόντια και σκέφτηκε πολύ σοβαρά να το σβήσει, να το εξαφανίσει με μιαν
απλή κίνηση.


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης απόσπασμα από το διήγημα "Η Νοσταλγός" από τα 'Απαντα του Παπαδιαμάντη, του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, εκδόσεις "Δομός" ( 1981-1988)

Εγέλασεν μόνη της ειπούσα τούτο. Είπα επειδή ο νέος εφαίνετο ανησυχών ακόμη:
--Να μην μας πιάσουν μοναχά, επέφερε εκείνη. Δέ με μέλει τι θα πει ο κόσμος, να! ούτε τόσο-δά, καρφί δε μου καίεται! Ημείς να είμαστε αθώοι, και άφσε τους ανοήτους να μας κατηγορούν!
Ο νέος έκυψε περιπαθώς και της εφίλησε τα άκρα των δακτύλων της χειρός της, σκεπτόμενος ότι ήτο αθώος, ναι, όπως πολλοί οίτινες κατεδικάσθηνσαν αδίκως, ως λέγει η Ιστορία, εις τον επί της πυράς βραδύν θάνατον. Εκείνη προσέθηκεν αυστυρώς:
--Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτον να μένω σιμά στον μπάρμπα-Μοναχάκη. Απόδειξις ότι δεν θέλω, είναι ότι εκίνησα να πάω πίσω στους γονείς μου. Οι γονείς μου δε θα μπορούν να με σκεπάσουν, αν το κάμω, ο μπάρμπα-Μοναχάκης θα μ'εσκέπαζε, και πολύ.

Οξεία μάχαιρα έσχισε την καρδίαν του νέου. Εφαντάσθη ότι η νεαρά γυνή θα είχε χωρίς άλλο εραστήν εις την πατρίδα της, Δι' εκείνον επεχείρει τον αλλόκοτο τούτον πλουν! Και τότε η θέσις του ποία; Αυτός τί ήτο εις την περίπτωσιν εκείνην; Γέφυρα εφ'ής επάτουν όπως συναντηθώσι δύο αγαπώμενα όντα, Χάρων των καταχθονίων ερώτων!...

Ω! πόσην φλόγα είχε μέσα του! Και πως ησθάνετο όλα του τραγικού ήρωος τα ένστικτα βρυχώμενα και λυσσώντα εις τα ενδόμυχά του την στιγμή αυτήν! ( Και πως ηδύνατο να μεταβάλη το παρόν ειδύλλιον εις δράμα, αν μόνον το επέτρεπε η φιλολογική του συγγραφέως συνείδησις! Φαντασθήτε την σκαμπαβίαν κυνηγούσαν τους δύο φυγάδας επί της ελαφράς βαρκούλας, τον Μαθιόν διαφεύγοντα διά θαύματος κωπηλασίας την καταδίωξιν, την τελευταίαν στιγμήν ανακαλύπτοντα ότι η Νοσταλγός είχεν εραστήν εκεί πέραν και σχίζοντα το στήθος της με το εγχειρίδιον, ή βυθίζοντα την βάρκαν και πνίγοντα τήν γυναίκα, πνιγόμενον και αυτόν εις τα κύματα! Τέλος την σκαμπαβίαν ερευνώσαν να εύρη τα δύο σώματα εις τα βάθη της θαλάσσης, υπό της σελήνης το φώς! Οποίον θαύμα ρωμαντικότητας, οπόσα δάκρυα ευαισθησίας!...)

Κώστα Γ. Καρυωτάκης : "Αισιοδοξία"

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωϊνού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράση.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε εκείπέρα,
σε χώρες άγνωστες της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα σοβαρά.
Για να μας δεχτή κάποια λάιδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολμέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ι γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας, και με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε --σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδίσουμε, --το τραγούδι να μοιάση
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πύρρους δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάση.

Μακρυγιάννη συνέχεια ... ...Νο3

(...) από τρεις, μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον, και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι άνθρωποι, των νησιών και εκείνοι οπού 'χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους, και κλαίνε με μαύρα δάκρυα. Όλα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι, έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε, με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό, παθαίνομεν και τι θα πάθομεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια, τους ξένους σκοπούς του και τις 'διοτέλειές του και για-να κατακερματίσουνε, και την Τρίτη-Σεπτεμβρίου -οπόυ διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας, της πατρίδος αυτό το Σύνταμα -και τό 'χομεν εις το χαρτί και αντίς- να , μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. Όλοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ-αρχής, είναι άγιοι ομπρός-'σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ'-όλον-οπού, τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα., Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα, παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για-να τα βγάλει εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ'αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του, κάθε-ενού και τ'όνομα του με καλόν τρόπον, όχι με βρισιές, δια-να χρησιμεύουν, αυτά όλα εις τους μεταγενέστερους και να μάθουν να θυσιάζουνδια, την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, ωα ζήσουν ως άνθρωποι, 'σ αυτή την πατρίδα και μ' αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο, εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή, να μην τους απατάγη, η 'διοτέλεια. Και αν σκοντάψουν, τότα εις τον, κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. -Όλο εις τον κρεμνόν κυλάμεν, κάθε 'μέρα. Όταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζονταςμ το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότε έχουν το δικαίωμα να κάμη, ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατα.,

Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα απομνημονεύματα στο: Makriyannis.gr Στο επόμενο τεύχος μας η συνέχεια...


 

copyright2003©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης Στράτος Φουντούλης www.2stratos.com.

Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες

Ξένη Λογοτεχνία

μετάφραση

Απόσπαμα : Μίλαν Κούντερα "Η Αγνοια".

Μετάφραση: Γιάννης Η. Χάρης.

Εκδόσεις "Εστία". Πρώτη έκδοση, Ιούλιος 2001

(...) Αυτά τα όνειρα-εφιάλτες τής φαίνονταν ακόμα πιο μυστηριώδη, καθώς την ίδια στιγμή υπέφερε από ακατανίκητη νοσταλγία και ζούσε μιαν άλλη, τελείως αντίθετη εμπειρία: τη μέρα έρχονταν και της παρουσιάζονταν διάφορα τοπία της χώρας της. Όχι, δεν ήταν κάποια ατέλειωτη και συνειδητή, ηθελημένη ονειροπόληση· ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό: μες το στο μυαλό της άναβαν για μια στιγμή απροσδόκητα, απότομα, γρήγορα, κάτι οράματα τοπίων, που έσβηναν αμέσως. Μιλούσε με τον προϊστάμενό της, κι έβλεπε ξαφνικά, σαν αστραπή, ένα μονοπάτι μες στους αγρούς. Την έσπρωχναν μέσα σ' ένα βαγόνι του μετρό, κι αίφνης ξεπρόβαλλε μπροστά της για κλάσματα δευτερολέπτου μια μικρή δεντροστοιχία σε μια καταπράσινη συνοικία της Πράγας. Αυτές οι φευγαλέες εικόνες την επισκέπτονταν όλη τη μέρα και μετρίαζαν την έλλειψει της χαμένης Βοημίας

Απόσπασμα : Κάρλος Φουέντες "Η Πορτοκαλιά "η "Κύκλοι του Χρόνου "

Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου

Εκδόσεις "Αγρα "Πρώτη έκδοση, Ιούλιος 2003

Από το διήγημα " Οι Δυο Όχθες "

(...) Ανάμεσα σ' όλους τούς νεοτερισμούς που χρησιμοποίησε ο αρχηγός μου ο δον Ερνάν Κορτές για να εντυπωσιάση τους Ινδιάνους -φωτιά από αρκεβούζια, ξίφη από σίδερο, γυάλινες χάντρες- κανένα δεν έπαιξε τόσο σπουδαίο ρόλο όσο τα άλογα της Κατάκτησης. Ένα τουφέκι εξαπολύει μιά έκρηξη που διαλύεται σε καπνό· μιά σπάθα μπορεί να νικηθεί από ένα ινδιάνικο ξίφος για δύο χέρια· το γυαλί εξαπατά, αλλά το ίδιο κάνει και το σμαράγδι. Αντίθετα, το άλογο είναι, βρίσκεται εκεί, έχει από μόνο του ζωή, κινείται, συγκεντρώνει τη δύναμη των νεύρων, το στιλπνό τρίχωμα, τους μυς, τα αφρισμένα χείλη και τις οπλές σαν αρραβώνα με τη γή, ελατήρια του κεραυνού και δίδυμες του ατσαλιού. Τα υπνωτιστικά μάτια. Τον ιππέα που το καβαλικεύει και το ξεκαβαλικεύει, προσθέτοντας στη διαρκή ματαμόρφωση του ζώου που τώρα το βλέπουν και πριν ουδέποτε το είχαν φανταστεί, κι όχι μονάχα οι Ινδιάνοι, μα ούτε κανένας από τους θεούς τους.

Απόσπασμα : Γκυστάβ Φλωμπέρ : "Σαλαμπώ"

μετάφραση : Γ. Βλαστός

Εκδόσεις Ηριδανός, 1977.

Με το πρώτο βήμα που έκανε, εκείνη σηκώθηκε· έπειτα, άθελα, όσο σίμωνε, προχώρησε αγάλι· αγάλια ως την άκρη της ταράτσας· κια σε λίγο, με την εξαφάνιση όλων των εξωτερικών πραγμάτων, δεν είχε παρά τον Μάτο. Μια σιγαλιά γεννήθηκε στην ψυχή της --ένα απ' τα βάραθρα εκείνα που ολόκληρος ο κόσμος εξαφνίζεται μέσα, απ' την πίεση μιας μονάχας σκέψης, μιας θύμησης, ενός βλέμματος, ο άνθρωπος αυτός, πουπερπατούσε προς αυτή, την προσέλκυε.

Δεν είχε πια εξόν τα μάτια, ανθρώπινη όψη· ήτανε ένα μακρύ σχήμα ολότελα κόκκινο· τα σπασμένα δεσμά του κρεμόντανε στο μάκρος των μεριών του· δεν τα ξεχώριζε όμως κανείς απ' τους τένοντες των καταξεφλουδισμένων καρπών του· το στόμα του έμενε ορθάνοιχτο· απ' τις κόχες του βγαίνανε δυο φλόγες που φαινότανε ως τα μαλλιά του·--και ο άθλιος περπατούσε πάντα!

Απόσπασμα Dante Alighieri: "Η Θεία Κωμωδία" από το "Καθαρτήριο"

Εκδ. "Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδάνος, 2002

άριστη μετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης

Ασμα Ι
(...)

Πανιά σηκώνει της έμπνευσης το καραβάκη
για ένα ταξίδι σε πιο φιλοξενα νερά
πίσω του αφήνοντας πελάγη αγριωπά
Γι' αυτό το δεύτερο βασίλειο θε να ψάλω
όπου του ανθρώπου εξαγνίζεται η ψυχή
και άξια γίνεται στα ουράνια ν' ανέβει
Αφού δικός σας είμαι, ώ άγιες Μούσες,
εδώ πια η ποίηση ας ξαναγεννηθεί·
κι ας με βοηθήσει στο άσμα ετούτο
και της Καλλιόπης η μελωδία η θεϊκή,
τις κίσσες που έκανε να ντροπιαστούνε
και για συγνώμη ν' απογοητευτούνε.
Όλος ο θόλος τ' ουρανού ήταν γαλήνιος,
του ζαφειριού είχε της ανατολής το γλυκό
χρώμα,
καθάριος και κρυστάλλινος ίσαμε το
φεγγάρι,
στα μάτια μου έδωσε ξανά χαρά μεγάλη,
που είχε πλακώσει τη θθωριά και την ψυχή
μου ακόμα.
Τ' αστέρι τ' όμορφο, στον έρωτα όπου
μας καλεί,
γελούσε κι έλαμπε η Ανατολή, και νίκαε
των Ψαριών το φως, του αστερισμού που
ακολουθεί.
(...)

Κάρλο Φραμπέτι : "Το Βιβλίο Κόλαση"

Μετάφραση : Αχιλλέας Κυριακίδης...Εκδόσεις Opera, 2003

Απόσπ: "Ο ΠέμπτοςΚύκλος"

Με μια κίνηση του βιβλιοθηκάριου, ένας χοντρός τόμος από το πιο χαμηλό ράφι υψώθηκε καμμιά δεκαπενταριά εκατοστά, θαρρείς κι ένα αόρατο χέρι τον είχε βγάλει από τη θέση του, κι έμεινε εκεί, στον αέρα, χωρίς να ολοκληρώσει τη διαδρομή του. Στη στιγμή, άλλο ένα βιβλίο, τοποθετημένο στο αμέσως πιο πάνω ράφι και λίγο στα δεξιά του, το μιμήθηκε, και σε λίγο ακολούθησαν κι άλλα βιβλία, το ένα μετά το άλλο, που οι παγωμένες ράχες τους σχημάτισαν τα σκαλοπάτια μιας στενής και ευρύχωρης στριφογυριστής σκάλας, στερεωμένης στην κοίλη επιφάνεια από γκλασαρισμένο χαρτί.

"Η αλύγιστη σκάλα του δογματισμού οδηγεί στη φρενίτιδα της καρδιάς και τον παραγκωνισμό του εγκεφάλου" αποφάνθηκε ο δαίμονας, χωρίς ν' αφήσει το λυπημένο του χαμόγελο, "Ας την ανέβουμε."