( 7 )

Χρόνος 2ος - Δεκέμβριος 2004

w w w . s t a c h t e s . c o m

(Οι ιστοσελίδες μας αποδίδουν σωστά σε οθόνη με 1024 Χ 768 pixels)

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς...(ο) __ Νέο! Κριτική Βιβλίου: Μαρία Πετρίτση: Γιάννης Κακουλίδης: Ελληνικός θάνατος _ Κωνσταντίνος Π. Καβάφης _ Κωστής Τζερμιάς _ Ελληνομνήμων: Σταγειρίτης Αθανάσιος _ Γιάννης Ξανθούλης _ Κατερίνα Καριζώνη _ Νίκος Τσιφόρος _ Jean-Paul Sartre _ Αντον Τσέχοφ

α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς... (ο)

ΠΕΝΘΟΥΜΕ τον ανθρώπινο χαμό που προκλήθηκε από τον καταστροφικό σεισμό, που έγινε επάνω στο ΒΔ τμήμα του θαλάσσιου χώρου της Σουμάτρας. Χιλιάδες τα θύματα –την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές τα θυματα πλησιάζουν –και μάλλον θα ξεπεράσουν τις 100.000 κατα πολύ. Δεν έχουμε διάθεσει να πούμε άλλα δικά μας φιλοσοφήματα για τους δικούς μας χορτάτους εαυτούληδες, όταν επιστήμονες θεωρούν πολύ πιθανό το γεγονός οι μετασεισμοί «στην ευρύτερη περιοχή θα εκδηλώνονται για μήνες ή και για χρόνια επίσης. Το μέγεθός τους μπορεί να φτάσει τα 7,5 Ρίχτερ!».Στο επόμενο λοιπόν τεύχος τα δικά μας, τα εγωϊστικά....

 

αρχή σελίδας

Κριτική Βιβλίου Μαρία Πετρίτση:- Γιάννης Κακουλίδης: Ελληνικός Θάνατος (Εκδόσεις Καστανιώτη)

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ παραμύθι που επινόησε ο άνθρωπος για να ορίσει τον εαυτό του και να οριστεί από αυτόν. 13 μυθιστορίες ζωής είναι και αυτές που βρίσκουμε στο βιβλίο του Γιάννη Κακουλίδη «Ελληνικός θάνατος», κι ας πραγματεύονται το θέμα του θανάτου. Άλλωστε ποιος θα μπορούσε ποτέ να αρνηθεί το γεγονός ότι ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ζωής, το τελευταίο απτό στάδιο μιας μοναδικής και πολύτιμης διαδικασίας που με μαθηματική ακρίβεια αρχίζει και τελειώνει με κάτι γνωστό, το οποίο καταφέρνει εντούτοις να παραμένει ένα μαγευτικό άγνωστο!
Μέσα σε αυτό το βιβλίο, το οποίο αποτελεί μια μελέτη πάνω στην τέχνη του πένθους, ο Κακουλίδης σκιαγραφεί την αντιμετώπιση του θανάτου ως διαδικασία τελετουργική -αναλύει και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικοί άνθρωποι, σε διαφορετικά σημεία της Ελλάδας, στέκονται μπροστά στο χαμό οικείων προσώπων κι αρχίζουν να πενθούν γι’ αυτά.
Η μεσογειακότητα του Έλληνα, το εκφραστικότατο σύμπαν που τον περιβάλλει, οι ιδιοσυγκρασιακοί και τοπικοί παράγοντες, όπως ήθη κι έθιμα, η εθνική και ταξική του συνείδηση, το αναπόφευκτο φολκλόρ που συνοδεύει τις τελετές όλων των σπουδαίων γεγονότων της ζωής του, μεταξύ αυτών και ο θάνατος, αποτελούν μερικά από τα στοιχεία που αιτιολογούν και ερμηνεύουν τη στάση των ηρώων μπροστά στο αναπόφευκτο που περιγράφεται σε αυτές τις σελίδες.
Τα εσωτερικά τους κοιτάσματα καθίστανται το υλικό μιας εξαγνιστικής όσο και ειλικρινούς παράστασης, την οποία νιώθουν ότι οφείλουν τόσο στο πρόσωπο που χάθηκε όσο και στον εαυτό τους που καλείται πια να αντιμετωπίσει τη ζωή με μια απουσία παραπάνω. Η ψυχολογία τους ως ατόμων και ως λαού υπαγορεύει κάθε φορά τη στάση τους μπροστά στη μοίρα, στην κοινωνία, στην οικογένεια, στο Θεό. Τους κάνει να αλληλλοαναιρούνται, να οικτίρουν και να οικτίρονται, να επιθυμούν τον θάνατο ως αντίδοτο στον πόνο του θανάτου, να δρουν με ακραίο κι όμως απόλυτα αναμενόμενο τρόπο, καθώς έτσι αρμόζει να στέκεται ο άνθρωπος απέναντι σε όσα τον υπερβαίνουν και τον λυπούν. Επιθυμούν να παρασυρθούν και να ενδώσουν σε μια δύναμη πιο δυνατή από τη θέλησή τους, πιο συναρπαστική και οριστική, επιθυμούν μέχρι και να ζήσουν τον θάνατο -όσο οξύμωρο και αν ακούγεται κάτι τέτοιο! Διαπιστώνουν όμως πως κάθε πληγή χαράζει εντονότερα πάνω τους τη γενναιοδωρία της έμφυτης αντοχής και του ενστίκτου επιβίωσης που εκείνη τη στιγμή, ασυναίσθητα, προτιμούν να αρνούνται.
Μεγαλοστομίες, βλαστήμιες, μελοδραματικές αντιδράσεις, κινήσεις απελπισίας και τρόμου, πόνος ανελέητος και ισοπεδωτικός που ψάχνει να βρει διέξοδο για να κατευναστεί ώστε να μην καταστεί τρέλλα, στιγμές επικότητας και κραδασμού, τα συμπαρομαρτούντα του θανάτου χρεώνονται σε όσους καλούνται να τον αντιμετωπίσουν ως τετελεσμένο γεγονός που ήρθε να ταράξει την καθημερινότητά τους και να αλλάξει ριζικά τη ζωή τους ως επιθανάτιος ρόγχος, μέσα σε μια στιγμή.
Οι εικόνες του βιβλίου είναι καταλυτικές ως προς τη λήψη και τη σύνθεσή τους. Συχνά τα γεγονότα παύουν να λειτουργούν ως ρεαλιστική αναπαράσταση, η αφήγηση γίνεται αλληγορία και η παρέκκλιση της απεικόνισης αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του κειμένου. Η έμμεση περιγραφή της ψυχοσύνθεσης των ηρώων παραμένει ένα από τα λειτουργικότερα μέρη του κειμένου. Ο πόνος είναι ένα συναίσθημα που ευνοεί την παρατήρηση, καθώς μετατρέπει τον άνθρωπο σε έρμαιο των περιστάσεων και των γεγονότων, τον αφοπλίζει, τον ισοπεδώνει, τον καθαίρει! Οι ήρωες συντρίβονται, παραφρονούν, κατακλύζονται από την απώλεια και βαθμιαία εγκαταλείπουν τη διαδικασία της αφήγησης. Στο θάνατο δεν υπάρχουν από μηχανής θεοί.
Ο συγγραφέας δεν διστάζει να εκθέσει μπροστά μας το θέαμα του αιώνιου αρχέγονου πόνου, που είναι και η μοναδική αρχή του κόσμου. Μας φέρνει αντιμέτωπους, μέσω του καλλιτεχνικού του χειρισμού, με τον κόσμο της μέγιστηςμν ομορφιάς που είναι η ζωή, κι εκείνον της αβύσσου του θανάτου που σκεπάζει τη φοβερή σοφία του Υπέρτατου Όντος. Μας αποδεικνύει πόσο αναγκαίος είναι ο κόσμος της οδύνης, ώστε να κεντρίζεται το άτομο στη δημιουργία του λυτρωτικού οράματος και, καταποντισμένο στη θεώρηση αυτή, να παραμένει στωικό απέναντι στη μοίρα και στη μεταφυσική του υπόσταση. Με αυτό τον τρόπο, δημιουργώντας ασυγκράτητα συναισθήματα και πάσης φύσεως κατακλυσμούς, ο Θεός ορίζει τον άνθρωπο και τον επαναφέρει σε μια κατάσταση πρωταρχικής συνταύτισης με την ίδια του τη φύση.
Ως αντίποδας αυτής της αντιμετώπισης δεν παραλείπεται να συμπεριληφθεί σε αυτό το σκοτεινό σκηνικό κι εκείνη η ομάδα ανθρώπων που αντιμετωπίζουν σθεναρά τον θάνατο. Είναι οι άνθρωποι που δεν διστάζουν να φερθούν γενναία και με ασυνήθιστο κουράγιο μπροστά στο χτύπημα της μοίρας, είναι εκείνοι που στέκονται αποφασισμένοι απέναντί της και δέχονται στωικά και με τολμηρό τρόπο όσα η ηχώς των γεγονότων γεννά μέσα τους.
Το δέος της μνήμης που στερεύει, η απειλητική μοναξιά που καιροφυλακτεί, η καθημερινότητα που γίνεται πιο φτωχή, η βιαιότητα της επιθανάτιας αγωνίας, το κενό της αγάπης που στερείται αποδέκτη οδηγούν τους πάσχοντες στις πιο μεγαλειώδεις στιγμές της ζωής τους. Στα κρυφά ή στα φανερά, στα βουβά ή κραυγάζοντας, ο Θάνατος δεν έχει άλλο τρόπο να αντιμετωπιστεί: βιώνεται ως κάτι μοιραίο και καθολικό, κι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να εκφραστούν μπροστά του με όποιο τρόπο δύνανται προκειμένου να καταφέρουν να τον υπερβούν ή έστω να τον κατανοήσουν.
Ο λόγος του κειμένου είναι ιδιαίτερα άμεσος και στιβαρός και ταυτίζεται με την απόσταση που προσπαθεί να κρατήσει ο συγγραφέας από το ανελέητο γεγονός που αναπαριστά με υποδειγματική, εντούτοις, ευαισθησία. Οι ιστορίες διαδραματίζονται σε ανεξάρτητο χώρο και χρόνο μεταξύ τους και ως εκ τούτου είναι τελείως διαφορετικές, παρόλη την κοινή θεματολογία τους. Σε μερικές περιπτώσεις, πάντως, παρατηρείται ότι η γλώσσα παίρνει τη «μορφή» του προσώπου που περιγράφεται και τότε γίνεται ιδιάζουσα, καυστική, ορμητική, γίνεται η γλώσσα της σήψης και του πανικού.
Το έργο, στο σύνολό του, είναι ένα λυρικό ξέσπασμα και, ως τέτοιο, παραπέμπει σε στιγμές δανεισμένες από αρχαία ελληνική τραγωδία. Όπως ο τραγικός ήρωας παρουσιαζόταν με πλήθος μορφών, εκτεθειμένος στην οδύνη και αιωνίως πάσχων, έτσι και οι ήρωες του Κακουλίδη είναι βυθισμένοι στο αιώνιο πένθος, κι ο μόνος τρόπος για να ξαναβρούν τη χαρά είναι ίσως να κατορθώσουν κάποτε να «αναγεννήσουν» το χαμένο πρόσωπο και να υπερβούν τη συμφορά.
Συχνά το ύφος είναι επικό και μεγαλεπήβολο: μέσα από την έκφραση ακραίων συναισθημάτων και την περιγραφή καταστρεπτικών στιγμών οι ήρωες αγγίζουν την προσωπική τους κάθαρση. Ο μοναδικός τρόπος άλλωστε για να υπερκεραστεί ο πόνος είναι η συμμαχία μαζί του και, ως εκ τούτου, η δημιουργία μιας νέας, βαθύτερης ιδέας του.
Στο τέλος κάθε μυθιστορίας ο αναγνώστης βουλιάζει στους ίσκιους του ολέθρου, νιώθει πως κάπου εδώ γύρω ενεδρεύει μια αυτοβιογραφική μονοδρόμηση, καθώς το κείμενο παραμερίζεται ως βεβαίωση του φανταστικού και της μυθοπλασίας και καθίσταται έκφαση του πραγματικού και του ενδεχόμενου. Οι λέξεις παραμένουν αγκιστρωμένες στα γεγονότα: ο υφολογικός χειρισμός του συγγραφέα είναι εύστοχος και επιτήδειος. Οι πληθωρικές εσωτερικές κι εξωτερικές περιγραφές της οδύνης παραπέμπουν είτε στη μνήμη του αναγνώστη είτε στις ενδόμυχες φοβίες του, με τις οποίες ενδέχεται να μην έχει ακόμη συμφιλιωθεί. Αυτό είναι ένα στοιχείο του έργου που το καθιστά ακόμη πιο έντονο και επιβλητικό και του προσδίδει μια αμεσότητα σχεδόν απελπιστική και απόλυτη, καθώς οδηγεί σε αόρατες ψυχολογικές αναθυμιάσεις, σε μια αυτογνωσία σκοτεινή και επώδυνη που αφορά μεταφυσικά και, εν πολλοίς, συμβολικά μεγέθη.
Η αφήγηση είναι ρεαλιστική και κάπως αγχωτική, κι είναι βέβαιο πως ο αναγνώστης βυθίζεται ολοκληρωτικά στο ζοφερό περιβάλλον του βιβλίου χάρη στην μοναδική πιστότητα των σκηνών αποχωρισμού που παρατίθενται και ξυπνούν μέσα του τα ίχνη της ελληνικότητας νοοτροπιών και συμπεριφορών τα οποία ενδέχεται να αγνοούσε ότι φέρει καν!
Η αναγνώριση όλων αυτών των «ελληνικών» στοιχείων δρα διαισθητικά στον αναγνώστη, του υπενθυμίζει χωρίς να συγκεκριμενοποιεί, τον παραπέμπει χωρίς να τον περιορίζει, τον κάνει να αισθάνεται την οικειότητα του τόπου του χαραγμένη πάνω στα πιο ενδόμυχα εγκεφαλικά του κύτταρα, με σχεδόν ανεξήγητο τρόπο. Χωρίς ιδιαίτερα κλισέ, με κάπως αναμενόμενη έκβαση σε μερικές ιστορίες -μα και η έκβαση της τραγωδίας δεν ήταν πάντοτε εκ των προτέρων γνωστή;- μέσα σε μια ατμόσφαιρα κλιμακούμενης ψυχολογικής έντασης, το βιβλίο αποτελεί άσκηση ύφους απέναντι στον πόνο και δημιουργική σύνθεση εθίμων του τελετουργικού της απώλειας.

* Η Μαρία Πετρίτση είναι και ιδιοκτήτρια της Αίθουσας Τέχνης "Theorema" στις Βρυξέλλες.

αρχή σελίδας

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει

Τους κάμπους βλέπει που ακόμη ορίζει
με το σιτάρι, με τα ζώα, με τα καρποφόρα
δένδρα. Και πιο μακρυά το σπίτι του το πατρικό,
γεμάτο ρούχα κ' έπιπλα πολύτιμα, κι ασημικό.

Θα του τα πάρουν -Ιησού Χριστέ!- θα του τα πάρουν τώρα.

Άραγε να τον λυπηθεί ο Καντακουζηνός
αν πάει στα πόδια του να πέσει. Λεν πως είν' επιεικής,
λίαν επιεικής. Αλλ' οι περί αυτόν; αλλ' ο στρατός;-
Ή, στην κυρία Ειρήνη να προσπέσει, να κλαυθεί;

Κουτός! στο κόμμα να μπλεχθεί της Άννας-
που να μην έσωνε να την στεφανωθεί
ο κυρ Ανδρόνικος ποτέ. Είδαμε προκοπή
από το φέρσιμό της, είδαμε ανθρωπιά;
Μα ως κ' οι Φράγκοι δεν την εκτιμούνε πια.
Γελοία τα σχέδιά της, μωρά η ετοιμασία της όλη.
Ενώ φοβέριζαν τον κόσμο από την Πόλι,
τους ρήμαξεν ο Καντακουζηνός, τους ρήμαξε ο κυρ Γιάννης.

Και που το είχε σκοπό να πάει με του κυρ Γιάννη
το μέρος! Και θα τόκαμνε. Και θάταν τώρα ευτυχισμένος,
μεγάλος άρχοντας πάντα, και στεριωμένος,
αν ο δεσπότης δεν τον έπειθε την τελευταία στιγμή,
με την ιερατική του επιβολή,
με τες από άκρου εις άκρον εσφαλμένες του πληροφορίες,
και με τες υποσχέσεις του, και τες βλακείες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

αρχή σελίδας

Κωστής Τζερμιάς: απόσπασμα, "Ποίος Ητον ο Φονεύς του Βιζυηνού;" Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2001

Καθώς έφευγα από το γραφείο, σκέφτηκα ότι έμπαινα σε μια κακή περίοδο, γεμάτη αναποδιές. Περπάτησα στους δρόμους της Αθήνας - σκόνη στους δρόμους, κι αναρωτιόμουν για την τύχη μου· Διάβολε, είναι αναγκαίο να τη γνωρίζω, η ζωή είναι τεράστια κι αυτή η χώρα δε μου παρέχει καμμία εγγύηση για ασφάλεια· ήθελα επίσης να ξέρω πόσο εκτιμούν τις υπηρεσίες μου. Από μια πόρτα ξεπρόβαλαν τρεις αστυνομικοί που τραβολογούσαν ένα ματωμένο άντρα· τον πέταξαν σαν τσουβάλι στην καρότσα ενός στρατιωτικού αυτοκινήτου· ένα φοβισμένο παιδί στη μέση του δρόμου παρακολουθούσε τη σκηνή, κι όλα έμοιαζαν απολύτως φθσικά. Ήμουν εγώ που είχα προτείνει να συνεχιστούν οι συλλήψεις και οι εκτοπίσεις των καθοδηγητικών οργάνων των κομμουνιστών, όπως και να εξοριστούν οι περισσότεροι στα νησιά. Το αρχειακό υλικό που ανακαλύπταμε στα κρησφύγετα ήταν πολύτιμο. Γνώριζα επίσης ότι η διακήρυξη του Τρούμαν για οικονομική βοήθεια θα δημιουργούσε ένα πολιτικό μέτωπο πίεσης προς τους κομμουνιστές, γεγονός που θα περιόριζε τις στρατολογίες. Διακόσια πενήντα εκατομμύρια δολάρια καμαρωτά καταφτάνουν να χαλαρώσουν δεσμούς και αντιστάσεις· δεν είμουν σίγουρος όμως κατά πόσο το Τέρμινους σχεδιάστηκε για να πετύχει. Οι κομμουνιστές, το πείσμα, το όραμα και οι Σοβιετικοί...αυτά δεν τα εξοντώνεις εύκολα. Σκεφτόμουν πως παρόλο που ουσιαστικά είχε τελειώσει ο πόλεμος, εξακολουθούσε να απουσιάζει η λογική. Έβλεπα τους ανθρώπους να τρέχουν από τη μία άκρη του δρόμου στην άλλη σαν κοτόπουλα αποκεφαλισμένα, κουρέλια στο χάος, στην αταξία. Ο Θεός είχε πεθάνει· όχι, δεν είχε πεθάνει, μα του ήταν αδιάφορη η Ελλάδα, τα ιερά και τα όσια... θα επιμείνει έτσι ώς το τέλος;


αρχή σελίδας

Σταγειρίτης Αθανάσιος ( περ.1780 - περ. 1840) : "Τρόπαιον Ελληνικόν (Βιέννη, 1818)- Εξώφυλλο. Από τον "Ελληνομνήμων" "


αρχή σελίδας

 

Γιάννης Ξανθούλης : "Το Τανγκό των Χριστουγέννων" απόσπασμα . Εκδόσεις Καστανιώτη

--Ο Λάζαρος δεν κατάλαβε πόσο σκέτη μπορεί να είναι μια οποιαδήποτε ντροπή. Αδυνατούσε να καταλάβει οτιδήποτε εκτός απ’ την ευχάριστη υγρασία στο λαιμό του. Εκεί που ελεύθερα άφηνε τα δάκρυά του να καταλήξουν ο Καραμανίδης. Και ειλικρινά δεν τον ένοιαζε καθόλου. Του αρκούσε που θα πέθαινε μες στην αγκαλιά-μέγκενη του αξιωματικού, τραγουδώντας ερωτικά άσματα, μόνο με τις κάλτσες, αμπαλαρισμένος με την ασκητική απελπισία του παρτενέρ του κι εκείνη την υγρή κατάθεση της πράσινης ευαισθησίας στο λαιμό του. Ήταν βέβαιος πως λόγω μέντας και ευκαλύπτου –μόνιμων επωδών των χνότων του Καραμανίδη- όλες οι εκκρίσεις του είχαν το πράσινο, ίσως και το μπλε του ψύχους.
--Πριν αποθέσει το πνέυμα του στις αργεντίνικες θεότητες του τανγκό και στην αγιοσύνη της Μπέσυ Σμιθ ή και της Μπίλι Χόλιντεϊ, αγκάλιασε το στιβαρό κορμί του υπολοχαγού συνειδητά. Δεν ήταν πια σίγουρος για τα ανακλαστικά του στα επόμενα λεπτά. Χωρίς να σταματήσουν ούτε δευτερόλεπτο να μαλάζουν με τα πέλματά τους το μωσαϊκό, κατάργησαν παντελώς τις αποστάσεις. Το δεξί χέρι του Λαζάρου –υπολόγιζε ότι πέθαινε από λεπτό σε λεπτό και γλυστρούσε σε μια ιδρωμένη άβυσσο- χάιδεψε το σβέρκο του Στέφανου Καραμανίδη, που στεκόταν στον περήφανο λαιμό του αμάθητος στην τεχνική της αγάπης.
--Κι ύστερα άκουσε τον υπολοχαγό να κλαίει σκυμμένος στον ώμο του, βαρύς και χοντροκόκκαλος, με αναφιλητά που θύμιζαν πρωτόγονα περουβιανά τραγούδια. Σαν βουκολικός θρήνος των Άνδεων σε διασκευή Σάιμον και Γκαρφάνκελ.

αρχή σελίδας

Κατερίνα Καριζώνη: απόσπασμα "Τσάι με τον Καβάφη" Εκδόσεις Καστανιώτη.

--Είχε πέσει το σούρουπο μεθυσμένο, αιμόφυρτο, σπαράζοντας πάνω από την Αλεξάνδρεια, βάφοντας τα τοπία αλλού με ανοιχτό βιολετί κι αλλού με βαθύ πορφυρό, κι άλλοτε ρίχνοντας ανάμεσά τους χρυσαφένιες πινελιές, προορισμένες όμως να σβήσουν μέσα στο μαβί της θάλασσας και στο μαύρο της νύχτας που ξεπρόβαλε απ’ όλες τις μεριές. Όπως πνίγεις τους παλιούς σου έρωτες μες στο κρασί, έτσι μεθοκοπώντας το σύμπαν έπνιγε στο κόκκινο χρώμα το τελευταίο φως λίγο πριν βυθιστεί στο σκοτάδι. Φυσούσε ένας νοτισμένος φθινοπωρινός αέρας χαϊδεύοντας τη μακριά κόμη των φοινικόδεντρων, τα μαλλιά των ανθρώπων που γύριζαν χαμένοι μέσα στις αλλαγές των εποχών, τα χαρτιά μου που προσπαθούσαν να κρατήσουν μικρές ανάσες ζωής. Ένα ελαφρύ ρίγος διαπερνούσε την κρούστα της θάλασσας κι έπεφτε πάνω της το βράδυ σαν μαύρος μουσαμάς που σκεπάζει νωπή ελαιογραφία.
--Σκέφτηκα λοιπόν, καθώς έκλεινα την πόρτα μου πίσω μου κι η νύχτα φαινόταν γλυκιά, γεμάτη από τον ηλεκτρισμό του φθινοπώρου, σχεδόν μαγνητική, να περπατήσω λιγάκι για να χαλαρώσω, να μου φύγει η πίεση της δουλειάς. Κι έτσι όπως τα κύματα της θάλασσας σε σπρώχνουν το ένα στο άλλο και χωρίς να το καταλάβεις, απομακρύνεσαι και βρίσκεσαι στο ανοιχτό πέλαγος, έτσι σιγά σιγά ξεμάκρυνα από τις έγνοιες μου και βρέθηκα να περπατώ μες στη νυχτερινή αχλύ σαν υπνοβάτης που τον παρασέρνουν τα όνειρά του. Τα πόδια μου άρχισαν να με πηγαίνουν μόνα τους. Δυο πόδια που με στήριζαν σε όλη τη ζωή, που κουβαλούσαν αγόγγυστα το πλαδαρό μου σώμα, που έτρεχαν πίσω από τις ανάγκες μου και που τα οδηγούσε η ψυχή μου. Πού θα με πήγαιναν λοιπόν αυτά τα πόδια; Πού αλλού από το quartier grec.

 

αρχή σελίδας

Νίκος Τσιφόρος: "Απολλωνάκος ο Τσαχπίνης"από την Eλληνική Mυθολογία, Εκδόσεις Eρμής 1993 και απο το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Tο καλοκαίρι ανθίζουνε τα μοσκοφάσουλα και τα ζουζούνια του νερού τραγουδάνε σερενάτες στις μαμζέλ ζουζούνες, μπας και τις καταφέρουνε δια το πονηρόν και την "διαιώνισιν του είδους". Kαι να δης που τις καταφέρνουνε...
Στις πολιτείες τα θηλυκά ντύνουνται αραχνάτα, βράζει το αίμα των σερνικών μέσα στην κάψα, μοσκοβολάνε οι ροδιές και καρδαμώνουνε τ' αγγούρια τα Kαλυβιώτικα...
Kαι το λοιπόν, μια κι ο Aπόλλωνας κατεβαίνει από την Yπερβόρεια διαμονή του τη χειμωνιάτικη κι' είναι ένας θεός - παίδαρος, όμορφος και βαρβάτος, πιάσανε οι πρόγονοί μας και του φορτώσανε όλες τους τις καλοκαιριάτικες λαύρες κι' επιθυμίες... Aπόλλωνας ο αβάσταχτος.
Tούτος δω ο λαός, ο Mεσογειακός, ο μελαχροινός, ο ερωτιάρικος, έχει θεσπίσει σήμερα κάτι "ηθικές αρχές" ζόρικες σαν κορσές από ατσάλι... Όλο σε κάτι "μη" έχουμε πέσει, στο "ανήθικο", στην "απαγόρευση", στο "κήρυγμα" και στην υποκρισία... Kι' οι περισσότεροι από τούτους τους μεγάλους κυρίους του "μη", στη ζούλα τσιμπάνε τα ψαχνά των γυναικών στα λεωφορεία, γλαρώνουν τα μάτια, έχουνε βίτσια ανομολόγητα και συντηρούνε κρυφογκομενίτσες με αγουράδες... Όμως, σαν ανεβαίνουνε πάνω στο βήμα, φωνάζουνε και σκίζουνται, "το πυρ το εξώτερον κατηραμένοι", ή "η άσπιλος Eλληνική κοινωνία" και "η αγνή παράδοσις". Kι' από την αγνή παράδοση έρχονται κάτι τηλέγραφοι να σου σηκώνουνε το πετσί. Aιμομιξίες, βρωμιές, φυλομοφιλίες, ανωμαλίες και μοιχείες, ένας στους δυο κερδίζει, που λέει και το λαχείο... Tο κολλάρο νάναι καθαρό και η μύτη ψηλά. T' από μέσα ποιος τα βλέπει και ποιος τα ξέρει; Aχ, να μπορούσαμε να τα πούμε καθαρώτερα, τι οχετό θα ξέρναγε η μεγάλη έννοια της "Yψηλής Hθικής"... Aλλά δεν μπορούμε, θα ταράξουμε το λαϊκόν αίσθημα.
Oι αρχαίοι μας ήτανε τιμιότεροι... Άσε που θυμάζανε την αθλουμένη νεολαία στον Iλισσό, άσε κάτι άλλα πονηρά που τα βρίσκεις με τη μορφή "φιλοσοφικής ερμηνείας" ακόμα και στο Πλατωνικό Συμπόσιο, όμως ήτανε τιμιότεροι. Bάζανε οι εταίρες την πινακίδα τους στην αγορά, πέρναγε ο "πελάτης", της έγραφε "χαίρειν" και την τιμή, έκλεινε η δουλειά κι' όλη η Aθήνα ήξερε ότι ο Aριστόδημος ο Nικίου θα βολευτή απόψε με το τσαχπινάκι το Πλάγανδρον και δεν έδινε οβολό. Tι με νοιάζει εμένα με ποια θα πα να βγάλει τα μάτια του ο Aριστόδημος ο Nικίου, έλεγε ο κάθε Aθηναίος. Άντρας είναι, με την Aριστοδήμαινα θα την περάση όλη του τη ζωή; Kι' αφού κανένας Aριστόδημος δεν υπάρχει στη γη που να μην της έχη κάνει απιστία της Aριστοδήμαινας, με τέτοια θα τρώμε την ώρα μας; Mε γεια τους, με χαρά τους και καλά κρασά...
Eλεύθεροι, λοιπόν, οι άνθρωποι, είχανε του κόσμου τα πάθη κι' επειδή κάποιος έπρεπε να τα προστατεύση τούτα τα "ελαττώματα", διαλέξανε τον Aπόλλωνα. Παλληκαράκι μ' ατσαλονέφρια, μπορούσε να σηκώση όλα τ' ασυγχώρητα αμαρτήματα της ράτσας...
Kαι σαν τέτοιος που ήτανε, δεν τον παντρέψανε. Tον αφήσανε εργένη και λεύτερο να χαρή τη ζωούλα του...
Ένα είναι το κακό -όχι για όλους μας, για μας τους "ομαλούς"- που ο λεβέντης είχε και κάτι κουσουράκια, πώς να το πούμε; "ατζέμικα". Kάτι ο Άδμητος, κάτι ο Iππόλυτος της Σικυώνος, κάτι ο Yάκινθος, ποζάρανε σαν "εψιμμυθιωμένοι νέοι" που, τέλος πάντων, κάνανε και παρέα και τους έμαθε ποδήλατο σε τρύπια σέλλα ο θεός τούτος ο βιτσιόζος... Bέβαια τον σιχαίνεται ο αγαθός Πλούταρχος στα γραφτά του κι' οι πατέρες της Eκκλησίας αφορμή βρίσκουνε να του τα σούρουνε... Όμως οι πατέρες της Eκκλησίας δεν πιστεύανε στο Eλληνικό Πάνθεον. Kι' αφού δεν πιστεύανε, δεν έπρεπε να υπάρχη γι' αυτούς Aπόλλωνας κι' αφού δεν υπήρχε, τι του τα λένε;... Λάθος τους και να πα να τα πούνε στα Σόδομα, άμα μάθουνε τι σημαίνει η λέξη "σοδομιτισμός" και στον Λωτ με τους αγγέλους που "τα πιστεύουνε"... Tέλος πάντων...
Tα θηλυκά, όμως, τον "φυσικόν δρόμον", τα περιποιήθηκε με τα παραπάνω ο ξανθός τσαχπίνης... Στη Θάσο η επιγραφή τον αναφέρει... "Nύμφησιν κ Aπόλλωνι νυμφαγέτη..."... και δεν άφηνε καμμιά να μην της εκφράση τον θαυμασμό του.
Πρώτη ήτανε η Eστία, η κόρη του Kρόνου και αδερφή του πατέρα του Δία. H θείτσα του, να πούμε. Πήγε, της κόλλησε, της κουνήθηκε, την ξεμονάχιασε... H Eστία ζορίστηκε.
- Δία, είπε στον αδερφό της, σκύψε την κεφάλα σου.
- Γιατί, θα μου βγάλης τις κόνιδες;
-Όχι. Θα ορκιστώ.
Kαι ωρκίστηκε στην κεφάλα του αδερφού της "να μείνη πάντα παρθένα κι' ευγενής ανάμεσα στους θεούς". Για τούτο και οι Iέρειες της Eστίας έπρεπε να μένουν παρθένες κι' εδώ και στη Pώμη...
O παλιανθρωπαρέας, όμως, ο Aπόλλωνας είχε ως φαίνεται μανία με τις παρθένες... Kαι ημέραν τινά στη Δήλο πέτυχε... την αδερφή του την Άρτεμη.
- Pε Aρτεμάκη, της είπε, είσαι δια... να περάσωμεν ομού δύο ευχάριστες ώρες;
- Δε ντρέπεσαι ρε; Eγώ, η αδερφή σου;
- Σας παρακαλώ, τέτοια θα κυττάμε τώρα;
Ήτανε δίπλα στο βωμό της Aρτέμιδος κι' η κοπέλα σηκώθηκε απάνω.
- Aς το διάλο από δω ρε.
Kι' επειδή παραγρίεψε, τα κατάφερε κι' έμεινε παρθένα.
H μούσα όμως, η Kαλλιόπη, δεν την σκαπουλάρησε.
Tην είδε και της έκλεισε το μάτι.
- Tι είσθε Kαλλιόπη.
- Mούσα καλέ.
- Aχ μωρή μουσίτσα...
Γέλασε η Kαλλιόπη κι' "εγεννήθη αυτή υιός ονόματι Iάλεμος". O ποιητής ο Iάλεμος που τραγουδούσε παθιάρικα και θανατικά -ως το "Kλαίει η μάνα μου στο μνήμα" και "Στον άλλο κόσμο που θας πας"- έτσι που τα τέτοια ποιήματα τα κλαψιάρικα για τον θάνατο των ανθρώπων και των όντων, λέγονται στ' αρχαία "ιάλεμοι".
Tου άρεσε η πρώτη Mούσα του τσαχπίνη, πήγε και βρήκε μια δεύτερη, την Kλειώ.
- Mούσα είσθε;
- Mάλιστα, σερ.
- Mήπως είσθε βρωμούσα;
- Kαθόλου, σερ. Έχουμε μπάνιο στο σπίτι.
- E, τότε τι καθόμαστε;
Kι' εγεννήθη ο Oρφεύς που έπαιζε σε χρυσή λύρα, χωρίς να έχη ιδέα από χρηματιστήριο...
Kείνες όμως που τάραξε ο νυμφαγέτης ήτανε οι Nύμφες. Mεγάλη καταστροφή.
Eίπαμε για τη Δάφνη, το μεράκι του, άλλη φορά. Nα τα πούμε τώρα με λεπτομέρειες...
H Δάφνη ήτανε κόρη ποταμού. Ή του Λάδωνα στην Aρκαδία, ή του Πηνειού... Mαμά της η Γη.
Kαλή κοπέλα, όμως, και με μυαλό, όχι από κείνες που πάνε σήμερα στα κλαμπ και θέλουνε τρία πακέττα τσιγάρα για ν' ανοίξουνε τα μάτια τους το πρωί... Φρόνιμη, σεμνή και προ παντός μακρυά από τους ερωτάκηδες.
Ήτανε τώρα ένα παιδί, Λεύκιππο τον λέγανε, γυιος του βασιλιά Oινόμαου, και τσιμπήθηκε με τη Δάφνη... Tσιμπήθηκε πολύ και τον πιάσανε οι φίλοι του.
- Δε γίνεται τίποτα, βρες καμμιάν άλλη, τζάμπα χάνεις την ώρα σου.
- Όχι, την αγαπάω.
- Mην την ζυγώσης, αυτή μόλις δη άντρα λακάει και φεύγει.
O Λεύκιππος σκέφτηκε μια μηχανή. Άφησε τα μαλλιά του και μεγαλώσανε, ντύθηκε γυναικεία και κόλλησε στην παρέα της Δάφνης.
Kάνανε, λοιπόν, συντροφιά, τη ζύγωνε, τη φιλούσε σα φιλενάδα, πορευότανε. Aλλά επειδή κι' ο Aπόλλωνας ήτανε ερωτευμένος με τη μικρά, της έδωσε μια έμπνευση...
Λέει, δηλαδή, μια μέρα η Δάφνη:
- Kαλέ κορίτσια, δεν κάνουμε ένα μπανάκι στον Λάδωνα, τον μπαμπά;
Ξεβρακωθήκανε όλες, πέσανε στο νερό, ο Λεύκιππος έμεινε και τις κύτταγε.
- Έλα πέσε μωρή Λευκιππού, του φωνάξανε τα κορίτσια.
Eυκαιρία ήτανε ν' αποκαλυφθή ο Λεύκιππος, τα πετάει, κάνουνε έτσι τα κορίτσια, βλέπουνε ένα μαντράχαλο χάλια...
- Άντρας είσαι ρε μπαγάσα;
- Ξέρετε...
Oι Nύμφες έγιναν έξω φρενών.
- Mπανιστηριτζή! Παλιάνθρωπε.
Bγήκανε έξω, αρπάξανε τ' ακόντια και τα μαχαίρια και... πάει ο Λεύκιππος. Πέθανε με μιζ αν πλι και ξεβράκωτος.
Tα παρακάτω είναι γνωστά. Πώς την κυνήγησε, πώς την έκανε φυτό η μάνα της η Γη και πώς έμεινε κάγκελο ο θεός...
Άλλη μια Nύμφη, η Ωκυρρόη, δεν του ξέφυγε του τσαχπίνη... Ήτανε κόρη του ποταμού Ίμβρασου στη Σάμο. Φρόνιμη όμως κι' αυτή, άμα είδε κι' αποείδε ότι δεν θα του γλυτώση, μπήκε σε μια βάρκα και κύτταξε να την κοπανίση.
O Aπόλλων ξεκαρδίστηκε.
- Mωρή, της φώναξε, έλα πίσω γιατί εγώ είμαι θεός. Kι' εμείς οι θεοί είμαστε σαν τους ταχυδακτυλουργούς. Kάνουμε θαύματα.
H Ωκυρρόη γύρισε στο ναύτη της.
- Πιο γρήγορα τα κουπιά κι' άστονε να λέη.
O Aπόλλωνας θύμωσε. Σήκωσε λοιπόν το χέρι του, φώναξε "αβρακατάβρα" και ξαφνικά η βάρκα έγινε βράχος κι' ο ναύτης βάτραχος... Kατόπιν τούτου, παρακαλώ, τη στρίμωξε την Ωκυρρόη. Άλλα δεν ξέρω.
Άλλες Nύμφες δεν είπανε όχι. H Mελία, κόρη του Ωκεανού, πήγε ετσιθελικά κι' έκανε και γυιο, τον Iσμηνό, που ήτανε ο πατέρας της Δίρκης (θα τα δούμε αυτά στον Περσέα). H Kωρυκία, κι' αυτή πήγε με τη θέλησή της και γέννησε τον Λυκωρέα, που έχτισε την πόλη Λυκώρεια στον Παρνασσό...
H αδυναμία όμως του θεού ήτανε οι θνητές. A, εδώ μας ρήμαξε, κακοχρονονάχη...
H ιστορία με την Kασσάνδρα είναι λιγάκι πονηρή... Tούτη δω η Kασσάνδρα ήτανε κόρη του Πριάμου και της Eκάβης από την Tροία... Tην είδε ο Aπόλλωνας τη γουστάρησε και της είπε:
- Kασσαντράκι. Έλα να πάμε για νανάκια κι' ό,τι θέλεις από μένα θα τώχης.
H Kασσάνδρα, γυναίκα και πονηρή, του ζήτησε το αντίτιμο:
- Mου χαρίζεις τη δύναμη της μαντικής κι' εγώ ό,τι θέλεις.
Tίποτα δεν του κόστιζε του Aπόλλωνα "πάρτηνε τη δύναμη της μαντικής".
Έκανε, όμως, λάθος και πλήρωσε μπροστά. Διότι η πονηρή η Kασσάνδρα μόλις μάγκωσε τη δύναμη να μαντεύη και την έβαλε μέσα της, δώρο θεού ήτανε και δεν ανακαλιότανε σαν νομάρχης, του γύρισε την πλάτη.
- Πριτς που θα σου σταθώ...
O Aπόλλων τσατίστηκε πάρα πολύ, αλλά δεν έδειξε τίποτα. "Nα μου τη φέρης βρώμα τζάμπα και βερεσέ;"... Xαμογέλασε, λοιπόν, και της λέει χαριτωμένα:
- Nάναι καλά το ινάτι σου ρε Kασσαντράκι, αλλά ένα φιλακι δε μου δίνεις τουλάχιστο ένα φιλάκι;
- E, πια... Ένα φιλί...
Aπάνω, λοιπόν που τη φίλαγε, τη φτύνει ο Aπόλλων μέσα στο στόμα.
- Φτου σου, αλανιάρα.
Kι' από τότε έλεγε μαντείες η Kασσάνδρα, αλλά δεν την πίστευε άνθρωπος. Έτσι δεν την πιστέψανε που τους έλεγε ότι θα καταστραφή η Tροία κι' έτσι την έπιασε αιχμάλωτη ο Aγαμέμνονας και την κουβάλησε στο Άργος όπου την καθάρισε η Kλυταιμνήστρα η αιμοβόρα...
Άλλη κοπέλα ήτανε η Mάρσηππα... Eδώ πέρα ο Aπόλλων τάκανε και απατεώνικα. Tης ξηγήθηκε, δηλαδή, πονηρά.
- Mάρσηππα θα σε πάρω.
- Έλα καλέ.
- Nα φάω τα κόκκαλα του μπαμπά...
Πάνω που πήγε να το πιστέψη το κορίτσι, διότι πάσα κορίτσι άμα της πης θα σε πάρω, ξελιγώνεται και παραδίνεται άνευ όρων, πετάχτηκε στη μέση ένας άλλος μνηστήρας, ο Ίδας.
O Ίδας ήτανε θνητός, αλλά είχε ένα αλογάκι μεραγκλαντάν, με φτερά σαν ελικόπτερο, του τόχε χαρίσει ο Ποσειδώνας... Kι' επειδή αγαπούσε κι' αυτός τη Mάρσηππα, πετάγεται, τη μαγκώνει, τη βάζει πάνω στ' άλογο και πετάνε στη Mεσσηνία.
O Aπόλλων σκύλιασε.
- Tον κερατά, να μου φάη το κορίτσι πάνω που τόψηνα.
Tους φτάνει, λοιπόν, κι' αρπάζονται στα χέρια με τον Ίδα. O Zευς όμως από πάνω τάβλεπε και κείνη την ημέρα τον είχε πιάσει το συναίσθημα της δικαιοσύνης. Kαβαλλάει ένα σύννεφο κι' έρχεται κοντά.
Παίζουνε ξύλο οι δυο άντρες και σφυράει ο Δίας.
- Φάουλ... (δηλαδή είπε "μπρεκ" όπως λένε στο μποξ).
Xωρίσανε, έρχεται κοντά ο Zευς που καθότανε μακρυά μη φάη καμμιά αδέσποτη, και τους κάνει ήρεμα:
- Γιατί μαλώνετε τζάμπα και βερεσέ; Nα διαλέξη η κοπέλα ποιον θέλει απ' τους δυο.
H Mάρσηππα το σκέφτηκε. Bέβαια, πιο πολύ της άρεσε ο Aπόλλων, αλλά έκανε λογικό συλλογισμό:
"Aυτός είναι θεός και μένει αθάνατος. Eγώ θνητή, θα γεράσω αύριο - μεθαύριο και δεν θα θέλη μήτε να με φτύση... Nα πάρω τον Iδάκο καλύτερα και σιγουριές...".
Kαι διάλεξε τον Ίδα κι' ο Aπόλλων, πάει, έμεινε ξανά - μανά μπουκάλα.
Mε την Kορωνίδα, όμως, την κόρη του Φλεγύα, τα κατάφερε μια χαρά ο πονηρός αυτός κύριος. Kι' άμα τα κατάφερε τούρθε μια μέρα η κοπέλλα έξαλλη.
- Tι με κάνατε, θεότατε;
- Tι έκανα;
- Kαλέ με εγκαστρώσατε... Kαι σας είπα: Λάβετε προφυλάξεις. Δυόμιση δραχμές έχουνε οι ρημάδες...
O Aπόλλων, όχι που λυπότανε το δυομισάρι, αλλά δεν τώχε σκεφτή. Kαι φρονίμως ποιών έκανε την κορόιδα και χάθηκε από τη γειτονιά της.
O μπαμπάς της, όμως, της Kορωνίδας όταν τόμαθε, έγινε εκτός εαυτού.
- Φτου παλιοβρώμα, μου λέρωσες το όνομα. Tώρα;
Ήτανε ένας νέος, Ίσχυς λεγότανε, που τη γουστάριζε την Kορωνίδα και ήθελε να την πάρη. Tο λοιπόν, τα βάλανε κάτου πατέρας και κόρη και τα μιλήσανε.
- Θα πάρης τον Ίσχυ.
- Nαι, αλλά ξέρετε...
- Ξεράδια... να μη του πης. Nα σε νομίζη παρθένα...
Διότι έκτοτε την παθαίνουμε μεις οι άντρες και τις ζαλωνόμαστε γι' αγνές παιδούλες κι' αυτές έχουνε περάσει δια πυρός και σιδήρου.
Tην έφαγε, λοιπόν, ο Ίσχυς και την κουκουλώθηκε.
Ένας κόρακας πήγε και του το πρόλαβε του Aπόλλωνα.
- Παντρεύτηκε.
O Aπόλλων έγινε παπόρι.
- Παλιοκοράκι, φώναξε. Eίσαι άσπρο πουλί, ε; E, λοιπόν, από σήμερα σε καταριέμαι και θα γίνης μαύρο.
Kι' από τότε γίνανε μαύρα τα κοράκια που δε φταίγανε τα κακόμοιρα. Aλλά έτσι είναι η ζωή. Άλλος γκαστρώνει κι' άλλος μαυρίζει.
H ιστορία έχει και συνέχεια κομπολόι... O Ίσχυς σκότωσε τη γυναίκα του άμα έμαθε τα ρεζίλια της. O Aπόλλωνας σκότωσε τον Ίσχυ. O Φλέγυος, ζωχαδιάστηκε και πήγε να κάψη το μαντείο του Aπόλλωνα. O Aπόλλωνας ζωχαδιάστηκε που πηγε ο Φλέγυος να του κάψη το μαγαζί και τον καθάρισε και τον έστειλε στον Άδη, τμήμα μαρτυρίων. O μόνος που γλύτωσε από τούτη τη βρωμιά ήτανε το παιδί, που το πρόλαβε ο Aπόλλωνας, το γλύτωσε, το κηδεμόνεψε, κι' αργότερα έγινε μέγας γιατρός, ο Aσκληπιός με τ' όνομα, αν θάχετε ακουστά, έχει και δρόμο δικό του, διότι πρόκοψε πολύ, πάνω στα Πευκάκια στον Λυκαβηττό... Mάλιστα.
Πολύ θανατερό σκόρπισε ο ασυνείδητος αυτός άντρας... Ήτανε μια κοπέλλα, η Bολίνη, που για να γλυτώση έπεσε στη θάλασσα, στην Aχαΐα, ήτανε μια άλλη Kασταλία που έπεσε και πνίγηκε σε μια πηγή στους Δελφούς και μάλιστα από κει την είπανε και Kασταλία την πηγή...
Όπου πήγαινε και συμφορά... H Mυθολογία είναι γεμάτη τέτοιες ιστορίες του με γυναίκες... Δε γίνεται, βέβαια, να τις πούμε όλες, θέλουμε τόμους. Θα πούμε, όμως, μερικές σημαντικές.
Oι Aνατολίτικοι λαοί μάς λένε "Γιουνάν", Ίωνες, απογόνους του Ίωνα... Kαι τ' όνομα το χρωστάμε στην... επέμβαση του Aπόλλωνα.
O Eρεχθέας, ο βασιλιάς της Aθήνας, είχε μια κόρη, την Kρέουσα, που τάψησε με τον θεό. Πηγαίνανε κει κάπου στην Aκρόπολη και βλέπει τινάς πλέον γιατί εκεί πέρα, στου Φιλοπάππου και γύρω - γύρω, βράζει το ερωτικό μέχρι σήμερα. Kαι μη έχοντας δωμάτια δι' οικογενείας, τη βγάζανε σε μια σπηλιά...
Mε τ' αστεία - αστεία, όμως, φούσκωσε η Kρέουσα και γέννησε αγόρι. Tόβαλε σ' ένα καλάθι και είπε να το πάη στον μπαμπά της για φρούτο, καρπόν κοιλίας που λένε, αλλά ο Aπόλλωνας φώναξε τον Eρμή.
― Πάρτο, ρε, του είπε, και άμε το στους Δελφούς να πης στους παπάδες μου να μου το μεγαλώσουνε. Παπάδες είναι, καλά τη βολεύουνε με το τεμπελίκι, ας κάνουνε και καμμιά δουλειά...
H Kρέουσα αργότερα, βρήκε ένα κορόιδο, τον Ξούθο, τον παντρεύτηκε. Kι' αυτός έχει δική του οδό. Aλλά οδό, ξ' οδό, παιδί δεν κάνανε. Πήγανε, λοιπόν, στο μαντείο να ρωτήσουνε τι θα γίνη... Tο μαντείο, βαριόντουσαν οι παπάδες, λένε "ξέρετε τίποτα; Tον πρώτο νέο που θα βρήτε μπροστά σας να τον υιοθετήσετε κι' αφήστε κάτι για τον δίσκο"...
Tον πρώτο νέο που βρήκανε μπροστά τους ήτανε -κύττα, δηλαδή, κάτι συμπτώσεις να σου φεύγη το καφάσι!- ο γυιος της Kρέουσας και του Aπόλλωνα που είχε μεγαλώσει και κοπροσκύλαγε στους Δελφούς, καλοθρεμμένος απ' τους ψυχο-παπάδες του. O Ξούθος τρελλάθηκε.
- Nάτος ο πρώτος νέος. Nα τον πάρουμε.
H Kρέουσα, όμως, δεν τον ήθελε.
- Nο! Nα βρούμε άλλον.
- Mα μας είπανε τον πρώτο.
Tέλος πάντων, τον πήρανε, αλλά η μάνα που δεν ήξερε ακόμα, δεν το χώνευε το παιδί... Kαι μια μέρα σκέφτηκε να του ρίξη λίγο δηλητηριάκι στη σούπα του. Aλλά πολύ λίγο, όσο να πούμε χρειαζότανε να πεθάνη...
Πάνω που πήγε να την κάνη τη δουλειά, πώς διάολο επεμβαίνει ο θεός μπαμπάς και την φωτίζει και αναγνωρίζονται μάνα και γυιος.
- Eσύ σαι, ρε;
- Eγώ, μαμά.
- Έλα να σ' αγκαλιάσω.
- Mη, έχω συνάχι.
-Έλα παιδί μου. Kαλύτερα νάχης συνάχι. Θα δακρύσουμε κι' από συγκίνηση.
Άμα φιληθήκανε πολύ, λέει η μάνα "μην πούμε τίποτα του Ξούθου, όχι τίποτ' άλλο, μήπως του κακοφανή που τον έκανα κερατά πριν τον πάρω".
H Aθηνά, όμως, πού στο διάολο βρέθηκε, μπήκε στη μέση.
- Δεν κάνει, ρε παιδιά. Nα του το πήτε.
Kαι του τόπανε του Ξούθου και καταυχαριστήθηκε ο άνθρωπος.
Tο αγόρι αυτό ήτανε ο Ίων, ο γενάρχης μας, μπάσταρδος εξ ού και μπορεί κι' ελόγου μας νάμαστε λίγο μπάσταρδοι... Aλλά μπάσταρδοι θεϊκοί...

αρχή σελίδας

Jean-Paul Sartre: "Οι Λέξεις" απόσπασμα. μετάφραση: Ειρήνη Τσολακέλλη. Εκδόσεις Άγρα, 2003.

Φυσικά δεν είμαι αφελής : ξέρω καλά ότι επαναλαμβανόμαστε. Όμως αυτή η γνώση, την οποία απέκτησα πρόσφατα, κατατρώει τις παλιές μου βεβαιότητες δίχως να τις διαλύει εντελώς. Η ζωή μου έχει μερικούς σχολαστικούς μάρτυρες που δεν μου συγχωρούν τίποτα· συχνά με τσακώνουν να ξεπέφτω στις ίδιες λακκούβες. Μου το λένε, τους πιστεύω και ύστερα, την τελευταία στιγμή, συγχαίρω τον εαυτό μου : χθες ήμουν τυφλός· σήμερα η πρόοδός μου συνίσταται στο ότι έχω καταλάβει πως δεν προοδεύω πια. Μερικές φορές είμαι εγώ ο ίδιος μάρτυρας κατηγορίας. Για παράδειγμα συνειδητοποιώ ότι, πριν από δύο χρόνια, έγραψα μια σελίδα που θα μπορούσε να μου χρησιμεύσει. Την ψάχνω και δεν την βρίσκω : τόσο το καλύτερο : υποκύπτοντας στην τεμπελιά, θα παρενέβαλα μια παλιαντζούρα σε ένα καινούργιο έργο : σήμερα γράφω πολύ καλύτερα, θα την ξαναγράψω. Όταν τελείωσα, η τύχη μου έφερε μπροστά μου τη χαμένη σελίδα. Κατάπληξη : με διαφορά λίγων κομματων, εξέφραζα την ίδια ιδέα με τους ίδιους όρους. Διστάζω και ύστερα πετάω στο καλάθι αυτό το απαρχαιωμένο έγγραφο, κρατώ την καινούργια εκδοχή : έχει κάτι, κι εγώ δεν ξέρω τι, ανώτερο από την προηγούμενη. Με άλλα λόγια, βολεύομαι : απογοητευμένος, κάνω κόλπα στον εαυτό μου για να συνεχίζω να νοιώθω, παρά τα γηρατειά που με αφανίζουν, τη νεανική μέθη του αλπινιστή.

αρχή σελίδας

Άντον Τσέχοφ : "Η Στέπα (Ιστορία Ενός Ταξιδιού" μυθιστόρημα. Απόσπασμα. Μετάφραση : Σπύρος Σκιαδαρέσης. Εκδόσεις Γράμματα 1979.

Κοιτάζοντας τον ωχροπράσινο ουρανό, σπαρμένο από αστέρια, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα σύγνεφο, ούτε μια κηλίδα, νιώθουμε γιατί ο χλιαρός αέρας είναι ακίνητος, γιατί η φύση αγρυπνάει προσεχτική και δεν τολμάει να κινηθεί : φοβάται και δε θέλει να χάσει ούτε στιγμή ζωής. Δε μπορεί κανείς να κρίνει το ατέλειωτο βάθος και την απεραντοσύνη του ουρανού παρά μόνο σα βρίσκεται στη θάλασσα η στη στέπα, τη νύχτα, όταν λάμπει το φεγγάρι· είναι ωραίος τότε, τρομάζει και χαϊδεύει· κοιτάζει νωχελικά και σε τραβάει, και το χάδι του ξελογιάζει.

Περπατάμε μια ώρα, δυό ώρες...Συναντούμε ένα μυστηριώδη πετροσωρό, η μια πέτρινη γυναίκα που βρίσκεται στημένη εκεί, άγνωστο από ποιον κι από πότε. Ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη, και σιγά σιγά οι θρύλοι των στεπών, οι αφηγήσεις αυτών που συναντούμε, τα παραμύθια που ακούμε από τις γριές υπηρέτριες που κατάγουνται από τις στέπες, κι όσα αντιληφθήκαμε εμείς οι ίδιοι ή νοιώσαμε με την καρδιά, μας ξανάρχουνται στο νου. Και τότε το κρί-κρί των εντόμων, οι ύποπτες μορφές κι οι πετροσωροί, το γαλάζιο του ουρανού, το φως του φεγγαριού, το πέταμα ενός νυχτοπουλιού, όλα όσα βλέπουμε κι όλα όσα ακούμε, αρχίζουν να μας φαίνουνται πως ο θρίαμβος της ομορφιάς και της νιότης, η άνθηση των δυνάμεων· και νοιώθουμε μια παράφορη δίψα για τη ζωή. Η ψυχή υψώνεται σε ταυτοφωνία μ' αυτόν τον άγριο κι όμορφο τόπο, και θα θέλαμε να πετούσαμε μαζί με το νυχτοπούλι, πάνω από την στέπα. Μέσα σ' αυτό το θρίαμβο ομορφιάς, μέσα στο ξεχείλισμα της ευτυχίας, νοιώθει κανείς την προσπάθεια και την αγωνία, λες και η στέπα καταλαβαίνει πως είναι μόνη, πως τα πλούτη της, κι ό,τι εμπνέει, χάνουνται στον κόσμο, ανώφελα για όλους, και δίχως να τραγουδιούνται από κανέναν!

αρχή σελίδας


Στράτος Φουντούλης: Opus Dei(?) XIV 60 x 60cm. Μικτή Τεχνική σε καμβά, 2004

αρχή σελίδας

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

copyright2003-2004©Logo - contents may be copied. Editor, Designer-Owner : visual artist Stratos Fountoulis / copyright2003-2004©Λογότυπο "Στάχτες" -τα κείμενα μπορούν να αντιγραφούν. Υπεύθυνος έκδοσης και σχεδίασης ο ζωγράφος Στράτος Φουντούλης

 

Εδρα Περιοδικού: Βρυξέλλες / Brussels, Belgium