( 6 )
Χρόνος 2ος - Σεπτέμβριος 2004
w w w . s t a c h t e s . c o m
(Οι ιστοσελίδες μας αποδίδουν σωστά σε οθόνη με 1024 Χ 768 pixels)
α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο) __σ τ α γ ό ν ε ς (οι) __ Αποκλειστικό! Αριστείδης Γιαγιάννος: Outlook Land, ομιλία στη Πάντειο_ Τάκης Σινόπουλος _ Μάρα Μεϊμαρίδη _ Θανάσης Βαλτινός _ Χρόνης Μίσσιος _ Γιώργος Ρωμανός _ Μ. Καραγάτσης _ D.H.Lawrence _ Naguib Mahfuz _ Κάποιες Νέες Εκδόσεις
α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς... (ο)
Όλοι χαρήκαμε για την άνοδο της εθνικής μας ομάδας στη κορυφαία οργάνωση της Ευρώπης και όλοι καμαρώνουμε για τα επαινετικά σχόλια των ξένων ΜΜΕ. Πανηγυρίσαμε με όλη μας την καρδιά έχοντας, κάποιοι από εμάς, σε κάποια γωνιά του μυαλού μας μιαν άλλη πραγματικότητα. Δεν είναι καιρός για γκρίνιες καλοκαιριάτικα γιατί η Σιωπή πολλές φορές είναι καλή και μερικές φορές Στάση ζωής. Η αποσιώπηση όμως είναι λάθος γιατί βυθίζει και αποβλακώνει, και όταν γίνεται κατά συρροή μας αλληθωρίζει, επηρεάζει την κρίση και την εστίαση μας προς την ουσία των γεγονότων που, σιγά-σιγά γίνεται δύσκολη, δυσδιάκριτη και αφαιρεί νομοτελειακά σημαντικές ανθρώπινες αρετές. Τα εκατομμύρια ελλήνων που καθηλώθηκαν στις τηλεοπτικές οθόνες με αγωνία παρακολουθούσαν τους κρίσιμους αγώνες της ομάδας μας και ξεσπούσαν σε πανηγυρισμούς σε κάθε αξιόλογη «φάση» η τέρμα, είναι φαινόμενο λογικό. Το ποδόσφαιρο είναι το άθλημα με τους πολυπληθέστερους οπαδούς παντού. Υπήρξα και εγώ κάποτε ποδοσφαιριστής.
Λίγο καιρό όμως πριν… Τέσσερα και πλέον εκατομμύρια Έλληνες είδαν τον Σάκη Ρουβά και η...Eurovision μετατράπηκε από μουσικό διαγωνισμό σε εθνική αναμέτρηση!... Άλλοι οκτακόσιες χιλιάδες συμπολίτες μας πλήρωσαν 1 ευρώ το τηλεφώνημα για να ψηφίσουν την Μάρω η την Καλομοίρα για να μείνουν στο «Fame Story». Συνολικά η ακροαματικότητα άγγιξε σε πολλές περιπτώσεις ποσοστό πάνω από το 50% και κάτι των τηλεθεατών!...Ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες προτίμησαν να πάνε στις πλαζ παρά να ψηφίσουν στις Ευρωεκλογές (ίσως να’ χαν δίκιο), και…Σκέφτηκα και ‘γω να πάρω την οικογένεια και πεθερικά μου σε κάποια ψησταριά πηγαίνοντας προς Πάρνηθα, ξέρετε εκεί που οι ψησταριές βρίσκονται άφθονες κατά μήκος του δρόμου στους πρόποδες. Δεν λέω για την ανυπαρξία ρείθρων, ούτε για την άναρχη δόμηση, ούτε για τις τρύπες και τις λακκούβες και τα «πεζοδρόμια» με τις κοτρόνες, όχι. Μιλάω για την βρωμιά έξω από τις ψησταριές, κατά μήκος του δρόμου. Οι περισσότερες ψησταριές είναι εσωτερικά καθαρές, οι αυλές τους επίσης. Η βρωμιά όμως έξω από αυτές είναι απερίγραπτη. Υπάρχουν τα πάντα από απλά χαρτιά και πλαστικά μπουκάλια, έως καρμπυρατέρ και λάστιχα αυτοκινήτων, Βέβαια παντού, και οφείλω να το πω υπήρχε πινακίδα που απαγόρευε την «ρίψη απορριμμάτων». Βέβαια. Και μια και μιλάμε για βρωμιά…
Η Ολυμπιάδα είναι εθνική υπόθεση, έτσι; Δεν θα επιχειρήσω να το αναλύσω, αλλά κατά γενικότερη ομολογία είναι. Διαβάζω διάφορα, τι διαβάζω, αφού τα ξέρουμε και τα ζούμε. Η βρωμιά και το περιβάλλον λοιπόν…Είναι αλήθεια ότι «Σκουπίδια και σοβαρά προβλήματα υποδομής στις γειτονιές που φιλοξενούν μεγάλα στάδια «ακυρώνουν» την αστραφτερή εικόνα των νέων αθλητικών εγκαταστάσεων;»… Είναι αλήθεια ότι στη σκιά του γιγαντιαίου σκέπαστρου Καλατράβα, δίπλα από το Ολυμπιακό Στάδιο, μια αποθήκη καυσόξυλων διακόπτει τη «μαγεία» και επαναφέρει τον επισκέπτη σε μια διαφορετική πραγματικότητα… Είναι αλήθεια ότι μια μάντρα εγκαταλειμμένων αυτοκινήτων μεταξύ τού υπό κατασκευήν σταθμού της Νερατζιώτισσας και του Ολυμπιακού Χωριού Τύπου αποτελεί το μεγαλύτερο αγκάθι στην εικόνα της ολυμπιακής πόλης; Είναι αλήθεια ότι στο Γαλάτσι το πρόβλημα βρίσκεται πίσω από το ολυμπιακό γυμναστήριο, όπου ο χώρος έχει γεμίσει μπάζα από τις εργασίες διαμόρφωσης και επειδή είναι στα όρια 2 δήμων υπάρχει διαμάχη στο ποιος θα τα μαζέψει; Είναι αλήθεια ότι… ΣΤΟΠ γιατί η λίστα δεν θα έχει τελειωμό. Υπάρχουν πολλά τέτοια, αλλά το κυριότερο είναι η καθαριότητα, όλη η Ελλάδα θέλει καθαρισμό. Η συστηματική ανακύκλωση ακόμα δεν έχει ουσιαστικά αρχίσει, και σε αυτό είμαστε οι τελευταίοι μεταξύ των τελευταίων στην Ευρώπη. Η καθαριότητα είναι δείγμα παιδείας και πολιτισμού. Πέρασα πέρυσι με το αυτοκίνητο από το μεγαλύτερο μέρος του Θεσσαλικού κάμπου. Φρίκη! ντροπή.
Ας ξαναγυρίσουμε στο πανηγύρι του ποδοσφαίρου, στην υποδοχή της ομάδας. Εδώ πολλά ευτράπελα. Είδαμε τον συμπαθέστατο κύριο Κωστάλα (δεν φταίει, εντολές είχε) να παρουσιάζει τον Χριστόδουλο που με μεγάλο ενθουσιασμό άρχισε τα περί δικαίωσης της «φυλής» και της ορθοδοξίας, να μοιράζει σταυρουδάκια. Κάθε φορά που έπαιρνε ο «μακαριότατος» το σταυρουδάκι από τον διάκο, εκείνος το παρέδιδε με επίκυψη και χειροφίλημα. Ο «μακαριότατος» με τη σειρά του στους παίκτες, ο οποίοι και αυτοί θέλανε δε θέλανε κάνανε και εκείνοι την επίκυψη φιλώντας του το χέρι. Αυτό το «τελετουργικό» κράτησε μέχρι να πάρουν το σταυρουδάκι 23 παίκτες, ο Ρεχάνγκελ και άλλοι…Αμήν Πια!..
Νοιώθω πολύ μπερδεμένος, συγχωρέστε με . Πάω θάλασσα!
σ τ α γ ό ν ε ς ... (οι)
Δωμάτια με θέα το γαλάζιο του Αιγαίου για συγγραφείς και μεταφραστές στην Πάρο! "Το σπίτι της λογοτεχνίας" είναι μια έξυπνη ιδέα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μετάφρασης - Λογοτεχνίας (ΕΚΕΜΕΛ) και το δήμο Πάρου. Εκτό από τα δωμάτια φιλοξενίας, θα διαθέτει βιβλιοθήκη, λεξικά, ηλεκτρονικούς υπολογιστές κ.α. Στις 3 και 4 Ιουλίου θα φιλοξενηθεί εκεί το ετήσιο συνέδριο των κριτικών ξένων εφημερίδων. Εμείς λέμε Μπράβο!_____Πότε θα γίνει επιτέλους το Αρχαιολογικό πάρκο της πόλης του Πειραιά; Η Αρχαιολογική Υπηρεσία εδώ και χρόνια κάνει σχέδια να ενώσει τα μνημεία στο τρίγωνο που σχηματίζουν οι οδοί Ομηρίδου, Σκυλίτση, Φίλωνος. Ευαγγελιστρίας, Καραϊσκου και Παυσανίου..._____Αφιερωμένη στον κυπριακό ελληνισμό, με αφορμή την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση η 27η Γιορτή Βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως στις 30 Απριλίου_____"Καλλιστεία και ριάλιτι εναντίον του Κυπριακού" - ο εύστοχος τίτλος στην "ΤΗΛΕφάκα" στην εφημερίδα "Ποντίκι"..και σατυρίζει καυστικά ανάλογα το θέμα "Η ποντικίνα των καναλιών"...επισημαίνει αλήθειες που μας πονάν. _____ Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος μας έφυγε...ο έλληνας γλύπτης, ο μεγάλος εικαστικός ποιητής δεν υπάρχει πια, έζησε 101 χρόνια! Το έργο που μας άφησε θα μείνει, και οι ομπρέλες του θα μας προστατεύουν από κάθε είδους κακόγουστο χαλάζι. _____ Θεοδωράκης. 2 βιβλία για τον μεγάλο συνθέτη, το ένα από τον φίλο του Γιώργο Λογοθέτη ("Θρησκεία μου είναι η Ελλάδα") και το άλλο από την αυστραλή Γκέιλ Χόλστ, ταυτόχρονα σε Ελλάδα και εξωτερικό, με τα ποιήματα του συνθέτη. Τι να προσθέσουμε σε ένα σύμβολο; _____Kαι μια και μιλάμε για το σύμβολο Θεοδωράκη...Κλείσαμε 10 ολόκληρα χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι, έφυγε στις 15 Ιουνίου 1994...αυτό κι' αν είναι κενό. Τι κενό, μαύρη θλιβερή τρύπα άφησε πίσω του. (δυστυχώς) _____Λένε ότι, εκτός απροόπτου ο τεράστιος και σημαντικός αρχαιολογικός χώρος στον Μαραθώνα θα είναι έτοιμος εως τις 20 Ιουλίου! Να το πιστέψουμε; _____ Στην έκθεση Βιβλίου του Τορίνο είμασταν τιμώμενη χώρα, μάθαμε όμως δεν υπήρχε κανένας υπέυθυνος να ξεναγήσει η να πληροφορήσει τους επισκέπτες, εκτός από τους φιλότιμους υπάλληλους του ΕΚΕΒΙ. _____ Α, ναι. Θα ξαναδούμε και την Πύλη του Αδριανού καθαρή και χωρίς σκαλωσιές. Μετά από τους Ολυμπιακούς θα ξαναρχίσει η σοβαρή πια αναστήλωσή της. Έτσι πρέπει! _____ Έκθεση ζωγραφικής με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατο του Εμμανουήλ Ροϊδη (1836-1904) στο χώρο τέχνης "24" στις 4 Ιουνίου σε συνεργασία με το καλό περιοδικό "Βιβλιοθήκη" της "Ελευθεροτυπίας έντεκα ζωγράφοι παρουσίασαν δουλειά βασισμένη σε αρχειακό υλικό για τον Ροϊδη._____Ήρθε ο Παβαρότι στην Ελλάδα και όλη η μεγαλο-επώνυμο-Σάρα και Μάρα βρήκε ευκαιρία για γκράντ εμφανίσεις δείχνοντας και τον επαρχιωτισμό της. Δεν φταίει φυσικά ο καλλιτέχνης γι' αυτό...(ή μήπως φταίει...) _____ Μετά τους Ολυμπιακούς θα φωτιστεί και το Σούνιο...εμάς πάντως δεν μας νοιάζει καθόλου που θα γίνει μετά, φτάνει να φωτιστεί! _____ Του Κωστή Παλαμά η κατοικία πάντως είναι έτοιμη προς κατάρευση, δηλαδή η κατοικία του ποιητή που συνέγραψε τον Ολυμπιακό μας ύμνο. Μάλιστα. Δεν λέμε αίσχος, επειδή δεν μας αρέσει αυτή η λέξη.
"Στάχτες" - Αποκλειστικό Αριστείδης Γιαγιάνος* : Outlook Land ή... Ένα φράγκο η βιολέτα, τσιγκολελέτα τσιγκολελέτα. (Η Ομιλία του στη Πάντειο 19 Φεβρουαρίου 2004)
Στο Μαυροβούνι της Μάνης, μια παιδική χαρά φιλοξενείται στον ευρύτερο χώρο του κοιμητηρίου του χωριού. Η πέτρινη μάντρα δεν εμποδίζει τις παιδικές φωνές ούτε τις νεκρικές σιωπές να περνούν από τον ένα χώρο στον άλλο.
Την ημέρα, τα χρώματα, το τρεχαλητό, τα χάχανα και καμιά φορά το παιδικό κλάμα περνούν στην πλευρά του νεκροταφείου μαζί με την μπάλα που ξέφυγε, με τρόπο που άνετα θα έδινε στο νεκροταφείο το χαρακτηρισμό νεκρική χαρά. Τη νύχτα, οι φλογίτσες των καντηλιών γίνονται σιωπηλές ευχές των ψυχών. Μέλημά τους αποκλειστικό, είναι να προστατεύσουν τη ζωή. Άλλωστε οι νεκροί είναι, σύμφωνα με τις παραδόσεις μας, οι σ(υ)χωρεμένοι, οι σ(υ)χωρεμένοι με τους ζωντανούς.Υπάρχουν δηλαδή κοντά τους, στον ίδιο χώρο. Και αν τα κοιμητήρια βρίσκονται συχνά στο άκρον της πόλης, είναι για να μην ενοχλούν οι ζωντανοί τον ύπνο τους. Το κοιμητήριο του χωριού βρίσκεται άλλωστε στο πιο όμορφο σημείο του τοπίου, κάτι που συμβαίνει ανεξαιρέτως σε όλα τα χωριά της ελληνικής υπαίθρου και πολλές φορές και στις μεγάλες πόλεις.
Οι άλλοι Ευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι ονομάζουν επίσης κοιμητήρια τα νεκροταφεία τους. Μπορεί να μην γνωρίζουν τη σημασία και την κυριολεξία αυτής της ελληνικής λέξης η μάλλον την έχουν ξεχάσει. Ο θάνατος, που κανείς δεν ξέρει αν είναι η "αρχή του τέλους η το τέλος της αρχής", δεν είναι για τον Έλληνα τρομερός, σιχαμερός. Είναι Θεός, είναι άγγελος, είναι συνοδός προς τον άλλο κόσμο. Ο θάνατος, είναι η τελευτή του βίου των σωμάτων, που οδηγεί τα σώματα στην ένωσή τους με το σύμπαν. Ο θάνατος για τους Έλληνες, είτε προέρχεται από ασθένεια, είτε προέρχεται από δυστύχημα, είτε προέρχεται από φόνο, είναι μια ηρωική έξοδος. Η ρ ω ι κ ή... μια λέξη επίσης, την οποία προφέουν και άλλοι, ενώ έχουν ξεχάσει τη σημασία της.
Η θανατολαγνεία που θριαμβεύει, αλλά και κατακυριεύει τα τελευταία χρόνια τη σύγχρονη εικαστική δράση, είναι έκφραση φοβιστική και ανατριχιαστική μιας αντίληψης διεστραμμένης ολίγων ψυχασθενών που είναι πειραματόζωα στα χέρια θεωρητικών, οι οποίοι αγωνιούν να διατυπώσουν μία δική τους εντυπωσιακή θεωρία, ενδιαφερόμενοι μόνο για το σοκ που θα προκαλέσουν, πετυχαίνοντας την τεράστια προβολή ενός πυροτεχνήματος που εκτοξεύει ούρα, κόπρανα, άλλα σωματικά υγρά και πτωματικά κατάλοιπα σήψης στο σκοτεινό εγκέφαλό τους και στο γκρίζο και καταθλιπτικό ουρανό τους, αντί για χρώματα και φω. Μαζί με το θάνατο, η απίστευτα διαστροφική βία, η βάρβαρη, βάνδαλη προσβολή όλων των κατακτημένων αξιών είναι τα "πνευματικά" εργαλεία ηλιθίων ιδεολογημάτων μέσω των οποίων επιχειρούν καλλιτέχνες-ζόμπι να εικονοποιήσουν μιαν απειλή, η οποία δεν τρομάζει κανέναν νοήμονα και φυσιολογικό άνθρωπο και μόνο που καταφέρνει είναι να προκαλέσει βαθιά αηδία και να απομακρύνει δυστυχώς το ευρύ κοινό γενικώς από την τέχνη.
Εκείνοι όμως κραδαίνουν τα έργα της ευτέλειας του μυαλού τους ως μεγάλη απειλή.
Γεννάται ευλόγως το εξής ερώτημα, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα ερωτήματα : Ποιους προσπαθούν να τρομάξουν; Προφανώς το κοινό, τους θεατές. Μα αν είναι έτσι, δεν δικαιούνται να φέρουν τίτλο του επαναστάτη, γιατί στην ουσία είναι όργανα της εξουσίας, η οποία κυρίως με τον τρόμο επιβάλλεται στους ανθρώπους. Συνακόλουθα πρέπει να συμπεράνουμε, αν συμφωνήσουμε με τις απόψεις αυτών, ότι ο Μπιν Λάντεν είναι ο μέγας καλλιτέχνης που κατάφερε με τον πιο θεαματικό τρόπο απίστευτης καλλιτεχνικής σύλληψης, να τρομάξει την εξουσία, αλλά και να αφυπνίσει τους κοιμώμενους, να πετύχει δηλαδή ότι επιχειρούν με ψελλίσματα νεαροί ολιγοφρενείς "καλλιτέχνες" αστοιχείωτοι, ανιστόρητοι και ανυποψίαστοι, απόλυτα αξαρτημένοι και υποταγμένοι στους καθοδηγητές τους.
Δεν είναι δυνατόν να εμπιστευθούμε εμπνευστές και οργανωτές εκθέσεων που μας προτρέπουν να θαυμάσουμε το έργο κάποιας κυρίας, η οποία άνευ λόγου και αιτίας χρησιμοποιεί πτωματικά υγρά, προϊόντα σήψης ανθρωπίνων σωμάτων, προσβάλλοντας νεκρούς και ζωντανούς, ενώ το ατελιέ της είναι γεμάτο από χρώματα και όλα τα παλιά και σύγχρονα υλικά παραγωγής ζωγραφικής εικόνας. Βεβαίως, απέναντι στη νομοτελειακή ανάγκη του δημιουργού να παραγάγει εικαστικό έργο και απέναντι στην παντελή έλλειψη μέσων, μια ακραία πράξη και συνάμα αποδεχτή θα μπορούσε να είναι ακόμα και η χρησιμοποίηση του αίματός η άλλων σωματικών υγρών, κάτι που έκανε πιθανόν ο άνθρωπος των σπηλαίων. Αλλά επειδή ο άνθρωπος έχει διανύσει πενήντα χιλιάδες χρόνια από τα σπήλαια της Alta Mira μέχρι σήμερα, προσπαθώντας να χτίσει και να βελτιώσει έναν πολιτισμό, και επειδή η εν λόγω κυρία δεν είναι ούτε καν σύγχρονος ερημίτης, αλλά είναι προαγωγός ενός νοσηρού ιδεολογήματος, παράγει έργο υποκριτικό και ψευδές. Και πάντως αξιοσύνη στην τέχνη δεν είναι να ζωγραφίσεις το αίμα με αίμα, αλλά να ζωγραφίσεις το αίμα με χρώμα. Το πραγματικό έργο τέχνης είναι μια αλήθεια με ένα κρυμμένο ψέμα η ένα ψέμα με μια κρυμμένη αλήθεια.
Μερικοί πιστεύουνε ότι η τέχνη είναι μια πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση. Ο καλλιτέχνης που δεν εκπροσωπει μόνον τον εαυτό του αλλά και μερικές χιλιάδες η εκατοντάδες χιλιάδες η εκατομμύρια ανθρώπους, γνωρίζει αυτή τη σοβαρότητα προσπαθώντας να τους εκπροσωπήσει με ένα έργο σταθερής και διαρκούς αξίας και μέσω αυτού να στείλει ένα αξιόπιστο μήνυμα σε μερικές χιλιάδες η εκατοντάδες χιλιάδες η εκατομμύρια ανθρώπους του μέλλοντος.
Η επίσκεψή μου στην έκθεση OUTLOOK μου έδωσε την εντύπωση ότι οι διοργανωτές αντιλαμβάνονται πως η τέχνη είναι κάτι σαν παρωδία της "τυφλόμυγας" που παίζαμε όταν είμασταν παιδιά η καλύτερα σαν παρωδία εκείνου του παιχνιδιού που συνοδευόταν από το τραγουδάκι "Ένα φράγκο η βιλολέτα, τσιγκολελέτα τσιγκολελέτα".
Στα παιχνίδια της παιδικής μας ηλικίας, με τη συμμτοχή όλων των παιδιών της γειτονιάς, βιώναμε έναν άλλο δικό μας κόσμο, ο οποίος ήταν τόσο ωραίος και τόσο αυθεντικός, όπως αυθεντικά ήταν και τα αντικείμενα, τα χειροποίητα παιχνίδια μας, το πατίνι, το ξυλίκι, το κουτσό και άλλα. Στον κόσμο αυτών των συμμετοχικών παιχνιδιών υπήρχε χαρά, γέλια, χρώμα, ερωτικά αγγίγματα, κρυφά βλέμματα και η πιο βίαιη πράξη μας ήταν ένα σπρώξιμο. Υπήρχανε και τα ζαβολιάρικα παιδιά. Καμμιά φορά υπήρχε και ένα πολύ επιθετικό παιδί. Γι αυτό, αν κάποιος ξεπερνούσε τα όρια των κανόνων του κληρονομημένου πολιτισμού του παιχνιδιού, χρησιμοποιούσαμε το γνωστό "... δε σε παίζουμε!" και αμέσως με τη χρήση αυτής της φράσης αποκαθιστούσαμε την τάξη στο παιχνίδι.
Μερικοί τυχεροίενήλικες άνθρωποι έχουν την εξαιρετική ικανότητα, όταν συναντούν κάποιον, να κάνουν μια επιτυχημένη ανγωγή στο παρελθόν και να διαγνώσουν αυτόματα μέσα τους, ότι αυτόν στην αλάνα της παιδικής τους ηλικίας δεν θα τον έπαιζαν! Μακάρι να είχαμε όλοι αυτή την ικανότητα.
Στην εποχή μας έχουν συγκεντρωθεί και συνασπιστεί όλοι αυτοί οι ζαβολιάρηδες και οι διωγμένοι από την αλάνα, οι οποίοι με εκδικητικό και συμπλεγματικό τρόπο πετούν σήμερα κατά πρόσωπο σε όλους εμάς το τόσο αποτελεσματικό και τρομερό για αυτούς "δε σε παίζω" της παιδικής μας ηλικίας. Έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι. Ναι, όντως, έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι στην τέχνη από τότε που έπαψε η τέχνη να παράγει θεωρία και αντ' αυτού η θεωρία να υπαγορεύει τέχνη. Αυτοί, λοπόν, έχουν καταφέρει, εξασφαλίζοντας και το απαιτούμενο χρήμα να είναι οι ρυθμιστές του παιχνιδιού και μας λένε...Τώρα θα σας δείξουμε παιχνίδια που δεν έχετε φανταστεί. Τεράστια κελύφη τρόμου. Θα φτιάξουμε, λένε, εκθέσεις και χώρους, τύπου OUTLOOKLAND, στους οποίους θα είστε μόνο περιδεείς θεατές. Τώρα...εμείς δεν σας παίζουμε! Τώρα το παιχνίδι είναι στημένο και εσείς κρατήστε την αγνότητα και την αυθεντικότητα της παιδικής ηλικίας, που δεν κατορθώσαμε τότε στο ελάχιστο να τη ζημιώσουμε. Τότε, μια φορά μόνο καταφέραμε να σας κλέψουμε τους βόλους. Τώρα, θα σας κλέβουμε συνέχεια...και Ματίς δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Ο δικός σας ο Θεόφιλος το ίδιο...
Δεν ξέρουν όμως ότι μερικοί από εμάς διατηρούμε τοχάρισμα να βλέπουμε το μικρό σε μέγεθος τεράστιο, αν αξίζει, και το τεράστιο ελάχιστο, αν δεν αξίζει.
Εφήυραν, λοιπόν, και υπαγόρευσαν παιχνίδια με τερατώδεις διαστάσεις και νόμισαν ότι με τη δραστική αλλάγή της κλίμακας μπορούν να τα εφαρμόσουν στη ζωή των ενηλίκων, με αποτέλεσμα να παίζουν οι ίδιοι κατά τρόπο γελοιωδέστατο, τραγουδώντας το "Ένα φραγκο η βιλέτα, τσιγκολελέτα τσιγκολελέτα".
Δεν είναι δυνατόν να εμπιστευθούμε εμπνευστές και οργανωτές εκθέσεων, οι οποίοι βραβεύουν πανηγυρικά και προβάλλουν ασύστολα το έργο μιας κυρίας η οποία, παγιδεύοντας και εξαπατώντας τον εαυτό της και τους άλλους, εισήχθη λάθρα στο βίοτων τσιγγάνων και δεν αντελήφθη απολύτως τίποτα, κοινώς δεν πήρε μυρωδιά από το τι συμβαίνει στην καθημερινότητα και στις συνήθειες των νομάδων των πόλεων και στο απίστευτο ταμπεραμέντο αυτών των ανθρώπων και επομένως παρέδωσε έργο ψευδές και επιφανειακό.
Οι αρχιερείς του αποκλεισμού των Ελλήνων καλλιτεχνών δεν αρκούνται μόνο στο έργο που ανέλαβαν επί πληρωμή, αλλά οργανώνουν και εκστρατεία εξύβρισης όλων όσων διαφοροποιούνται η κριτικάρουν, ταξινομώντας όσους εκφράζουν αντίθετες απόψεις στους φανατικούς, γραφικούς, θρησκόληπτους και αντιδραστικούς. Επίσης, ταξινομούν τις αίθουσες τέχνης χωροταξικά, εκφραζόμενοι προσβλητικά εις βάρος ιστορικών γκαλερί, με πολυετή και αδιάκοπη προσφορά στην τέχνη. Επιπλέον, έχουν καταρτίσει και κατάλογο με γκαλερί της επιλογής τους, τις οποίες προτείνουν στους επισκέπτες.
Αξιοποιώντας με πανουργία περιστατικά που προκλήθηκαν από κάποιους, αν όχι εντεταλμένους, τουλάχιστον γραφικούς και αντιδραστικούς επισκέπτες της έκθεσης, μας κατηγορούν ως σεμνότυφους, που μας προκαλεί τάχα η θέα του γυμνού. Ποιους! Εμάς, που μεγαλώσαμε με τη θέα των γυμνών αγαλμάτων. Εμάς, που υποδεχόμαστε και φιλοξενούμε στα νησιά μας, τον μισό πληθυσμό του πλανήτη γυμνό. Ποιους! Εμάς, που κρεμάμε στα εικονίσματα ως τάματα-αφιερώματα, κέρινα ομοιώματα γυναικείων και ανδρικών γεννητικών οργάνων. Αφιερώματα σαν αυτό το αφιερωματικό μικρογλυπτό του σάτυρου, που δημοσίευσαν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, με τον ειρωνικό τίτλο "Ντύστε τα αγάλματα!", νομίζοντας ότι τεκμηριώνουν την οπισθοδρόμηση και τον συντηρητισμό μας. Ποιοι! Αυτοί! Μερικοί ανέραστοι σοφοί, μαζί με μερικούς κακοπαθημένους σεξουαλικά καλλιτέχνες! Λες και έχουν καμία σχέση τα αριστουργήματα με τα κακουργήματα.
Ως γνωστόν ο αυνανισμός είναι μια πράξη που γίνεται κατά μόνας. Αυτοί εννοούν να αυνανίζονται δημοσίως. Και αν αυνανίζονται δημοσίως, το κάνουν είτε γιατί είναι βαρύτατα ψυχασθενείς η για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά ποτέ δεν θα φτάσουν σε ολοκλήρωση και δεν θα πάρουν το κέρδος αυτή της πράξης τους. Θα μένουν πάντα στο χάος των ανικανοποίητων επιθυμιών τους και στις νοσηρές ψευδαισθήσεις τους. Σαν αυτόν τον Βέλγο μέτριο καλλιτέχνη, ο οποίος στη θέα του σταυρού νιώθει την ακατανίκητη επιθυμία να εκσπερματίσει, ενώ θέλει να μας πείσει στις συνεντεύξεις του, ότι τα έργα του είναι εκδίκηση ενάντια στις οδυνηρές σεξουαλικές εμπειρίες που βίωσε σε καθολικό οικοτροφείο (και τι μας νοιάζει εμάς το προσωπικό δράμα ενός καλλιτέχνη, που δεν αφορά τους πολλούς). Όμως αν είναι έτσι, όπως ισχυρίζεται, θα έπρεπε να ποδοπατήσει το σταυρό ή να τον φτύσει. Μέσω του έργου του όμως αντιλαμβανόμαστε το αντίθετο, ότι δηλαδή έχεο γλυκύτατες, ηδονικές αναμνήσεις από αυτές τις εμπειρίες. Ψεύδεται δηλαδή, και επομένως μας παραδίδει έργο υποκριτικό.
Οι εμπνευστές και οι οργανωτές αυτής της έκθεσης δηλώνουν ότι έρχονται με σκοπό να μας εκπολιτίσουν, γιατί είμαστε σχεδόν τυφλοί. Κάτι άνάλογο ακούσαμε πριν τριανταπέντε περίπου χρόνια από τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο οποίος ήθελε να μας βάλει, λέει, στο γύψο.
Χορτάσαμε από σωτήρες, δεν θέλουμε άλλους. Μπορούμε και μόνοι μας, με δικά μας υλικά να παράγουμε σημαντικά έργα. Οι μεγαλοεισαγωγεις δεν ενδιαφέρονται να μας βάλουν στο παγκόσμιο χάρτη όπως ισχυρίζονται, χωρίς να μας ρωτήσουν άλλωστε. Ενδιαφέρονται μόνο να πουλήσουν τα προϊόντα τους σε εμάς και σε όλους τους άλλους "υποανάπτυκτους". Οι δε Έλληνες καλλιτέχνες έχουν αποδείξει ότι μπορούν ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, ανεξίθρησκοι και αυτεξούσιοι, πορευόμενοι χωρίς καμία υποστήριξη μια μοναχική πορεία, να φτάσουν στην παγκόσμια αναγνώριση.
Το χειρότερο απ' όλα είναι που θέλουν να μας πείσουν ότι πρέπει να επικοινωνούμε με την τέχνη από μακριά, έχοντας φροντίσει αυτοί και οι υποστηρικτές τους να μας εκχωρήσουν και μάλιστα με υψηλό αντίτιμο, τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε "τα υψηλά νοήματα της τέχνης τους" στο καταφύγιο μας, στο σπίτι μας και στις παρέες μας μέσω, ενός home cinema λόγου χάρη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι Saatchi and Saatchi, δηλαδή η μεγαλύτερη διαφημιστική εταιρία του κόσμου, είναι υποστηρικτές την ίδια στιγμή και οι χορηγοί της διαστροφής, της κοπρολαγνείας, της θανατολαγνείας και της ευτέλειας και από την άλλη μεριά είναι εμπνευστές και προαγωγοί των πιο σπουδαίων επιτευγμάτων της επιστήμης, της τεχνολογίας και της αισθητικής. Στοιχεία συμπυκνωμένα σε προϊόντα που μπορούν να παραχθούν ανά λεπτό και να αποφέρουν αμύθητα κέρδη. Έρχεται όμως αναπόφευκτα η στιγμή της αυτοαποκάλυψης, δηλαδή το μαλλιοτράβηγμα των Saatchi and Saatchi με τον Damien Hirst που αποκαλύπτει τα σχέδιά τους.
Αυτά που μας έφεραν, τα γνωρίζουμε, τα έχουμε δει πριν 10 χρόνια, πριν 15 χρόνια, πριν 25 χρόνια, πριν 35 χρόνια. Όσοι από μας, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, ταξιδέψαμε, εμείς που είμαστε ο πιο ταξιδιάρικος λαός της Ευρώπης.
Αν αυτά κυριαρχούν στην εποχή μας, δεν σημαίνει ότι όλα είναι καλά. Οι οργανωτές και οι εμπνευστές αυτής της έκθεσης θέλουν να μας πείσουν ότι ένα είναι το αξίωμα, ότι όλα αυτά είναι η απόλυτη έκφραση του σήμερα, είναιτα απολύτως σύγχρονα. Ε! Και λοιπόν. Στο σήμερα που οι πληροφορίες φθάνουν με την ταχύτητα του φωτός. Στο σήμερα, που μπορούμε να γνωρίζουμε ό,τι πιο προωθημένο συνέβη χθες στη Νέα Υόρκη και σε όλα τα άλλα εικαστικά κέντρα του κόσμου, το χρήσιμο για μας δεν είναι η πληροφορία, που την έχουμε ούτως η άλλως στον υπολογιστή μας, αλλά η σύνθεση και οι επιλογές αυτών των πληροφοριών. Μην προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι λέξεις ατέλεια και ευτέλεια έχουν την ίδια σημασία με τη λέξη νομοτέλεια. Είναι οι ίδιοι που μπερδεύουν την λέξη πρωτοτυπία με τη λέξη πρωτοπορεία. Και για να θυμηθούμε τον ποιητή "η σοφία χάνεται στη γνώση και η γνώση χάνεται στην πληροφορία".
Ήρθε λοιπόν η ώρα να τους ξεσκεπάσουμε. Ήρθε η ώρα να πούμε στους ζαβολιάρηδες "...βγείτε έξω να χτυπηθούμε!". Ήρθε η ώρα να ξεσκεπάσουμε τους αντιγραφείς.
Ευχαριστούμε τους εμπνευστές και τους οργανωτές αυτής της έκθεσης, γιατί μας αποκάλυψαν τα σχέδιά τους. Είναι βέβαιο πλέον ότι αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να κατασκευάσουν πλήθη μιμητών και αντιγραφέων που θα ακολουθούν και θα συνοδεύουν τις επιλογές τους. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, θα επιβάλουν ως αδιαμφισβήτητες καλλιτεχνικές και οικονομικές αξίες, τους καλλιτέχνες τηε επιλογής τους. Γιατί δεν υπάρχει καμία εξήγηση στο γεγονός ότι συμπεριέλαβαν στην έκθεσή τους. έργο του απερίγραπτου εραστή του καρπουζιού, στείρα μίμηση έργων του εκλεκτού τους Paul McCarthy, του περίφημου εραστή του δέντρου, ο οποίος με τη σειρά του δεν είναι τόσο αθώος, αφού αντιγράφει κατά κάποιο τρόπο εκείνο τον ιατροφιλόσοφο του Μεσαίωνα και τα σχέδιά του. Σαν να θέλουν να πουν ότι είναι δεκτά όλα τα έργα εκείνα που παριστούν συνουσία ανθρώπου με δέντρα και καρπούς. Όσοι πιστοί προσέλθετε. Άλλωστε, ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης Joaquim Pedro de Andrade δικαιούται να διαμαρτυρηθεί για την καταπάτηση των πνευματικών δικαιωμάτων του, αφού ο απερίγραπτος Έλληνας εραστής του καρπουζιού αντιγράφει πιστά την ιδέα και την εικόνα από το έργο του "Vereda Tropical", που περιλαμβάνετε στην σπονδυλοτή ταινία του 1977, με τίτλο "Contos Eroticos" (σ' αυτή την ταινία, στην πόλη Πακετά, ένας δάσκαλος έχει ως αντικείμενο πόθου ένα καρπούζι και φθάνει στο αποκορύφωμα, συνουσιαζόμενος με αυτό). Δηλαδή, ο απερίγραπτος Έλληνας εραστής του καρπουζιού χρειάστηκε να πάει 30 περίπου χρόνια πίσω, στη δεκαετία του '70, και να διανύσει τον μισό πλανήτη για να μας φέρει πίσω τα κλοπιμαία ως τα πιο προωθημένα έργα τέχνης. Όπως είναι φανερό όμως, πρόβλημα δεν έχει μόνο ο καλλιτέχνης τώρα που αποκαλύφθηκε, αλλά και οι κλεπταποδόχοι.
Αλλά οι κλέφτες όλο και πλυθαίνουν. Στην κινηματογραφική ταινία Boogie Nights, σκηνοθετημένη από τον Paul Thomas Anderson το 1997, εμφανίζεται επί της οθόνης ένας μουσάτος κύριος, όρθιος στην κουζίνα του σπιτιού του, να συνουσιάζεται με ένα καρπούζι και είναι ιδιαίτερα ευτυχής για αυτό! μα ποιος κλέβει ποιον; Ας μας πει τέλος πάντων ο δικός μας, ποιον έκλεψε. Γιατί, αν έκλεψε τον κλέφτη, μπορεί να του δώσουμε ένα ελαφρυντικό.
Αλλά και το έργο της καλλιτέχνιδας, που δεν αντιλήφθηκε απολύτως τίποτα από τη ζωή των τσιγγάνων, είναι μίμηση του έργου "Duncan Village cor Unite" (2002) της Πότρε Μαρτζετίκα, που βραβεύτηκε με το βραβείο Hugo Price από το Μουσείο Γκουγκενχάιμ της Ν. Υόρκης και το οποίο είχε εκτεθεί στο τμήμα Unlimited στη Βασιλεία το 2003.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι κάποιοι δεν κατασκεύζουν μόνο καλλιτέχνες και δεν υπαγορεύουν μόνο έργα τους, αλλά κατασκευάζουν και μιμητές, πλαίσιο, ακολουθία. Άλλωστε, τα περισσότερα έργα του OUTLOOK έχουν σοβαρό πρόβλημα αυθεντικότητας, γιατί αυθεντικό είναι το έργο το οποίο έχει συλληφθεί ως ιδέα και έννοια και έχει παραχθεί - υλοποιηθεί εξολοκλήρου απ' τον ίδιο τον δημιουργό. Είναι γνήσιο, είναι μοναδικό, είναι αδιαμφισβήτητο, πρωτότυπο, γνωστής προέλευσης, έγκυρο, αμιγές, άμεικτο, ανόθευτο, απαραχάρακτο, δεν μιμείται και δεν αντιγράφει άλλα έργα, δεν κίβδηλο, δεν είναι ψευδές.
Παρόλα αυτά, οφείλουμε στους εμπνευστές και οργανωτές του OUTLOOK ένα ακόμα ευχαριστώ, γιατί μας έφεραν τα έργα του αληθινά μεγάλου ζωγράφου Neo Rauch μαζί με μερικά άλλα σημαντικά έργα. Η παρουσία του Neo Rauch διαθέτει μια τεράστια ακυρωτική δύναμη απέναντι στα φληναφήματα αυτής της έκθεσης. Το γεγονός ότι μέσα σε μία τόσο φιλόδοξη, μεγάλη και αλαζονική έκθεση, υπάρχουν αυτοακυρωτικές δυνάμεις και τάσεις αυτοαναίρεσης, είναι το πιο σημαντικό στοιχείο που εντοπίζουμε και οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε με ειλικρίνεια. Επίσης, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στους οργανωτές την εξαιρετική ικανότητα να υλοποιούν μεγάλα προγράμματα, ανεξάρτητα αν διαφωνούμε με τις επιλογές τους.
Ως αντίδωρο αυτών των θετικών στοιχείων επιθυμώ προσωπικά να τους χαρίσω, χωρίς άλλα ανταλλάγματα, τον τίτλο "LOOK OUT!", κάτω από τον οποίο μπορούν να στεγάσουν την φιλοσοφία τους και τις επιλογές τους. Υπάρχει πιθανότητα κάποτε και με κάποια έργα τους να μας εμπνεύσουν. Λυπάμαι γιατί αυτοί δεν πρόκειται ποτέ να εμπνευστούν από εμάς, γιατί είναι στενόκαρδοι, είναιν στενόμυαλοι, δογματικοί και νεοσυντηρητικοί και κυρίως αντιερωτικοί. Όταν τα περισσότερα από αυτά που πρεσβεύουν θα έχουν αυτοκαταστραφεί, θα μείνουν χωρίς εργαλεία και με ένα τεράστιο κενό στη γνώση.
Επειδή στη σύγχρονη τέχνη, σύμφωνα με τις απόψεις τους, μπορούν οι πάντες να έχουν εικαστικό λόγο, όπως π.χ. οι φωτογράφοι, σκηνοθέτες, οπερατέρ, δημοσιογράφοι, τηλέπαρουσιαστές, αρχιτέκτονες, ηθοποιοί, υδραυλικοί, μηχανολόγοι, σφαγείς και εκδορείς ζώων και ανθρώπων, νεκροτόμοι, νεκροθάφτες, ψυχανώμαλοι κ.τ.λ. Επειδή είδαμε και θα δούμε σε μουσεία και σε μεγάλες εκθέσεις συνεργεία αυτοκινήτων, χειρουργεία, σφαγεία και άλλους χώρους όπως ακριβώς είναι και βρίσκονται στην πραγματικότητα και επειδή, κατά συνέπεια, δικαιούται να έχει λόγο και χώρο π.χ. και ο κατασκευαστής της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου (και γιατί όχι!), πρέπει να αντιληφθούν ότι δημιουργείται μια χαώδης κατάσταση, την οποία είναι ανάγκη να διευθετήσουν, καθώς είναι πολύ φυσικό, αν δεν λάβουν τα μέτρα τους, να συμβή το εξής: ο κατασκευαστής της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, αυτού του ανυπέρβλητου έργου σε μέγεθος, δύναμη, τεχνική αρτιότητα και χρησιμότητα, να πετάξει όλα τα άλλα στον Κορινθιακό κόλπο, με το δίκιο του!
Ας στεγάσουν, λοιπόν, όλα αυτά σε ένα φανταστικό πάρκο πειραμάτων, που θα έχει την ταμπέλα "LOOK OUT!" (δηλ. πρόσεχε!), ας αποφύγουν αυτά τα επεξηγηματικά ταμπελάκια με την φτηνή αμπελοφιλοσοφία, ας αφήσουν τους θεατές να δουν και να καταλάβουν ό,τι αυτοί θέλουν και τους υποσχόμαστε ότι θα είμαστε οι πιο τακτικοί επισκέπτες.
*Ο Αριστείδης Γιαγιάννος έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων και είναι συγγραφέας-δοκιμιογράφος σε θέματα τέχνης.
Τάκης Σινόπουλος : "Η Εκδοχή του Κωνσταντίνου" από τις "Εκδοχές". ΣΥΛΛΟΓΗ Ι (1951-1964). Εκδόσεις Ερμής 1990.
Είμαι ένας άντρας μέσα στο κορμί μου περιέχω τον εαυτό μου που με περιέχει ταυτότητά μου το μηδέν γυναίκα μου η Ιωάννα ανάμεσά μας η νύχτα μια νύχτα ο κήπος έλαμπε κάτω απ'τα πόδια μας και τούτο έμοιαζε τόσο αληθινό όταν ό κήπος έσβησε το φως αντέχει μέσα μας συνέχεια της Ιωάννας η βλάστηση το κεφάλι της βαρύ αστερωμένο πάντα μ'απειθάρχητα μαλλιά τόσο πικρό
για να σωπαίνει
και να θυμάται
Ήτανε μια απειλή που δεν την έγραψε ο κανόνας. Όπως την πρώτη φορά που αρχίνισε ν' ασπρίζει γιατί σέρνεται μες στην αυλή μου ο γείτονας καμιά μέθη πια και το κορμί της έρημος και το κορμί ξερό κι η κάθε μέρα που έφευγε καλύτερα να μου ξερίζωναν
ένα κομμάτι
κρέας.
Έτσι πήγα με πέντε μονάχα φτιασιδωμένες αισθήσεις μέσα στ' αφώτιστα χαλάσματα ολοένα ψάχνοντας πονώντας και γυρεύοντας διψώντας από το πάτωμα έσταζαν νερά και το κακό δυνάμωνε και το μυστήριο γλίστραγε απ' τα δάχτυλα πως είναι καμιά φορά τα χέλια στη λασπουριά της λίμνης ψάρευα κάποτε στην πατρίδα μου ακόμα νέος και λαμπερός μαύρα μονόξυλα, γκρίζο νερό τα μπράτσα αχνίζοντας όπως έσκαγε ο ήλιος έλα μου φώναξες ένα τεράστιο ζωντανό φυτό σαλεύοντας
μέσα στη μήτρα
του πρωινού
Κι εκεί κοντά παραμόνευε ο θάνατος η αιχμή του μπαίνοντας κάθε μέρα μολεμένη στο κορμί όμως το μυριζόμουν και πάλευα να ξεφύγω τόξερα εκεί δε θάτανε κανείς μονάχα πέτρες και σιωπή στο σκούρο φως κοίτα με Κωνσταντίνε είμαι όλης φως.
ως πότε
θα ξέφευγα;
Τότες η Ιωάννα αναδευόνταν στρέφοντας το κορμί της απ' το μέγα στόμα του ύπνου πουλιά πετούσαν απ' τα χέρια της ένα μακρύ ποτάμι από πουλιά πάνω στο ρεύμα κράζοντας γιαμάτα με ήλιο δυνατές φτερούγες λάμπανε και φεύγανε γιατί μου σφίγγεις έτσι τα όνειρά μου φώναζε μεσ' από τις καταπαχτές άκουγα τη φωνή κι ανέβαινα μεμιάς αδύνατο να μείνω άλλο είπα άσε στην άκρη τα αίματά σου τωρα σκοτίστηκα.
Ο ίσκιος στο σώμα
μισοιδωμένος
απρόσιτος.
Είσαι ένας ανόητος παπαγάλος μουρμούρισε εκείνη ξανακοιμήθηκε ας μπούμε καλύτερα στον πρώτο μας κόσμο είκοσι χρονώ και περπατήσαμε και σταθήκαμε δεν είχαμε καιρό έλα μου φώναξες κοίτα μου φώναξες είμαι όλη φως. Βοσκήσαμε έκτοτε σε δύστροπο δάσος πολλές φορές το μαύρο μάτι πάνω μας πολλές φορές
ο θάνατος
η ακατανόητη νύχτα.
Έτσι η Ιωάννα κόπηκε στα δύο μήτε κατάλαβε τίποτα το δικό μου κορμί διπλωμένο σα φόδρα στο κορμί της μη δαιμονίζεσαι έλεγε δεν αποκρίθηκε όχι ήθελα να πάω έξω από τούτο το σπίτι κάτω στην αυλή δεμένα τα σκυλιά δε γαύγισαν και πήγα και νά με τώρα
μαύρος
και φαγωμένος.
Μάζεψε το κορμί της κι έφυγε. Ύστερα ο χτύπος της καμπάνας ράγισε τ' απομεσήμερο. Νάτην εδώ μ' όλα τα σύνεργα του σώματος ίσκιοι θηλών μικρές φωνές μέσα στη νύχτα όπως διαβαίναμε την άλλην όχτη τα χαλίκια το νερό κι οι ζάρες του νερού και το κλαδί το χέρι της τό νοιώθω ακόμη σήμερα στον όμω μου τη μοναξιά ετοιμάζοντας έφυγε και λυτρώθηκε τάχα από τι; πές μου να μάθω. Απ' το κορμί; από μένα; από το θάνατο; Νυχτώνει. ακόμη μια φορά. Κι η γνώση μου μηδέν
από τούτο
το όνειρο.
Μάρα Μεϊμαρίδη : απόσπασμα, "Οι Μάγισσες της Σμύρνης" Εκδόσεις Kαστανιώτη 2001
Η Φεβρονία κι η Ζανώ ξέρανε πολυ καλά τι είχε συμβεί και κοιτάζανε αμίλητες το γιατρό να προσπαθεί. Ο γιατρός έκανε άσκοπες μαλάξεις στο κορμάκι, μπας και. Η Ζανώ, ξαφνικά, έβγαλε ένα "αα" κι έβαλε μια τρεχάλα. Όρμηξε στην κάμαρη της νεκρής, πήρε το λεχούδι και το 'φέρε από την πίσω πόρτα, γδύνοντάς το όπως έτρεχε. Του 'δωσε μια αλειψιά στη μούρη και το γέμισε αίματα. Το μωρό ξύπνησε απότομα κι έβαλε τα κλάματα. Το κλάμα αυτό ακούστηκε παντού. Ήταν η πιο μεγάλη ανακούφιση για το σαλονάκι των συγγενών. Η γυναίκα, που δεν έβλεπε τι γινόταν πίσω από το κεφάλι της, ησύχασε κι έκλαψε από χαρά. Της βάλανε το ξένο μωρό στην αγκαλιά, γυμνό, κι εκείνη το αγκάλιασε με λαχτάρα. Ο γιατρός σηκώθηκαν οι τρίχες του, δεν ήξερε, δεν μπορούσε να φανταστεί, αλλά η Φεβρονία, που 'χε χαμπαριάσει, τον πίεσε στον ώμο να ξανακαθίσει, χωρίς να μιλήσει. Η Φεβρονία κάθισε να φροντίσει τη μάνα, η Ζανώ πέταξε το νεκρό βρέφος στον κουβά και το σκέπασε με μια πετσέτα. Πήρε το γιατρό στα δίπλα και του εξιστόρησε τα καθέκαστα. "Μια ξέμπαρκη, γιατρέ μου" του είπε. " Η Φεβρονία κι εγώ δεν την προλάβαμε. Αιμοραγία. Όλη νύχτα πλέναμε τα σκαλοπάτια. Αμαρτία τ' ορφανό, να βρει ένα σπίτι της προκοπής. Κάνε το καλό. Ο Θεός θα σ' το ανταποδώκει". Ο γιατρός σύναινεσε για τους δικούς του λόγους. Αλλά είχε βρεθεί και προ τετελεσμένων γεγονότων. Τι θα 'λεγε στη μάνα, πως λάθος έγινε; Πώς θα της έπαιρνε το βρέφος από την αγκαλιά; Τώρα ήτανε συνεργός.
Έτσι ξαναγεννήθηκε ο Σύριος Καραμάνος, υιός του Σταυροφόρου
Καραμάνου και της γυναίκας του Όλγας, εκ Καραμανίας της Καππαδοκίας, αρχόντων
της Σμύρνης και της Ανατολίας.
αρχή
σελίδας
Θανάσης Βαλτινός : "Εθισμός στη Νικοτίνη" απόσπασμα από το "Άλσος των Μυροφώρων" Εκδόσεις Μεταίχμιο"
Με την έναρξη της προεδρίας Στέμπου δημιουργήθηκαν διάφορα
προβλήματα, κατά την εκτίμηση μου ψυχολογικής χροιάς. Σημαντικότερο όλων
ήταν η ίδια εισβολή αυτού του ευφυούς δραστήριου άνδρα σε έναν κύκλο ωρίμων
έως υπερηλίκων κυρίων. Η νεότητά του ήταν ήδη μια απειλή. Ομολογώ την αρχική,
αρνητική μου διάθεση. Το πρώτο ρήγμα σ' αυτή δημιούργησε, σε μία των συνεδριάσεων
περί τα μέσα του έτους 1995, η πρότασή του για απόσυρση των μεταλλικών στύλων
φωτισμού του Άλσους και αντικατάσταση του όλου συστήματος με υπεδάφιες καλωδιώσεις.
Επρόκειτο για πρόταση-γροθιά. Ο φωτισμός είχε ολοκληρωθεί προ τριετίας και
είχε κοστίσει αρκετά. Πρόκληση επίσης απετέλεσε η διάταξη του σκεπτικού
του. Λόγοι αισθητικής και υποχρέωση της διοικήσεως του Άλσους να εξασφαλίσει
στους χρήστες του (sic), που σύμφωνα με στατιστικές παρατηρήσεις κατα 70%
περίπου αποτελούνταν από από ζευγαράκια, συνθήκες ανάλογες: λιγότερο βάναυση
φωτοχυσία και δημιουργία στοχαστικότερης ατμόσφαιρας. Σαφώς μας προκαλούσε,
αλλά δεν κορόιδευε. Κάγχασα. Μία εβδομάδα πριν, κατά τον μηνιαίο έλεγχο
καθαριότητας του άλσους, διεισδύοντας σε μία ακραία μικρή αιθρία, καλά προφυλαγμένη
από άγριους θάμνους, βρήκα εγκαταλελειμένο ένα γυναικείο εσώρουχο. Το μάζεψα
με κάποια συγκίνηση - και ταραχή. Ξεχασμένο πάνω στα αιχμηρά βραχάκια, ποιος
ξέρει για πόσο, ήταν ξασπρισμένο από τον ήλιο και σχεδόν θρυμματίστηκε στα
δάκτυλά μου. Αμέσως ένας στίχος ανεδύθη στο μυαλό μου και με βασάνισε επί
μέρες. "Το μεταξωτό σλιπάκι της Βίβιαν - αράχνη στην ξερολιθιά".
Πότε είχα διαβάσει αυτό το στίχο;Ποιος το είχε γράψει; Και επρόκειτο όντως
για υπαρκτό στίχο ή ήταν η αντανάκλαση κάποιου ημιτελούς απωθημένου ονείρου
μου;
αρχή σελίδας
Χρόνης Μίσσιος : "Χαμογέλα, ρε...Τι σου ζητάνε;" απόσπασμα . Εκδόσεις Γράμματα.
Τέλος, κατά το βραδάκι, αρχίζουν να φωνάζουν έναν έναν για κάτω, παίρνουν τον πρώτο, δε γυρίζει, παίρνουν τον δεύτερο, τα ίδια. τρίτος είμαι εγώ. Με παίρνουν δυο χαφιέδες, με βάζουν στο ασανσέρ και με πάνε κάτω. Σταματάμε κάποτε, με πάνε έξω από ένα γραφείο, χτυπάνε την πόρτα και σμπρώχνουν μέσα...Ωραίο γραφείο, μεγάλο, με τα Άπαντα του Λένιν και τα τέτοια. Ναι, θέλαν να μας που ότι έχουν φάει με το κουτάλι και τον Λένι και συνεπώς κατέχουν καλά τη θεωρία μας. Τέλος,πίσω απ' το γραφείο κάθεται ο Σταύρος, ο πρώτος μου ανακριτής -όχι εκείνος του Πειραιά, ο άλλος, της Αθήνας- σε μια ένετη πολυθρόνα, σκυμμένος πάνω σε χαρτιά...Όλες οι κουφάλες οι εξουσίες, κάθε φορά που περιμένουν να δεχτούν κάποιον ανθρωπάκο, στήνουν το σκηνικό τού πολύ απασχολημένου. Τέλος, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του, μου λέει, καθίστε. Κάθομαι σε μια άβολη καρέκλα. Σε όλα αυτά τα γραφεία της εξουσίας, η καρέκλα που κάθεται ο επισκέπτης είναι αντίστροφη σε άνεση απ' ό,τι η πολυθρόνα της εξουσίας. Κάθομαι, που λες, και περιμένω. Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του, μου λέει, πως λέγεστε; Ναι, προπαντός ο πληθυντικός. Εγώ δεν απαντάω, διότι όλες αυτές οι παλιοχαμούρες της εξουσίας, σε όποιο επίπεδο κι αν ανήκουν -βουλευτές, πολιτευτάδες, εφοριακοί, δικαστές, κλητήρες, δικηγόροι και λοιπά -όλοι, τέλος πάντων, οι μάγοι της φυλής, το πρώτο πράγμα που μαθαίνουν, είναι πως θα κάνουν τον επισκέπτη τους να αιστανθεί αδύναμος και μαλάκας, άλλοι για να του τα πάρουν, άλλοι για να τον κοροϊδέψουν, άλλοι για να του αρνηθούν κάποια εκδούλευσει, κι άλλοι απλώς για την χαρά της εξουσίας τους... Όπως μου έλεγε ο Γιάννης στην εξορία, στην απελευθέρωση ήταν υπεύθυνος σε μια περιοχή και βέβαια, ανάμεσα στ' άλλα, έπρεπε να οργανώσει και τις πολιτικές υπηρεσίες της περιοχής. Διόρισε λοιπόν ένα σύντροφο και συναγωνιστή του νομάρχη. Ε, μια μέρα χρειάστηκε να πάει στη νομαρχία για μια συνεργασία. Μόλις μπήκε μέσα στο γραφείο, έβγαλε σεμνά το κασκέτο του, το έβαλε κάτω απ' την μασχάλη του κι άρχισε να ωελλίζει κύριε νομάρχα και τα τέτοια, ώσπου του 'βάλε τις φωνές ο σύντροφός του και συνήρθε...Τέτοια επιβολή έχουν στον απλό άνθρωπο, όχι μόνο τα πλουμίδια της εξουσίας αλλά και χώρος της ακόμα, γι' αυτό άλλωστε τα χρησιμοποιούν κατά κόρον, που λένε, όλες οι εξουσίες, και οι δικοί μας έχουν γίνει μανούλες σ' αυτά. Να δείς παράτες και τα τέτοια, να χαζέψεις. Άσε τα παράσημα και τ' άλλα λιλιά που τους κρέμονται μέχρι τα μπατζάκια...Σκέψου, ρε, οι σοβιετικοί στρατιώτες, εβδομήντα χρόνια μετά την "επανάσταση", στις επίσημες παράτες να περπατάνε μ' αυτό το γελοίο αλλά και φορτωμένο με απάνθρωπες μνήμες βήμα της χήνας. Τι να πεις. Τέλος...
Γιώργος Ρωμανός : "Ντόμπρο Καρντάση(*) ", διήγημα από το τελευταίο βιβλίο του "Δέκα ροκ κι ένα μπλουζ για τρεις" Εκδόσεις Μεταίχμιο 2004.
--Το μυστικό πήρε
να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Σε λίγο κάθε κουμαρτζής(**)
της πόλης το 'ξερε: "στο Κουρλοχώρι, το λεγόμενο, γίνονται αγώνες…"
-- Η παρέα κλειστή κι όλοι της πιάτσας. Αρχηγός
ο Δημητρός με το "Αγοραίον" που την άραζε πότε στο Βαρδάρη και
πότε στα υπεραστικά απέναντι από τον σταθμό των τραίνων, ανάλογα το αγώι.
Κολλητός ο Θανάσης, ο Αλβανός, -το πραγματικό του όνομα Τόντο-, με το χρυσό
σταυρό στο στήθος τάχα βαφτισμένος βορειοηπειρώτης, που 'χε μάθει πολλά
στα τσοπαναρέικα γύρω από την Πτολεμαΐδα όπου είχε σκαλώσει τον πρώτο καιρό
μόλις πέρασε τα σύνορα. Και τρίτος ο Ράκιτς, ο Σέρβος, που τους είχε οργανώσει.
Αυτός κι αν 'ήξερε από κουμάρι, κόκαλα, πόκερ, πόκα, μπόμπα, χαρακίρι, κούκο
μονό, διπλό και αηδονάτο. Χρόνια οδηγός σε πούλμαν: Θεσσαλονίκη - Σκόπια
- Μοναστήρι - Γευγελή, κανόνιζε βίζες, κι όπου γης πατρίς ρουλέτας-μπίλιας.
Μέσα σ' όλες τις κρυφές και φανερές σλαβικές λέσχες. Όσο για τις χαρτοπαικτικές
λέσχες της Σαλονίκης απ' έξω κι ανακατωτά.
--Τον τελευταίο καιρό λειτουργούσαν όλα… στην
εντέλεια. Κι αυτή τη φορά ούτε σκυλοτροφεία, σχολές, εκπαιδευτές ούτε μπάτσοι
να τους κυνηγούν όπως κάποτε. Τότε που είχαν ξεκινήσει το κόλπο κι ο Θανάσης
δούλευε σ' ένα ξενοδοχείο σκύλων. Είχε βουτήξει έναν μαύρο βελγικό λύκο
κι ένα ντόπερμαν, κι είχε προσπαθήσει να φορτώσει την κλοπή σε κάποιον άλλον
ό,τι: τάχα εκείνος είχε ξεχάσει τις πόρτες των κλουβιών ανοιχτές, και...
Δεν τον πίστεψαν, την άλλη μέρα τον απέλυσαν. Στο τσακ γλίτωσε την στενή
"ελλείψει αποδείξεων", είχε πει ο αστυνόμος που τον ανέκρινε,
"μη τα φορτώνουμε κι όλα στους Αλβανούς", αλλά τον απέλασαν? μία
από τις πέντε φορές που είχε κάνει το πήγαιν'- έλα στα σύνορα.
--Όμως με τον καιρό είχανε φτιάξει έτσι την
κατάσταση που κανείς δεν μπορούσε να τους σταμπάρει. Τα σκυλιά τ' αρπάζανε
πλέον από αυλές κοντινών πόλεων ή βουτούσανε τα πιο μεγαλόσωμα αδέσποτα.
Ένα κομμάτι λίπος χοιρινό τίγκα στο υπνωτικό και στο πορτ μπαγκάζ. Κάθε
φορά μόνο δύο ζώα. Φροντίζανε να δείχνουν δυνατά και από τη φύση τους αγριεμένα.
Την δουλειά πλέον την ήξεραν καλά. Κυλούσε. Στην αρχή τα έπαιρναν με το
μαλακό, τα έπλεναν, τα χτενίζανε, να βλέπουν οι μερακλήδες μούσκουλα και
δόντια να αφρίζουν πρώτα εκείνοι.
--Το ένα σκυλί εκεί όπου έμενε ο Σέρβος με
τον Θανάση, το άλλο στο πατρικό του Δημητρού. Τα σπίτια τους λίγο έξω από
το χωριό, ένας μοναχικός χωματόδρομος όπου την έστηνε για τσίλιες ο Θανάσης
κάθε φορά που είχαν αγώνα. Μετά τις περιποιήσεις τα κλείνανε για μέρες σε
κατώγια μισοσκαμμένα στη γη, δεμένα με κοντή αλυσίδα, να αγριεύουν, να τρώνε
τα ποδάρια τους. Το φαΐ μπόλικο, το φως ανύπαρκτο. Περιορισμένο το ζώο ερχόταν
και λύσσαγε, να κουνηθεί, να τρέξει. Όλος ο χώρος του δυο ψάθες δίμετρες
η μια πάνω στην άλλη στρωμένες στα χωμάτινα δάπεδα, ο ήλιος μια κουκίδα
στο φραγμένο με χαρτόνια παραθυράκι κυλούσε μέσα για λίγο, έστριβε, χανόταν.
Τρελαίνονταν τα ζώα στη μαυρίλα. Η μέρα νύχτα και η νύχτα πίσσα. Μόνο βράδυ
τα βγάζανε. Υπήρχε λόγος: να σκοτεινιάσουν για καλά τα μάτια τους.
--Το θέμα κάθε φορά να βρουν το γρηγορότερο
ματσωμένους τζογαδόρους. Δεν ρισκάριζαν να κρατούν για πολύ τα σκυλιά μη
και τους καρφώσει κάποιος, παρ' όλο που ο Θανάσης φύλαγε καλά τα σπίτια.
Κέρβερος.
--Όσο έμπαιναν στο παιχνίδι τόσο πιο εύκολα
έβρισκαν αφιονισμένους. Πιο εύκολα από ότι τα σκυλιά.
--Όλες οι μεταφορές γίνονταν με το "Αγοραίον"
του Δημητρού, ένα παλιό Πεζώ 604 μετασκευασμένο με τρεις σειρές καθισμάτων
και άδεια γνωστού ξενοδοχείου της Χαλκιδικής, καθ' όλα…"νόμιμης".
Κάθε στοίχημα το οργάνωναν το πολύ για δέκα, δεκαπέντε νοματαίους:"τα
κουμπάρια από την Σαλονίκη. Πότε για τραπέζι πότε για δουλειές", έλεγε
ο Δημητρός στους χωριάτες. Τους είχε παρουσιαστεί σαν εργολάβος ο οποίος
θα 'χτιζε στην περιοχή βίλες, κι αμέσως χωράφια, οικόπεδα θα έπαιρναν φωτιά.
--Φρόντιζαν να μην έχουν πολλά πολλά με το
χωριό. Ήταν κι εκείνα τα χρονάκια που είχε κάνει ο Ράκιτς, στο Εφταπύργιο
στην αρχή και μετά στις αγροτικές φυλακές της Κασσάνδρας, συν ότι τους έβλεπαν
μονόχνοτους κι αμολυτό το ζωνάρι για καβγά, ποιος να τολμήσει να τους ρωτήσει
τι; Τους είχαν κολλήσει το παρατσούκλι: σκυλάδες γιατί όλο και κάποιο σκύλο
είχανε απ' το λουρί και κάπου το πηγαίνανε βόλτα τις νύχτες. Τα σχόλια στο
καφενείο: "μουρλοί, κουρλοί, ας πάρουν τα χωράφια τ' απάνω τους κι
ας βγάζουν βόλτα και γκαμήλα με κολάρο". Και το πράγμα έμενε εκεί.
--Τα πρωινά το "Αγοραίον" πηγαινοερχόταν,
με το αζημίωτο, Κουρλοχώρι-Θεσσαλονίκη, γεμάτο χαρμάνια του τζόγου. Αλλά
όχι ό,τι κι ό,τι. Τους βαρεμένους που στοιχημάτιζαν μονά ζυγά στον αριθμό
του πρώτου αυτοκινήτου που θα πέρναγε μπροστά τους, ούτε να τους δουν ούτε
να τους ακούσουν.
--Η δουλειά είχε τα ρίσκα της, τα έξοδά της,
συν του ότι πούλαγε το σπάνιο του θεάματος. Ο Δημητρός στο τιμόνι, ο Ράκιτς
δίπλα πήγαιναν πάντα συστημένοι. Αμολιόταν ο Σέρβος στην πόλη και το απογευματάκι
όταν τέλειωνε το ψηστήρι πήγαινε ο Δημητρός να τον μαζέψει από τον Λευκοπύργο.
Του άρεσε του Σέρβου να κάνει σουλάτσο στην Παραλία. Του θύμιζε κάτι από
τα μέρη του.
--Ο ουρανός γεμάτος γκρίζα-μπλε σύννεφα, κομμάτια
βαμβάκι βουτηγμένα στο μελάνι πάνω σε ασπροκίτρινο, πολυκαιρισμένο χαρτί,
γύρω παντού το φως, ατσαλόχρωμο, δυνατό, ένα πνιγμένο, κίτρινο, λαμπερό
αντιφέγγισμα κι ο ήλιος άφαντος. Η θάλασσα απέραντη λίμνη, καφετιά νερά
ίσα που κουνιόνταν μ' ένα κοντό κύμα, όλοι οι υπόνομοι εκεί ξέβραζαν. Λίμνη.
--Ένα μεσημέρι, δρόμο το δρόμο κοντά στα καρεκλάδικα
της αγοράς, ο Ράκιτς έψαχνε το καφενείο όπου είχε ραντεβού με κάποιο ζευγάρι.
Πληροφορίες του 'χε δώσει ο Μίρλαβ, ένας Ρουμάνος μπράβος σε κρυφή μπαρμπουτιέρα
κοντά στην πλατεία Δικαστηρίων: "αυτός είναι συνταξιούχος -κάνα χρόνο-,
δικαστικός, πρώην εισαγγελέας, και η γυναίκα του συμβολαιογράφος."
---Εντάξει οι τύποι; το πρώτο που τον είχε
ρωτήσει ο Ράκιτς.
---Εντάξει! Άσε που όταν τους δολώσεις θα 'χεις
και κάλυψη για ό,τι τύχει…
---Κι από λεφτά;
---Παίζουνε χοντρά.
---Από οικογένεια; Ακόμα θυμόταν την περίπτωση
μιας κόρης που είχε καταγγείλει πατέρα και μάνα για να τους γλιτώσει απ'
τον τζόγο. Μέχρι να καθαρίσουν από την καρφωτή είχανε μείνει άνεργοι δέκα
μήνες.
---Παιδιά σκυλιά δεν έχουνε ή κι αν έχουνε
τα 'χουν ξεχάσει, του ξεκαθάρισε ο Μίρλαβ. Κουμάρι και μπιρ Αλλάχ. Την πόλη
την ξέρουνε με τα κρυφά καρέ, και τις λέσχες. Άμα μιλήσεις για λίγο μαζί
τους θα πήξεις. Ούτε μέγαρα υπάρχουν γι' αυτούς ούτε δρόμοι και πλατείες.
Όποτε θέλουν να σε στείλουν σε κάποια διεύθυνση σου λένε: "πού είναι
το σπίτι του Σάκη που στήνει το κουμ-καν; Ε, τρία στενά πιο κάτω είναι ένα
γκρίζο χτίριο με πράσινα παράθυρα, παλιό μέγαρο, εκεί στον πέμπτο άνοιξε
καινούργια μπίλια. Την έχει ένας δικός μας." Έχουν καταπιεί τον χάρτη
της τσόχας, σου λέω.
--Το απόγευμα που πήγε ο Δημητρός να τον πάρει
μόλις άκουσε για γυναίκα τσίνησε:
---Θηλυκιά ρε; Γρουσουζιά.
---Ρε συ γυναίκα, αλλά σκύλα. Άμα μιλήσεις
μαζί της θα καταλάβεις. Αρσενικιά. Χρόνια τον πάει καβάλα τον μπαλαντέρ.
Άσε που μου βγάλανε και κόντρα μεταξύ τους. Ο καθένας για πάρτι του παίζει,
αλλού αυτή αλλού ο άντρα της. Ξένοι. Και ποντάρουν χοντρά. Σπίτια έχουνε
σκοτώσει.
--Μέσα σε λίγες μέρες το "Αγοραίον"
είχε καθαρίσει, εκτός του αντρόγυνου, ακόμα εφτά κεφάλια. Όλα πρώτο πράμα:
ένας φρουτέμπορος από τη Βέροια με δικιά του επιχείρηση στην πόλη, δύο που
είχαν ανταλλακτικά αυτοκινήτων στην Δωδεκανήσου κοντά στην πλατεία Βαρδαρίου,
κάποιος αντιπρόσωπος αλωνιστικών μηχανών, ένας τραπεζικός που έπαιζε απ'
όλα, ο πρόεδρος γνωστού ποδοσφαιρικού σωματείου, και ένας μεγαλέμπορας ειδών
υγιεινής, σχετικά καινούργιο φιντάνι αλλά αφρισμένος για στοιχήματα.
--Θα έστηναν το κόλπο της χρονιάς. Με το που
ψιθυρίστηκε καταλλήλως η σύνθεση, την τελευταία στιγμή προστέθηκαν και άλλοι
πέντε διαλεγμένοι από την μπαρμπουτιέρα όπου δούλευε ο Μίρλαβ. Οι περισσότεροι
γνωστοί μεταξύ τους από τα διάφορα κόλπα. Σμιξίματα μακροχρόνια στο πράσινο
-χωρίς χόρτο- γήπεδο. Εγγύηση ανάμεσά τους η συνεχιζόμενη παρτίδα που τελειωμό
δεν είχε.
--Τους πήγαιναν δυο δυο, τρεις τρεις, έβλεπαν
τα ζώα, αποφάσιζαν, έπιναν έναν καφέ και σε λίγη ώρα όπως ήταν μικρή η απόσταση,
ξανά πίσω στις δουλειές τους.
--Στις διαδρομές όλοι λιγομίλητοι, αδιάφοροι.
Κάπνιζαν αφηρημένοι, μουλωχτοί. Καμιά φορά το μάτι τους έπεφτε σ' ένα καρτ-ποστάλ
-από την πατρίδα του Ράκιτς-, με κορνίζα κόκκινα και κίτρινα, πλαστικά λουλούδια
σφηνωμένη στο ταμπλό του Πεζώ. Έδειχνε, μια γκριζογάλανη επιφάνεια λίμνης
που έπιανε την μισή κάρτα? παγωμένα ακίνητη, νεκρικά ήσυχη. Σε δεύτερο πλάνο,
κοντά στα βραχάκια της όχθης, άσπρα στίγματα λιωμένου χιονιού κι ένας πεσμένος
κορμός δέντρου. Πίσω ξυραφισμένες βουνοκορφές έριχναν ίσκιους που αντανακλούσαν
στα νερά. Στον ουρανό έπλεαν μικρά μολυβένια σύννεφα ανοιγμένα στη μέση
από μια εκτυφλωτική λάμψη, κάτι σαν πορτοκαλί διαμάντι που έλουζε το τοπίο.
Στην αριστερή κάτω μεριά, περισσότερο μνήμη παρά πόλη, σειρές οι πολυκατοικίες,
η μία κολλητά στην άλλη όλες λιωμένες στο ίδιο σκληρό φως. Ανάμεσά τους
ομίχλη. Μια ομίχλη που ξεχυνόταν μέσα στο "Αγοραίον", έσβηνε τα
πρόσωπα των επιβατών, τα παράσερνε, κι απ' τ' ανοιχτά παράθυρα έβγαινε ντουμάνι
μαζί με τον καπνό των τσιγάρων.
--Όταν ο Δημητρός είχε πρωτοπάει τον εισαγγελέα
με την γυναίκα του για να δουν τα σκυλιά εκείνος είχε προσπαθήσει να τον
σταμπάρει:
-----Πώς πάνε οι δουλειές; Πού κάνεις πιάτσα,
αν σε χρειαστώ;
-----Πιάτσα Θεσσαλονίκη… Δεν μάσαγε τα τι και
πώς. Όλοι γνωστοί άγνωστοι έμεναν μεταξύ τους. Κανόνας. "Όποια πέτρα
να σηκώσεις", του πέταξε αλλάζοντας κουβέντα, "από κάτω θα με
βρεις. Μη σε νοιάζει, πάρε με στο κινητό και θα είμαι απίκο".
----Με το που έφτασαν στο χωριό και κατέβηκαν
στο κατώι, μόλις είδε η συμβολαιογράφος το ένα απ' τα σκυλιά, ένα κατάμαυρο,
μπάσταρδο λυκόσκυλο, διασταύρωση με Ροτβάιλερ, τρελάθηκε:
---Αυτό θα είναι το δικό μου, πρόλαβε τον άντρα
της. Κι όταν λέω δικό μου το εννοώ! Εγώ τον μαύρο εσύ τον άσπρο σκύλο, χρώμα
θα το παίξουμε. Αντέχεις να το πας το στοίχημα, αντέχεις; Είσαι να ποντάρεις
στον άσπρο, ε, ή φοβάσαι; Θα στον σκίσει κακομοίρη.
--Ο εισαγγελέας πικαρίστηκε μπροστά στον Θανάση
και στον Σέρβο ο οποίος μπήκε στην μέση μη και αρπαχτούν εκεί στο κατώι
και χαλάσει η δουλειά. Ήξερε από τέτοια. Τους εξήγησε με σταθερή φωνή τους
όρους του στοιχήματος, ημέρα, ώρα, ραντεβού.
--Στην επιστροφή το ζευγάρι μάλωνε σε όλη την
διαδρομή.
--Τους έβλεπε στο καθρεφτάκι ο Δημητρός, τους
άκουγε και δεν πίστευε στ' αυτιά του.
---Αυτή την φορά θα σου τα πάρω όλα, του 'λεγε
εκείνη, όλα! Να μάθεις τόσα χρόνια να μη κάθεσαι ποτέ δίπλα μου στο τραπέζι.
Ούτε μια φορά δεν έστερξες να μου κάνεις αβάντα.
---Αυτό το 'χουμε ξεκαθαρίσει, της έλεγε εκείνος,
ο καθένας και το γούρι του.
---Ποιο γούρι σου βρε που με ζηλεύεις, με μισείς
κάθε που ρεφάρω, ενώ εσύ συνήθως… Γκαντέμη, α γκαντέμη. Αλλά πρέπει να δεις
τον εαυτό σου στον καθρέφτη πώς κάνεις τις σπάνιες φορές που κλείνεις. Απλώνεις
και τις δυο παλάμες ανοιχτές στις μάρκες, σηκώνεις το σαγόνι ψηλά, γουρλώνεις
τα μάτια σαν τον Μουσολίνι στο μπαλκόνι, κι αν δεν το 'χεις πάρει χαμπάρι
Μουσολίνι σε φωνάζουν κρυφά όλοι, πλάκα σε κάνουν, ίδιος είσαι.
---Εγώ τουλάχιστον όποτε θέλω τ' αρμέγω τα
ζάρια, γάλα τους βγάζω, εσύ κοίτα που είδες κι έπαθες μέχρι να ξεκολλήσεις
από τον μπαλαντέρ, ένα εραστή βρήκες κι αυτός χάρτινος…
--Το καθρεφτάκι του οδηγού είχε γεμίσει διασταλμένα
πρόσωπα έτοιμα να βγουν από τα όριά τους, βλέφαρα αρπαχτικών που μ' ένα
ανοιγοκλείσιμο θα σάρωναν κόκαλα, μάρκες, χαρτιά.
--Όσο πλησίαζαν στην πόλη άλλαζαν και οι σκονισμένες
εικόνες στα παράθυρα. Εργοστάσια, βενζινάδικα, αποθήκες, ξεροπόταμοι, χέρσα
χωράφια. Μια μεγάλη σιδερένια γέφυρα του τρένου? γκρίζα βαμμένα σίδερα,
πυργωμένα, ίδια φυλακή γίγαντα, κι απ' ανάμεσα γράσα, λάδια, να γυαλίζουν
στο ατσάλι των σιδηροτροχιών όπως το λεπίδι σουγιά που ξεχάστηκε ανοιγμένος
στο χώμα.
--Η συμβολαιογράφος είχε τραβηχτεί στην μια
άκρη του καθίσματος, στριμωχνόταν στην πόρτα του αμαξιού. Ούτε τα ρούχα
της να μην ακουμπάνε με του εισαγγελέα. Σκεφτική: "δηλαδή θεωρούσε
τον εαυτό του άντρα; Κι αν είχε πέσει από τα τριάντα της στον έρωτα του
μπαλαντέρ ποιος έφταιγε; Τι να του λιμπιστεί; Τον έρωτα ή το σεξ μαζί του
που το 'χε βάλει στο αρχείο δικογράφων του. Ακόμα και στις διακοπές τους
όταν επέστρεφαν από τα συνεχόμενα τριήμερα, τετραήμερα καρέ, έπεφταν ξεροί
για ύπνο. Μια ζωή αυτός δοσμένος στο χαρτοβασίλειο των υποθέσεών του, και
στο άλλο χαρτί. Και η δικαιολογία του πάντοτε η ίδια: αύριο έχω δίκη, είμαι
πτώμα, θέλω να κοιμηθώ."
--Αφιονίστηκαν με την τράπουλα. Ο γύρος της
ώρας στα ρολόγια τους είχε αντικατασταθεί με τον γύρο του καρέ στο στρογγυλό
τραπέζι και οι δείκτες τα χέρια της μπάνκας που μοίραζε.
--Τον είδε για μια στιγμή που την κοίταξε λοξά
κι αμέσως το μάτι του ξέφυγε έξω από το παράθυρο.
--Έψαξε τα τσιγάρα του κι άναψε. Ούτε κι αυτός
ήξερε πώς την άντεχε τόσα χρόνια. Κι αν δεν ήταν εκείνη η περίπτωση στις
αρχές της καριέρας του, τότε που δέχτηκε να πουλήσει αυτή ένα από τα σπίτια
της προίκας της για να τον καλύψει σε ένα μεγάλο άνοιγμα του, θα την είχε
χωρίσει. Δεν ήταν γυναίκα αυτή. Όλο ημικρανίες και χάπια. Διαρκώς τσιτωμένη
με κάτι. Στραβός όλος ο κόσμος κι εκείνη ίσια. Ακούμπαγε το μπούτι της κι
έπιανε παγοκολόνα. Κρύο πράμα, φιδίσιο. Ούτε να βαφτεί ούτε να κουνηθεί.
Η απελπισία του λύσσα.
--Όσο του επέτρεπε το αξίωμα κατέβαινε στην
Αθήνα, κλεινόταν με τα μερόνυχτα στο γνωστό του ξενοδοχείο και η βίζιτα
άφθονη. Αλλά κι αυτές δεν τις άντεχε. Του 'τρωγαν το μεδούλι μέχρι που η
κατάθλιψη τον στείρωσε για τα καλά. Θα το θυμόταν για πάντα εκείνο το βράδυ
που προσπαθούσε με μια Ουκρανή μέχρι το πρωί χωρίς να τα καταφέρνει. Περίγελος.
Την άλλη μέρα στην ρεσεψιόν νόμιζε πως όλοι αυτόν κοιτούσαν, γι' αυτόν μιλούσαν.
--Με τα χρόνια και για τους δύο το πράγμα άλλαξε:
έβγαλαν τρίχες τα χαρτιά, υγρά τα ζάρια. Ριξιά και μέσα, ριξιά και έξω.
Σάρκινο κανάλι οι χούφτες τους, άσπρα σαν το γάλα τα κόκαλα με τις βούλες,
τα 'παιζαν, τα μάλαζαν, τα φύσαγαν ανάμεσα απ' τα δάχτυλα, κι όποτε δεν
τους έβλεπαν οι άλλοι παίχτες έχωναν την γλώσσα σουβλί, να τα σαλιώσουν,
να κολλάνε καλύτερα.
--Όλα τα βράδια λιώμα και οι δύο. Ιεροτελεστία
το βγάλσιμο των ρούχων τους στην κρεβατοκάμαρα, τα κρεμούσαν με τάξη στις
αντικριστές τους ντουλάπες, πλάτη με πλάτη να μη βλέπονται. Και μετά σε
χωριστά κρεβάτια.
-Σαλταρισμένοι μου φαίνονται, είπε ο Δημητρός στον Σέρβο
όταν γύρισε και του εξιστόρησε τις κουβέντες μέσα στο αμάξι. Λες να μας
χαλάσουν τον αγώνα;
---Είναι που δεν ξέρεις να βλέπεις, του απάντησε
ο άλλος, οι καλύτεροι παίχτες που είχαμε ποτέ! Γι' αυτούς το να κερδίσει
ο ένας τον άλλον σημαίνει άλλα πράγματα. Άσε. Εξάλλου το μπαγιόκο(***)
το κανονίσαμε. Για κάθε σκαλί που θα κατέβουν στο κατώι είναι έτοιμοι να
ρίξουν ίσα μ’ ένα εκατόμπαλο(****). Τους εξηγήθηκα
πως και οι άλλοι παίχτες θα τα ρίξουν χοντρά.
--Την Κυριακή το βράδυ που θα γινόταν ο αγώνας
είχαν ετοιμάσει τα πάντα από νωρίς. Στο κελάρι του Δημητρού έφραξαν το μέρος.
Γάμμα οι ψάθες στηριγμένες σε παλούκια, από μέσα πλέγμα σιδερένιο, κι απέναντι
τα ντουβάρια που ορίζανε την αρένα: πέντε επί πέντε. Γύρω το κατώι, γήπεδο,
έτσι που είχαν ξηλωθεί τα κρασοβάρελα και η στροφιλιά. Σε μια μεριά στρωμένες
πάνινες πολυθρόνες, ένας παλιός μπουφές με συρτάρια, καθαρά ποτήρια, ουίσκι
"μπόμπα". Το χώμα κάτω ποτισμένο με τα χρόνια και οι λιθιές ένα
γύρο να μυρίζουνε ακόμα μουστιά. Υγρή κλεισούρα ανακατεμένη με τον ιδρώτα
και τα ούρα των ζώων που είχαν περάσει από κει, ατμός αμμωνίας πάγωνε τα
μάτια. Δυο μέρες πριν δούλευε ο εξαεριστήρας στο φουλ να αραιώσει η μπόχα.
--Από Παρασκευή έκοψαν το πολύ νερό στα σκυλιά
-ελάχιστο ίσα να βρέχουν τις γλώσσες τους. Να ξεφουσκώσουν οι κοιλιές τους,
να λυσσάξουν από μανία.
--Με το που σουρούπωσε έφτασαν στην ώρα τους
και οι μουστερήδες, αυτή τη φορά με δικά τους αμάξια. Τα παρκάρισαν στα
μισά του χωματόδρομου με την μούρη προς το χωριό για παν ενδεχόμενο. Ο Θανάσης
στο πόστο του, στις τσίλιες, τους καλωσόριζε. Ο Δημητρός στην πόρτα.
--Με το που κλείστηκαν στο κελάρι άρχισαν τα
χτυπήματα. Βγήκανε πακέτα με τσιγάρα, μπούκωσε ο χώρος χνώτα αρρωστημένα.
--Το φως λιγοστό ακόμα... Δυο λαμπίτσες πάνω
από τον πάγκο με τα ποτά, όπου έπεφταν τα στοιχήματα. Πακέτα τα χαρτονομίσματα.
Στην αρχή τα χέρια του Σέρβου κρατούσαν σε κάθε δάχτυλο μάτσα τα δεκαχίλιαρα,
τα 'δενε επιδέξια με λάστιχα και στο πάνω πάνω έγραφε το όνομα του καθενός
ξεχωριστά. Μετά τα 'στρωσε στα συρτάρια του έπιπλου, κι όταν τέλειωσαν το
ποντάρισμα, κλείδωσε κι έριξε τα κλειδιά στην τσέπη του.
--Πιο δίπλα, στην αρένα μισοσκόταδο.
--Κάποια στιγμή λιγόστεψαν οι κουβέντες, έφεραν
τα σκυλιά. Το δεύτερο ασπρουλιάρικο, ένα μπουλ τεριέ διασταύρωση με κατάλευκο
μπόξερ. Το ένα ο Δημητρός, το άλλο ο Ράκιτς, κρατημένα απ' το σβέρκο, τα
κολάρα για πνίξιμο, να μη μπορούν να γυρίσουν κεφάλι. Άνοιξαν ένα πορτάκι
που υπήρχε στις ψάθες, μπήκαν μέσα, τους βγάλανε τα λουριά απ' τους λαιμούς,
στα σκοτεινά τα κάθισαν στο χώμα. Στις θέσεις τους.
--Με το που βγήκαν έξω οι δυο τους, τρέχει
ο Σέρβος, κάνει ένα κλακ στον μαχαιρωτό διακόπτη
που ήταν δίπλα στην πόρτα, χίλια κεριά φως από δύο προβολείς κινηματογράφου
ακριβώς πάνω από την αρένα, ξαφνιάστηκαν τα ζώα, τα τυφλώθηκαν. Πρώτη φορά
μετά από καιρό χωρίς αλυσίδα και κολάρο, και έμειναν ξεκρέμαστα στην μέση,
λες κι η γη κάτω από τα πόδια τους είχε μικρύνει, μια χωμάτινη σφαίρα στο
χάος να ήταν κι αυτά κρατιόνταν με τα νύχια μπηγμένα βαθιά σε μαλακή λάσπη
που γλίστραγε.
--Μ' ένα ξύλο από την μια ο Δημητρός έσπρωξε
το ασπρουλιάρικο τεριέ κι αμέσως εκείνο χαμήλωσε τα πίσω πόδια, γλίστρησε
μπροστά, σερνόταν, έκανε να κρύψει την κοντοκομμένη ουρά του στα σκέλια.
Από την άλλη ο Σέρβος σκούνταγε με το δικό του στειλιάρι τον μαύρο μπασταρδόλυκο
που 'χε χαμηλώσει το κεφάλι, του φώναζε: "σκίσ' τον ρε, πάνω του",
ξελαρυγγίζονταν και οι παίχτες: " όχι έτσι, σπρώξ' τα από την άλλη,
ανασηκώστε τα με τα ξύλα κάτω απ' την κοιλιά, στήστε τα όρθια. Όρθια ρεεε!".
"Ρίχτε τα το να πάνω τ' άλλο", τσίριζε η συμβολαιογράφος, ενώ
ο διπλανός της άρχισε να ουρλιάζει σαν λύκος, κι ένας άλλος γάβγιζε. Όλοι
είχαν κρεμαστεί στα πλέγματα με τις ψάθες.
--Για δευτερόλεπτα τα δυο σκυλιά έδειχναν να
μη καταλαβαίνουν. Μπροστά το αντίπαλο ζώο, πίσω οι άνθρωποι. Τοίχος. Κοιτούσαν
χαμηλά, κατσούλωναν τ' αυτιά να προστατέψουν τα κεφάλια τους. Κάτω απ' το
εκτυφλωτικό φως τα ένστικτα τους σκιές λιωμένες στο χώμα. Τα στειλιάρια
συνέχισαν να τα σπρώχνουν από πίσω, γούβες έκαναν στα κρέατά τους σαν σε
ζυμάρι. Ό,τι καιροφυλακτούσε μέσα σε κείνα τα ζώα έβγαινε σιγά σιγά, κεφάλι
σμέρνας με δόντια πριόνια που ετοιμάζεται να ξεχυθεί απ' το θαλάμι. Ερεθίζονταν
νεύρα, μύες, χορδές πριν σπάσουν.
--Από γύρω κραυγές ασυνάρτητες. Η συμβολαιογράφος
έσφιγγε τις γροθιές σαν να κρατούσε κάποιον απ' τον λαιμό, προσπαθούσε να
πιάσει στο φτερό ματιές του άντρα της. Ξέφευγε εκείνος. Γούβιαζε μάτια αγκάθια.
Είχε αρπάξει με τα χέρια του τις ψάθες και τις έσφιγγε όπως θύμα φανταστικό
που μια μάζα εύπλαστη γινόταν, αποτύπωμα δαχτύλων και ιδρώτασε πηλό.
--Ξαφνικά τα δυο σκυλιά συνταίριαξαν στις κόρες
των ματιών τους το φως που τα 'καιγε, γρύλισαν απειλητικά, όρμησαν. Αν ξέσκιζαν
τον αντίπαλο θα λευτερώνονταν. Χτύπησαν στήθος με στήθος, στρίψαν αλλοπαρμένα
τους λαιμούς τους να δαγκώσουν αυτιά, μουσούδες, χείλια -μελανιασμένα πετσιά
ξερά από τη δίψα-, αφρός στεγνός στις άκρες.
--Για ώρα πολύ τριγυρίζονταν, τραβώντας πέτσες,
δαγκώνοντας αέρα. Κοιλία, λαιμό έψαχναν και δεν έβρισκαν. Η ώρα κυλούσε
και αίμα δεν είχε τρέξει. Μόνο τα πρόσωπα των ανθρώπων είχαν κοκκινίσει,
του φρουτέμπορου σαν το ρόδι που περιμένει την σουγιαδιά να σκάσει η φλούδα
του, μαύρο χυμό να πετάξει.
--Γυρόφερναν τα ζώα. Μόλις τραβιόνταν πίσω
οι λαιμοί τους κι έχαναν τον στόχο, ξανά με τα δόντια, στόμα με στόμα, οι
κατακόκκινες γλώσσες κοντά η μια στην άλλη, γέφυρες τα σάλια της λύσσας
που τα ένωναν, κρέμονταν, κόβονταν.
--Όσο πήγαινε πύκνωναν τα μουγκρητά των σκυλιών,
τα νύχια χάραζαν πλάτες, έχαναν αίμα, κουράζονταν, το ένα έκανε να καβαλήσει
το άλλο.
---Έτσι, έτσι, καβάλα τον, καβάλατον, βάλτον
από κάτω, αλυχτούσε και η γυναίκα του εισαγγελέα. …Κάτω, ξέσκιστον!
--Κάποια στιγμή ο μπασταρδόλυκος άρπαξε το
τεριέ από το πόδι, ψηλά στη μασχάλη. Τίναζε με μανία τα σαγόνια του δεξιά
αριστερά να ξεκολλήσει τρίχες και δέρμα μαζί. Σπαρτάραγε σε δόκανο το δαγκωμένο
πόδι, τιναζόταν μέχρι που τραβήχτηκε ως την πατούσα, λίγο ήθελε να ξεφύγει,
τα δόντια έκλεισαν πιο γερά, το τσάκισαν όπως το καλάμι που σπάει στα δύο
και κρέμεται από τις φλούδες.
--Αλάλαξε η γυναίκα: "σκίσ' του τώρα τον
λαιμό, τον λαιμό!" Ο χοντρός σβέρκος του άντρα της είχε μουσκέψει,
κόλλαγε το πουκάμισο επάνω του, διεγερμένο το δάχτυλό του χωνόταν στην σχισμή
του κολάρου του. Το ένα ζώο κάτω το άλλο μισοκαβαλητό επάνω του, δαγκώνονταν
παντού, στριφογύριζαν, κυλιόνταν. Μασέλες ανοιχτές, τρίχες ορθές.
--Για λίγο φάνηκε πως ήταν εύκολη η μάχη για
τον μαύρο σκύλο, μάζευε ανάσες κι έβλεπε το τεριέ πεσμένο. Στεκόταν όρθιος
από πάνω του με την γούνα του καταματωμένη έτοιμος για το τελικό άρπαγμα
του ασπρουλιάρικου λαιμού. Το άλλο κουτσαμένο σερνόταν προς τα πίσω, δίπλωνε
το σπασμένο πόδι, κι όπως ο μπασταρδόλυκος έκανε ένα σάλτο για να το καπακώσει
εκείνο στηρίχτηκε στα τρία πόδια κι ανασηκώθηκε. Μπερδεύτηκαν, έπεσαν μαζί
κάτω. Για δευτερόλεπτα ο λαιμός του μαύρου αφύλαχτος, το τεριέ έκλεισε τα
δόντια, κρακ έκανε ο σβέρκος.
---Ουουούιιι…, ούρλιαξε ο Σέρβος, άμα κλείσει
το στόμα του αυτό δεν ξανανοίγει. Πέθανε το… Πέθανε.
--Τα μάτια όλων τους καρφωμένα στον δαγκωμένο
λαιμό. Τινάζονταν απελπισμένα το ζώο να ξεφύγει, οι ανάσες του λιγόστευαν.
--Από την απέναντι μεριά η γυναίκα βλέποντας
να χάνεται το παιχνίδι, φώναζε σαν τρελή, πρησμένες οι φλέβες στο κούτελό
της, τα μαλλιά ανακατωμένα, τρανταζόταν το κορμί της από σπασμό ξεχασμένο,
ανατριχίλα χαμένης υποταγής, το σώμα της ξαφνιασμένο άναβε από ψιλό ψιλό
ιδρώτα, τον ένιωθε να την υγραίνει παντού, ποτάμι έτοιμο να κυλήσει στο
δάπεδο.
--Στο χώμα μαύριζε το αίμα. Λασπωμένες πλάτες,
μουσούδες, κοιλιές. Σύμπλεγμα ακίνητο. Ο μαύρος σπάραζε στα τελευταία του.
Αποκαμωμένα και τα δύο είχαν στρωθεί κάτω, ίσα που οι ανάσες ανασήκωναν
τα πλευρά τους. Αν δεν ξεχώριζαν τα δόντια που διαρκώς βούλιαζαν και βαθύτερα
σ' εκείνο το σβέρκο, θα έμοιαζαν με δυο ψόφια ζωντανά ξεχασμένα εκεί από
μέρες.
--Ο χρόνος κυλούσε, χωρίς τα σκυλιά ν' αλλάζουν
θέση, ήταν ολοφάνερο πως ο αγώνας είχε κριθεί. Το τεριέ τίναζε από πόνο
το τσακισμένο πόδι του, στραγγάλιζε με απελπισμένη λύσσα. Το μαύρο ακίνητο,
παγωμένο.
---Το δέχεστε; Το δέχεστε, άρχισε να φωνάζει
για ν' ακουστεί μέσα στις βρισιές και στις φωνές, ο Δημητρός.
---Άστα ένα λεπτό ακόμη, ένα λεπτό. Μόνο ένα
λεπτό, ακούστηκε βραχνός ο εισαγγελέας και τα μάτια του ξεραμένες λίμνες.
Άδειες. Μήτε καλάμι θα φύτρωνε εκεί μήτε ψάρι θα χωνόταν στο θαλάμι του,
ποτέ. Όλα ψόφια.
--Ξαφνικά ησυχία. Μόνο ανάσες, κι ο χρόνος
που κύλαγε.
---Λοιπόν πέρασε και το λεφτό, ξανακούστηκε
ο Δημητρός, το δέχεστε, ναι η όχι;
--Ναι, είπαν όλοι, κι αμέσως ο Σέρβος ξεκλείδωσε
το συρτάρι κι άρχισε να μοιράζει στους κερδισμένους τα λεφτά με τις χούφτες.
Μια έκρηξη από φωνές γέμισε τον χώρο. Ανακατωμένοι μεταξύ τους με την πλάτη
στα ζώα άλλος έβριζε άλλος πήδαγε απ' την χαρά του.
--Ο τραπεζικός μασούσε μια σπασμένη πίπα στο
στόμα του, το τσιγάρο στην άκρη σβηστό. Ο φρουτέμπορος καταχαρούμενος τον
χτυπούσε στην πλάτη: "έλα ρ' αδερφέ, πώς κάνεις έτσι; Μια ζωή μας τα
παίρνεις, χάσε και μία φορά".
--Τα σκυλιά στην ίδια θέση σε λαβή θανάτου.
--Με το που ξεμπέρδεψε ο Ράκιτς με τα λεφτά
γύρισε να τους ρωτήσει αν ήταν ευχαριστημένοι, αν όλα πήγαν καλά. Κοιτούσε
τον Δημητρό:
---Ντόμπρο καρντάση, ντόμπρο; και κούνησε την
παλάμη του οριζόντια, σπαθί, σαν να 'λεγε στον καθένα: "Καλά; Τελειώσαμε;"
---Τελειώσαμε, μουρμούρισαν όλοι.
---Ντόμπρο… Τέλος, συμπλήρωσε κι ο Δημητρός
που τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.
--Ανοίγει τότε εκείνος το ψάθινο πορτάκι στο
χώρισμα, χώνεται στην αρένα, βγάζει από την κωλότσεπη ένα μικρό πιστόλι,
κι όπως τα ζώα ναρκώνονταν το ένα καρφωμένο πάνω στο άλλο σε τελεσίδικο
ύπνο, ακούσανε μια απανωτή βροντή, δυο κρόταλα ξερά τους τρύπησαν τα κρανία.
--Κάτι χλιαρό πήρε να τρέχει μια στο ένα μια
στο άλλο κεφάλι.
_________________________
(*) Σύμφωνοι φίλε. Σλάβικο: Dobr:Ο
καλός, αυτός που είναι εντάξει. Σε συμφωνία: Όλα καλά, όλα εντάξει. Τούρκικο:
Kardas: Αδελφός, σύντροφος, κολλητός, φίλος.
(**) Ο επαγγελματίας παίκτης τυχερών παιχνιδιών. Τούρκικο:
Kumar. Κουμάρι: πήλινο σκεύος που μέσα κουνούσαν τα ζάρια.
(***) Παλιό Παπικό νόμισμα. Γενικώς στην πιάτσα: το
χρήμα
(****) Εκατομμύριο.
Μ. Καραγάτσης: Η κυρία Νίτσα (Διήγημα). Η "Κυρία Νίτσα" είναι η συμμετοχή του Καραγάτση στον Α'λογοτεχνικό διαγωνισμό του περιοδικού Νέα Εστία. Με το διήγημα αυτό έλαβε μέρος στο διαγωνισμό, βραβεύτηκε με Α' έπαινο και δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Οι Θεότητες του Κοτύλου (έκδοση της "Νέας Εστίας", Ι.Δ. Κολλάρος 1929), μαζί με άλλα δώδεκα διηγήματα που είχαν διακριθεί στον διαγωνισμό. Από: http://www.greekbooks.gr/TONOS/specials/karagatsis/
Η πρώτη μου αγάπη ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα, ίσως και πιο πολύ. Αμέσως θα φανταστείτε το αιώνιο ειδύλλιο του αμούστακου εφήβου και της ώριμης γυναίκας, ή μάλλον χήρας, για να κυνηγήσω με μεγαλύτερη επιτυχία τις υπεκφυγές της φαντασίας σας.
Λοιπόν,όχι. Η πρώτη μου αγάπη, την εποχή που την αγάπησα, δεν ήταν παρά είκοσι χρονών. Εγώ ήμουν οκτώ.
Η διαφορά της ηλικίας μας αυτή καθαυτή δεν θα ήταν μεγάλη, αν οι αριθμοί των χρόνων μου δεν ήσαν τόσο χαμηλά. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Εκείνη την εποχή ο χρόνος ήταν κάτι τι ανώτερο για μένα. Ήξερα ότι ήμουν οκτώ χρονών, αλλά ήμουν βέβαιος ότι αυτό το νούμερο ήταν ένα συμβατικό σημείο προς ταξινόμηση της ηλικίας μου, απέναντι της ηλικίας του διπλανού μου. Δεν μπορούσα όιμως να εννοήσω ότι μόλις οκτώ χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που είδα το φως. Χωρίς άλλο έπρεπε να ζούσα πολύ καιρό, είκοσι, τριάντα χρόνια, ξέρω και γω...
Ας μην πάρουν οι οπαδοί της μετεμψύχωσης επιχείρημα αυτή τη χρονολογική φαντασία της ομίχλης του παιδικού μου μυαλού. Ας μην ψάξουν να βρουν ενστικτώδη υποσυνείδητα μιας γερασμένης ψυχής που έζησε, και ξαναζεί σε ένα νέο κορμί. Ήταν άγνοια της πραγματικότητας και τίποτα παραπάνω. Γιατί αν είχα ζήσει άλλοτε, εδώ και καιρό, μ'όλη την προσωρινή μεταβατική κατάσταση της ψυχής μου, θα μου'μενε κάποια ανάμνηση της χαράς της επίγειας ζωής, ώστε να μην έκανα το λάθος να ξαναγεννηθώ.
Πολλοί ίσως να βρουν ότι έιχα πρόωρο ερωτικήν ανάπτυξη. Τι πλάνη! Αισθηματική δεν αρνούμαι, μα ερωτικήν, αδύνατο. Και όμως, αν ρίχναν μια ματιά στην "Πρώτη αγάπη" του Κονδυλάκη, θα βλέπαν ότι δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο κάτω από τον ήλιο. Καθένας από την άχαρη ανατολή της ζωής του κρύβει μέσα του σε εμβρυώδη κατάσταση τη libido. Αγαπάει είτε σαν ασυνείδητος εραστής, είτε σαν σύνθετος Οιδίπους. Δεν έχει όμως το θάρρος στη δύση πια του βίου του να απλώσει μπροστά στον κόσμο τις πρώτες χλιαρές αχτίνες του ήλιου του.
Τίποτε καινούργιο κάτω από τον ήλιο, μα πολλά κρυφά.
Ήταν ένα λευκό διάφανο ασθενικό κορίτσι, ένα όμορφο κορίτσι. Μια δημιουργία της φαντασίας του Μυσσέ, και της ρομαντικής πλειάδας. Μια εικόνα του Γκρεζ, χωρίς αφέλεια όμως. Κάτι πιο σύγχρονο. Αυτή τη μορφή ίσως την βρείτε και στον Φραπιέ και στον Μπαζέν. Η Ρόζα της "Maternelle" ή η Νταβιντέ Μπιρό; Ήταν δασκάλα. Δασκάλα μου, για να εννοούμαστε.
Επήγαινα στην τρίτη του δημοτικού, σ'ένα μεικτό επαρχιακό σχολείο. Η μεγάλη αυλή του μόνο στις γωνιές είχε λίγη χλόη την άνοιξη.Δυό-τρείς ακακίες και μερικά βρωμόδεντρα ήταν το μοναδικό της στολίδι. Το χειμώνα το νερό της βρύσης πάγωνε, και η κρυσταλλιασμένη λάσπη έσπαζε κάτω από τα χοντρά παιδικά παπουτσάκια μας.
Η κυρία Νίτσα -αυτό ήταν το όνομα της πρώτης δασκαλικής μου αγάπης -δεν ερχότανε ποτέ στην ώρα της. Η διευθύντρια έκλεινε τα μάτια σ'αυτό το μικρό πειθαρχικό παράπτωμα . Ο χειμώνας του κάμπου είναι τόσο κακός για τα κακόμοιρα τα κορίτσια που βγάζουν το ψωμί τους. Ο βοριάς ξεχύνεται από τις κορφές του Ολύμπου παγερός και κοκαλιάζει τους βόλους στα χωράφια της εριβώλακος Θεσσαλίας.
Η τάξη μας είναι ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοι μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δεν θα'ρχόταν η κυρία".
Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν αμπάριζα. Ύστερα η "κυρία" διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο και θα ενοχλούσαν τις "μεγάλες". Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση του ορμέμφυτου της ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού του ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας.
Θα πηγαίναμε στον σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. Από κει θα παίρναμε από το μηχανοστάσιο ασετυλίνη-είχαμε σχέσεις με το προσωπικό- και με το πολύτιμο αυτό αντικείμενο στα χέρια, θα πηγαίναμε στη μεγάλη "Μαγούλα", την Ορμάν μαγούλα, όπυ θα εκσφενδονίζαμε τον πρώτο τυχόντα τενεκέ γάλακτος Νεστλέ στο στερέωμα, με τη βοήθεια των αερίων της οργανικής αυτής ουσίας.
Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζουμαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη "θα" πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και στύλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε του αλήτικου ονείρου μας άνοιγε η πόρτα, και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα.
Θα μου πείτε, πως θυμάμαι ύστερα από τόσα χρόνια τα γεγονότα της πρώτης παιδικής μου ζωής.Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γιομάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα, και τόσο χαρακτηριστικά , ώστε να μην μπορούν ν'ανακατευτούν με τον άχαρο συρφετό της μεγάλης μας ζωής . Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ-ζάγκ της αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε. Το χαρακτηριστικό της ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού.
Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλον άνθρωπο, αλλιώτικο από σάς, ξένο, ένα φίλο ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος. Ο Ανατόλ Φράνς δεν είναι ο "Μικρός Πέτρος". Είναι ο λεπτός νοσταλγός, ο πατρικός διάδοχος του παιδιού που είχε τ'όνομά του. Είναι σαν μιά πνοή καθαρού αέρα, ή σαν μια πρέζα κοκαϊνης.
Το μάθημα της κυρίας Νίτσας είναι ιεροτελεστία. Η αδυναμία του εύθραστου αυτού αναιμικού κοριτσιού είχε πάνω μας μιαν επιβολή μεγαλύτερη από μια πελώρια μυϊκή δύναμη. Να μια περίεργη απόδειξη των δύο ακροτήτων. Η απαλή και γλυκιά φωνή της μιλούσε μέσα στις άγουρες ψυχές μας. Το μάθημα το ρουφούσαμε σαν μέλι από το στόμα της.
Όταν συλλογιέμαι τις παλιές αυτές ώρες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο από το μυστήριο της παιδικής ψυχής μου, βγάνω το συμπέρασμα ότι μάλλον υποβολή, παρά επιβολή, χαρακτήριζε αυτή τη γυναίκα. Το κέρινο ωραίο πρόσωπό της, που το κόβουν κόκκινα χείλια, σκοτωμένα βλέφαρα με πελώρια μαύρα τσίνορα, πάνω από μενεξεδένια καθαρά μάτια, ήταν ένα μείγμα αθώου κοριτσιού και femme fatale. Είτε μέσα στο μισοσκόταδο ενός συννεφιασμένου πρωινού, είτε στο φως ενός καλοκαιριάτικου δειλινού, είχε μια πελώρια χάρη και μια άδολη, άθελη γοητεία.
Βέβαια, εκείνο τον καιρό δεν ήμουν σε θέση να κάνω τέτοιες κρίσεις. Μόνο εικόνες σώζονται μέσα μου, εικόνες που ξαναζωντανεύουν κάτω από την πίεση της νοσταλγίας. Και είτε τότε τις έζησα, είτε τώρα τις ζω είναι το ίδιο.
Τα άμαθα χέρια μας γλιστρούσαν αδέξια στο ριγωμένο χαρτί. Η καρδιά μας χτυπούσε μήπως δεν κάνουμε τα γράμματα καλά. Τόσα κεφαλάκια, σκυμμένα με άφατη προσοχή, τραβούσαν γραμμές στο ανοιχτό μπλέ τετράδιο. Ένας ελαφρός μονάχα κρότος τριβής ακουγόταν στο άσπρο δωμάτιο. Η κυρία Νίτσα πάνω στην έδρα φάνταζε πιο άσπρη παρά ποτέ κάτω από τον όγκο των καστανών μαλλιών της.
Η αγωνία φώλιαζε μέσα στο στήθος μου. Τα γράμματα, παρ'όλη την χτηνωδώς παιδική επιμονή μου, αραδιαζόσαντε άτακτα και χοντρά πάνω στο χαρτί. Η απελπισία μου έφτανε στο κατακόρυφο. Σήκωνα τα μάτια μου γιομάτα τρόμο και ικεσία προς την έδρα. Τι συλλογιζότανε; Που ταξίδευαν τα διαφανή μενεξεδένια μάτια κάτω από τα μαυρισμένα βλέφαρα; Γιατί αναστενάζει; Μήπως είναι άρρωστη; Γιατί δεν μας κοιτάει; Μας ξέχασε;
Το λευκό κεφάλι σηκώνεται. Με είδε, με κοιτάει. Τα μαλλιά της είναι πιο κοντά παρά ποτέ.
-Τι είναι, Γιαννάκη;
Τι είναι; Μα είναι τόσο πολλά πράματα μυστηριώδη για τη μικρή ψυχή μας, που έπρεπε να τα είχες καταλάβει, αέρινη μικρή δασκάλα. Μέσα στο κάθε παιδί κρύβεται ένας άντρας, ένας άντρας όπως όλοι οι άλλοι, όπως ο όμορφος λοχαγός, παραδείγματος χάριν, που περνάει με τ'άλογο του τέσσερις φορές την ημέρα, κάτω από το παράθυρο της τάξης. Αυτόν τον κρυμμένο παιδικόν άντρα, έπρεπε να τον είχες ανακαλύψει, έπρεπε να τον είχες δαμάσει με την γυναικεία τέχνη σου. Μα δεν είχες καιρό. Τον δικό σου άντρα, τον ώριμο άντρα, τον ανακάλυψες, και αν δεν δάμασες αυτόν, δάμασες χωρίς άλλο το άλογό του, γιατί δεν εξηγιέται αλλιώς πως στεκόταν πάντα κάτω από το ανοιχτό παράθυρο, σκάβοντας με το πόδι τη γη και χλιμιντρώντας.
Εξέχασες τελείως τα παιδιά σου, κακή κυρία Νίτσα.
Η φωνή μου όταν της απαντούσα ήταν κλαψιάρικη.
- Δεν μπορώ να κάνω το ψι...
Το ψι. Ο τύραννος του νεοφώτιστου μαθητή. Ο τρόμος της καλλιγραφίας. Το χεράκι μπερδεύεται και τρέμει όταν αρχίζει να χαράζει το μεγάλο κόμπο, το γόρδιο αυτό δεσμό του ελληνικού αλφαβήτου.
Ένα χαμόγελο γιομάτο καλοσύνη ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της. Τα μεναξεδένια μάτια στάζουν μέλι. Κατεβαίνει από την έδρα. Κάθεται κοντά μου στην άκρη του θρανίου. Από το κλειστό γιακά της βγαίνει μια μυρουδιά γυναίκας, απροσδιόριστη ακόμη για την αναίσθητη όσφρησή μου, μα αρκετά μυστηριώδης και ευχάριστη από τότε. Το μακρύ κορμί της ακουμπάει απάνω μου. Η ελαστική της σάρκα αποτυπώνεται καλά στη μνήμη μου, μ΄ένα αίσθημα περίεργο, συγγενές προς την ηδονή. Έχω λόγους να νομίζω ότι αυτή είναι η ηδονή σε εμβρυώδη κατάσταση.
Τα μακριά κέρινα δάχτυλά της παίρνουν στη θερμή μυρωμένη λαβή τους το ανήξερο παιδικό μου χέρι. Και με οδηγούσε στο δαίδαλο του ψι, σωστή διανόηση αυτή, εμένα αγράμματο παιδί , όπως μια μεστή γυναίκα τον ανήξερο έφηβο στο λαβύρινθο του έρωτα.
Συλλογιέμαι καμιά φορά εκείνη τη γυναίκα που, εδώ και χρόνια τώρα, για λίγες δραχμές, ανέλαβε να μου δείξει το ασανσέρ που ανεβαίνει στον έβδομο ουρανό της αγάπης. Κανένα καινούργιο συναίσθημα. Είμαι βέβαιος πως το ρόλο που έπαιξε αυτή ρεαλιστικότερα, τον ντεμπουτάρισε σε μένα η κυρία Νίτσα, με έναν ασυναίσθητο ρομαντισμό, για να λέμε την αλήθεια. Γιατί το φτωχό κορίτσι δεν μπορούσε να ξέρει τις απόκρυφες γωνιές της ψυχής των μαθητών της.
Κάθε γνωστού πράματος την πρώτη γνώση πρέπει να την ζητάμε πίσω, στις πιο μακρινές εποχές της ζωής μας. Εκείνο που μόλις σήμερα γνωρίσαμε, το είχαμε δει και άλλοτε. Πότε; Αυτό είναι μυστήριο. Κάτω από μια από τις άπειρες μορφές του, κάποτε θα έπεσε στην αχτίνα των αισθήσεών μας. Ίσως σε κάποια εποχή τόσο περασμένη και ξεχασμένη, ώστε η φαντασία μας να την βάζει σε μια χρονολογία πιο μακρινή από τη γεννησή μας. Και λέω η φαντασία μας, για να μην πάρουν επιχείρημα οι οπαδοί της μετεμψυχώσεως για να στηρίξουν τις αβέβαιες επιστήμες τους. Όχι, δεν τους το επιτρέπω.
Το τέλος το ειδυλλίου ήταν οιχτρό. Η κυρία Νίτσα με προβίβασε. Και την άλλη χρονιά στην μεγαλύτερη τάξη παρακολουθούσα το άχαρο μάθημα μιας άσκημης γεροντοκόρης, που το μαραμένο της μούτρο ήταν γεμάτο κακόχρωμα σπυριά, εκδήλωση μιας αργοπορημένης και ανικανοποίητης νιότης. Το όνειρο έσβησε από τα μάτια μου και σιγά σιγά από την καρδιά μου.
Η κυρία Νίτσα παντρεύτηκε το λοχαγό. Ήμουν παρών στους γάμους της. Καμιά ζήλεια δεν τάραξε την ψυχή μου. 'Ημουν από τότε πολιτισμένος. Την βλέπω σήμερα συχνά. Τα δέκα χρόνια που μας χωρίζουν δεν αποτελούν πια ανυπέρβλητο διανοητικό και κοινωνικό εμπόδιο. Ο κοσμοπολιτισμός μας έχει φέρει σε ίση μοίρα. Είναι ακόμα ωραία, μολονότι έχει χάσει το θέλγητρο της μισοσκότεινης τάξης. Είναι μια γυναίκα, και όχι οπτασία. Ο άντρας της είναι πια συνταγματάρχης που έχει λάβει μέρος σε τρια κινήματα. Ζει ευτυχισμένη, και έχει μια κόρη που της μοιάζει πολύ. Δεν μας χωρίζουν παρά δέκα χρόνια, μα αυτή τη φορά εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Το μυαλό σας ίσως πάει μακριά. Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ήθελα μόνο να σας πω για την πρώτη μου αγάπη...
Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια.
D.H.Lawrence : "Η ράβδος του Ααρών" απόσπασμα από το Μυθιστόρημα. μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές. Εκδόσεις Καστανιώτη, 1991.
"Υπήρχε ένα ψύχραιμο και σε πλήρη εγρήγορση κομμάτι του εαυτού μου, που γνώριζε καλά ότι και ο πόλεμος και όλα τα φοβερά που συνέβαιναν ήταν ψεύτικα. Γι' αυτό δεν θα παρασυρόμουνα ποτέ να εμπλακώ μέσα του. Οι Γεραμανοί θα μπορούσανε να είχανε σκοτώσει τη μητέρα μου η εμένα η κάποιον άλλο· εγώ όμως δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να εμπλακεί στον πόλεμο. Θα ήθελα, βέβαια, να σκοτώσω τον εχθρό μου. Αλλά να παρασυρθώ στα γρανάζια αυτού του άθλιου μηχανισμού που λέγεται πόλεμος, όχι, αυτό δεν θα το έκανα ποτέ μου, ακόμα κι αν με σκότωναν εμένα δέκα φορές η πείραζαν έντεκα μανάδες μου. Όμως θα ήθελα να σκοτώσω τον εχθρό μου: α, ναι, και πιο πολλούς από έναν. Αλλά όχι ως ανώνυμη μονάδα,ως γρανάζι ενός τεράστιου, άθλιου μηχανισμού. Αυτό ποτέ, όχι, ποτέ!"
Ο καημένος ο λίλλυ ήταν πολύ ειλικρινής και παθιασμένος. Ο Ααρών στραβομουτσούνιασε. Αερολογίες τού φαίνονταν όλα αυτά.
"Αφού υπάρχουν άνθρωποι και εθνότητες", είπε, "και αφού υπάρχουν όπλα, πως εσύ νομίζεις ότι είναι δυνατό ω' απόφευχθούν οι πόλεμοι: με την Κοινωνία των Εθνών;"
"Στο διάβολο οι διεθνείς οργανισμοί. Στο διάβολο όλες οι ομαδοποιήσεις. Το μόνο που εγώ επιδιώκω είναι να γλιτώσω τον εαυτό μου απ' αυτή την αλλοτρίωση: να ξεφύγω από το κοπάδι. Το κοπάδι για μένα σημαίνει εφιάλτης, σημαίνει ακύρωση της προσωπικότητας - ένα φρικτό όνειρο. Θέλω να ξυπνήσω και να ξεφύγω απ' αυτά, να ξεφύγω από την ομαδική συνείδηση και τις ομαδικές ενέργειες - από τους δύο φοβερούς αυτούς εφιάλτες. Κανένας μας δεν έχει ξυπνήσει, κανένας μας δεν είναι κύριος του εαυτού του. Γιατί όποιος είχε ξυπνήσει, όποιος ήταν κύριος του εαυτού του, δεν θα χρησιμοποιούσε δηλητηριώδη αέρια. Ποτέ. Ο ίδιος του ο εαυτός θα το αρνιόταν. Όταν όμως τον καταλαμβάνει κι αυτόν ο ομαδικός λήθαργος, η ανημπόρια του ονείρου υπό μορφήν ομαδικής νοοτροπίας, τότε ο άνθρωπος γίνεται εντελώς χυδαίος και ανήθικος".
Naguib Mahfuz: "Το Σοκάκι της Αμαρτίας" μυθιστόρημα. Απόσπασμα. Μετάφραση από τα αραβικά:: Πέρσα Κουμούτση. Εκδόσεις Ψυχογιός 1999.
.Συνήθισε αυτήν την αλλόκοτη κατάσταση όπου ο άνθρωπος χάνει κάθε βούληση πάνω στο κορμί και στο μυαλό του. Η ζωή του όλη έμοιαζε μ' ένα σύννεφο θολό από ασαφείς μυστήριες αναμνήσεις, διακεκομμένες, χωρίς συνάφεια η συνοχή μεταξύ τους.
Τις ελάχιστες στιγμές που ανακτούσε για λίγο το συνειδητό του αναρωτιόταν με μια παγωμένη ανατριχίλα: "Άραγε παθαίνω; Πεθαίνει κανείς όταν είναι κυκλωμένος από τόσους ανθρώπους; αλλά η ψυχή του ανθρώπου αφήνει άκαρδα το κορμί ακόμα κι όταν αυτό περιστοιχίζεται από τους αγαπημένους του. Η αγάπη των ζωντανών δεν απέτρεψε ποτέ το θάνατο..." Πόθησε τότε να προσευχηθεί στο Θεό και να επικαλεστεί την ευσπλαχνία Του, να ζητήσει άφεση αμαρτιών φωναχτά όπως κάνουν οι πιστοί, αλλά η αδυναμία του τον πρόδωσε. Η ευχή και το κάλεσμα αναρριχήθηκαν από μέσα του όσπου ο στεγνός φάρυγγάς του υγράνθηκε. Παρ' όλη την κατάστασή του δε λησμόνησε την πίστη του· παρέδωσε μόνο το κορμί του, όσο για την ψυχή του, αγκιστρώθηκε στις παρυφές της ζωής με φόβο, τρόμο και ικεσία. Ώσπου τα μάτια του έχυσαν δάκρυα και το θαμπό βλέμμα άρθρωσε μιαν εκκωφαντική κραυγή για βοήθεια.
Αλλά φαίνεται πως από τη ζωή του είχε απόμείνει ακόμα ένα κομμάτι· ξεπέρασε τον κίνδυνο και εκβράστηκε στην ακτή της ανάρρωσης και της αποθεραπείας. Γύρισε στην αγκαλιά της ζωής με βήμα αργό και μαζί του επέστρεψαν οι ευχές και οι ελπίδες για την ανάκτηση της υγείας, του σφρίγους και της ζωτικότητάς του. Όμως οι προειδοποιητικές παραινέσεις του γιατρού και νουθεσίες του ξερίζωσαν τις ευχές και ποδοπάτησαν την ελπίδα. Η ζωή πια τον προόριζε για το ελάχιστο. Ναι, γλίτωσε από το θάνατο αλλά μεταλλάχτηκε σ' ένα καινούργιο πρόσωπο με ευάλωτο κορμί και φιλάσθενη ψυχή. Και με την πάροδο του χρόνου η αρρώστια τον γέμισε με δυσφορία, μίσος, οξυθυμία και κατήφεια. Ο ίδιος απόρησε γι' αυτήν την αλλάγή που προέκυψε στη ζωή του ξαφνικά και αναρωτήθηκε ποιο κρίμα είχε διαπράξει ώστε να τον τιμωρήσει μ' αυτόν τον σκληρό τρόπο ο Μεγαλοδύναμος.
Κάποιες Νέες Εκδόσεις : (μόνο αυτές που έχουν πέσει στην αντίληψή μας)
Ελληνική Πεζογραφία :
* Αύγουστος Κορτώ: H Λύσσα -εκδόσεις Μίνωας.
* Ελιάνα Χουρμουζιάδου: Απώλεια Σοφίας -εκδόσεις Μίνωας.
* Βαγγέλης Γιάννου: H μεγάλη φυλακή -εκδόσεις Δωδώνη.
* Λευτέρη Μαυρόπουλος: Ο Θανατοναύτης -εκδόσεις Ινδικτος
* Παναγιώτας Σμυρλή: Ερωτας Ποταμός -εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική.
*Φανή Πανταζή: Το κυνήγι της αλεπούς -εκδόσεις Ωκεανίδα
* Χρήστος Δεσύλλας: Τα ξανθά γεράκια -εκδόσεις Αγκυρα
*Θοδωρής Παπαθεοδώρου: Το αστρολούλουδο του Βοσπόρου -εκδόσεις Ψυχογιός
* Ευρυδίκη Λειβαδά-Ντούκα: Tabula -εκδόσεις Λιβάνη.
* Ελένη Κατσαμά: το Χάδι στη Ράχη του Ψαριού -εκδόσεις Ηλέκτρα.
* Νίκος Κατσαλίδας: Το Άροτρο του Φεγγαριού -εκδόσεις Κέδρος
*Αννα Γιαννιτσοπούλου: Οι Επαρχιώτισσες -εκδόσεις Καλέντης
* Βασίλης Κυριλλίδης: Ο μαγικός αέρας -εκδόσεις Αγκυρα
*Ομηρος Μαυρίδης : Το αμπέλι μας στον Πόντο -εκδόσεις Εμπειρία.
*Γιώργος Ρωμανός : Δέκα ροκ ιστορίες κι ένα μπλουζ για τρεις -εκδόσεις Μεταίχμιο.
*Ανδρούλα Τουμάζου: Χόσγκελντιν! -εκδόσεις Εμπειρία.
* Μαρία Γιαννούλη: Κλειδωμένα Λόγια -εκδόσεις Εμπειρία
* Πέτρος Κουτσιαμπασάκος: H σκεπή -εκδόσεις της Εστίας.
* Παναγιώτης Λαιμός : Συνέβη στη Θάλασσα -εκδόσεις Φερενίκη.
* Χρήστος Βούπουρας : Στο αδιέξοδο της οδού Ασωμάτων -εκδόσεις της Εστίας.
* Ελένη Τσιμπονάκη: Δεν θα ξανακυλήσω την ίδια πέτρα -εκδόσεις Πάραλος.
* Τάκης Κωνσταντινόπουλος : Στην Κόλαση με θέα τον Παράδεισο -εκδόσεις Ορφέας
* Σμάρω Γιαννακοπούλου: Διαδρομές στο χρόνο -εκδόσεις Παρατηρητής
* Θωμάς Μανόπουλος: Στο χορό των ανθρωποκυνηγών -εκδόσεις Κοχλίας
* Δημήτρη Μαργαριτόπουλου: Ακρόπολις εξπρές -εκδόσεις Κοχλίας
* Βασίλης Τσιράκης: Οι ποδηλάτες του χρόνου -εκδόσεις Κοχλίας.
* Λιλίκα Σωτηροπούλου: Ο αλγόριθμος του έρωτα -εκδόσεις Μεταίχμιο
* Μάρω Γοντικάκη-Φουράκη : Αδεώς απόλλυμαι -εκδόσεις Τάλως Φ.
* Ελισάβετ Ιακωβίζου: Ανόθευτη αγκαλιά -εκδόσεις Τσουκάτου
* Ελένη Μενελάου: Ερωτας μόνο, τίποτ' άλλο... -εκδόσεις Παρασκήνιο.
* Ηλία Παπαμόσχου: Καλό ταξίδι, κούκλα μου... -εκδόσεις Κέδρος
* Κατερίνα Γλυκοφρύδη: Οι θυγατέρες της νύχτας -εκδόσεις Περίπλους.
Ξένη Πεζογραφία
* Κέβιν Κρόσλεϊ-Χόλαντ: Αρθούρος, ο ιππότης
του Κάμελοτ. μετάφραση Φανή Πανταζή, -εκδόσεις Ψυχογιός
* Ντουιγκού Ασένα : Ερωτας είναι, θα περάσει. μετάφραση Στέλλα
Βρετού -εκδόσεις Ωκεανίδα
* Σεμπαστιέν Ορτίζ Ταλιμπάν: το κάλεσμα της τζιχάντ. μετάφραση
Εφη Κορομηλά -εκδόσεις Αλεξάνδρεια
* Μάργκαρετ Ντούντυ: Ο Αριστοτέλης ντετέκτιβ. μετάφραση Τάνιας
Παπαδοπούλου -εκδόσεις Αιώρα.
* Λοράν Γκοντέ: Ο θάνατος του βασιλιά Τσονγκόρ. μετάφραση Μαρίνα
Κουνέζη. -εκδόσεις Μεταίχμιο.
* Μπερνάρ Σαμπάζ : Ο κόσμος έχει τη δική του ιστορία. μετάφραση
Εύη Βαγγελάτου. -εκδόσεις Ψυχογιός.
*Πολ Τζόνστον: Ο τελευταίος κόκκινος θάνατος. μετάφραση Τιτίνα
Σπερελάκη. -εκδόσεις Περίπλους
* Ρέιμοντ Κάρβερ: Οποιος κι αν ήταν σ' αυτό το κρεβάτι. μετάφραση
Τρισεύγενη Παπαϊωάννου -εκδόσεις Μεταίχμιο.
* Χινέρ Σαλέμ : Το ντουφέκι του πατέρα μου. μετάφραση Εφη Κορομηλά.
-εκδόσεις Ωκεανίδα.
* Μαίρης Ράιαν: Κυνηγοί της ελπίδας. μετάφραση Καίτης Οικονόμου.
-εκδόσεις Bell
* Τζόναθαν Στράουντ: Το φυλαχτό της Σαμαρκάνδης. μετάφραση Καίτης
Οικονόμου -εκδόσεις Μίνωας
* Αντον Τσέχωφ : Ω, γυναίκες, γυναίκες. μετάφραση Παυλίνας Παμπούδη.
-εκδόσεις Ροές
* Γκαρθ Νιξ: Σάμπριελ. μετάφραση Αλέξανδρος Καλοφωλιάς. -εκδόσεις
Λιβάνη
* Ντάνιελ Γουάλας: Big Fish. μετάφραση Νοέλα Ελιάσα. -εκδόσεις
Ωμέγα
* Τζον Γκρίσαμ: Ο βασιλιάς των αποζημιώσεων. μετάφραση Γιώργου
Μπαρουξή -εκδόσεις Bell
* Μπριζίτ Ομπέρ Ελιλού: η κούκλα του θανάτου. μετάφραση Μάριον
Χωρεάνθη. -εκδόσεις Μεταίχμιο.
* Μπραμ Στόουκερ: Το κόσμημα των επτά αστεριών. μετάφραση Γιολάνδας
Δάλκα. -εκδόσεις Περίπλους
Ποίηση
* Δημήτρης Κ. Τσίτος: Αντιμνήσιο -εκδόσεις
Πανδώρα
* Ντίλαν Τόμας: Το χρώμα της λαλιάς. μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.
-εκδόσεις Ερατώ
* Γεωργία Τριανταφυλλίδου: Ο ποιητής έξω. -εκδόσεις Αγρα.
* Θανάσης Χατζόπουλος: Στον ήλιο μοίρα. -εκδόσεις Μεταίχμιο σε δεύτερη έκδοση
* Τασούλα Καραγεωργίου: Το μετρό -εκδόσεις Κέδρος.
* Αγγελική Σιδηρά : Κοντσέρτο στη Δρέσδη. -εκδόσεις Νεφέλη.
* Δημήτρης Λεοντζάκος: H Κίρκη. -εκδόσεις Μεταίχμιο.
* Θ. Π. Ζαφειρίου : Ημίμετρα. -εκδόσεις Εριφύλη.
* Τάσος Ζερβός: Τα Ποιήματα. -εκδόσεις Το Ροδακιό
* Θεώνη Κοτίνη : Αθώα τη νύχτα. -εκδόσεις Πλανόδιον.
* Κωνσταντίνος Μπούρας: Ερέτης Ιώδους. -εκδόσεις Δυτικές Ινδίες
* Στέλλα Πιτσιδιανάκη-Στρατάκη: Το μάτι του Διαβόλου. -εκδόσεις Καλέντη.
* Σταυρούλας Στεφάνου: Ο ήλιος της σιωπής -εκδόσεις Διόπτρα.
* Ιωάννα Κωνσταντάκου : Ενταση. -εκδόσεις Ροές
* Θεοφανώ Καλογιάννη : "Ανοιξον. Ο χρόνος είναι μια πόρτα κλειστή".
-εκδόσεις της Εστίας
* Πάμπλο Νερούδα : Εστραβαγάριο. μετάφραση Δανάη Στρατηγοπούλου.
-εκδόσεις Καστανιώτη
* Ανδρέα Κονδυλάτου: Σιντριβάνι Ποιητική Συλλογή. -εκδόσεις Αφών Τολίδη
* Γιάννης Στίγκας: H αλητεία του αίματος. -εκδόσεις Γαβριηλίδη
* Λυκούργος Παπακωνσταντίνου: Παράλογη άνοιξη. -εκδόσεις Γαβριηλίδη
* Σπύρος Κατσίμης: Ο μετανάστης. -εκδόσεις Γαβριηλίδη
* Παναγιώτης Στάμος: Ενδοχώρα της ανάγκης. -εκδόσεις Γαβριηλίδη.
* Φαίδων Πατρικαλάκις: Legato. -εκδόσεις του Μανδραγόρα.
αρχή σελίδας
copyright2003-2004©Logo - contents may be copied. Editor, Designer-Owner : visual artist Stratos Fountoulis / copyright2003-2004©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης ο ζωγράφος Στράτος Φουντούλης
Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες / Brussels, Belgium
Counter by Free-Stats.com
