..................
τεύχος (4) Ιανουάριος 2004
w w w . s t a c h t e s . c o m
α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς... (ο)
outlook - δημοσιότητα! τι ποσοστό του πληθυσμού επισκέπτεται εκθέσεις σύγχρονης τέχνης; πως μια τέτοια έκθεση έφτασε στα χείλη και στ' αυτιά όλων; το 98% του πληθυσμού, που δεν πατάει σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις διερωτάται με "αγωνία", που πορεύετε η Τέχνη σήμερα. η λαίλαπα της εικόνας. η λαίλαπα αυτή προσέβαλε. ποιους. εκείνους! ποιους. πάλι εκείνους! το θέμα πούλησε. όλα τα καφενεία της χώρας το συζήτησαν. ναι. που πάει η Τέχνη σήμερα. ναι. οδυνηρές οι συνέπειες για τις συνειδήσεις. χρηστά ήθη. σώσον κύριε τον λαό σου! φτού στον κόρφο μας. υποκρισία. προοδευτικοί άρχοντες... του πολιτισμού. υποκρισία. αιρετική εικόνα. ίδια με την τιμή της πατάτας. κυβέρνηση και αντιπολίτευση. μία φωνή! πάντα είχαν μια φωνή. δεν μας διαφεύγει. όχι. το outlook η, εκλογές; εκλογές. τελεία. αρχοντοχωριάτες. πάλι τελεία. αμ οι κριτικοί; σαν το κοινό και αυτοί. υπάρχουν εξαιρέσεις. εντάξει. αυτό το χαϊδολόγημα στους "κύκλους". η δουλικότητα. ο πνευματικός φασισμός. λογοκρισία. χαμαιλέοντες, γειά σας.
Διαβάστε ακόμη: Βασίλης Καραποστόλη | Αριστείδης Αντονάς | Ε. Χ. Γονατάς | Γιώργος Ιωάννου | Μανόλης Αναγνωστάκης| Μακρυγιάννης | Jose Saramago | James Joyce
Βασίλης Καραποστόλης : "Ψυχές με στόμα" απόασπασμα. Εκδ. Μεταίχμιο 2003.
(...) Η βροχή πρέπει να είχε εξασθενήσει. Ένας σπασμός της ήταν μάλλον, πριν κοπάσει εντελώς. Η λεπτή κουρτίνα λικνίστηκε ελαφρά, κυμάτισε. Πτυχές σχηματίστηκαν με το αναδίπλωμά της, όπως σ' ένα βαμβακερό νυχτικό με κιτρινωπά ανθάκια πάνω, σαν κι αυτά που φορούσαν κάποτε οι μεγαλύτερες αδελφές των φίλων και οι φιλενάδες τους, οι εξάδελφες, οι νονές, οι δασκάλες και όλες οι μεστωμένες, σπλαχνικές γυναίκες που, ωστόσο, ποτέ δεν είπαν "έλα" στις σκυλίσιες ψυχές που έτρεχαν πίσω τους. Μόλις μερικά βήματα πιο μακριά, χωρίς ελπίδα, με τη γλώσσα έξω, οι ορκισμένοι προσκυνητές τους, κι εκείνες πάντα μπροστά. Ωραίες και γεννημένες, αλίμονο, πριν απ' αυτούς.
Κανείς δεν σηκώθηκε να κλείσει την μπαλκονόπορτα. Ήταν τώρα τέσσερα αγόρια μες στο μισοσκότεινο καθιστικό, με χαμηλωμένα, σκεπτικά τα ψαρά κεφάλια τους, το βλέμμα βυθισμένο στην παμπάλαια τέφρα του τζακιού. Άχνα πια δεν ακουγόταν· τίποτα, ούτε καν ο ήχος από το εκκρεμές που βρισκόταν στο χολ.
Απ' έξω μερικές μορφές θυληκές, άπιαστες, φασματικές, με βρεγμένα μαλλιά είχαν πλησιάσει κι είχαν κολλλήσει πάνω στο τζάμι. Η κουρτίνα μόλις που τις κάλυπτε. Ασάλευτες έστεκαν εκεί, στάζοντας ολόκληρες. Κοίταγαν τους τέσσερεις με στοργή και λύπη και ευγνωμοσύνη επειδή τις θυμήθηκαν αυτή την καταποντισμένη θολή νύχτα. Όταν κανείς δεν φαινόταν πως μπορεί να καλέσει κανέναν από την άλλα, την πέρα μεριά.
Αριστείδης Αντονάς : "Ο Επίσκοπος" απόσπασμα. Εκδ. Στιγμή, γ' έκδοση 2001.
(...) Στη μέση της αριστερής σελίδας αναγραφόταν η ημερομηνία και από κάτω με μεγάλα στρογγυλά γράμματα:
"Για μια ακόμα φορά πάλι τα ίδια. Μόλις ξυπνήσει πηγαίνει στην πηγή. Βουτάει κάθε τόσο, λες κι έχει από τώρα καλοκαιριάσει, και ύστερα κάθεται στον ήλιο. Η πλάτη του έχει ξεφλουδίσει. Δεν φαίνεται να τον πολυενδιαφέρει να φύγει από δω. Σήμερα κατευθύνθηκε νοτιοανατολικά. Έφτασε ως την αλεπότρυπα και γύρισε πίσω! Φαντάζομαι πως περισσότερο διασκεδάζει με μακρινούς περιπάτους παρά αναζητά τρόπο να φύγει".
Η αναπνοή μου σταμάτησε, τα χέρια μου έτρεμαν : εκείνος όχι μόνο κοιμόταν κρυφά στο ίδιο αυτό σπίτι, αλλά παρακολουθούσε και, μάλιστα, κατέγραφε κάθε κίνησή μου. Προσπάθησα να αυτοσυγκεντρωθώ και τεντώθηκα όσο γινόταν για να δω τι υπήρχε στον αριστερό τοίχο του δωματίου, όταν στη λευκή του επιφάνεια διέκρινα την κίνηση μιας σκιάς. Έστριψα αμέσως το κεφάλι μου από την άλλη και πάγωσα. Υπερβολικά κοντά μου, ακριβώς πίσω από το τζάμι, φάνηκε το πρόσωπό του. Έμοιαζε να ψάχνει κάτι πάνω στο τραπέζι χωρίς να κοιτάζει προς το μέρος μου. Το παρουσιαστικό του προξενούσε τρόμο: στόμα ξεχειλωμένο, μύτη σχεδόν ανύπαρκτη, μάτια κατακόκκινα και μικρά, πρόσωπο ξυρισμένο. Υποχώρησα αθόρυβα προς τα πίσω, μην τραβήξω την προσοχή του, και ύστερα κατέβηκα στη γη.
E. Χ. Γονατάς : "Ο Φιλόξενος Καρδινάλιος" απόσπασμα. Εκδ. Στιγμή 1986.
(...) "Κι έτσι έπεσα στην παγίδα σου", γέλασε ο Μεμές. "Τέτοια ήταν η έξαψή σου για το τρόπαιό μου, που δεν υποπτεύθηκα την τελευταία πλεκτάνη σου. Όταν γυρίσαμε σπίτι σου, που μας περίμεναν, μπήκαμε--εσύ συνεσταλμένος, εγώ καμαρωτός σαν φουσκωμένος διάνος-- στην τραπεζαρία, όπου ολόγυρα στο τραπέζι με τ'αναμμένα κεριά και τα πιάτα σερβιρισμένα, ήταν καθισμένοι ο πατέρας μου, η μητέρα μου, η αδελφή μου και η φίλη της η Ανθή, μια όμορφη μελαχρινή κοπελίτσα, που ήμουν κρυφά ερωτευμένος μαζί της. "Αργήσατε. Σας κρεμάσανε το κουτάλι", είπε ο πατέρας μου, σφουγγίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του. "Για να δούμε σαν τι καλά μας φέρνουν οι μεγάλοι μας κυνηγοί;".Εσύ στεκόσουν παράμερα, είχες πάρει ένα μισοκακόμοιρο ύφος και είπες: "Δεν μ' ευνόησε εμένα η τύχη σήμερα, κύριε". -- "Κι ο Μεμές;", είπε ο πατέρας μου. "Φαίνεται σαν πιο ευχαριστημένος από σένα". Πλησίασα, έβγαλα απ' το σακίδιό μου θριαμβευτικά το πουλί και τ' ακούμπησα στο τραπέζι, λέγοντας : "Με τον τελευταίο βόλο μου το χτύπησα, όταν πια φεύγαμε". Κατάλαβα ευθύς το λάθος μου, ήταν όμως αργά να το επανορθώσω. Μια μπόχα έβγαινε απ' το πουλί και μια τούφα κίτρινα πούπουλα είχαν ξεκολλήσει απ' το λαιμό του κι απόμειναν στα δάχτυλά μου. "Πάρ' το αμέσως μακριά από δώ", μούγκρισε ο πατέρας μου, πιάνοντας τη μύτη του."Πώς τολμάς, αρχιψεύταρε, κι εμφανίζεσαι μπροστά μου μ' αυτό το ψοφίμι, την ιερή μάλιστα ώρα του δείπνου; Έξω, αγύρτη". Έτσι κωμικοτραγικά τελείωσε το πρώτο μας κυνήγι. Εσύ, εν τω μεταξύ. είχες φροντίσει να ξεγλυστρίσεις από την μπαλκονόπορτα, άκουγα που πηδούσες το φράχτη και τα χαλίκια που έτριζαν κάτω απ' τα παπούτσια σου, καθώς απομακρυνόσουν, τρέχοντας. Από τότε δεν σε ξαναείδα. Όμως, να ξέρεις, γρήγορα σε συγχώρεσα. (...)
Ιωάννου Γιώργος "Η Σαρκοφάγος" Εκδ. Kέδρος 1972
Aνάμεσα στο παρθεναγωγείο και την έκθεση, σ' ένα δρομάκι πολύ
στενό, μονοπάτι μάλλον, χρόνια βρίσκονταν παραπεταμένη -κατά την προσφιλή
συνήθεια των αρχαιολόγων μας- μια θαυμάσια αρχαία σαρκοφάγος. Eίχε βαθιά
σκαλισμένες τις πλευρές με έρωτες, κλήματα και λουλουδένιες γιρλάντες, ενώ
πάνω στο κάλυμμά της χαμογελούσε μισοπλαγιασμένο απαλά ένα αγαλματένιο ζευγάρι
ρωμαϊκής εποχής. Aνασηκωμένοι στο ανάκλιντρο, ερεθιστικά γυμνοί κάτω απ'
το σεντόνι, η γυναίκα εμπρός και ο άντρας πισωκολλητά κατόπι, συνέχιζαν
θαρρείς τους θαυμάσιους έρωτές τους. Mου άρεσε να τους κοιτώ, γι' αυτό,
τις νύχτες ιδίως, περνούσα συχνά από κει. Mε αναπαύουν, άλλωστε, όλοι οι
έρημοι και σκοτεινοί δρόμοι. Mόνο καθώς βαδίζεις σ' αυτούς, μπορεί κάτι
το ελπιδοφόρο να προβάλει εντός σου και κάπως να ημερέψει η ψυχή. Πήγαινα
και καθόμουν στο χείλος της μισοσκεπασμένης λάρνακας, σα να περίμενα ν'
αναστηθεί το αντρόγυνο ή να έρθουν οι γλυκιές μυροφόρες για να τις αναγγείλω
εγώ πρώτος την ανάσταση: ηγέρθησαν, ούκ εισιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν
αυτούς. Συνήθως όμως ξεπρόβαλε ανάμεσα στ' αγριόχορτα και στα ψηλά σινάπια
κάποιος που έρχονταν για ανάγκη του ή κανένας τύπος ύποπτος, μόνος του ή
με παρέα. Oπότε, αντί να αναγγείλω την ανάσταση, δίπλωνα τα φτερά μου κι
έφευγα μαζεμένος, περισσότερο για λόγους προνοίας παρά από διακριτικότητα.
Kι όμως, η σαρκοφάγος εκείνη ήταν ολόκληρη η λατρευτή ειδωλολατρεία για
μένα.
Σε λίγο, με χαρά διεπίστωσα πως την είχε κάνει φωλιά του ένα ζευγάρι νεαρών
εραστών. Mπαίναν μέσα απ' το λοξά τραβηγμένο καπάκι και ξαπλώναν πάνω σε
στρωμένες εφημερίδες, κολλημένοι, βέβαια, σφιχτά σφιχτά. Ίσως να βγάζαν
και τα ρούχα τους το καλοκαίρι. Kάτι μου φάνηκε κάποια βραδιά πως υπήρχε
αφημένο στο χείλος. Πάντως, ακόμα και να 'βρεχε, προφυλάγονταν απ' το σκέπασμα
αρκετά. Mα και η σαρκοφάγος φυλάγονταν απ' αυτούς, εφόσον εκείνες τουλάχιστο
τις ώρες κανένας δεν πλησίαζε να τη βρωμίσει. Oι νεαροί, μόλις άκουγαν τα
βήματά μου, σταματούσαν τους ψιθυρισμούς. Kι εγώ περνούσα γρήγορα και κρυφογελαστά,
μια και μισώ τα κρυφακούσματα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Δεν παρέλειπα
όμως να χαϊδέψω λίγο πονηρά στο πλάι την τυχερή σαρκοφάγο.
Tο ζευγαράκι, σίγουρα, δεν μπορούσε ούτε να υποψιαστεί σε τι είχε χρησιμεύσει
άλλοτε εκείνη η λάρνακα. Oύτε από μακριά δε θα μπορούσε να φανταστεί τα
πτώματα τα τουμπανιασμένα, τη βρώμα και τη σαπίλα, που την είχαν κάποτε
διαποτίσει. Πολύ περισσότερο δε θα 'ξερε πως ήταν καμωμένη από πέτρα ειδική,
που έχει την ιδιότητα να κατατρώγει πιο γρήγορα τις ανθρώπινες σάρκες. Ένας
θεός μονάχα ξέρει, τι θα νόμιζαν πως ήταν εκείνο το κουβούκλιο.
Yπήρξε όμως κάτι, που οπωσδήποτε θα 'πρεπε να τους ενοχλεί. Kι αυτό ήταν
η στενότητα του χώρου. Tην είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος μπαίνοντας κάποτε
μέσα. Tότε, γιατί η επιμονή τους αυτή; Ποιος τους εμπόδιζε ή τους κυνηγούσε;
Στα ζευγαράκια, όπως είναι γνωστό, κάνει πλάτες ολάκερη η κοινωνία χαμογελώντας
πονηρά στο πέρασμά τους. Nα 'ταν καμιά άλλη περίπτωση, από κείνες τις κατακριτέες,
να το καταλάβω. Aλλά εδώ ήταν αδύνατο λογικά να βρω άκρη. Θα 'πρεπε, πάντως,
να τους άρεσε πολύ εκεί μέσα.
Aπ' αυτά κι απ' αυτά άρχισε το εξής να με βασανίζει: πώς θα μπορούσε να
κυλήσει το ασήκωτο εκείνο σκέπασμα πάνω στη λάρνακα; Aσφαλώς, με μοχλούς
ή με τακάκια, κατέληξα. Eπομένως, το καπάκι θα μπορούσε να παγιδευτεί και
να κυλήσει ακριβώς την ώρα που θα 'μπαινε μέσα το ζευγάρι. Θα 'ρχιζαν, φυσικά,
να φωνάζουν, να χτυπούν και να χτυπιούνται, μα τελικά κάποιοι ασφαλώς θα
τους άκουγαν και θα 'φερναν ένα γερανό να τους ξεσκεπάσει. Θα δημιουργούνταν
έτσι μια εξαιρετικά πρωτότυπη και έξυπνη -να πάρει ο διάβολος- υπόθεση και
πολλοί θα 'σπαζαν άδικα των αδίκων το κεφάλι τους να βρούνε τη λύση. Mονάχα
αυτοί που θα 'ξεραν απ' τη μυθολογία εκείνο το παγίδευμα του Άρη και της
Aφροδίτης απ' τον Ήφαιστο, κάτι θα υποπτεύονταν. Mπορεί, βέβαια, να μην
τους άκουγε και κανένας, οπότε εγώ που εκεί κοντά θα παραφύλαγα, θα τηλεφωνούσα
στους αρμόδιους να έρθουν να τους βγάλουν. Δε θα τους άφηνα να πάθουν τίποτε,
απλώς θα τους βοηθούσα να ζήσουν έντονα κάτι. Ήθελα εξάλλου να ξαναζωντανέψω
τη λάρνακα. Nα 'ναι πάλι κλειστή και πάλι με γυμνά νεανικά σώματα μέσα,
που θα πετιούνταν όμως με λαχτάρα σε λίγο σα νεκραναστημένα. Σαρκοφάγος
να ξαναγίνει επ' ουδενί λόγω θα της επέτρεπα.
Aπάνω που ξαναμελετούσα την ένατη ραψωδία της Oδύσσειας κι έλεγα πια με
αγαλλίαση να βάλω το σχέδιό μου σε εφαρμογή, άρχισαν τα εγκλήματα του δράκου.
Kαι μολονότι δεν πίστεψα όλα εκείνα τα παραμύθια, από πείρα πικρή ανέστειλα
αμέσως τις περιπολίες μου στα έρημα και στα σκοτεινά. Tο ίδιο, άλλωστε,
θα 'κανε και το ζευγαράκι.
Σε λίγο, πήρα των ομματιών μου και ξανάφυγα απ' την πόλη αυτή, όπου αναβλύζει,
για μένα τουλάχιστο, σαν το μύρο η αγωνία. Όταν μετά από χρόνια ξαναπέρασα,
ο τόπος ήταν αγνώριστος γύρω απ' το παρθεναγωγείο. Γκρεμίστηκαν τα πάντα
κι απλώθηκε κι εκεί η λεγόμενη διεθνής έκθεση. Eίναι, μάλιστα, καθώς υπολογίζω,
ένα από τα πιο φωτισμένα σημεία της το στενάκι εκείνο. Όσο για τη σαρκοφάγο
την ξαναβρήκα προχτές, όχι χωρίς συγκίνηση, στον κήπο του μουσείου. Mου
φάνηκε θλιβερή, σα να ξανάγινε τάφος.
αρχή σελίδας
Αναγνωστάκης Μανόλης, Χάρης 1944, από Tα Ποιήματα, Εκδ. Πλειάς 1975
ΗΜΑΣΤΑΝ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ και ξεδιπλώναμε
ακούραστα τις ώρες μας
Tραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα 'ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα
Aυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του.Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν
τη νιότη μας
Mερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ' αφτί: "Πέθανε ο Xάρης"
"Σκοτώθηκε" ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα 'χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας
Mα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει.
...Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν
Tράβηξεν ο άλλος μακριά μ' ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Xάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Tο πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Mαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Eίν' η δική του. Aνάβει μικρές πυρκαγιές
Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Eίν' η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π' αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως.
James Joyce : "Δουβλινέζοι" απόαπασμα. Εκδ. "Ηριδανός" 1977. Μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις ¨Μαντώ Αραβαντινού
Η Γρήγορη κίνηση μες στο διάστημα κάνει κάποιον επηρμένο· το ίδιο κάνει η φήμη και το χρήμα· αυτά τα τρία ήταν τρεις θαυμάσιες αιτίες για την έξαψη του Τζίμμυ. Πολλοί ντόπιοι φίλοι του τον είχαν δει εκείνη τη μέρα παρέα με τους Γάλλους. Στον έλεγχο ο Σέγκουιν τον είχε παρουσιάσει σ' έναν απ' τους Γάλλους αγωνιστές που, για απάντηση στα δικά του μπερδεμένα λόγια και συγχαρητήρια, το ηλιοκαμένο πρόσωπο του Γάλλου οδηγού φανέρωσε μια σειρά από γυαλιστερά άσπρα δόντια. Έπειτα από τέτοια τιμή ήταν πολύ ευχάριστο να επιστρέφει ανάμεσα στο αμύητο πλήθος των θεατών, που σκουντούσαν ο ένας τον άλλο με τον αγκώνα, που του ρίχναν του ίδιου βλέμματα με σημασία. Όσο για τα χρήματα, ευτυχώς, είχε στη διάθεσή του ένα μεγάλο ποσόν. Ο Σέγκουιν ίσως δε θα τό 'βρισκε μεγάλο, όμως ο Τζίμμυ, παρ' όλες τις παροδικές κρίσεις γαλαντομίας, είχε κληρονομήσει κατά τα άλλα πολύ σίγουρα ένστικτα, και ήξερε με πόσες δυσκολίες μαζεύονται τα λεφτά. Αυτή η ρεαλιστική γνώση των πραγμάτων ήταν που κράταγε, στα όρια λογικών απερισκεψιών, τις σπατάλες του· κι αν ακόμα επρόκειτο για τα καπρίτσια του, έδειξε πόση συνείδηση είχε της αξίας του χρήματος, πόσο μάλλον σήμερα που ήταν έτοιμος να τοποθετήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος από τα υπάρχοντά του. Ίσως το μεγαλύτερο. Ά! αυτό ήταν ένα πολύ σοβαρό πράγμα.
Jose Saramago : "Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας" απόσπασμα. Εκδ. Καστανιώτη 1998. Μετάφραση από τα Πορτογαλικά : Αθηνά Ψυλια.
Το ένα τρίτο της σύντομης ζωής μας το περνάμε κοιμώμενοι, δεν υπάρχει κανείς που να το αγνοεί, τόσο που αρκεί κανείς να ανοίξει τα μάτια του μπροστά στη δική του εμπειρία, από την ώρα που θα ξαπλώσουμε μέχρι την ώρα που θα σηκωθούμε είναι μεγάλος λογαριασμός, αφαιρώντας τις αϋπνίες, όποιος τις έχει, και οι υπόλοιποι το χρόνο που ξοδεύεται σε νυχτερινές ασκήσεις της ερωτικής τέχνης, που ακόμη και πάντα τιμούνται και εκτελούνται στις νεκρές, λεγόμενες ώρες, παρ' όλη την αυξανόμενη καθιέρωση των ελαστικών ωραρίων που, σ' αυτήν και σε άλλες περιπτώσεις, φαίνεται να μας οδηγούν επιτέλους στην πραγματοποίηση του χρυσού ονείρου της αναρχίας, δηλαδή την επιθυμητή εκείνη εποχή όπου ο καθένας θα μπορεί να κάνει ότι τραβάει η ψυχή του, με μοναδικό όρο, και στοιχειώδη, να μην προσβάλλει και να μην περιορίζει αυτό που τραβάει η ψυχή των οικείων του. Μάλιστα, το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, το γεγονός όμως ότι μέχρι σήμερα δεν έχουμε καταφέρει ακόμα ούτε να προσδιορίσουμε με αταλάντευτη βεβαιότητα ποιοι είναι οι οικείοι μας μέσα στο πλήθος των ξένων έρχεται να αποδείξει, αν χρειάζεται κάτι τέτοιο, αυτόπου κατά παράδοση γνωρίζαμε, ότι η δυσκολία να πραγματοποιήσουμε το απλό ξεπερνά σε πολυπλοκότητα όλες τις τέχνες και τεχνικές η, με άλλα λόγια, είναι λιγότερο δύσκολο να συλλάβουμε, να δημιουργήσουμε, να κατασκευάσουμε και να χειριστούμε έναν ηλεκτρονικό εγκέφαλο παρά να βρούμε μέσα στον δικό μαε τον απλό τρόπο να είμαστε ευτυχείς.
Μακρυγιάννη συνέχεια ....νο 4
1829 Φλεβαρίου 26, 'Αργος. Είμαι διορισμένος από την κυβέρνηση του,Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της,Πελοπόννησος και Σπάρτης. Ο σταθμός μου είναι εδώ εις 'Αργος. Κάθομαι,και αγροικιώμαι με την Κυβέρνηση και παντού εις τις επαρχίες μ' αρχές κι' αξιωματικούς,και όποτε κάνει χρεία, φέρνω και γύρα σε όλα τα μέρη αυτά δια την,γενική ησυχία και ξακολουθώ τα χρέη μου καθήμενος τον περισσότερον καιρόν,εδώ. Και για-να μην τρέχω εις τους καφφενέδες και σε άλλα τοιούτα και δεν,τα συνηθώ -(ήξερα ολίγον γράψιμον, ότι δεν είχα πάγη εις δάσκαλο από τα,αίτια οπού θα ξηγηθώ, μην έχοντας τους τρόπους) περικαλούσα τον έναν φίλον,και τον άλλον και μ' έμαθαν κάτι περισσότερον εδώ εις 'Αργος, οπού κάθομαι,άνεργος. Αφού λοιπόν καταγίνηκα ένα δυο μήνες να μάθω ετούτα τα γράμματα,οπού βλέπετε, εφαντάστηκα να γράψω τον βίον μου, όσα έπραξα εις την,μικρή μου ηλικία και όσα εις την κοινωνία, όταν ήρθα σε ηλικία, και όσα δια την,πατρίδα μου, οπού μπήκα εις της Εταιρίας το μυστήριον δια τον αγώνα της,λευτεριάς μας και όσα είδα και ξέρω οπού 'γιναν εις τον Αγώνα, και σε όσα,κατά δύναμη συμμέθεξα κ' εγώ κ' έκαμα το χρέος μου, εκείνο οπού μπορούσα.,Δεν έπρεπε να έμπω εις αυτό το έργον ένας αγράμματος, να βαρύνω,τους τίμιους αναγνώστες και μεγάλους άντρες και σοφούς της κοινωνίας και να,τους βάλω σε βάρος, να τους κινώ την περιέργειά τους και να χάνουν τις πολυτίμητες,στιμές εις αυτά. Αφού όμως έλαβα και εγώ ως άνθρωπος αυτείνη,την αδυναμίαν, σας ζητώ συγνώμη εις το βάρος οπού θα σας δώσω. Αν είμαι,τίμιος άνθρωπος, θέλω γράψη την αλήθεια, καθώς έγιναν τα γραφόμενα, οπού,θα σημειώσω. 'Ολοι οι αναγνώστες έχετε χρέος πρώτα να 'ρευνήσετε δια την,διαγωγή μου, πώς φέρθηκα εις την κοινωνία και Αγώνα, και αν τιμίως φέρθηκα,,βάλετε βάση και εις τα γραφόμενά μου• αν ατίμως φέρθηκα, μην πιστεύετε,τίποτας. Και αφού μάθετε ότι, (...) Τέλος των δημοσιεύσεων μέρος των απομνημονευμάτων.
copyright2003©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης Στράτος Φουντούλης
Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες
Counter by Free-Stats.com